Gorsoan Ltd κ.α. ν. Bullock, Αρ. Αγωγής: 3573/2012, 23/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3573/2012 Μεταξύ: 1. Gorsoan Ltd 2. Gazpromabank OJSC Εναγουσών v. 1. . Bullock 2. . Kuznetsov 3. Laziar Holdings Ltd 4. Nova Prova Engineering Ltd 5. Nogion Holdings Ltd 6. Nakoda Ltd 7. Alcork Ltd 8. Hitnell Ltd 9. Elmwood Ventures Ltd 10. Solferino Development S.A. 11. . Pralong 12. . Crystal 13. SCI Chateau Du Puy Robert 14. Eurl Societe D' Exploitation De L' Hotel Chateau Du Puy Robert 15. Sas Societe Des Hotels D' Altitude 16. C.P. Palema Ltd 17. C.P. Palema Services Ltd 18. Cyproman Services Ltd 19. . Παπά άλλως . Παπά 20. Zoulian Management Ltd 21. Zoulian Ltd 22. . Κινάνη 23. . Ατζίνη 24. . Αντωνίου 25. . Δημητρίου 26. . Μιχαήλ 27. . Χρίστου 28. . Συμεού 29. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 30. Hellenic Bank Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγουσών ημ. 9.8.17 για Προσθήκη Εναγομένης Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κα Α. Αντωνίου με κα Μ. Αθάνατου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Ξιαρής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγουσες - Αιτήτριες ζητούν άδεια και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται (
- i)η τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής με την προσθήκη της εταιρείας SCI Beralto από τη Γαλλία, ως Εναγομένης 31, (
- ii)η τροποποίηση των αξιώσεων στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ούτως ώστε να περιλαμβάνει και την Εναγομένη 31, και (iii) η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε να περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί των Εναγουσών αναφορικά με την Εναγομένη 31. Επίσης ζητούν άδεια και ή διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση στην Εναγομένη 31 εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση βάσει του ΕΚ1393/07 καθώς επίσης και οδηγίες για καταχώριση εμφάνισης και για επίδοση αίτησης με ανάρτηση στον Πίνακα του Δικαστηρίου σε περίπτωση μη εμφάνισης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΗ (εφεξής «ο ΧΗ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις Ενάγουσες - Αιτήτριες. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών επεξηγεί γιατί ο ίδιος προβαίνει στην ένορκη δήλωση, αναφέρεται στο ιστορικό και τη φύση της απαίτησης και ισχυρίζεται πως πρόσφατα αποκαλύφθηκαν και προέκυψαν νέα στοιχεία τα οποία παραθέτει και φέρουν την προτεινόμενη Εναγομένη 31 (εφεξής «η Beralto») ως εμπλεκόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση των Εναγουσών και την καθιστούν αναγκαίο διάδικο. Επίσης παραθέτει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, καταλήγοντας πως το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η ένορκη δήλωση του ΧΗ είναι αντίθετη με τις πρόνοιες της Δ.39, και ειδικότερα ο ΧΗ δεν αναφέρει τον λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και τα ζητήματα που εγείρονται στην Αίτηση δεν είναι αμιγώς νομικά. 2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αιτούμενη τροποποίηση εφόσον αυτή δεν είναι αναγκαία και ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. 3) Η Αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς να παρατίθεται εύλογη αιτία γι΄ αυτή η οποία εκτροχιάζει την πορεία της Αγωγής. 4) Η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν είναι επιτρεπτή καθότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Beralto (ως και των υπολοίπων Εναγομένων) έχει παραγραφεί. 5) Οι Αιτήτριες δεν καταδεικνύουν πως τυχόν επίδοση θα συνιστά καλή επίδοση, ήτοι πως η Beralto θα λάβει γνώση της Αγωγής. 6) Το αιτητικό αναφορικά με την επίδοση αίτησης μέσω ανάρτησης είναι αντίθετο με τους Θεσμούς ως προς την επίδοση εγγράφων και δεν παρατίθεται οποιοσδήποτε λόγος που καταδεικνύει την ανάγκη έγκρισης αυτού. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΠ (εφεξής «ο ΧΠ»), ο οποίος με τη σειρά του επίσης επεξηγεί γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφέρεται στο θέμα της παραγραφής και στη μη ύπαρξη μαρτυρίας περί συμμετοχής της Beralto στην ισχυριζόμενη εξαπάτηση των Εναγουσών. Με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο ΧΗ καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτει Νομικό Υπόμνημα αναφορικά με τη δικαστική διαδικασία στις ΗΠΑ, στα πλαίσια της οποίας κατ΄ ισχυρισμό αποκαλύφθηκαν τα νέα στοιχεία και Νομική Γνωμάτευση από Ρώσο δικηγόρο αναφορικά με τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος στη Ρωσία. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Ι. Νομότυπο Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι το νομότυπο της ένορκης δήλωσης του ΧΗ που συνοδεύει την Αίτηση. Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1045/05, ημ. 27.10.05. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, εάν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), και συγκεκριμένα σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο ενώ η Ενάγουσα 2 εταιρεία εγγεγραμμένη στη Ρωσία. Ο ΧΗ αναφέρει πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγουσών, θέση η οποία δεν αντικρούεται από την πλευρά της Καθ΄ ης. Προβάλλει ως λόγο για τον οποίο προβαίνει στην ένορκη δήλωση ο ίδιος, αντί κάποιος αντιπρόσωπος των Εναγουσών, ότι η Αίτηση «πραγματεύεται πρωτίστως ζητήματα νομικής φύσης». Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΧΗ, αυτός αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό και τη φύση της απαίτησης των Εναγουσών. Ακολούθως αναφέρεται σε δικαστική διαδικασία στις ΗΠΑ εναντίον της Εναγομένης 1, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων και μαρτυρίας προς χρήση στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής στην Κύπρο, με κατάληξη την έκδοση διατάγματος παρακοής εναντίον της Εναγομένης 1 η οποία υποχρεώθηκε να συμμορφωθεί με αυτό στις 11.1.17. Σύμφωνα με τον ΧΗ, κατόπιν πληροφόρησης από τις Ενάγουσες και από τους ξένους δικηγόρους τους, μέσα από τη μελέτη και αξιολόγηση του τεράστιου όγκου εγγράφων, προέκυψαν τα γεγονότα που εμπλέκουν την Beralto στην υπόθεση, τα οποία και παραθέτει λεπτομερώς με βάση την πληροφόρηση από τους Γάλλους δικηγόρους. Ακολούθως ο ΧΗ επεξηγεί γιατί θεωρεί την Beralto ως αναγκαίο διάδικο και πως πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης. Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, κατ΄ αρχάς ο ΧΗ δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, όπως απαιτείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επίσης, παρά το ότι η Ενάγουσα 1 έχει την έδρα της στην Κύπρο, εντούτοις τα όσα περιέχονται στην ένορκη δήλωση αφορούν αφενός το ιστορικό και τη φύση της παρούσας διαδικασίας η οποία ούτως ή άλλως βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, και αφετέρου τη δικαστική διαδικασία στις ΗΠΑ από την οποία προέκυψαν τα ισχυριζόμενα νέα γεγονότα και για τα οποία ο ΧΗ έλαβε πληροφόρηση από τους Γάλλους δικηγόρους. Επομένως αυτά τα ισχυριζόμενα νέα δεδομένα δεν βρίσκονταν στην προσωπική γνώση των Εναγουσών αλλά προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας στις ΗΠΑ και τα οποία μελετήθηκαν και μεταφέρθηκαν στους Κύπριους δικηγόρους των Εναγουσών από τους Γάλλους δικηγόρους των τελευταίων. Με άλλα λόγια, αυτά τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση δεν είναι γεγονότα για τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να ορκιστεί κάποιος εκ μέρους της Ενάγουσας 1 ως προερχόμενα από προσωπική του γνώση, αλλά προφανώς σε ένορκη δήλωση, είτε αυτή προερχόταν από την Ενάγουσα 1 είτε από τους δικηγόρους της, θα γινόταν αναφορά σε αυτά με βάση την πληροφόρηση από τους Γάλλους δικηγόρους. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, παρόλο που γίνεται μεν αναφορά σε γεγονότα, εντούτοις αυτά κατ΄ ισχυρισμό προέκυψαν μέσα από νομικές διαδικασίες και πληροφόρηση από ξένους δικηγόρους, για τα οποία δεν αναμένετο απαραιτήτως να ορκιστεί διάδικος. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση είναι καθαρά νομικοί ως προς το γιατί πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης, όπως το γιατί η Beralto είναι αναγκαίος διάδικος, τη μη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης και τη μη πρόκληση ζημιάς στους Εναγόμενους από την τυχόν έγκριση της, καθώς επίσης και ως προς το θέμα της επίδοσης και ύπαρξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι πρόδηλο πως ο ΧΗ προβάλλει λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και βασικά επικαλείται νομικά επιχειρήματα και γεγονότα τα οποία προέρχονται από δικαστικές διαδικασίες και πληροφόρηση από ξένους δικηγόρους. Επομένως, θεωρώ πως είναι επιτρεπτό για τον ΧΗ να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Η θέση του δικηγόρου της Καθ΄ ης πως οι προβαλλόμενοι λόγοι έρχονται σε αντίθεση με προγενέστερη ένορκη δήλωση των Εναγουσών για διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης στην οποία προέβη υπάλληλος της Ενάγουσας 2 (η οποία έχει την έδρα της στο εξωτερικό) δεν κρίνεται βάσιμη. Κατά πρώτον, δεν υπάρχει οτιδήποτε το δεσμευτικό όσον αφορά το πρόσωπο που προβαίνει σε διάφορες ένορκες δηλώσεις στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας, ιδιαίτερα σε διαφορετικά χρονικά στάδια, και κατά δεύτερον το γεγονός πως η Ενάγουσα 2 έχει έδρα στο εξωτερικό αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως επαρκής λόγος για να γίνεται η ένορκη δήλωση από δικηγόρο ο οποίος βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία - βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva (ανωτέρω). Σημειώνεται δε ότι ο XH δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την Αίτηση αυτή και επομένως δεν τίθεται οποιοδήποτε κώλυμα στο να είναι ο ενόρκως δηλών. Ως εκ τούτου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, εντούτοις κρίνεται πως στην προκειμένη περίπτωση παρατίθενται ικανοποιητικοί λόγοι ως προς τούτο, και πως εν πάση περιπτώσει αυτό το γεγονός δεν καθιστά αφ΄ εαυτού την ένορκη δήλωση του ΧΗ ανεπίτρεπτη και αντικανονική και επομένως αυτή δύναται να ληφθεί υπόψιν. Άλλωστε, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva (ανωτέρω) «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1202. II. Νομική Πτυχή για Προσθήκη Εναγομένου Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Courtγ effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 345, για την αντίστοιχη Αγγλική Ο.16 r.11, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη εναγομένων. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372 τονίστηκε πως η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή βασικά ανήκει στον ενάγοντα και πως η απόφαση ως προς το κατά πόσο βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτώμενη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Η υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300 επίσης περιέχει χρήσιμη ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα προσθήκης εναγομένου, παρόλο που εκείνη αφορούσε περίπτωση αίτησης από συνεναγόμενο. Η βασική αρχή που πηγάζει από την εν λόγω απόφαση είναι ότι αν «η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το Δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα». Λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να διατάξει προσθήκη είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής και η δυνατότητα έγερσης από τον προτεινόμενο εναγόμενο θέματος παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd κ.ά.
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1818 και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.
- IΙΙ. Εξέταση της Αίτησης Όπως έχει ήδη διαφανεί, ο ΧΗ στην ένορκη του δήλωση παραθέτει γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό καταδεικνύουν την εμπλοκή της Beralto στην υπόθεση και την καθιστούν αναγκαίο διάδικο. Από την άλλη, ο ΧΠ ισχυρίζεται πως οι Αιτήτριες δεν έχουν καταδείξει ότι η Beralto είναι αναγκαία για τη διακρίβωση των επίδικων θεμάτων και ότι συμμετείχε στην κατ΄ ισχυρισμό εξαπάτηση των Εναγουσών. Για να γίνει κατανοητή η βάση στην οποία ζητείται το αίτημα για προσθήκη της Beralto, θα πρέπει πρώτα να γίνει μια συνοπτική αναφορά στη φύση της απαίτησης των Εναγουσών όπως αυτή πηγάζει μέσα από την έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης και όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του ΧΗ, η Αγωγή αφορά σε ισχυριζόμενη απάτη εις βάρος των Εναγουσών. Οι Εναγόμενοι διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι Εναγόμενοι 1-5 και 7-15, οι οποίοι είναι οι ουσιαστικοί Εναγόμενοι που συμμετείχαν στην ισχυριζόμενη απάτη και επωφελήθηκαν από αυτή και εναντίον τους αξιώνονται αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνωμοσία για διάπραξη απάτης, εξαπάτηση και ή καταδολίευση πιστωτών, συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα, πρόκληση παράβασης σύμβασης, παράνομη επέμβαση και δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι Εναγόμενοι 16-30 οι οποίοι είναι Κύπριοι. Οι Εναγόμενοι 16-28 ασχολούνται με την παροχή εταιρικών υπηρεσιών και οι Εναγόμενοι 29 και 30 είναι Τράπεζες, και αυτοί έχουν προστεθεί μόνο για σκοπούς αποκάλυψης πληροφοριών εξ ου και εναντίον τους ζητούνται μόνο διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι ουσιαστικοί Εναγόμενοι προέβησαν σε σχέδιο και ενέργειες καταδολίευσης. Με βάση την έκθεση απαίτησης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι κύριοι συνωμότες οι οποίοι ενορχήστρωσαν τις δόλιες πράξεις χρησιμοποιώντας τους Εναγόμενους 3-5 και 7-15 ως εταιρικά οχήματα για να κρύβουν και διασκορπούν τα υπεξαιρούμενα κεφάλαια. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι στο πρώτο επίπεδο εμπλέκονται οι Ρωσικές εταιρείες, Moscow Region Investment Mortgage Company OAO (εφεξής «η MOITK»), Moscow Region Mortgage Agency OAO (εφεξής «η MOIA») και Mortgage Company of the Moscow Region OAO (εφεξής «η IKMO»), οι οποίες ανήκαν στην Κυβέρνηση της Μόσχας. Αυτές οι εταιρείες έλαβαν χρηματοδότηση μέσα από σειρά έκδοσης ομολόγων, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό αποτελούσαν μέρος ενός κυβερνητικού προγράμματος για τη χρηματοδότηση και κατασκευή μεγάλων έργων για χιλιάδες οικογένειες στην περιφέρεια της Μόσχας. Τα ενημερωτικά δελτία τα οποία συνόδευαν τις εκδόσεις ομολόγων ανέφεραν ότι τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για το πρόγραμμα από το οποίο αναμενόταν η απόδοση χρημάτων για αποπληρωμή των αγοραστών των ομολόγων. Οι Ενάγουσες, βασιζόμενες στα ενημερωτικά δελτία, συμμετείχαν σε τρεις εκδόσεις ομολόγων, θεωρώντας πως τα χρήματα που είχαν επενδύσει θα χρησιμοποιούνταν για την εν λόγω ανάπτυξη. Οι εταιρείες ΜΟΙΤΚ, ΜΟΙΑ και ΙΚΜΟ δεν κατάφεραν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των ομολόγων, με αποτέλεσμα την έναρξη δικαστικών διαδικασιών εναντίον τους προς ανάκτηση των ποσών. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, η ισχυριζόμενη υπεξαίρεση και διοχέτευση χρημάτων ακολούθησε ένα καθορισμένο μοντέλο. Ειδικότερα, τα χρήματα που λήφθηκαν από τις εκδόσεις ομολόγων ΜΟΙΑ μεταφέρθηκαν αρχικά στην ΙΚΜΟ μέσω δανείων και ακολούθως μεταφέρονταν μέσω Ρωσικών και υπεράκτιων εταιρειών. Τα χρήματα από την πρώτη έκδοση μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τρόπο με ή χωρίς την εμπλοκή της ΙΚΜΟ. Το δεύτερο επίπεδο της απάτης είναι η μεταφορά των χρημάτων. Οι ουσιαστικοί Εναγόμενοι με ακόμα άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό κράτηση στη Ρωσία για εγκληματικές ενέργειες σχετικά με την παρούσα υπόθεση, ήταν ένας εκ των τεσσάρων διαχειριστών της RIG Russia (εφεξής «η RIG»), η οποία ανήκει και ή ελέγχεται από τους Εναγόμενους 1 και
- Η RIG συνέβαλε στη δημιουργία του ομίλου εταιρειών RIG οι πλείστες των οποίων ήταν εταιρικά όργανα σε δόλια μοντέλα απάτης και συνδέεται με τις εταιρείες που αγόρασαν ακίνητη περιουσία χρησιμοποιώντας τα υπεξαιρούμενα χρήματα. Οι τέσσερις συναλλαγές που πλαισιώνουν την υπεξαίρεση των χρημάτων είναι: · Η πρώτη αφορά μια σειρά κυκλικών συναλλαγών μεταξύ των Ρωσικών εταιρειών του ομίλου RIG που ανήκαν στην Περιφέρεια της Μόσχας και άλλων υπεράκτιων εταιρειών με σκοπό την απομάκρυνση των κεφαλαίων από τις Ρωσικές εταιρείες · Η δεύτερη αφορά την απόκτηση από την Εναγομένη 1 δύο περιουσιακών στοιχείων στο Λονδίνο με υπεξαιρούμενα χρήματα που μεταφέρθηκαν από τη RIG · Η τρίτη συναλλαγή αφορά την απόκτηση από την Εναγομένη 1 περιουσιακών στοιχείων στη Γαλλία, ήτοι την αγορά ξενοδοχείων · Η τέταρτη αφορά την απόκτηση από την Εναγομένη 1 ενός πολυτελούς σκάφους. Σύμφωνα με τον ΧΗ, η Beralto εμπλέκεται στις τελευταίες συναλλαγές και συγκεκριμένα φέρεται να χρησιμοποίησε υπεξαιρούμενα κεφάλαια για την αγορά ενός πολυτελούς διαμερίσματος στο Παρίσι από την εταιρεία SCI Fonciere η οποία ανήκει στη Beralto. Τα γεγονότα προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού τα οποία κατ΄ ισχυρισμό προέκυψαν από την αποκάλυψη της Εναγομένης 1 στη διαδικασία των ΗΠΑ και μεταφέρθηκαν από τους Γάλλους δικηγόρους, όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του ΧΗ, εν συντομία έχουν ως ακολούθως:
- Μετά την αποκάλυψη της Εναγομένης 1, στις 20.6.17 το Δικαστήριο στο Παρίσι εξέδωσε διάταγμα εγγραφής δικαιώματος παρακράτησης των 14.999 μετοχών τις οποίες η Εναγομένη 1 κατέχει στη Beralto και των 1.020 μετοχών τις οποίες η τελευταία κατέχει στη Γαλλική εταιρεία SCI Orsay Fonciere (εφεξής «η Orsay»). Το διάταγμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η Beralto συστάθηκε το 2007 και το μετοχικό της κεφάλαιο αποτελείται από 15.000 μετοχές. Η Εναγομένη 1 κατέχει τις 14.999 και κατά τη μέρα σύστασης της τη μια μετοχή κατείχε ο κ. H, δικηγόρος της Εναγομένης 1, Τεκμήριο
- Ο κ. H ήταν επίσης διευθυντής των Εναγομένων 11, 12 και 15 και ήταν αναμεγμειμένος στη διαδικασία απόκτησης περιουσίας από την Εναγομένη 1 στα πλαίσια της υπό κρίση απάτης εις βάρος των Εναγουσών.
- Στις 4.11.10 ο κ. Hoffman πώλησε τη μετοχή στην κα K η οποία φαίνεται να συνδέεται με την Εναγομένη 1 έναντι ενός συμβολικού ποσού. Η συμφωνία μεταβίβασης μετοχών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Από το 2017 διευθυντής της Beralto είναι ο κ. S, διευθυντής επίσης των Εναγομένων 11, 12 και
- Πέραν των πρακτικών των συνεδριών για τον διορισμό του, Τεκμήρια 6 και 7, δεν υπάρχουν άλλα πρακτικά, στοιχείο το οποίο καταδεικνύει πως η εν λόγω εταιρεία δεν διεξάγει επιχειρηματικές δραστηριότητες αλλά απλά κατέχει περιουσιακά στοιχεία ως «τσέπη».
- Δυνάμει συμφωνίας αγοράς μετοχών ημ. 23.3.07, Τεκμήριο 8, η Beralto απέκτησε 1.020 μετοχές στην εταιρεία Orsay. Σύμφωνα με την παρ. 13 της συμφωνίας, η πληρωμή του ποσού αγοράς των μετοχών θα γινόταν με χρηματοδότηση της Beralto από τη DS Advisory Corp (εφεξής «η Advisory»).
- Η συμφωνία αγοράς μετοχών και η χρηματοδότηση έλαβαν χώρα μόλις δύο μήνες μετά τη σύσταση της Beralto, καθ΄ ον χρόνο μάλιστα η Εναγομένη 1 απέκτησε τα ξενοδοχεία με τα χρήματα που προήλθαν από την απάτη εις βάρος των Εναγουσών.
- Η Advisory είναι εικονική εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη και ελέγχεται από την Εναγομένη
- Αυτή συστάθηκε το 2005 και διαλύθηκε το
- Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση στη Νέα Υόρκη με την Εναγομένη 1, Τεκμήριο 9, ενώ διευθυντής της είναι ο κ. Γ, ελεγκτής-λογιστής στην Κύπρο ο οποίος ήταν επίσης διευθυντής ακόμα 30 εταιρειών οι οποίες διαλύθηκαν εντός τριών ετών από τη σύσταση τους, Τεκμήριο
- Κατόπιν πληροφόρησης από τις Ενάγουσες η Advisory δεν είναι γνωστή στην αγορά ως δανειστής και δεν έγινε γνωστή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή της εκτός από τη χρηματοδότηση προς τη Beralto.
- Η Orsay είναι η ιδιοκτήτρια ενός κτιρίου στο Παρίσι, ο κάθε μέτοχος της οποίας, συμπεριλαμβανομένης και της Beralto, έχει το δικαίωμα χρήσης ενός των διαμερισμάτων. Η αξία του διαμερίσματος της Beralto ξεπερνά τα €9εκ. και στην πραγματικότητα κατέχεται από την Εναγομένη 1 η οποία κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της.
- Σχετικά έγγραφα, όπως π.χ. ηλεκτρονική επικοινωνία αναφορικά με πληρωμές για τη Beralto και μεταφορά χρημάτων κατόπιν αιτήματος της εταιρείας από την Εναγομένη 1, αντίγραφο απόφασης της εταιρείας ημ. 30.1.12 υπογεγραμμένη από την Εναγομένη 1 και πληρωμή λογαριασμών για το διαμέρισμα κατόπιν οδηγιών και μεταφορών χρημάτων από την Εναγομένη 1, επισυνάπτονται στο Νομικό Υπόμνημα, Τεκμήριο XH1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΧΗ.
- Λόγω του ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Beralto είναι οι 1.020 μετοχές στην Orsay, μέσω της οποίας κατέχει το διαμέρισμα το οποίο δεν ενοικιάζεται, η Beralto δεν έχει εισοδήματα και επομένως είναι αμφίβολο το κατά πόσο αποπλήρωσε το δάνειο που έλαβε από την Advisory.
- Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει πως η Beralto δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει το διαμέρισμα, μέσω της χρηματοδότησης της από την Advisory, με χρήματα τα οποία προήλθαν από την υπό κρίση απάτη εις βάρος των Εναγουσών. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των πιο πάνω ισχυρισμών του ΧΗ, θεωρώ πως η γενική άρνηση αυτών από την πλευρά της Καθ΄ ης, οι οποίοι υποστηρίζονται και από τα σχετικά Τεκμήρια, δεν είναι ικανή από μόνη της να τους αντικρούσει. Μέσα από την πιο πάνω παράθεση, διαφαίνεται πως οι Ενάγουσες αποδίδουν συμμετοχή στη Beralto στο δεύτερο επίπεδο του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου, ήτοι την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου με τη χρήση υπεξαιρούμενων χρημάτων τα οποία προήλθαν μέσω εικονικής εταιρείας, με την εμπλοκή προσώπου που συνδέεται και με άλλες Εναγόμενες εταιρείες και κυρίως με την εμπλοκή και με απώτερο και τελικό δικαιούχο του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου την Εναγομένη 1, στην οποία αποδίδεται σημαντικός ρόλος στην όλη υπόθεση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως οι Ενάγουσες έχουν προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς οι οποίοι καταδεικνύουν ισχυριζόμενη συμμετοχή της Beralto στα υπό κρίση γεγονότα και στο δόλιο σχέδιο που αποτελεί το αντικείμενο και τη βάση της απαίτησης και των αξιώσεων των Εναγουσών. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι πως η αποδιδόμενη στη Beralto εμπλοκή είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τη συμπερίληψη της ως διαδίκου, εφόσον στη βάση των προβληθέντων αποτελεί μέρος του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου και κυρίως εφόσον αυτή φέρεται να απέκτησε και κατέχει περιουσία ως προϊόν μέρους από τα υπεξαιρούμενα χρήματα. Αυτά τα δεδομένα την καθιστούν αναγκαίο διάδικο ούτως ώστε να εξεταστεί η δική της συμμετοχή και ενδεχομένως να ανακτηθεί οποιαδήποτε περιουσία η οποία αποτελεί προϊόν αυτής της ισχυριζόμενης δόλιας συμπεριφοράς και απάτης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν το επιχείρημα της Καθ΄ ης πως η Beralto δεν συμμετείχε στην εξαπάτηση αλλά αποτέλεσε ένα μέσο πρόκλησης της ισχυριζόμενης εξαπάτησης και πως σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής οι Ενάγουσες θα μπορούν να εκτελέσουν απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 μέσω των περιουσιακών στοιχείων της, περιλαμβανομένων και αυτών που κατέχει στη Beralto τα οποία είναι ήδη δεσμευμένα δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Θεωρώ ακριβώς πως η σύσταση της Beralto, η μετοχική της δομή, οι αλλαγές στους διευθυντές της, η σύνδεση της με την Εναγομένη 1 και η χρήση της ως μέσου διοχέτευσης των υπεξαιρούμενων χρημάτων και απόκτησης περιουσιακού στοιχείου, είναι τα στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν τη συμμετοχή της στο υπό κρίση απατηλό και δόλιο σχέδιο, όπως άλλωστε συμβαίνει κατ΄ ισχυρισμό και με τις υπόλοιπες Εναγόμενες εταιρείες, ήτοι τις Εναγόμενες 3-5 και 7-
- Επομένως, η Beralto δεν παρουσιάζεται να αποτελεί απλώς μια εταιρεία με περιουσιακά στοιχεία των οποίων η Εναγομένη 1 είναι τελική δικαιούχος και τα οποία ενδεχομένως να υπόκεινται σε δέσμευση και ανάκτηση για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης, αλλά σαφώς μια εταιρεία η οποία αποτελεί μέρος της ισχυριζόμενης απάτης και εναντίον της οποίας αφορούν οι αξιώσεις για αποζημιώσεις. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι πως η Beralto είναι αναγκαίος διάδικος στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής ούτως ώστε να συμπεριληφθούν όλα τα κατ΄ ισχυρισμό εμπλεκόμενα πρόσωπα και έτσι να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης και να αποφασιστεί ενδεχομένως ο ρόλος του καθενός και συναφώς η ευθύνη του. Επί τούτου το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκε πως «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». IV. Καθυστέρηση στην Καταχώριση της Αίτησης Όπως προκύπτει από τον φάκελο, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 3.8.12, η έκθεση απαίτησης στις 19.12.13 και αφορούν σε γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2005-
- Η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 9.8.
- Όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο ΧΗ και επιβεβαιώνεται από τον φάκελο, στις 10.8.12 οι Ενάγουσες καταχώρισαν μονομερή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και στις 14.8.12 εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης. Κατόπιν ακρόασης της Αίτησης, στις 6.3.13 το Δικαστήριο εξέδωσε, μεταξύ άλλων, διατάγματα αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1-15 και των σχετικών εγγράφων και οριστικοποίησε το διάταγμα μη αποξένωσης περιουσίας. Σύμφωνα με τον ΧΗ, στις 19.3.13 οι Εναγόμενοι 1, 3-5 και 7-15 καταχώρισαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Ο ΧΗ ισχυρίζεται ότι από την έκδοση της εν λόγω απόφασης η Εναγομένη 1 δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα με αποτέλεσμα ούτε οι Ενάγουσες αλλά ούτε και το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ελέγξουν αποτελεσματικά την εφαρμογή του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ΧΗ ισχυρίζεται πως τα προαναφερόμενα γεγονότα που φέρονται να εμπλέκουν την Beralto στην υπό κρίση υπόθεση περιήλθαν στη γνώση των Κύπριων δικηγόρων των Εναγουσών μόλις πρόσφατα, και ειδικότερα μετά την αποκάλυψη της Εναγομένης 1 στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας των ΗΠΑ στις 11.1.
- Ο ΧΗ αναφέρεται στο όλο ιστορικό της συγκεκριμένης διαδικασίας, από την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης στις 19.12.13 εναντίον της Εναγομένης 1, της θυγατέρας της και της RIGroup, την επίδοση της κλήσης για αποκάλυψη στις 20.12.13, την αίτηση ημ. 14.1.14 της Εναγομένης 1 και της θυγατέρας της για παραμερισμό της κλήσης και την επικύρωση αυτής από το Εφετείο στις 30.6.
- Ακολούθησε η έκδοση διατάγματος ημ. 13.10.16 για αποκάλυψη, Τεκμήριο 1, μη συμμόρφωση της Εναγομένης 1 με αυτό, αίτημα ημ. 2.11.16 των εκεί δικηγόρων των Εναγουσών για έκδοση διατάγματος παρακοής και έκδοση αυτού στις 3.11.16, Τεκμήριο
- Τέλος, η Εναγομένη 1 συμμορφώθηκε στις 11.1.
- Το όλο ιστορικό περιγράφεται αναλυτικά στο Νομικό Υπόμνημα, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΧΗ. Πέραν της γενικής άρνησης, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ΧΗ δεν αντικρούονται από τον ΧΠ. Επομένως, παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΧΗ ότι οι Ενάγουσες και οι δικηγόροι τους έλαβαν γνώση για τα εν λόγω γεγονότα μέσω αυτής της αποκάλυψης που έγινε στις 11.1.17 και ότι επρόκειτο για όγκο εγγράφων, ήτοι 949 έγγραφα αποτελούμενα από 9316 σελίδες, η μελέτη και αξιολόγηση των οποίων απαιτούσε αρκετό καιρό και είχε ολοκληρωθεί πρόσφατα σε σχέση με την καταχώριση της Αίτησης. Με βάση τον χρόνο αποκάλυψης και τον χρόνο μελέτης και αξιολόγησης των εγγράφων, θεωρώ πως δεν παρατηρείται τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου ο συναφής λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. V. Παραγραφή Αποτελεί ισχυρισμό της Καθ΄ ης πως σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ. 148, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, η τριετής περίοδος παραγραφής είχε ήδη λήξει πριν την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Αγωγής και επομένως δεν είναι πλέον δυνατή η προσθήκη της Beralto. Ο ΧΗ, στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, επικαλείται την εφαρμογή του Ρωσικού δικαίου ως προς τα επίδικα γεγονότα, για το οποίο (αλλοδαπό δίκαιο) γίνεται και ρητή αναφορά στην έκθεση απαίτησης, και επισυνάπτει σχετική Νομική Γνωμάτευση ως προς την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος στη Ρωσία, Τεκμήριο 2, δυνάμει της οποίας το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών έναντι της Beralto δεν έχει παραγραφεί. Ταυτόχρονα ισχυρίζεται πως είναι μετά από πολλές αντιστάσεις εκ μέρους της Εναγομένης 1 που τον Ιανουάριο του 2017 οι Ενάγουσες έλαβαν γνώση για τη συμμετοχή της Beralto, λέγοντας πως το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών εναντίον της Beralto δεν έχει παραγραφεί ούτε με βάση το άρθρο 68 του Κεφ. 148 ούτε και με βάση το Ρωσικό δίκαιο. Θεωρώ πως οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ΧΗ παρουσιάζουν κάποια αντίφαση μεταξύ τους ως προς το εφαρμοζόμενο νομικό καθεστώς παραγραφής, ήτοι κατά πόσο είναι το άρθρο 68 του Κεφ. 148 ή διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο. Όμως μέσα από την αγόρευση της δικηγόρου των Εναγουσών, προβάλλεται η θέση πως ανεξαρτήτως του εφαρμοζόμενου δικαίου, για σκοπούς της παρούσας Αγωγής ισχύει και εφαρμόζεται το Κυπριακό δίκαιο ως προς την παραγραφή, καθότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί διαδικαστικό θέμα - βλ. Shehata κ.ά. v. Ellias
(1995)1 Α.Α.Δ. 621 και Χριστοδουλίδης v. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 636. Αποτελεί δε κοινό έδαφος και των δύο πλευρών πως, λόγω του ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα πριν την 1.7.12, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί για τριετή περίοδο αναστολής. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1) (ανωτέρω) λέχθηκε ότι στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για προσθήκη εναγομένου, σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Τόσο στην εν λόγω υπόθεση όσο και στην υπόθεση Stavros Papaioannou Ltd v. Intermed Shipping Ltd S.R.L. κ.ά.
(1995)1(Α) Α.Α.Δ. 467, το Εφετείο ανέφερε το απαράδεκτο πρόσδοσης αναδρομικής ισχύος σε διαταγή για την προσθήκη εναγομένου όταν αυτό θα συνεπαγόταν την αναβίωση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έπαυσε να υφίσταται. Η πρόσφατη απόφαση (πλειοψηφίας) του Εφετείου στην υπόθεση Νεοφύτου v. Malak κ.ά., Πολ. Έφ. 118/12, ημ. 21.6.18, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το ζήτημα. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα: «. Στην απλότητα του το θέμα εξαντλείται στην πρόνοια της Δ.9 θ.1, η οποία, όπως ήδη λέχθηκε, προνοεί ότι η προώθηση ή αντικατάσταση εναγόμενου ανατρέχει πίσω στην καταχωρηθείσα αγωγή. Η διαδικασία συνεχίζεται με τον προστεθέντα εναγόμενο «... as if the new defendant had originally been made a defendant». Αυτή δεν είναι μια απλή και μόνο δικονομική διάταξη. Έχει έρεισμα στην όλη φιλοσοφία του συστήματος αντιπαράθεσης. Υπό την αίρεση της μη ευθύνης ή εμπλοκής ενός προστιθέμενου εναγόμενου στα προηγηθέντα της διαδικασίας όσον αφορά έξοδα και άλλες οδηγίες που δόθηκαν μεταξύ των αρχικά υφιστάμενων διαδίκων, η προσθήκη ανατρέχει ως ζήτημα ουσίας πλέον, στην ίδια τη βάση της αγωγής, ως έννοιας που παραπέμπει στο σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα. Όπως το θέτει το σύγγραμμα Street on Torts, 11η Έκδ., σελ. 626, η βάση αγωγής δημιουργείται, και επομένως από εκεί αρχίζει να μετρά και η όποια περίοδος παραγραφής, κατά το χρονικό σημείο που ένας προτιθέμενος ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εναντίον ενός προτιθέμενου εναγόμενου. Εφόσον το σύνολο των γεγονότων είναι γνωστά στον προτιθέμενο ενάγοντα αναδύεται αγώγιμο δικαίωμα και βάση αγωγής. Εναπόκειται βεβαίως στον έχοντα απαίτηση διάδικο να κρίνει εναντίον ποιού ή ποιών εναγομένων επιθυμεί να εγείρει την αγωγή, (The Supreme Court Practice 1970, Vol. 1, σελ. 169, σχόλια στο O.15 r.6/9). Όλα τα γεγονότα πρέπει όμως να είναι αδιαψεύστως γνωστά για την επιλογή αυτή. Διαφορετικά επιτρέπεται ως θέμα δικαίου η προσθήκη διαδίκου ακόμη και αν η τροποποίηση ή προσθήκη επιδιώκεται μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής υπό την προϋπόθεση ότι διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος στο όνομα ή το διάδικο και το λάθος αυτό δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την πραγματική ταυτότητα του διαδίκου, (The Supreme Court Practice 1970 - ανωτέρω - σελ. 172, σχόλια στο O.15/6/14). Εξ ου και νομοθετικά είχε ήδη από το Κεφ. 15 αναγνωριστεί αυτή η δυνατότητα επέκτασης του χρόνου με το άρθρο 7, όταν λόγω δόλου ή λάθους δεν αποκαλύπτεται το αγώγιμο δικαίωμα, με παρόμοιες πρόνοιες στις διάφορες έκτοτε νομοθεσίες με την ίδια φιλοσοφία να έχει περάσει και στο νέο Νόμο αρ. 66(Ι)/
- Με άλλα λόγια, η ύπαρξη δόλου ή περιστάσεων που ανακόπτουν την περίοδο παραγραφής παραπέμπει στη μη συμπλήρωση, λόγω άγνοιας, της βάσης αγωγής, από πλευράς γεγονότων. . . Ακόμη και μετά τη ριζική αναθεώρηση των Αγγλικών Θεσμών, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η προσθήκη διαδίκου είναι εφικτή ακόμη αν η περίοδος παραγραφής είχε περάσει κατά το χρόνο της αίτησης για συνένωση ή αντικατάσταση, εφόσον όμως η περίοδος παραγραφής ακόμη έτρεχε όταν η αγωγή ηγέρθη και η προσθήκη του διαδίκου είναι αναγκαία λόγω λάθους στον αρχικό διάδικο, η δε απαίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την προσθήκη του νέου διαδίκου. Σκοπός πάντοτε είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου πάντων των αναγκαίων διαδίκων προς επίλυση όλων των αναγκαίων επιδίκων θεμάτων, (O'Hare & Browne: Civil Litigation 2η Έκδ. σελ. 94-98).» Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται πως, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ. 148, ο χρόνος της τριετούς παραγραφής μετρά από την ημερομηνία που αυτές έλαβαν γνώση των ισχυριζόμενων νέων γεγονότων. Με ειδική αναφορά στο άρθρο 68(δ) ισχυρίζονται επίσης πως, ενόψει του όλου ιστορικού των διαδικασιών και της συμπεριφοράς της Εναγομένης 1, υπήρξε δόλια απόκρυψη αυτών και πως ο χρόνος μετρά από την ανακάλυψη τους από αυτές. Είναι γεγονός πως στην Υπεράσπιση της η Εναγομένη 1 δεν προβάλλει ισχυρισμό για παραγραφή ούτε και προφανώς έχει λάβει μέτρα για παραμερισμό της Αγωγής λόγω παραγραφής. Όπως όμως έχει λεχθεί στην υπόθεση Νεοφύτου v. Malak κ.ά. (ανωτέρω), εφόσον το ζήτημα παραγραφής είναι δικαιοδοτικό, τότε αυτό δύναται να εγερθεί και εξεταστεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τη χρονική στιγμή, ήτοι τον Ιανουάριο του 2017, και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελικώς τα νέα ισχυριζόμενα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση των Εναγουσών (ήτοι μη συμμόρφωση τόσο με την ενδιάμεση απόφαση της παρούσας Αγωγής όσο και με το διάταγμα αποκάλυψης στη δικαστική διαδικασία των ΗΠΑ και η μετέπειτα διαδικασία παρακοής), και με δεδομένη τη φύση και πολυπλοκότητα της υπόθεσης η οποία αφορά σε δόλιες ενέργειες με εμπλεκόμενο μεγάλο αριθμό προσώπων, δεν έχει διαφανεί είτε πως τα ισχυριζόμενα νέα γεγονότα βρίσκονταν σε γνώση των Εναγουσών σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο από τις 11.1.17 είτε ακόμα πως τα όποια αρχικά γεγονότα ήταν σε γνώση των Εναγουσών ενδεχομένως πριν τη λήξη της τριετούς περιόδου παραγραφής σε σχέση με την καταχώριση της Αγωγής. Άλλωστε δεν είναι λογικό οι Ενάγουσες να γνώριζαν εξαρχής περί της ισχυριζόμενης εμπλοκής της Beralto στην παρούσα υπόθεση και να μην την περιλάμβαναν ως Εναγομένη. Εδώ κρίνεται σκόπιμο ακόμα να λεχθεί ότι η σχετική αναφορά του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 6.3.13 ως προς το ζήτημα παραγραφής, στη σελ. 36, πως «εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχουν παραγραφεί τα αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων» δεν αποτελεί τελεσίδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και στα πλαίσια της παρούσας δύναται να σημειωθεί πως το όλο ζήτημα ενδεχομένως θα εξεταστεί στα πλαίσια προσκόμισης μαρτυρίας και σαφώς το Δικαστήριο διατηρεί ευχέρεια και εξουσία να κρίνει αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Επομένως, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τις πιο πάνω διαπιστώσεις του, δεν ικανοποιούμαι ότι η προσθήκη της Beralto δεν δύναται να εγκριθεί λόγω ζητήματος παραγραφής. VI. Άλλοι Παράγοντες Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε το 2012 πλην όμως θεωρώ πως με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η προσθήκη της Beralto είναι αναγκαία για την παρουσία όλων των κατ΄ ισχυρισμό εμπλεκόμενων προσώπων και συνακόλουθα για την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική επίλυση όλων των επίδικων ζητημάτων σε αυτή την υπόθεση. Θεωρώ πως η όποια καθυστέρηση στη διαδικασία λόγω της προσθήκης διαδίκου στο εξωτερικό δεν είναι τέτοια που να οδηγεί δίχως άλλο την Αίτηση σε απόρριψη, ειδικότερα εφόσον φαίνεται πως οι Ενάγουσες δεν κωλυσιεργούν στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας όπως συνάγεται από τη συμπερίληψη των αιτητικών για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην ίδια Αίτηση, προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Άλλωστε, εφόσον πρόκειται για αίτηση τροποποίησης η Καθ΄ ης δικαιούται και θα αποζημιωθεί με τα έξοδα. VII. Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας και Οδηγίες ως προς την Εμφάνιση και Ανάρτηση Η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, είναι η δικονομική πρόνοια η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνεται πως οι εθνικές διατάξεις που διέπουν το θέμα επίδοσης δεν έχουν καταργηθεί από τον ΕΚ 1393/07 (στον οποίο επίσης βασίζεται η Αίτηση), σύμφωνα με τις υποθέσεις Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/11, ημ. 17.10.14, και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Sehnh Dau κ.ά., Πολ. Εφ. Ε23-Ε29/13, ημ. 13.9.
- Η Δ.6 θ.4 αναφέρεται ειδικώς στο τι πρέπει να περιλαμβάνει μια ένορκη δήλωση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Αυτή προνοεί τα ακόλουθα: «Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order.» Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762 λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995 και Sekavin S.A. v. Ship Platon CH κ.ά.
(1987)1 C.L.R.
- Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απαγορεύει την περίληψη αιτήματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην ίδια Αίτηση για την προσθήκη του διαδίκου και επομένως αυτό το αιτητικό δύναται να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψιν ότι καλύπτεται και από τη νομική βάση της Αίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΧΗ, ικανοποιούμαι πως οι Ενάγουσες έχουν καταδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου εφόσον η Αγωγή εναντίον της αφορά σε ισχυριζόμενη διάπραξη αστικού αδικήματος, καθώς επίσης και εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον της Beralto. Ο ισχυρισμός του πως η Beralto είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με έδρα το Παρίσι και διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της την 73 Quai d' Orsay, 75007, Παρίσι, Γαλλία, επιβεβαιώνεται από το σχετικό απόσπασμα από το Μητρώο Εμπορίου και Εταιρειών της Γαλλίας, Τεκμήριο
- Η ύπαρξη της έδρας της εταιρείας στη Γαλλία ενεργοποιεί τις διατάξεις του ΕΚ1393/
- Ο ΧΗ παρουσιάζει έγγραφο από την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Τεκμήριο 11, από την οποία διαφαίνεται πως η Γαλλία δεν έχει θέσει οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς τις μεθόδους επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 15 του εν λόγω Κανονισμού το οποίο επιτρέπει την απευθείας επίδοση δικαστικών εγγράφων. Ως εκ τούτου δεν υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου της Καθ΄ ης ότι οι Ενάγουσες θα έπρεπε να προσκομίσουν επιπρόσθετη μαρτυρία αναφορικά με τη νομοθεσία της Γαλλίας ως προς τον τρόπο επίδοσης στη χώρα. Περαιτέρω θεωρώ καθόλα λογική τη θέση πως η επίδοση των εγγράφων της παρούσας διαδικασίας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 15, ήτοι μέσω των δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, είναι ικανή για να τεθούν αυτά εις γνώση των αρμοδίων της εν λόγω εταιρείας. Επομένως, θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.1 και θ.4 για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και το συναφές αιτητικό κρίνεται βάσιμο και εγκρίνεται. Η εξουσία του Δικαστηρίου να καθορίσει προθεσμία καταχώρισης εμφάνισης μετά την επίδοση και να δώσει οδηγίες πως σε περίπτωση μη καταχώρισης εμφάνισης, τότε οποιαδήποτε αίτηση θα θεωρείται δεόντως επιδοθείσα εφόσον αναρτηθεί στον Πίνακα του Δικαστηρίου, προβλέπεται στη Δ.6 θ.5 και στη Δ.5 θ.10, οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης. Επομένως, ο λόγος ένστασης πως το αιτητικό ως προς την ανάρτηση αίτησης στον Πίνακα είναι αντίθετο με τους Θεσμούς είναι παντελώς αβάσιμος. VIII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα με τα οποία επιτρέπεται:
- Η τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής με την προσθήκη ως Εναγομένης 31 της εταιρείας SCI Beralto από τη Γαλλία
- Η τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως η παρ. Β της Αίτησης
- Η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως η παρ. Γ της Αίτησης. Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωριστούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω, δίδεται άδεια και εκδίδεται διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην Εναγομένη 31 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και ή ειδοποίησης αυτού και της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, δίδεται άδεια και εκδίδεται διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην Εναγομένη 31 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και ή ειδοποίησης αυτού και της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, των διαταγμάτων που εκδίδονται στα πλαίσια της Αίτησης, της Αίτησης και της μετάφρασης αυτών στα Γαλλικά, με τον τρόπο που περιγράφεται στο άρθρο 15 του ΕΚ1393/17, στη διεύθυνση της εταιρείας 73 Quai d' Orsay, 75007, Παρίσι, Γαλλία. Νοείται ότι η προστεθείσα Εναγομένη 31 θα έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση. Περαιτέρω, νοείται ότι, σε περίπτωση μη καταχώρισης εμφάνισης εντός της καθορισμένης ως ανωτέρω προθεσμίας, τότε οποιαδήποτε αίτηση και ή έγγραφο θα θεωρείται ότι έχει κανονικά επιδοθεί στην Εναγομένη 31 αν αντίγραφο αυτού αναρτηθεί στον Πίνακα του Δικαστηρίου για πέντε μέρες. Λόγω του ότι πρόκειται για αίτηση προσθήκης διαδίκου και συνεπαγόμενης αναγκαίας τροποποίησης, στην οποία περιλαμβάνονται και συνεκδικάστηκαν και τα υπόλοιπα αιτητικά χωρίς πρόκληση περαιτέρω εξόδων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ακολουθηθεί ο κανόνας ως προς την επιδίκαση των εξόδων εναντίον του αιτούντος αυτή. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγουσών - Αιτητριών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο