← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Γεώργιος Αναστάση & Υιοί Λτδ κ.α., Αγωγή Αρ. 1945/2016, 11/1/2019

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Γεώργιος Αναστάση & Υιοί Λτδ κ.α., Αγωγή Αρ. 1945/2016, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1945/2016 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Ενάγουσας -και-

  1. Γεώργιος Αναστάση & Υιοί Λτδ, από τη Λεμεσό
  2. XXXXX Αναστάση, από τη Λεμεσό
  3. XXXXX XXXXX Αναστάση, από τη Λεμεσό
  4. XXXXX Αναστάση το γένος XXXXX Χειμώνα, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.11.2018 Ημερ.: 11.1.2019 Για τους Εναγομένους 1 & 3 - Αιτητές: κ. Σ. Ζαχαρίου για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 27.6.
  5. Αφορά απαίτηση της Ενάγουσας Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και τριών φυσικών προσώπων, των Εναγομένων 2, 3 και
  6. Η αξίωση αφορά σε οκτώ λογαριασμούς με χρεωστικά υπόλοιπα που υπερβαίνουν τα €7.000.
  7. Η Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια σε ένα τρεχούμενο λογαριασμό, πέντε λογαριασμούς δανείου και για δύο εγγυητικές επιστολές που η Τράπεζα εξέδωσε και πλήρωσε σε τρίτο πρόσωπο κατά παράκληση της. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα εξασφαλίζονταν και με 11 υποθήκες, επτά της Εταιρείας, μιας του Εναγομένου 2, μιας του Εναγομένου 3 και δύο της Εναγομένης
  8. Εξασφαλίζονταν ακόμη με μια ασφάλεια ζωής του Εναγομένου 2, δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης της περιουσίας της Εταιρείας και την εκχώρηση δικαιωμάτων από τρία αγοραπωλητήρια συμβόλαια. Πέραν από τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών αξιώνεται με την αγωγή η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και σχετικές δηλώσεις σε σχέση με τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια που εκχωρήθηκαν. Ανάμεσα στις προαναφερθείσες υποθήκες ήταν και οι υποθήκες Υ1909/1999 και Υ10598/2004 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και η υποθήκη Υ2409/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση την 9.2.
  9. Ανταξιώνουν την ακύρωση των συμφωνιών του τρεχουμένου λογαριασμού, των λογαριασμών των δανείων και των σχετικών εγγυητικών στη βάση ότι αυτές επιτεύχθηκαν συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων της Τράπεζας προς αυτούς. Διαζευκτικά ότι οι λογαριασμοί αυτοί εμπεριέχουν παράνομες και ανεπίτρεπτες χρεώσεις και τα υπόλοιπα τους είναι διογκωμένα υπερβολικά και εξωπραγματικά. Η δικογραφία συμπληρώθηκε την 4.4.2017 και την 21.6.2017 δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων και ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων. Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά γι' ακρόαση στις 29.5.2018 και αναβλήθηκε με αίτημα της Ενάγουσας και είναι ορισμένη γι' ακρόαση την 27.2.
  10. Την 24.9.2018 η Τράπεζα επέδωσε προς την Εταιρεία δύο Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο «ΙΑ» δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018 αναφορικά με τις υποθήκες Υ1909/1999 και Υ10598/2004, αμφότερες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, τροχιοδρομώντας την εκποίηση των ακινήτων που οι υποθήκες αφορούν. Έχει ήδη οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού η 15.1.2019 για τα ακίνητα που αφορά η υποθήκη Υ1909/1999 και η 13.2.2019 για το ακίνητο που αφορά η υποθήκη Υ10598/
  11. Την ίδια ημερομηνία, 24.9.2018, η Τράπεζα επέδωσε προς τον Εναγόμενο 3 Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018 αναφορικά με την υποθήκη Υ2409/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, τροχιοδρομώντας την εκποίηση του ακινήτου που η υποθήκη αφορά. Έχει ήδη οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού η 21.2.
  12. Την 26.11.2018 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 3 εξαιτούνται διάταγμα που να εμποδίζει, να απαγορεύει ή και να αναστέλλει τους προαναφερθέντες πλειστηριασμούς και τις εκποιήσεις των περιουσιών που οι πιο πάνω υποθήκες αφορούν. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 26.11.2018 του Εναγομένου 3 διευθυντή της Εναγομένης 1 Εταιρείας. Η διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ακυρωθούν οι πλειστηριασμοί που έχουν οριστεί είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκαν. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ό,τι θα μπορούσε να εκδοθεί θα ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση οιασδήποτε υποθήκης που η αγωγή αφορά. Η ουσία δεν θα διαφοροποιείτο αφού τέτοιο διάταγμα θα καθιστούσε τον όποιο πλειστηριασμό άνευ αντικειμένου. Αναφέρει ο Εναγόμενος 3 ότι μέχρι το 2015 η Εταιρεία ήταν τυπική στην καταβολή των δόσεων της, όμως έκτοτε είχε οικονομική αδυναμία συμμόρφωσης και από το 2016 επήλθε πλήρης αδυναμία συμμόρφωσης. Σε σχέση με τη σύναψη των διαφόρων συμφωνιών και υποθηκών προβάλλει τη θέση ότι ενώ η Εταιρεία και ο ίδιος επιθυμούσαν να τύχουν νομικής συμβουλής η Τράπεζα τους καθησύχασε αναφέροντας τους ότι δεν ήταν αναγκαίο και ότι έπρεπε να επιδείξουν απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτή. Τους διαβεβαίωσαν ακόμα ότι η συνεργασία τους θα ήταν άψογη με όλες τις οικονομικές διευκολύνσεις και ότι θα γίνονταν οι πραγματικές και λογικές χρεώσεις στους λογαριασμούς τους. Επίσης τους διαβεβαίωσαν ότι βάσιμες και καλόπιστες οικονομικές δυσκολίες που θα είχε η Εταιρεία θα ετύγχαναν της πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης και συνεργασίας τους. Παραπονείται ακόμα ότι οι λογαριασμοί έχουν επιβαρυνθεί με παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και ανατοκισμό, ισχυριζόμενος ότι οι περιστάσεις καταδεικνύουν δόλο, απάτη και ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις. Μετά την παραλαβή των Ειδοποιήσεων κατά τον Τύπο «ΙΑ» εντάθηκαν οι προσπάθειες του για να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της Εταιρείας, που αντιμετωπίστηκαν από την Τράπεζα με κωλυσιεργία και χωρίς τη δέουσα σοβαρότητα. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 3 ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Ανταπαίτηση ώστε, εάν δεν εκδοθούν τα εξαιτούμενα διατάγματα και εκποιηθούν τα ακίνητα που οι υποθήκες αφορούν, να μη μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού δεν θα μπορούν να ανακτήσουν τα ακίνητα τους. Η Ενάγουσα Τράπεζα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με επτά λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 3.1.2019 του Γρηγόρη Γρηγορίου λειτουργού στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Η υπό κρίση Αίτηση δεν είναι ασύνδετη με τις διατάξεις του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως
  13. Αναμφίβολα καταχωρίστηκε αφότου η Τράπεζα έχει ξεκινήσει τη διαδικασία για την πώληση των ακινήτων που οι πιο πάνω υποθήκες αφορούν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Προηγουμένως, και από την 9.2.2017 που με καθυστέρηση καταχωρίστηκε η Ανταπαίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν ένιωσαν την ανάγκη να αποταθούν στο Δικαστήριο για διατάγματα που να απαγορεύουν την εκποίηση των ακινήτων τους. Άλλωστε είναι τους πλειστηριασμούς που ορίστηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA που επιδιώκουν να απαγορεύσουν ή αναστείλουν που αφορούν τρεις υποθήκες και όχι το σύνολο των υποθηκών που η αγωγή αφορά και που περιλαμβάνει άλλες πέντε υποθήκες ακινήτων ιδιοκτησίας της Εταιρείας. Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 επέφερε διάφορες αλλαγές στο Μέρος VIA των Νόμων. Μια σημαντική αλλαγή ήταν ότι η πρόνοια του άρθρου 44Γ

(3)(δ) που καθιστούσε ως λόγο έφεσης για τον παραμερισμό ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» την εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι» καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με πρόνοια που καθιστά ως λόγο έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Πρόδηλα εννοείται διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση του ακινήτου ή των ακινήτων που αναφέρονται στην ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι». Η νέα πρόνοια δεν προσθέτει ουσιαστικά στα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, αφού ο ενυπόθηκος οφειλέτης προς όφελος του οποίου έχει εκδοθεί σχετικό παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα είναι κατοχυρωμένος ότι τα υπό αναφορά ακίνητα του δεν μπορούν να εκποιηθούν και δεν έχει την ανάγκη να εφεσιβάλει την ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» και να καταφύγει στη νέα πρόνοια της παρ. (δ) ως λόγο έφεσης. Εάν, παρά την ύπαρξη διατάγματος, η ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν εφεσιβληθεί και παραμεριστεί, θα παραμείνει ισχυρή και ίσως αυτό να έχει κάποια σημασία εάν στη συνέχεια ακυρωθεί το διάταγμα. Όμως, καθ' ον χρόνο υφίσταται διάταγμα που απαγορεύει την εκποίηση συγκεκριμένου ακινήτου, αυτό δεν μπορεί να εκποιηθεί, έστω και αν η σχετική ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν έχει εφεσιβληθεί. Αυτό συνέβαινε και πριν την εισαγωγή της νέας πρόνοιας στους Νόμους. Επομένως, η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης που τροχιοδρομείται με την επίδοση ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» για τον παραμερισμό της οποίας ο Νομοθέτης προνόησε το ένδικο μέσο της έφεσης και που πρέπει να καταχωριστεί εντός προθεσμίας 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, μπορεί και πάντα μπορούσε να εκτροχιαστεί ακόμα και αν δεν καταχωριστεί έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση και οι τρεις ειδοποιήσεις επιδόθηκαν την 24.9.2018. Επομένως, η προθεσμία για καταχώριση έφεσης έχει εκπνεύσει, ένα περίπου μήνα πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Καθίσταται πρόδηλο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν επιδιώκουν τα εξαιτούμενα διατάγματα για να τα επικαλεστούν ως λόγο έφεσης για τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων κατά τον τύπο «ΙΑ», αλλά ως αυτοτελή θεραπεία. Επομένως η σημασία της αναφοράς στις διαδικασίες του Μέρους VIA των Νόμων περιορίζεται στο γεγονός ότι επίκεινται πλειστηριασμοί για την πώληση των ακινήτων που οι τρεις υποθήκες αφορούν. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (ή επί της ανταπαίτησης του εναγομένου) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον διαφανεί πως η μη έκδοση των διαταγμάτων θα προξενήσει βλάβη στον ενάγοντα που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί στο μέλλον. Εγείρονται δύο σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση με την αγωγή. Το πρώτο είναι κατά πόσο οι συμφωνίες επί των οποίων εδράζεται η αξίωση είναι έγκυρες και εφαρμόσιμες ή άκυρες και παράνομες όπως διατείνονται οι Εναγόμενοι. Το δεύτερο αφορά στη διαπίστωση των ορθών υπολοίπων των σχετικών λογαριασμών και κατά πόσο ευσταθεί η θέση των Εναγομένων ότι υπήρξαν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, ακόμα και αν θεωρηθεί δεδομένο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, να διαφανεί δηλαδή ότι κάποιες χρεώσεις είναι παράνομες ή αντισυμβατικές, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στην έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων εφόσον δεν υπάρχει άρνηση της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και των αναλήψεων από αυτόν ούτε της εκταμίευσης των δανείων, ενώ υφίσταται και ρητή παραδοχή ότι από το 2015 η Εταιρεία δεν κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις της και από το 2016 σταμάτησε να πληρώνει οτιδήποτε. Είναι δηλαδή υπαρκτό χρέος που δικαιολογεί την εκποίηση των υποθηκών που η Αίτηση αφορά και που είχαν δηλωθεί για ποσά μικρά σε σύγκριση με το αξιούμενο ποσό. Οι υποθήκες Υ1909/1999, Υ10598/2004 και Υ2409/2012 είχαν δηλωθεί για ποσά €150.000, €12.500 και €55.000 αντίστοιχα πλέον τόκους. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα και όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας διαπιστώνεται μέσα από το υλικό που έχει παρουσιαστεί με την Αίτηση. Απαιτείται μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα. Τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της παρ.4 δεν συνιστούν αναφορά με ακρίβεια σε γεγονότα αλλά προβολή θέσεων. Περαιτέρω, η μαρτυρία απέχει πολύ από του να στοιχειοθετεί, στην περίπτωση που γίνει πλήρως αποδεκτή, δόλο και απάτη ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Τράπεζας. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε σχέση με το πρώτο ζήτημα δεν έχει μέσω της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.