← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1234/18, 16/1/2019

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1234/18, 16/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1234/18 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED Εναγομένης -------------------- Αίτηση ημερ. 24.07.2018 Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου, 2019 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Σιηττή Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ιωαννίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια») αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση»). Συγκεκριμένα αξιώνει την επιδίκαση ποσού ύψους €7.000 το οποίο επιβλήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση ως τέλη διαφημίσεων για το πρώτο εξάμηνο του 2017 πλέον τόκο προς 9% επί του εν λόγω ποσού, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧ ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι κατέχει τη θέση του Λειτουργού - Λογιστή της Αιτήτριας και είναι εξουσιοδοτημένος από την τελευταία για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση καθώς έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση οφείλει το ποσό των €7.000 πλέον τόκο προς 9% από 01.07.2017 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει επιβολής τελών. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση του λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση και την ετοιμασία της κατάστασης οφειλόμενων ποσών την οποία και καταθέτει ως Τεκμήριο Δ. Επίσης καταθέτει ως Τεκμήριο Α αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 05.09.2017 με την οποία κοινοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση η πράξη επιβολής τελών και τόκων για το πρώτο εξάμηνο του 2017 και ως Τεκμήριο Β αντίγραφο της σχετικής σελίδας από το βιβλίο που τηρεί η Αιτήτρια και στο οποίο καταγράφονται οι ημερομηνίες ταχυδρόμησης εγγράφων. Επιπρόσθετα, ως Τεκμήριο Γ επισυνάπτει αντίγραφο της απόδειξης αποστολής τηλεομοιότυπου προς την Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 22.03.2018 προς υπενθύμιση της επιστολής ημερομηνίας 05.09.2017. Το αξιούμενο ποσό δεν έχει εξοφληθεί και εξ' όσων πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Η Καθ' ης η αίτηση από την άλλη, αντιδρώντας στην υπό κρίση αίτηση καταχώρισε στις 20.11.2018 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει 18 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης (λόγοι ένστασης 1, 3, 4, 5, 9 και 10). · Η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει καλή και βάσιμη υπεράσπιση, καθώς δεν έλαβε γνώση και/ή δεν της κοινοποιήθηκε η επιστολή ημερομηνίας 05.09.2017 με αποτέλεσμα τη μη έναρξη της προθεσμίας των 75 ημερών για προσβολή της με προσφυγή (λόγοι ένστασης 2, 6, 7, 8, 16, 17 και 18). · Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής στο όνομα της, αφού αυτή θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (λόγοι ένστασης 11 και 13). · Οι κανονισμοί επί τους οποίους η Αιτήτρια στηρίζει την απαίτηση της θεσπίστηκαν καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού νόμου, ήτοι του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Ν.7(Ι)/98και/ή αντιβαίνουν στα άρθρα 113 και 165 του Συντάγματος (λόγοι ένστασης 12 και 14). · Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Αιτήτρια αντίκειται στο άρθρο 6

(1)της ΕΣΔΑ αφού η τελευταία ενήργησε υπό πολλαπλή ιδιότητα (λόγος ένστασης 15). Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧ, ασκούμενου δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την τελευταία. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει καλή και βάσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν υπογράφεται από πρόσωπο που έχει προσωπική και θετική γνώση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν επισύναψε στην υπό κρίση αίτηση τα πρωτότυπα έγγραφα προς απόδειξη της απαίτησης της και δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για την εν λόγω παράλειψη της. Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής ημερομηνίας 05.09.2017. Επομένως, η εκτελεστή διοικητική πράξη επί της οποίας βασίζει την απαίτηση της δεν γνωστοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου δεν ξεκίνησε η προθεσμία των 75 ημερών για προσβολή της προαναφερόμενης διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με την συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη αφού αυτή προέκυψε μετά από δικούς της υπολογισμούς. Επίσης ο κανονισμός 48
(1)της Κ.Δ.Π.10/2000 θεσπίστηκε καθ' υπέρβαση του Ν.7(Ι)/98 και συγκεκριμένα καθ' υπέρβαση του άρθρου 41Β
(3)του εν λόγω νόμου το οποίο έχει υπέρτερη τυπική ισχύ. Συνεπώς, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής η οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εξ ονόματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η επίδικη αίτηση είναι καταχρηστική αφού αυτή γίνεται με σκοπό την αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση να προβάλει την υπεράσπιση της επί της ουσίας της αγωγής. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.
  1. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα · Προϋποθέσεις Δ.18θ.1(α) Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) προκειμένου να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ικανοποιούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 04.07.
  2. Απομένει επομένως προς εξέταση κατά πόσο η ένορκη δήλωση έγινε από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εν λόγω ζήτημα αποτελεί έναν από τους λόγους ένστασης που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, όσο και στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση προβάλλεται η θέση ότι ο ενόρκως δηλών για την Αιτήτρια δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην επιβολή των επίδικων τελών. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ 782 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται για λογαριασμό νομικού προσώπου: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα.» Τα προαναφερόμενα ισχύουν mutatis mutandis και για την Αιτήτρια η οποία ιδρύθηκε δια νόμου ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (βλ. άρθρο 3 του Ν.7(Ι)/98). Συνεπώς, εφόσον η ίδια η Αιτήτρια δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να ορκιστεί, κάποιος πρέπει να το πράξει για λογαριασμό της. Εν προκειμένω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι κατέχει τη θέση του Λειτουργού - λογιστή της Αιτήτριας, είναι υπεύθυνος παρακολούθησης του λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση, ετοίμασε την κατάσταση οφειλομένων ποσών την οποία και υπογράφει (Τεκμήριο Δ) και είναι εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Καταρχάς θεωρώ ότι ο ενόρκως δηλών, ως εκ της θέσης του, νομιμοποιείται στην υπογραφή της ένορκης δήλωσης για λογαριασμό της Αιτήτριας. Επίσης, σημειώνω ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η δήλωση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση (βλ. άρθρο 8
(1)του Ν.7(Ι)/98). Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα που προβάλλει στην ένορκη του δήλωση. Επί του προκειμένου, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και παραθέτει ως Τεκμήρια Α - Δ έγγραφα τα οποία υποστηρίζουν την αξίωση της Αιτήτριας. Στη Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενεστέρων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίστηκε ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ επισημάνθηκε ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Η βάση της αξίωσης της Αιτήτριας συνίσταται στην πράξη επιβολής τελών δυνάμει του άρθρου 24 του Ν.7(Ι)/98 και του Κανονισμού 45 της Κ.Δ.Π10/2000. Σύμφωνα με τις παραγράφους 4-7 της Έκθεσης Απαίτησης η εν λόγω πράξη συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Επισημαίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση αποδέχεται ότι η πράξη επιβολής τελών αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Σε σχέση με το κριτήριο της επαρκούς γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα στη Μιχαηλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 60/11 ημερ.12.07.16: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων έκαμε αναφορά στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει ότι κακώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση του εν λόγω Παπαλαμπριανού, αφού αυτός δεν ήταν παρών στην υπογραφή των συγκεκριμένων επίδικων συμφωνιών. Οι αρχές που τίθενται στην υπόθεση Δημητρίου (άνω) είναι ορθές. Ο ενόρκως δηλών στην εν λόγω υπόθεση, στήριξε «τη γνώση του» σε ό,τι αποκόμισε από την πείρα του και το Εφετείο υπόμνησε ότι ο τότε ενόρκως δηλών δεν είχε καταδείξει θετική γνώση. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών Παπαλαμπριανού δήλωσε σαφώς ότι γνώριζε τα γεγονότα «θετικά» και επιπροσθέτως, έδωσε στοιχεία ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που αποτελούσαν τη βάση της απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, είμαστε της γνώμης ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδείξει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν άτομο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, τονίζοντας επίσης ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους των εφεσειόντων. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω.» Σχετικά επίσης είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση ΣΠΗΤΑΛΙΩΤΗΣ κα.α ν. LIBERTY LIFE INSURANCE LTD
(2004)1Β Α.Α.Δ 1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης". ......................................... Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Buckley L.J. στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 (που έχει υιοθετηθεί στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), "In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία· δεν μπορούν να ορκιστούν· κάποιος πρέπει να το κάμει εκ μέρους των. Η ένορκη δήλωση έχει ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της εταιρείας· περιγράφει τον εαυτό του σαν υπάλληλο της ενάγουσας και λέει ότι είναι γνώστης των γεγονότων· αυτό κατά την άποψη μου τοποθετεί την ένορκη δήλωση μέσα στα πλαίσια του κανόνα. Νομίζω ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανόνα." Όπως ήδη ειπώθηκε ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων, είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση του λογαριασμού της Αιτήτριας, παραθέτει ως Τεκμήρια Α-Γ τα έγγραφα με τα οποία κοινοποιήθηκε η εκτελεστή διοικητική πράξη της επιβολής τελών στην Καθ' ης η αίτηση και ετοίμασε και υπόγραψε την κατάσταση στην οποία παρουσιάζεται το αξιούμενο ποσό (Τεκμήριο Δ). Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του σε συνάρτηση με τις νομολογιακές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν παραβλέπω τον λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσκομίζει τα πρωτότυπα έγγραφα (προφανώς εννοεί η Καθ' ης η αίτηση τα Τεκμήρια Α - Γ) και ως εκ τούτου αμφισβητεί την έκδοση τους. Στις συνεκδικασθείσες εφέσεις ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1079, εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και αποφασίσθηκε ότι για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 9, θα πρέπει το επίδικο έγγραφο να είναι υπό αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη του. Στην παρούσα περίπτωση διατυπώνεται μεν ως λόγος ένστασης η αμφισβήτηση της έκδοσης των εγγράφων που προσκομίζονται ως Τεκμήρια (βλ. λόγος ένστασης με αρ.5), όπως ωστόσο προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση o συγκεκριμένος λόγος δεν προβάλλεται ως αμφισβήτηση επί της ουσίας, επί του ότι δηλαδή όντως καταρτίστηκαν τα έγγραφα, αλλά ως απόρροια του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκαν τα πρωτότυπα έγγραφα. Για να γίνει ευκολότερα κατανοητή η πιο πάνω αναφερόμενη διαπίστωση παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση: «6. Ως ενημερώνομαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση και όπως ο ίδιος πιστεύω, η Αιτήτρια δεν προσκομίζει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσής της, ως απαιτούν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, ενώ η Αιτήτρια υποχρεούτο να επισυνάψει στην αίτηση της τα πρωτότυπα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό αποδεικνύουν την απαίτηση της, δεν το έπραξε, χωρίς να δίνει επαρκή δικαιολογία περί τούτου. Ως αποτέλεσμα αυτού, δεν προκύπτει βάσιμα εάν τα έγγραφα αυτά έχουν όντως εκδοθεί, ή αν έχουν όντως εκδοθεί από την Αιτήτρια, γεγονός το οποίο η Εναγόμενη αμφισβητεί και το οποίο συνιστά υπεράσπιση της στην ουσία της αγωγής». Είναι φανερό από την εν λόγω παράγραφο, η οποία υποστηρίζει τον λόγο ένστασης με αρ.5, ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν αρνείται αυτή καθ' αυτή την ύπαρξη των εγγράφων, αλλά προβάλλει την εν λόγω θέση ως ένα νομικό επιχείρημα το οποίο βασίζει στο ότι δεν προσκομίστηκε το πρωτότυπο έγγραφο. Με άλλα λόγια η θέση της συνοψίζεται στο ότι εφόσον δεν προσκομίστηκε το πρωτότυπο, τότε, εξ αυτού, αμφισβητείται η ύπαρξη του. Η εν λόγω προσέγγιση της Καθ' ης η αίτηση δεν θέτει, κατά την κρίση μου, υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη των εγγράφων. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, καθώς και τις επόμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η αίτηση όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση της συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής ημερ. 05.09.17 και επομένως δεν ξεκίνησε η προθεσμία των 75 ημερών για να μπορέσει να την προσβάλει. Σημειώνω ότι θα συνιστούσε αντινομία από τη μία να αμφισβητεί την ύπαρξη της επιστολής ημερ. 05.09.17 και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι πρόωρη διότι δεν της κοινοποιήθηκε η εν λόγω επιστολή. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω και στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα το ζήτημα της αμφισβήτησης της έκδοσης της επιστολής ημερ. 05.09.17 συμπλέκεται με τη μη προσκόμιση του πρωτοτύπου της και αναπτύσσεται κάτω από την ενότητα της μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1(α) και όχι κάτω από την ενότητα της εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή. Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι η «αμφισβήτηση» της έκδοσης της επιστολής ημερ. 05.09.17 δεν αποτελεί υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι στην υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1Β Α.Α.Δ 1795 λέχθηκε ότι η επισύναψη οποιωνδήποτε εγγράφων σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαία. Συνεπώς, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω θεωρώ ότι δεν αναφύεται οποιοδήποτε πρόβλημα από το γεγονός ότι τα Τεκμήρια Α - Γ δεν είναι σε πρωτότυπη μορφή. Ολοκληρώνοντας την εξέταση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1(α), παρατηρώ ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν εξόφλησε το αξιούμενο ποσό, καθώς και ότι δεν διαθέτει υπεράσπιση. Συνεπώς, στη βάση των όσων έχουν καταγραφεί πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α) και επομένως το βάρος μετατίθεται στην Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να δείξει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ως ικανά για να της επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Ύπαρξη καλής υπεράσπισης Σύμφωνα με πάγιες νομολογιακές αρχές το έργο του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μη στερεί τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του. Άδεια για υπεράσπιση θα πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και εκεί όπου φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Εν προκειμένω η Καθ' ης η αίτηση στηρίζει τη θέση της περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά ζήτημα ουσίας και ο δεύτερος νομικά ζητήματα. Ξεκινώ από τον πρώτο πυλώνα (λόγοι ένστασης με αρ. 2,6,7,8,16,17 και 18) με τον οποίο προωθείται ο ισχυρισμός ότι η αγωγή είναι πρόωρη, εφόσον η Καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε γνώση και/ή δεν της γνωστοποιήθηκε η επιστολή ημερ. 05.09.17 με την οποία καλείτο να πληρώσει το ποσό των €7.000 ως τέλη για το Α' εξάμηνο του 2017. Επομένως, υποστηρίζει η Καθ' ης η αίτηση, δεν ξεκίνησε να τρέχει η προθεσμία των 75 ημερών για την προσβολή της διοικητικής πράξης επιβολής τελών, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην δικαιούται να διεκδικεί το εν λόγω ποσό. Καταρχάς επαναλαμβάνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η πράξη της επιβολής τελών επί των υπολογισθέντων εσόδων της Αιτήτριας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη (βλ. άρθρο 24 του Ν.7(Ι)/98 και κανονισμός 45
(4)της Κ.Δ.Π10/2000, αλλά και τις υποθέσεις Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΛΤΔ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2003)3 Α.Α.Δ 359 και Υπόθεση αρ.317/99 Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ ΛΤΔ για το Ράδιο «Πρώτο» και Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ημερ. 27.03.00). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η αγωγή της Αιτήτριας στηρίζεται στην παράλειψη της Καθ' ης η αίτηση όπως συμμορφωθεί με τη διοικητική πράξη δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε στην τελευταία το επίδικο τέλος, το οποίο της γνωστοποιήθηκε μέσω της επιστολής ημερ. 05.09.
  1. Η πληροφόρηση επομένως της Καθ' ης η αίτηση για την επιβολή των τελών είναι κομβικής σημασίας σε σχέση με την αιτία αγωγής που επικαλείται η Αιτήτρια. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α - Γ αντίγραφα της επιστολής ημερ. 05.09.17, του βιβλίου αλληλογραφίας της Αιτήτριας στο οποίο καταγράφονται οι ημερομηνίες ταχυδρόμησης επιστολών και η βεβαίωση αποστολής της επιστολής μέσω τηλεομοιότυπου αντίστοιχα. Στην αντίπερα όχθη η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής ημερ. 05.09.
  2. Αναφέρεται μάλιστα στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης ότι από το Τεκμήριο Β προκύπτει ότι δεν στάλθηκε στις 05.09.17 επιστολή στην Καθ' ης η αίτηση, ενώ όσον αφορά το Τεκμήριο Γ δεν αναφέρεται κατά πόσο ο αριθμός τηλεομοιότυπου που αναγράφεται σε αυτό ανήκει στην Καθ' ης η αίτηση. Οι προαναφερόμενες θέσεις της Καθ' ης η αίτηση θεωρώ, για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω, ότι συνιστούν απλώς υπεκφυγές και όχι άρνηση επί της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας και των Τεκμηρίων που τους υποστηρίζουν. Στο Τεκμήριο Β στην ημερομηνία 05.09.17 υπάρχει καταγραφή με το όνομα "ALL STAR CHANNEL". Το εν λόγω όνομα ήταν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, η προηγούμενη επωνυμία της Καθ' ης η αίτηση. Η τελευταία ουδέν αναφέρει επί του εν λόγω ισχυρισμού. Επίσης, δεν υποστηρίζει ότι η διεύθυνση στην οποία στάλθηκε το Τεκμήριο Α δεν της ανήκει ή δεν σχετίζεται με αυτήν. Ακόμα όμως και αν θεωρηθεί ότι η παραπομπή στο Τεκμήριο Β δεν είναι ικανοποιητική, αφού δεν προκύπτει από αυτό ποιο ήταν το περιεχόμενο της επιστολής που στάλθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, παραμένει το γεγονός της αποστολής της επιστολής και μέσω τηλεομοιότυπου σε σχέση με το οποίο και πάλι η Καθ' ης η αίτηση δεν τοποθετείται ευθέως αλλά με υπεκφυγές. Συγκεκριμένα η Καθ' ης η αίτηση αποφεύγει να δηλώσει κατά πόσο ο αριθμός προς τον οποίο διαβιβάστηκε η επιστολή ημερ. 05.09.17 είναι δικός της ή όχι, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω αριθμός συνδέεται μαζί της. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της Καθ' ης η αίτηση δεν ικανοποιούν, κατά την κρίση μου, το κριτήριο της ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή της ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος υπεράσπισης. Οι υπεκφυγές της Καθ' ης η αίτηση δεν ισοδυναμούν με τη διατύπωση συγκεκριμένων γεγονότων επί της ουσίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η διεξαγωγή δίκης (Πολ. Έφεση 504/12 Brainvibes Ltd κ.α. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερ. 17.05.2018). Στην υπόθεση ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε ν. ΧΑΤΖΗΝΕΣΤΟΡΟΣ
(1989)1 Ε Α.Α.Δ 204 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Απλή άρνηση τόσο γενικής μορφής δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την παραχώρηση σ' αυτόν άδειας για την καταχώριση Υπεράσπισης είτε με όρους είτε χωρίς όρους. Επιβάλλεται λεπτομερέστερη αναφορά σε γεγονότα όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί σε Αγγλικές και Κυπριακές αποφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-80] 5 A.C. (H.L.) 685 και Ασφαλιστική Εταιρεία Ερμής Λτδ. ν. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 Α.Α.Δ. 333.» Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στον πρώτο πυλώνα της υπεράσπισης που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση σημειώνω και την εξής παράμετρο. Το υστερόβουλο των ισχυρισμών της περί μη πληροφόρησης για την έκδοση της εκτελεστής διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους των €7.000 καταδεικνύεται και από το ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχει προσβληθεί η εν λόγω πράξη ούτε και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Έρχομαι τώρα στον δεύτερο πυλώνα που αφορά νομικά ζητήματα (λόγοι ένστασης με αρ. 11-15). Η Καθ' ης η αίτηση, όπως ήδη αναφέρθηκε, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καθώς αυτή έπρεπε να εγερθεί επ' ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Παράλληλα υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του Ν.7(Ι)/98 και της Κ.Δ.Π 10/2000 επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση της αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6
(1)της Ε.Σ.Δ.Α. Τα εν λόγω επιχειρήματα δεν μπορούν να προβληθούν ως υπεράσπιση, καθώς δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια πολιτικής διαδικασίας. Αφορούν ζητήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου και θα μπορούσαν να προβληθούν μόνο στα πλαίσια προσβολής της διοικητικής πράξης δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε το επίδικο τέλος. Αντί πολλών παραπέμπω στις συνεκδικασθείσες εφέσεις ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (ανωτέρω) στις οποίες εξετάστηκαν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις επικυρώνοντας τις πρωτόδικες αποφάσεις. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα ζητήματα που μας αφορούν: «Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι και τα δύο πρωτόδικα δικαστήρια όχι μόνο είχαν εξουσία, αλλά και καθήκον να εξετάσουν τη νομιμότητα της απόφασης και τη συνταγματικότητα του Νόμου, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο ως προκαταρκτικό νομικό σημείο στη βάση των αποφασισθέντων στην The Attorney-General of the Republic v. MustafaIbrahim & Others
(1964)C.L.R. 195. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounianv. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην έφεση Αρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma RadioT.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας). Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Οι διαπιστώσεις και των δύο πρωτόδικων δικαστών επί του σημείου αυτού, είναι ορθές.» Αναφορικά με το ζήτημα της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του Ν.7(Ι)/1998 είναι σχετικά και όσα αποφασίστηκαν στη SIGMA RADIO T.V. LTD και ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2005)1A A.A.Δ 408: «(β) Οι αποφάσεις των εφεσιβλήτων ήταν για επιβολή διοικητικών προστίμων στους εφεσείοντες δυνάμει του Ν. 7(Ι)/98 και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση οι διοικητικές πράξεις δεν ακυρώθηκαν. (γ) Οι χρηματικές αξιώσεις των εφεσιβλήτων, στις προαναφερόμενες αγωγές, βασίζονται απόλυτα στις προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις. Οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δείξουν, δίνοντας μάλιστα και επαρκείς λεπτομέρειες, όπως όφειλαν (εφόσον οι εφεσίβλητοι είχαν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18), ότι έχουν συζητήσιμες υπερασπίσεις. (δ) Αναφορικά με τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 παρατηρούμε πως κάθε νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ο νόμος αυτός δεν κρίθηκε ως αντισυνταγματικός.» Τα αποφασισθέντα στις προαναφερόμενες εφέσεις ισχύουν και σε σχέση με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι διατάξεις της Κ.Δ.Π10/2000 ψηφίστηκαν καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού νόμου, ήτοι του Ν.7(Ι)/1998. Το εν λόγω ζήτημα άπτεται επίσης της διαδικασίας έκδοσης της εκτελεστής διοικητικής πράξης δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε το επίδικο τέλος και ως τέτοιο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω η Καθ' ης η Αίτηση δεν απέσεισε το βάρος που της αναλογούσε προκειμένου να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι συντρέχουν τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την παραχώρηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια ικανοποίησε και τις τρεις προϋποθέσεις που σωρευτικά θέτει η Δ.18 θ1(α), ενώ από την άλλη η Καθ' ης η αίτηση δεν παρουσίασε τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την παραχώρηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για το ποσό των €7.000 πλέον τόκο προς 9% από 01.07.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.