← Κύπρος

Bioter Global Holdings Ltd ν. Bioter Overseas (CY) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 838/2017, 9/1/2019

Bioter Global Holdings Ltd ν. Bioter Overseas (CY) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 838/2017, 9/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 838/2017 Μεταξύ: 1. Bioter Global Holdings Ltd 2. Biotep A.E. Εναγόντων v. 1. Bioter Overseas (CY) Ltd 2. . Comair 3. Bioter S.A. 4. Bioter (Offshore) SAL 5. . Κορδάλη 6. Get (Offshore) SAL 7. Generic Engineering Technologies WLL (Get) 8. . Majdalani Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 ημ. 2.5.18 για παραμερισμό αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, για ακύρωση και ή παραμερισμό του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της σφράγισης και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπής σε διαιτησία ή λόγω ακαταλληλότητας Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2, 4, 6 και 7 - Αιτητές: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κ. Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 2, 4, 6 και 7 - Αιτητές ζητούν διατάγματα: (
  2. i)Παραμερισμού και ή απόρριψης της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (
  3. ii)Ακύρωσης και ή παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου, της σφράγισης αυτού και του διατάγματος ημ. 10.4.17 με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (iii) Διαζευκτικά, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια υπέχουν δικαιοδοσία, απόρριψης και ή αναστολής της Αγωγής λόγω · ακαταλληλότητας (forum non conveniens) των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή · θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενο συμφωνίας περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας και παραπομπής αυτών σε διαιτησία · κατάχρησης, κακοπιστίας και καταχρηστικής άγρας δωσιδικίας (forum shopping) Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΚΧ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2, 4, 6 και 7, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις στα πλαίσια των αιτήσεων για προσωρινά διατάγματα και στο περιεχόμενο του φακέλου. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Χ (εφεξής ο «ΚΧ») αναφέρεται αρχικά στο ιστορικό της διαδικασίας και ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 4 τελούν υπό διάλυση και πως πιθανότατα να έχουν διαλυθεί μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης. Ο ΚΧ επαναλαμβάνει τα αιτητικά και υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι 1 είναι εικονικοί εναγόμενοι (bogus defendant) οι οποίοι συνενώθηκαν τεχνηέντως και πλασματικά για να προσδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 δεν προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, πως οι διαφορές τους αποτελούν αντικείμενο διαιτησίας ή πως κατάλληλα είναι τα Δικαστήρια της Ελλάδος για εκδίκαση αυτών. Αποτελεί ισχυρισμό του ΧΚ ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και ή δεν είναι τα κατάλληλα να εκδικάσουν την Αγωγή. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι έπρεπε να είχε καταχωριστεί ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 - Αιτητών. 2) Αυτή η παράλειψη ισοδυναμεί με αποδοχή και υπαγωγή των εν λόγω Εναγομένων στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. 3) Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι αυτή καταχωρίστηκε 12 μήνες μετά την εμφάνιση υπό αίρεση του Εναγομένου 2, 10 μήνες μετά την αντίστοιχη εμφάνιση των Εναγομένων 4 και 6 και 8 μήνες μετά την αντίστοιχη εμφάνιση των Εναγομένων 7. 4) Η άσκηση δικονομικών διαβημάτων εκ μέρους του Εναγομένου 2 με την ένσταση στις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα ισοδυναμεί με αποδοχή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. 5) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6) Η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο. 7) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 8) Οι Εναγόμενοι έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ή έλαβαν νέα διαβήματα που τους εμποδίζουν να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. 9) Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και παρακώληση των Εναγόντων να προωθήσουν την Αγωγή. 10) Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση δεν περιέχουν γεγονότα ή ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την έλλειψη δικαιοδοσίας. 11) Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 4

(1)του ΕΚ1215/
  1. 12) Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 4 του ΕΚ1215/12, τότε δεν έχει την εξουσία να διατάξει αναστολή της διαδικασίας λόγω ακαταλληλότητας (forum non conveniens). 13) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, το ζήτημα της δικαιοδοσίας κρίθηκε τελεσίδικα με την απόφαση ημ. 9.8.
  2. 14) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, το ζήτημα της δικαιοδοσίας τίθεται πρόωρα και θα κριθεί μετά την προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΗ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών (εφεξής ο «ΓΗ») επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Και αυτός με τη σειρά του αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας, απορρίπτοντας πλήρως όλες τις θέσεις των Αιτητών περί εικονικότητας των Εναγομένων 1 και μη ύπαρξης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, σε συνωμοσία των Εναγομένων για πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες με παράνομα μέσα και σε απάτη και ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι αναγκαίος διάδικος εφόσον ήταν το όχημα των Εναγομένων για να λαμβάνουν διάφορα έργα στο εξωτερικό, παρουσιάζοντας τους ως θυγατρική των Εναγόντων 2, και είχαν ενεργό συμμετοχή στη διάπραξη των υπό κρίση αστικών αδικημάτων. Αναφέρεται επίσης σε εμπλοκή του Εναγομένου 2 μαζί με τον Εναγόμενο 8 στην ίδρυση των Εναγομένων
  3. Σημειώνεται πως στις 12.2.18 ο Εναγόμενος 8 είχε καταχωρίσει αίτηση για ακύρωση και ή παραμερισμό του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και για αναστολή της διαδικασίας λόγω ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την Αγωγή. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και στην εν λόγω αίτηση. Οι εν λόγω αιτήσεις δεν είναι ταυτόσημες όμως, ενόψει του ότι αφορούν και σε κοινά ζητήματα, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, το Δικαστήριο εκδίκασε και τις δύο αιτήσεις μαζί. Στα πλαίσια της ακρόασης οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις προφορικά. Εντούτοις, το Δικαστήριο εκδίδει ξεχωριστή απόφαση στην καθεμιά λόγω του ότι οι δύο αιτήσεις δεν καλύπτουν τα ίδια ακριβώς θέματα. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να τεθεί εξαρχής το ιστορικό της Αγωγής μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης, στον βαθμό που κρίνεται σχετικό με τα υπό κρίση ζητήματα. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  4. Στις 29.3.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, σύμφωνα με το οποίο βασικά αξιώνουν απαγόρευση δημιουργίας πεπλανημένης εντύπωσης πως οι Εναγόμενες 1, 3, 4 και 6 αποτελούν θυγατρικές εταιρείες των Εναγόντων, ή έχουν μετοχική ή άλλη σχέση με αυτούς ή είναι μέρος του ιδίου συγκροτήματος εταιρειών (passing off), απόδοση λογαριασμών και αποζημιώσεις για απάτη, δόλιες και ή ψευδείς παραστάσεις και παράβαση συμφωνίας.
  5. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για προσωρινό διάταγμα δυνάμει της οποίας στις 30.3.17 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο 2 και ή στους αντιπροσώπους του να αποξενώσει και ή επιβαρύνει μετοχές σε διάφορες εταιρείες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  6. Στις 31.3.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας στις 10.4.17 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοση στους Εναγόμενους 2-8 εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 29.3.17 για προσωρινό διάταγμα, του προσωρινού διατάγματος ημ. 30.3.17, της αίτησης ημ. 31.3.17 και του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί δυνάμει αυτής.
  7. Στις 12.4.17 ακολούθησε δεύτερη μονομερής αίτηση για καταχώριση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δυνάμει της οποίας την ίδια μέρα οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο 2 και ή στους αντιπροσώπους του να αποξενώσει και ή επιβαρύνει μετοχές σε εταιρεία του εξωτερικού μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  8. Στις 18.5.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τον Εναγόμενο
  9. Στις 6.7.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τους Εναγόμενους 4 και 6 από τους ίδιους δικηγόρους.
  10. Στις 11.7.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τον Εναγόμενο
  11. Εν τω μεταξύ οι δικηγόροι του Εναγομένου 2 εμφανίστηκαν στα πλαίσια των αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα στις οποίες και καταχώρισαν ένσταση.
  12. Στις 9.8.17 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε απόφαση επί των δύο αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα με την οποία ακύρωσε τα διατάγματα και απέρριψε τις αιτήσεις λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων.
  13. Στις 7.9.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τους Εναγόμενους
  14. Στις 15.9.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του Εναγομένου 2 με το οποίο να του απαγορεύεται να χρησιμοποιεί την εμπορική επωνυμία Bioter και ή να παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των Εναγόντων.
  15. Στις 27.9.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου
  16. Στις 17.11.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την έκθεση απαίτησης.
  17. Στις 30.1.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση εναντίον των Εναγομένων 2 και 4-8 για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 12.3.
  18. Στις 12.2.18 καταχωρίστηκε η ως άνω αναφερόμενη αίτηση από τον Εναγόμενο 8 η οποία ορίστηκε στις 22.3.
  19. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση ημ. 30.1.18 στις 22.3.18 με οδηγίες για καταχώριση υπεράσπισης μέχρι τότε.
  20. Στις 22.3.18 επιλήφθηκε και των δύο αιτήσεων τις οποίες όρισε στις 3.5.18 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημ. 12.2.18 και υπεράσπισης στην αίτηση ημ. 30.1.
  21. Στις 2.5.18 με απόφαση του το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την αίτηση ημ. 15.9.17 λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και της μη τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  22. Στις 2.5.18 οι Εναγόμενοι 2, 4, 6 και 7 καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. ΙΙ. Νομική Πτυχή για Παραμερισμό και ή Απόρριψη Αγωγής Λόγω Έλλειψης Δικαιοδοσίας και για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι, παρόλο που αυτό μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566. Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v.United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή παραμερίσει διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παρέχεται από τη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Πέραν αυτής της γενικής πρόνοιας, η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο όπως παραμερίσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή ακυρώσει το διάταγμα για τέτοια επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση S.P.P. Projects Limited ν. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνεται πως και η Δ.16 θ.9 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
  2. Η Δ.2 και η Δ.6 επίσης αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης. Εδώ κρίνεται κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως ο λόγος ένστασης περί μη ορθής νομικής βάσης της Αίτησης κρίνεται αβάσιμος και εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως έχει εγκαταλειφθεί καθότι ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτόν είτε στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης της ένστασης είτε κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων - Καθ΄ ων. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί ούτως ώστε να χορηγηθεί η σχετική άδεια είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762 λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως ο εναγόμενος που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος, υπό την έννοια πως υπάρχει πράγματι αξίωση εναντίον του, και πως αυτός δεν έχει συμπεριληφθεί ως διάδικος με μοναδικό σκοπό την πρόσδοση δικαιοδοσίας στο υπό κρίση Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Bamaodah v. Esther Shipping Co Ltd κ.ά.
(1983)1 C.L.R. 210 και Multinational Gas & Petrochemical Co v. Multinational Gas & Petrochemical Services Ltd
(1983)Ch.
  1. Η ίδια αρχή αναφέρεται επίσης στο The Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελ.
  2. ΙΙΙ. Καθυστέρηση - Υπαγωγή στη Δικαιοδοσία Οι Καθ΄ ων προβάλλουν ως λόγο ένστασης αφενός την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης και αφετέρου την οικειοθελή υπαγωγή των Αιτητών στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ούτως ώστε αυτοί να μην μπορούν να αμφισβητούν την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από το ιστορικό της διαδικασίας, οι Αιτητές καταχώρισαν σε διαφορετικές ημερομηνίες εμφάνιση υπό διαμαρτυρία μέσω των ίδιων δικηγόρων, ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε ένσταση σε όλες τις αιτήσεις για προσωρινό διάταγμα και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 12.2.
  3. Κατ΄ αρχάς, δεν συμφωνώ με τη θέση των Εναγόντων πως η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να εξεταστεί καθότι αυτή δεν καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση. Η υπόθεση G.J.Magdon Ltd v. A.L. Metal Τrading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 δεν καθιέρωσε ως νομική αρχή πως ένας διάδικος δύναται να προσβάλει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου μόνο αν έχει καταχωρίσει ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση και σχετική αίτηση παραμερισμού. Στην εν λόγω υπόθεση η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και έξι μήνες αργότερα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε πως λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για ακύρωση η εναγομένη είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση της εναγομένης πως εδικαιούτο να καταχωρίσει την αίτηση επειδή δεν είχε προβεί σε άλλο διάβημα στα πλαίσια της αγωγής πριν την καταχώριση της (αίτησης), τονίζοντας πως τέτοια εισήγηση θα απέληγε σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του η καταχωρισθείσα αγωγή. Είναι σαφές πως το σκεπτικό (ratio) αφορούσε την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό ως ισοδυναμούσα με αποδοχή της δικαιοδοσίας, όπως αναγνωρίστηκε ρητώς και στην υπόθεση David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου, Πολ. Έφ. 208/12, ημ. 24.11.17. Τόσο στη Magdon (ανωτέρω) όσο και στην David (ανωτέρω) ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία ως στην παρούσα, ήτοι η καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και η μετέπειτα καταχώριση αίτησης για παραμερισμό. Παρόλο που οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το χρονικό σημείο καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, εντούτοις είναι ορθή η εισήγηση του δικηγόρου τους, η οποία επιβεβαιώνεται και από το ιστορικό της διαδικασίας, πως κατ΄ αρχάς ο Εναγόμενος 2 έλαβε μέρος στις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, καταχώρισε ένσταση και αυτές εκδικάστηκαν με τελευταία την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 2.5.18. Όπως όμως έχει λεχθεί στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 549, από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, η εμφάνιση και ένσταση του στις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα δεν σήμαινε και άνευ όρων αποδοχή της δικαιοδοσίας εφόσον καθηκόντως όφειλε να αμφισβητήσει τις εν λόγω αιτήσεις και τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει των δύο πρώτων αιτήσεων. Επίσης, θεωρώ πως δεν υπήρξε άλλο διάβημα ή ενέργεια εκ μέρους αυτού και των υπόλοιπων Αιτητών που να δείχνει αποδοχή της δικαιοδοσίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η εμφάνιση στις 12.3.18 του δικηγόρου των Αιτητών στα πλαίσια της αίτησης ημ. 30.1.18 για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης και η σχετική λήψη οδηγιών του Δικαστηρίου για καταχώριση υπεράσπισης. Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται πως κατ΄ εκείνο το χρονικό σημείο είχε ήδη καταχωριστεί και εκκρεμούσε η τρίτη αίτηση για προσωρινό διάταγμα, στην οποία ο Εναγόμενος 2 έφερε ένσταση. Επανερχόμενη τώρα στην αίτηση ημ. 30.1.18, στην επομένη δικάσιμο, ήτοι στις 22.3.18, ο δικηγόρος των Αιτητών ανέφερε στο Δικαστήριο πως εκκρεμούσε και η αίτηση του Εναγομένου 8 για παραμερισμό της επίδοσης, η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους Ενάγοντες ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης στην αίτηση και το Δικαστήριο προχώρησε από μόνο του και όρισε τις δύο αιτήσεις για οδηγίες στις 3.5.18 δίδοντας οδηγίες ως προς την καταχώριση ένστασης και υπεράσπισης. Στις 2.5.18 το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του επί της τρίτης αίτησης για προσωρινό διάταγμα και την ίδια μέρα οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως οι Αιτητές δεν επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά η οποία να συνιστά υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σχετική επί τούτου είναι και η υπόθεση Panayiotis Stella v. Constantinos Sayias
(1983)1(A) C.L.R. 186, στην οποία αποφασίστηκε πως η καταχώριση αίτησης για ασφάλεια εξόδων μετά την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση δεν συνεπάγετο αποδοχή της δικαιοδοσίας. ΙV. Εξέταση Αιτητικού για Έλλειψη Δικαιοδοσίας και για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης αυτής, διαφαίνεται πως τα αιτητικά για παραμερισμό της Αγωγής, του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της σφράγισης και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, απορρέουν και στηρίζονται στην έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. Επί της έλλειψης δικαιοδοσίας, αποτελεί λόγο ένστασης πως το θέμα της δικαιοδοσίας έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο τελεσίδικα με την απόφαση του ημ. 9.8.17 και επομένως οι Αιτητές κωλύονται να εγείρουν εκ νέου το ζήτημα. Αυτός ο λόγος ένστασης δεν βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση. Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο ανέφερε πως «οι ισχυρισμοί του καθ΄ ου η αίτηση ότι η εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα και καταχρηστικά έχει συνενωθεί στην αγωγή στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί αφού η όποια σχέση της εναγόμενης 1 με τα γεγονότα θα εξεταστεί κατά το στάδιο εξέτασης της ουσίας της αγωγής. Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη ότι η εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό, κρίνω ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει την υπόθεση». Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν εξέτασε ούτε και αποφάσισε το ζήτημα επί της ουσίας παρά μόνο αρκέστηκε στο να προβεί στη διαπίστωση περί ύπαρξης εξουσίας να εξετάσει την υπόθεση για σκοπούς και στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας για προσωρινό διάταγμα. Για τον σκοπό εξέτασης αυτού του ζητήματος, είναι χρήσιμο να παρατεθεί τόσο το υποβάθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζετο η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 όσο και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση ημ. 31.3.17 ο κ. ΓM (εφεξής ο «ΓΜ») αναφέρει πως είναι διευθύνων σύμβουλος των Εναγομένων 1 και 2 και γενικός διευθυντής των Εναγομένων
  1. Οι βασικοί ισχυρισμοί του ΓΜ συνοψίζονται ως ακολούθως: α. Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν με σκοπό να πλήξουν τα συμφέροντα των Εναγόντων αποκομίζοντας εις βάρος τους τεράστια οφέλη και κέρδη. β. Οι Εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τα πιστοποιητικά εκτέλεσης έργων των Εναγόντων, την εμπειρία, τεχνογνωσία, το προφίλ τους και τα πληρεξούσια που δόθηκαν στον Εναγόμενο 2 δυνάμει σχετικών συμφωνιών, με σκοπό τη συνεργασία του τελευταίου με τους Ενάγοντες για την ανάληψη μεγάλων έργων στη Μέση Ανατολή, και παρουσιάζοντας αυτά ψευδώς ως δικά τους, δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση σε τρίτους πως η επιχείρηση των Εναγομένων 1, 3, 4, 6 και 7 είναι επιχείρηση των Εναγόντων, πως αυτές αποτελούν θυγατρικές των Εναγόντων ή πως έχουν μετοχική ή άλλη σχέση μαζί τους ούτως ώστε να δημιουργείται σύγχυση σε τρίτους ότι συναλλάσσονται με τους Ενάγοντες. γ. Με τον προαναφερόμενο τρόπο, οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν και εκτέλεσαν έργα τα οποία δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αν δεν προέβαιναν στις πιο πάνω παράνομες ενέργειες καθότι οι εταιρείες του Εναγομένου 2 δεν είχαν πιστοποιητικό σε έργα υποδομής. δ. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 ενήργησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, παρουσιάζοντας ψευδώς προς τους Ενάγοντες πως ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους με αμοιβαίο όφελος, με αποτέλεσμα να αναλάβει τα έργα μέσω εταιρειών δικών του συμφερόντων, ήτοι τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 6 και
  2. ε. Ο Εναγόμενος 2 παρέβη τις συμφωνίες τις οποίες συνήψε με τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες, σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 2, υπέγραψαν μνημόνιο συναντίληψης, στα πλαίσια του οποίου συμφώνησαν όπως συνδράμουν τον Εναγόμενο 2 με την εμπειρία και τεχνογνωσία τους στην εκτέλεση διαφόρων έργων, τα οποία τελικά εκτελέστηκαν από τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 6 και 7, εν αγνοία των Εναγόντων έναντι συνολικού ποσού US$19.350,000, το οποίο διεκδικούν ως αποζημίωση. στ. Ο Εναγόμενος 2 μαζί με τον Εναγόμενο 8 συνέστησε τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 με το όνομα Bioter και παρουσίαζε ως θυγατρικές εταιρείες των Εναγόντων 2, με τη βοήθεια του Εναγομένου 5 ο οποίος είχε επαγγελματική σχέση με τον Όμιλο Bioter και προέβη σε υπογραφή πληρεξουσίων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 2 για τον σκοπό υλοποίησης των ως άνω ενεργειών τους. ζ. Οι Εναγόμενοι 2-8 δεν είναι υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουν εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως είναι απαραίτητοι διάδικοι αφού από κοινού με τους Εναγόμενους 1 συνωμότησαν να πλήξουν τα συμφέροντα των Εναγόντων. η. Με βάση το άρθρο 3
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το αστικό αδίκημα διαπράχθηκε στην Κύπρο, υπό την έννοια πως το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι η απώλεια συμβολαίων και κερδών, έλαβε χώρα στην έδρα των Εναγομένων 1 που είναι η Κύπρος. Επομένως, αυτοί μόνο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μπορούν να εναχθούν. θ. Οι Ενάγοντες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα και επομένως τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν ούτως ώστε να προχωρήσει η διαδικασία εναντίον και των υπόλοιπων Εναγομένων. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι βασικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων συνοψίζονται στα ακόλουθα: i. Οι Ενάγοντες 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και θυγατρική των Εναγόντων 2 που είναι ο μοναδικός της μέτοχος. ii. Ο σκοπός ίδρυσης των Εναγόντων 1 ήταν η ανάληψη εκτέλεσης κατασκευαστικών έργων εκτός Ελλάδας γι΄ αυτό και περί το 2012 οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει γραπτώς όπως παραχωρηθεί στους Ενάγοντες 1 άδεια χρήσης του διακριτού τίτλου και ονόματος των Εναγόντων
  1. iii. Οι Ενάγοντες 2 είναι εταιρεία με μεγάλη εμπειρία και κατέχει τα πιστοποιητικά και την τεχνογνωσία για την κατασκευή μεγάλων έργων. Είναι κερδοφόρα με μεγάλο κύκλο εργασιών. iv. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 συστάθηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 8 εν αγνοία των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 2 δραστηριοποιείτο μέσω των Εναγομένων 7, οι οποίοι δεν διαθέτουν εμπειρία και τεχνογνωσία σε τέτοια έργα. Οι Εναγόμενοι 4 συστάθηκαν από τον Εναγόμενο 2 εν αγνοία των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 6 είναι εταιρεία συμφερόντων του Εναγομένου 2 χωρίς εμπειρία σε τέτοια έργα. Ο Εναγόμενος 5 ήταν συνεργάτης εταιρείας των Εναγόντων, ο οποίο εγκαταστάθηκε στα γραφεία του Εναγομένου 2 για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Εναγόντων και αντί αυτού εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Εναγομένου
  2. Ο Εναγόμενος 8 ήταν συνέταιρος του Εναγομένου 2 και στέλεχος των Εναγομένων 7 και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Εναγομένου
  3. v. Στα πλαίσια συνεργασίας των Εναγόντων και του Εναγομένου 2 για ανάληψη μεγάλων έργων στο Κατάρ και άλλες χώρες, το 2012 υπεγράφη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ τους για την από κοινού κατασκευή έργων με την παροχή της εμπειρογνωμοσύνης των Εναγόντων 2 και της κατασκευής των έργων από τους Εναγόμενους
  4. vi. Εντός του 2012 και του 2013 υπογράφηκαν διάφορες συμφωνίες συναντίληψης και συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων 1 ή 2 και του Εναγομένου 2 για έργα σε διάφορες Αραβικές χώρες. vii. Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν με σκοπό να προκαλέσουν ζημιά στους Ενάγοντες, αφού εκμεταλλευόμενοι τα πιστοποιητικά εκτέλεσης των έργων, την εμπειρία και τεχνογνωσία των τελευταίων, παρουσίαζαν αυτά ψευδώς ως δικά τους σε τρίτους πελάτες των Εναγόντων με αποτέλεσμα αυτοί (οι Εναγόμενοι) να αναλάβουν την εκτέλεση των έργων αντί από κοινού με τους Ενάγοντες, προκαλώντας τους τρίτους την πεπλανημένη εντύπωση πως οι Εναγόμενες εταιρείες αποτελούν θυγατρικές των Εναγόντων και ή έχουν μετοχική ή άλλη σχέση με αυτούς. viii. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού αναφέρεται πως κατά τα έτη 2013, 2014 και 2015 οι Εναγόμενοι 2 και 8 ίδρυσαν τους Εναγόμενους 1, 3 και 4, οι οποίοι σε συνεργασία με τους Εναγόμενους 6 και 7, παρουσιάζονταν ότι συνδέονται με τους Ενάγοντες και ανέλαβαν την εκτέλεση έργων. Επίσης οι Εναγόμενοι 2, 5 και 8 πλαστογράφησαν έγγραφα με τα οποία παρουσιάζονταν ότι είχαν εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες για άνοιγμα υποκαταστημάτων των Εναγόντων στο Ιράκ και να υπογράφουν όλα τα σχετικά έγγραφα. Με οδηγίες τους, έλαβαν συστατικές επιστολές και από Τράπεζες παρουσιάζοντας τους Εναγόμενους ως συνδεδεμένους με τους Ενάγοντες. ix. Οι Εναγόμενοι 2 και 7 προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις και απάτη καθότι ενώ παρουσιάστηκαν πως ήθελαν να συνεργαστούν με τους Ενάγοντες, τελικά οι ίδιοι ανέλαβαν την εκτέλεση των έργων χρησιμοποιώντας τα πιστοποιητικά και την εμπειρία των Εναγόντων. x. Οι Ενάγοντες αναφέρονται σε συγκεκριμένα έργα τα οποία εκτελέστηκαν από τους Εναγόμενους με τον πιο πάνω τρόπο, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ τις οποίες και αξιώνουν. Με την Αίτηση προβάλλονται δύο βασικές θέσεις ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, πρώτον πως η Εναγόμενη 1 είναι εικονική εναγόμενη και δεύτερον πως οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 δεν προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Πριν προχωρήσω στην εξέταση αυτών των δύο θέσεων, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω πως οι Αιτητές παραπέμπουν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύαν τις ενστάσεις τους στα πλαίσια των αιτήσεων για προσωρινά διατάγματα, επικαλούμενοι γεγονότα τα οποία απορρέουν ως ξεκάθαρα. Μια ανάγνωση αυτών των ενόρκων δηλώσεων καταδεικνύει πως οι βασικές θέσεις που προβάλλονται σε αυτές είναι οι ακόλουθες: § Οι Ενάγοντες 1 δεν κατέχουν τίτλο ή την εμπορική εύνοια των Εναγόντων
  5. § Οι Ενάγοντες 1 δεν είναι θυγατρική των Εναγόντων 2 αλλά μετά από αύξηση του κεφαλαίου στις 11.4.17, ανήκουν πλέον κατά πλειοψηφία στον ΓΜ. § Μεταξύ των μερών υπεγράφη μόνο μια συμφωνία συναντίληψης το
  6. § Τα πλείστα έργα δεν αναλήφθηκαν ποτέ από τους Ενάγοντες. § Κάποια εξ αυτών μέχρι και το 2016 αναλήφθηκαν και εκτελέστηκαν από τους Εναγόμενους 7, χωρίς αναφορά στη Bioter, οι οποίοι κατέχουν την εμπειρία και τεχνογνωσία. § Οι Εναγόμενοι 3 και 4 συστάθηκαν με την προοπτική της συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες. § Ο Εναγόμενος 2 ουδεμία σχέση έχει με τους Εναγόμενους
  7. § Οι συστατικές επιστολές είναι πλαστογραφημένες. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί εικονικότητας των Εναγομένων 1, ο ΚΧ αναφέρει πως o Οι Εναγόμενοι 1 είναι οι μόνοι από τους Εναγόμενους που εδρεύουν στην Κύπρο. o Οι άλλοι επτά Εναγόμενοι ουδεμία σχέση έχουν με την Κύπρο. o Οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε ανήκαν στον Εναγόμενο
  8. o Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 1 ανήκαν στον υποτιθέμενο πληροφοριοδότη του ΓΜ κ. M, ο οποίος είναι ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος των Εναγομένων
  9. o Ο κ. H δεν είναι εναγόμενος. o Δεν προωθείται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των Εναγομένων 1 ή του κ. H. Οι Εναγόμενοι 1 συνενώθηκαν στρατηγικά. o Παρόλο που η Αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1, εντούτοις οι Ενάγοντες δεν εξασφάλισαν απόφαση εναντίον τους. Είναι γεγονός πως οι Εναγόμενοι 1 είναι οι μόνοι εκ των Εναγομένων που έχουν έδρα τους την Κύπρο. Ο ισχυρισμός πως οι Εναγόμενοι 1 ανήκαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στον κ. H αντικρούεται από τους Ενάγοντες οι οποίοι προβάλλουν τη θέση πως η εταιρεία συστάθηκε και χρησιμοποιείτο από τους Εναγόμενους 2 και 8 για τους δικούς τους σκοπούς. Θεωρώ πως είναι λογικό και δυνατό κάποιο νομικό πρόσωπο να ελέγχεται από φυσικά πρόσωπα τα οποία δεν φαίνονται ως ιδρυτές ή αξιωματούχοι ή μέτοχοι αυτής. Επομένως, το γεγονός πως οι Εναγόμενοι 1 ανήκουν στον κ. H δεν οδηγεί αφ΄ εαυτού στο συμπέρασμα πως οι Εναγόμενοι 2 και 8 δεν έχουν καμία σχέση με την εταιρεία. Άλλωστε, αξίζει να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, ο ΓΗ ισχυρίζεται πως οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν πως κατά το 2015 ο Εναγόμενος 8 ήταν μέτοχος και διευθυντής των Εναγομένων 1 και παραπέμπει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΓΜ στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, στην οποία μεταξύ άλλων επισυνάπτει ηλεκτρονική αλληλογραφία ημ. 15.9.14 του Κύπριου δικηγόρου που ενέγραψε τους Εναγόμενους 1 και απευθύνεται στους Εναγόμενους 2 και 8 για υπογραφή των εγγράφων με αναφορά στο Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό των Εναγομένων 1, ενώ επισυνάπτει και έρευνα από τον Έφορο Εταιρειών η οποία δείχνει στις 15.12.15 τον Εναγόμενο 8 ένα εκ των μετόχων των Εναγομένων
  10. Βεβαίως αυτός ο ισχυρισμός απαντάται από τον Εναγόμενο 2, σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, ο οποίος ισχυρίζεται πως αυτή η αλληλογραφία αναφέρεται γενικά στον Εναγόμενο
  11. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εκ νέου αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των δύο πλευρών (οι οποίοι προβλήθηκαν στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα) πλην όμως, μέσα από όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεν προκύπτει ξεκάθαρα η προβαλλόμενη θέση των Αιτητών αναφορικά με τους Εναγόμενους
  12. Επιπλέον, θεωρώ λογική τη μη περίληψη του κ. H ως εναγομένου δεδομένης της θέσης των Εναγόντων πως αυτός ήταν ο πληροφοριοδότης τους και κατά την εκτίμηση τους ενδεχομένως να μην έλαβε μέρος στις αποδιδόμενες στους Εναγόμενους 1 ενέργειες. Επίσης, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και τις αιτούμενες θεραπείες, θεωρώ πως ζητούνται ουσιαστικές αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 τόσο αναφορικά με διατάγματα όσο και αποζημιώσεις. Όσον δε αφορά τη μη εμφάνιση των Εναγομένων 1 και τη μη εξασφάλιση απόφασης εναντίον τους, υπενθυμίζεται πως λόγω της φύσης της απαίτησης και της εμπλοκής που αποδίδεται στους Εναγόμενους, το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην προχωρούσε αμέσως στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 ενόψει της αρχής περί ενιαίας μεταχείρισης των Εναγομένων με την έκδοση απόφασης εναντίον όλων και όχι αποσπασματικά λόγω του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1105: «Το ενιαίο του θέματος, απαιτεί και ενιαία μεταχείριση από το Δικαστήριο. Το αντίθετο αποτελεί λανθασμένη προσέγγιση που οδηγεί στη δυνατότητα λήψης αντιφατικών ή προδεσμευμένων αποφάσεων. Όπως ακριβώς είναι λανθασμένη και η έκδοση απόφασης εναντίον ορισμένων εναγομένων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν παρά την προς αυτούς επίδοση, στην απουσία εκείνων στους οποίους η αγωγή δεν επιδόθηκε ακόμη. Η ολοκληρωμένη επίδοση της αγωγής σ' όλους τους εναγομένους, πριν επιδιωχθεί η έκδοση απόφασης, αποτελεί προϋπόθεση για ορθή, συνολική και ίση μεταχείριση όλων των διαδίκων και των δικαιωμάτων αυτών.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ούτε και η θέση πως στις τρεις αιτήσεις για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο έκρινε πως οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί του βάσιμου των ισχυρισμών των Αιτητών, ενόψει και των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως έχουν τεθεί ενώπιον του τέτοια δεδομένα από τα οποία να προκύπτει η διαπίστωση σε αυτό το στάδιο πως οι Εναγόμενοι 1 είναι εικονικοί εναγόμενοι. Είναι η θέση των Εναγόντων πως η περίληψη των Εναγομένων 1 δίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια δυνάμει του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12. Το άρθρο 4
(1)περιλαμβάνεται στις γενικές διατάξεις κάτω από το Κεφάλαιο ΙΙ που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία και προνοεί όπως τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους. Είναι γεγονός πως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο οι Ενάγοντες επικαλούνται καταχρηστικά τις πρόνοιες του ΕΚ1215/12 ακριβώς για να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, όπως αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση του ΔΕΕ Reisch Montage AG v. Kiesel Baumaschinen GmbH, C-103/05, ημ. 13.7.06, και στην Αγγλική υπόθεση Sabbagh v. Khoury
(2017)EWCA Civ 1120 η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Reisch Montage. Εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως οι Εναγόμενοι 1 έχουν περιληφθεί πλασματικά για να προσδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως υπάρχει καταχρηστική επίκληση της εφαρμογής του ΕΚ1215/
  1. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο θεωρεί πως έχει καταδειχθεί στο παρόν στάδιο η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στη βάση της ύπαρξης εμπλοκής και έδρας ενός διαδίκου, τότε δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί και η δεύτερη εισήγηση των Αιτητών για τη μη ύπαρξη δικαιοδοσίας λόγω της φύσης των αξιώσεων των Εναγόντων
  2. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, θεωρώ ότι ο βασικός ισχυρισμός των Αιτητών πως «έχει αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία» ότι οι Εναγόντες 1 δεν έχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επωνυμίας, της φήμης ή της εμπορικής εύνοιας της Bioter δεν βρίσκει έρεισμα στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών στα πλαίσια των δύο αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα και στην ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 9.8.
  3. Επίσης ο ισχυρισμός των Αιτητών πως οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 πηγάζουν μόνο από το μόνο υπογεγραμμένο μνημόνιο συναντίληψης και, ακόμα και από δεύτερο ανυπόγραφο μνημόνιο συναντίληψης, και επομένως αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας διαιτησίας δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο καθότι οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 δεν περιορίζονται σε παραβάσεις συμφωνίας αλλά βασίζονται σε συνωμοσία, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και τη διάπραξη του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, η θέση των Αιτητών πως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας επειδή οι Εναγόμενοι 1 είναι εικονικοί εναγόμενοι και μόνο οι Ενάγοντες 2, με έδρα την Ελλάδα, έχουν αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων δεν κρίνεται βάσιμη. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχει διαφανεί πως η παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ή καταχρηστική άγρα δικαιοδοσίας, ως ο ισχυρισμός των Αιτητών. Ούτε και η επιστολή ημ. 26.4.18, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΧ που συνοδεύει την Αίτηση, δεν υποστηρίζει αυτή τη θέση των Αιτητών. Η επιστολή προέρχεται από τον κ ΣΣ, Επικεφαλής Εταίρο στη Σ & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία, και αποτελεί γνωμοδότηση πως σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο ήταν αδύνατη η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους των Εναγόντων στην Ελλάδα εξ ου και αυτοί παραιτήθηκαν από τη σχετική αίτηση την οποία καταχώρισαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αυτή η γνωμοδότηση και η εισήγηση του ΚΧ πως η αδυναμία εξασφάλισης παγοποιητικών διαταγμάτων στην Ελλάδα ήταν ο βασικός λόγος καταχώρισης Αγωγής ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν δύνανται να καταδείξουν δίχως άλλο πως πράγματι η καταχώριση της Αγωγής έγινε καταχρηστικά και με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Η διαπίστωση περί ύπαρξης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος για παραμερισμό της Αγωγής. Παρόλο που, σύμφωνα με το περιεχόμενο της Αίτησης, αυτή η διαπίστωση συμπαρασύρει και το αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της σφράγισης και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εντούτοις θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε ορθώς. Σε αυτά τα πλαίσια, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 τέθηκε το αναγκαίο υπόβαθρο προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 και της σχετικής νομολογίας, όπως εκτίθενται ανωτέρω. Στην ένορκη δήλωση του ΓΜ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 31.3.17 δίδεται μια βασική αλλά και επαρκής περιγραφή των ισχυρισμών των Εναγόντων και της βάσης της απαίτησης τους. Παρόλο που αυτοί δεν τίθενται με λεπτομέρεια, εντούτοις θεωρώ πως είναι ικανοί για τους σκοπούς της Δ.6 να καταδείξουν τη φύση και το ύψος της απαίτησης των Εναγόντων, τις ενέργειες οι οποίες αποδίδονται στους Εναγόμενους και την ιδιότητα και σχέση των Εναγομένων μεταξύ τους. Μάλιστα, ο ΓΜ αναφέρεται ειδικά στον ρόλο των Εναγομένων 1, αποδίδοντας τους σημαντικότατη συμμετοχή στα επίδικα γεγονότα. Επίσης σε αυτή ο ΓΜ αποκαλύπτει τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, επικαλούμενος το άρθρο 3
(2)(β) του Κεφ. 148 και την έδρα των Εναγομένων 1 στην Κύπρο. Παρά τις θέσεις των Αιτητών, όπως αυτές καταγράφονται τόσο στην ένορκη δήλωση του ΚΧ που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση όσο και στις ένορκες δηλώσεις στα πλαίσια των αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα, εντούτοις, όπως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ΓΜ που συνόδευε την αίτηση ημ. 31.3.17 είναι παντελώς αβάσιμα και αναληθή. Επομένως, θεωρώ πως τα υπό κρίση δεδομένα δεν εμπίπτουν εντός της αρχής που διατυπώθηκε στην υπόθεση Gasto Shipping Company Ltd v. Mineag SQM (Africa) (Proprietory) Ltd κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1634, ήτοι πως έχει καταδεχθεί ότι η μαρτυρία των Εναγόντων «είναι ελλειπής και κατάδηλα εσφαλμένη». Αντιθέτως θεωρώ πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αντανακλώνται στο ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με την έννοια του όρου «καλή συζητήσιμη υπόθεση»: «Σημαίνει ότι αν και το δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν θα χρειαστεί απόδειξη που να το ικανοποιεί, θα χρειαστεί κάτι καλύτερο από μια απλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπου εμπλέκονται πραγματικά ζητήματα η πρακτική είναι να εξεταστεί η υπόθεση του ενάγοντα και να μην γίνει προσπάθεια να εκδικαστούν αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις.» Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 τέθηκε το αναγκαίο και απαραίτητο υπόβαθρο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, χωρίς βεβαίως αυτό να υπόκειται σε αξιολόγηση κάτι το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Εδώ κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά., Πολ. Έφ. 362/09, ημ. 3.7.14, στην οποία αποφασίστηκε πως μόνο όπου υπάρχει ένας ή πολλοί εναγόμενοι και όλοι είναι εκτός δικαιοδοσίας, τότε χρειάζεται άδεια για σφράγιση του κλητηρίου πριν αυτό εκδοθεί για επίδοση στο εξωτερικό, ενώ αν στο κλητήριο περιλαμβάνονται και ημεδαποί εναγόμενοι, τότε δεν χρειάζεται άδεια για σφράγιση παρά μόνο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ο δικηγόρος των Αιτητών εισηγήθηκε πως το διάταγμα για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω αρχικά πως οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στις δύο αποφάσεις για προσωρινά διατάγματα δεν δύνανται από μόνες τους να οδηγήσουν στο ίδιο συμπέρασμα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον, τα γεγονότα τα οποία ο δικηγόρος επικαλέστηκε έχουν ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας χωρίς να έχει καταδειχθεί είτε πως αυτά είναι αναληθή είτε πως αυτά ενέχουν σημασία και διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Αυτά αφορούν στη μη χρήση της εμπορικής εύνοιας της Bioter στην Κύπρο και στο ότι οι Ενάγοντες 1 είναι απλοί αδειούχοι της εμπορικής εύνοιας των Εναγόντων 2, στη μετοχική δομή και στους αξιωματούχους των Εναγόντων 1, καθώς επίσης και στη δυνατότητα έγερσης Αγωγής στην Ελλάδα δυνάμει του ΕΚ1215/12. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως δεν θεωρώ βοηθητική την επίκληση από τους Αιτητές του ΕΚ864/07. Και τούτο καθότι αυτός αποτελεί βάση της εισήγησης τους ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής και κατ΄ επέκταση τη μη εφαρμογή του άρθρου 3
(2)του Κεφ.
  1. Πέραν του ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν στηρίζεται αποκλειστικά στον αθέμιτο ανταγωνισμό, σημειώνω πως και ο ΕΚ1215/12 αναφέρεται ρητώς και διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας ως προς τις ενοχές αδικοπραξίας, στο άρθρο 7 που αφορά τις ειδικές δικαιοδοσίες, το οποίο βεβαίως αφορά μόνο στην καταχώριση αγωγής σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της κατοικίας του εναγομένου, χωρίς να καταργείται η διεθνής δικαιοδοσία η οποία παρέχεται δυνάμει του άρθρου
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης θεωρώ πως έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12, ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι 1 ενάγονται ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι έχουν την κατοικία - έδρα τους στο έδαφος κράτους μέλους, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, και πως οι Ενάγοντες έχουν δείξει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Επισημαίνεται βεβαίως, πως το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος στα πλαίσια και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενώ το ζήτημα ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης κατά την εξέταση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, καθότι ζήτημα καταχρηστικής περίληψης των Εναγομένων 1 και ή έλλειψης δικαιοδοσίας δύναται να κριθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως πάντοτε της οριστικής έκβασης τυχόν αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 περιείχε το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων δυνάμει της Δ.6, ήτοι πως αφορά αξίωση εναντίον προσώπου το οποίο βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία - Δ.6 θ.1(c), πως αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, ούτως ώστε να δικαιολογείται η έγκριση αυτής και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. V. Παραπομπή σε Διαιτησία Είναι γεγονός πως το μνημόνιο συνεργασίας ημ. 12.10.12 το οποίο υπεγράφη από τους Ενάγοντες 1 και τον Εναγόμενο 2 και το μνημόνιο συνεργασίας ημ. 17.4.13 το οποίο φέρει την υπογραφή των Εναγόντων 1 και στάληκε στον Εναγόμενο 2 για την υπογραφή του (και το οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως τέθηκε σε ισχύ) περιέχουν ρήτρα διαιτησίας για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν δυνάμει αυτών των συμφωνιών με διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία βάσει του Ελληνικού δικαίου στην Αθήνα. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87: «Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 815: «Συμφωνία για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της. Η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη των λόγων αυτών βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου [βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, Third Edition, Vol. 2, pp. 24 - 28. Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290. The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concord Express Liners και Άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030].» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Medglobe Shipping Co Ltd v. Oleaginosas Espanolas S.A. (O.E.S.A.) κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 90, στην οποία λέχθηκε πως το Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο να αναστείλει αγωγή και παραπέμψει σε διαιτησία αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να πράξει κάτι τέτοιο. Το βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων να καταδείξει ειδικούς λόγους για τη μη αναστολή και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν διάφορους παράγοντες, όπως το με ποια χώρα συνδέεται οποιοδήποτε των μερών, κατά πόσον οι ενάγοντες θα επηρεαστούν δυσμενώς από την εκδίκαση σε ξένη χώρα κλπ. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι Αγγλικές υποθέσεις, δυνάμει των οποίων προκύπτει πως, στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για παραπομπή σε διαιτησία, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με τη φύση και ουσία της απαίτησης και των επίδικων θεμάτων και όχι να περιοριστεί στον τύπο και τρόπο διαμόρφωσης αυτών στο δικόγραφο. Ενδεικτικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn
(2012)EWHC 1067 (Comm): «. The question depends upon the nature of the claim, or claims, made in the legal proceedings, but not, I think, only on the formulation of it (or them) in the claim form and any pleadings. That would allow a claimant to circumvent an arbitration agreement by formulating proceedings in terms that, perhaps, artificially, avoid reference to a referred matter, knowing that any application to stay them must be made before a defence is pleaded.» Επίσης στην υπόθεση Sodzawincy v. Ruhan
(2018)EWHC 1908 (Comm), λέχθηκαν τα εξής: «. in considering the claim, the Court should look at the nature and substance of the claim and the issues to which it gives rise, rather than simply to the form in which it is formulated in a pleading.» Με βάση το όλο ιστορικό της παρούσας διαδικασίας και τη συμπεριφορά των Αιτητών και ειδικότερα του Εναγομένου 2, θεωρώ πως και εδώ ισχύουν οι ίδιες διαπιστώσεις ως προς το ότι δεν παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την υποβολή του αιτήματος παραπομπής σε διαιτησία, η οποία να οδηγεί από μόνη της σε απόρριψη αυτού. Είναι γεγονός πως σαφώς οι Ενάγοντες είναι μέρος τουλάχιστον της μιας συμφωνίας η οποία περιέχει ρήτρα διαιτησίας, ενώ οι ίδιοι επικαλούνται πως είναι μέρος και δεύτερης τέτοιας συμφωνίας. Όμως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η παρούσα Αγωγή δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις εν λόγω συμφωνίες και την παράβαση αυτών αλλά επεκτείνεται σε συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και διάπραξη του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των Εναγομένων εις βάρος των Εναγόντων. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση των Αιτητών πως η ουσία της διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων 1 και του Εναγομένου 2 αφορά βασικά στην παράβαση των επίδικων Συμφωνιών ούτως ώστε να χρήζει ενεργοποίησης η ρήτρα διαιτησίας. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως η βάση της Αγωγής, μόνο σε ένα βαθμό σχετίζεται με τις υποχρεώσεις των Εναγόντων 1 δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών αλλά σαφώς επεκτείνεται πολύ πέραν της παράβασης των Συμφωνιών δεδομένης της προβολής ισχυρισμών για συνωμοσία, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και διάπραξη του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού, αγώγιμα δικαιώματα τα οποία δεν καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn (ανωτέρω) για την παραπομπή του ζητήματος που εμπίπτει εντός της ρήτρας διαιτησίας και τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας όσον αφορά τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Όμως, το θέμα της παράβασης της Συμφωνίας είναι ένα μόνο σκέλος της απαίτησης των Εναγόντων 1 η οποία συνδέεται με τις συμφωνίες και η οποία (απαίτηση) επεκτείνεται σε συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων και τη διάπραξη αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους κάποιων εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 1, εις βάρος και προκαλώντας ζημιά στους Ενάγοντες 1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 27-28, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να διατάξει αναστολή όταν η απαίτηση περιλαμβάνει και ισχυρισμό για δόλο και απάτη ή όταν η ρήτρα διαιτησίας αφορά ένα μόνο μέρος των επίδικων θεμάτων της δικαστικής διαδικασίας. Θεωρώ πως, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, αυτή η αρχή τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και πως η φύση των αξιώσεων της παρούσας Αγωγής στην οποία συμπλέκονται σωρεία ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων παράβασης συμφωνιών, συνωμοσίας, αθέμιτου ανταγωνισμού, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων αναφορικά και με τους οκτώ Εναγόμενους, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, αποτελεί ισχυρό λόγο για μη παραπομπή και επιβάλλει όπως η Αγωγή εκδικαστεί συνολικά για όλους τους Εναγόμενους. VI. Ακαταλληλότητα Κυπριακών Δικαστηρίων (Forum Non Conveniens) Από τη στιγμή που το Δικαστήριο ήθελε θωρήσει πως υπάρχει δικαιοδοσία, οι Αιτητές εγείρουν ως διαζευκτικό αίτημα την απόρριψη της Αγωγής ή την αναστολή της διαδικασίας λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Οι Ενάγοντες επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12, καθότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν την έδρα τους στη Λεμεσό και βασίζονται στην απόφαση στην υπόθεση του ΔΕΕ Owusu v. Jackson and Others, Υπόθ. C-281/02, ημ. 1.3.05, στην οποία αποφασίστηκε πως το άρθρο 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών έχει επιτακτικό χαρακτήρα και μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει αυτή η διάταξη μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από την εν λόγω σύμβαση περιπτώσεις ενώ δεν έχει προβλεφθεί από τους συντάκτες αυτής ένσταση βασιζόμενη στη θεωρία του forum non conveniens. Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία με αναφορά στην προαναφερόμενη απόφαση και το άρθρο 2 της Σύμβασης λέχθηκε ότι «. οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens». Αποτέλεσε επιχείρημα των δικηγόρων των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 στα πλαίσια της αγόρευσης τους, ότι οι πιο πάνω νομικές αρχές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον οι Εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι που εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά σε τρίτη χώρα και ότι εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εφαρμόσει την αρχή του forum non conveniens αν διαπιστώσει πως ο εναγόμενος είναι πλασματικός διάδικος και πως η διαφορά μεταξύ των διαδίκων δεν είναι πραγματική, παραπέμποντας σε απόσπασμα από τη Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέως στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω). Στα πλαίσια της παρούσας και σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί περί καταχρηστικής περίληψης των Εναγομένων 1 ως πλασματικού διαδίκου για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Ούτε και το πρώτο σκέλος της εισήγησης με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ πως από τη στιγμή που ο ΕΚ1215/12 τυγχάνει εφαρμογής για να προσδώσει δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, τότε το εν λόγω Δικαστήριο αποκτά και αντλεί δικαιοδοσία δυνάμει του ΕΚ και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν ισοδυναμεί με παράκαμψη εφαρμογής του και συνάμα άρνησης της ισχύος και αναγνώρισης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του κράτους μέλους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε η εφαρμογή της Σύμβασης στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις πρόνοιες της νοουμένου ότι αφορούν κράτος μέλος και επεκτείνονται σε τρίτο Κράτος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «26 Ωστόσο, ο διεθνής χαρακτήρας της επίμαχης έννομης σχέσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκην να απορρέει, για την εφαρμογή του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, από την εμπλοκή περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών λόγω της ουσίας της διαφοράς ή της αντίστοιχης κατοικίας των διαδίκων. Η εμπλοκή συμβαλλομένου κράτους και τρίτου κράτους, λόγω, π.χ., της κατοικίας του ενάγοντος και ενός εναγομένου στο πρώτο κράτος και της τελέσεως των επίμαχων πράξεων στο δεύτερο κράτος, είναι και αυτή ικανή να προσδώσει διεθνή χαρακτήρα στην επίμαχη έννομη σχέση. Συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή είναι ικανή να θέσει, στο συμβαλλόμενο κράτος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, που αποτελεί ακριβώς έναν από τους σκοπούς της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της. 27 Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τους περιεχόμενους στη Σύμβαση των Βρυξελλών κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις που ο ενάγων είχε την κατοικία ή έδρα του σε τρίτο κράτος, ενώ ο εναγόμενος κατοικούσε στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-190/89, Rich, Συλλογή 1991, σ. Ι-3855· της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry, Συλλογή 1994, σ. Ι-5439, και Group Josi, προπαρατεθείσα, σκέψη 60). 28 Εξάλλου, οι σχετικοί με την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ή τη ρητή παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών μπορούν, επίσης, να εφαρμοστούν σε έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη. Τούτο ισχύει, όσον αφορά το άρθρο 16 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, σε περίπτωση διαφοράς σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων μεταξύ προσώπων τα οποία κατοικούν σε μη συμβαλλόμενο κράτος, η οποία αφορά ακίνητο που βρίσκεται σε συμβαλλόμενο κράτος, ή ακόμη, όσον αφορά το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στην περίπτωση που μια συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας, που δεσμεύει τουλάχιστον ένα μέρος το οποίο έχει την κατοικία του σε μη συμβαλλόμενο κράτος, επιλέγει το δικαστήριο που βρίσκεται στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους. 29 Ομοίως, καίτοι είναι αληθές, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 142 έως 152 των προτάσεων του, ότι οι σχετικοί με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια ή με την αναγνώριση και την εκτέλεση κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζονται, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση τους, στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών, εφόσον οι εν λόγω κανόνες αφορούν άλλοτε διαδικασίες που είναι εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών και άλλοτε αποφάσεις εκδοθείσες από δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους προς αναγνώριση και εκτέλεση σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, γεγονός παραμένει ότι οι διαφορές τις οποίες αφορούν οι επίμαχες διαδικασίες ή αποφάσεις μπορούν να έχουν διεθνή χαρακτήρα εμπλέκοντας ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα τρίτο κράτος και να έχουν προκαλέσει, για τον λόγο αυτό, την προσφυγή στον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. 30 Στον ισχυρισμό ότι το ως άνω άρθρο 2 έχει εφαρμογή σε μια νομική κατάσταση στην οποία εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα μη συμβαλλόμενα κράτη, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντέταξαν την αρχή ότι οι συνθήκες δεσμεύουν μόνον τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν μπορεί να επιβάλει καμία υποχρέωση στα κράτη που δεν συμφώνησαν να δεσμεύονται από αυτήν. 31 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι ο καθορισμός του δικαστηρίου ενός συμβαλλομένου κράτους ως δικαστηρίου έχοντος διεθνή δικαιοδοσία, λόγω του ότι ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, ακόμη και επί διαφοράς που συνδέεται, τουλάχιστον εν μέρει, λόγω του αντικειμένου της ή της κατοικίας του ενάγοντος, με τρίτο κράτος δεν είναι ικανός να επιβάλει υποχρέωση στο τελευταίο κράτος. . 35 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζεται σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, που καλύπτει τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων ενός και μόνο συμβαλλομένου κράτους και εκείνων ενός μη συμβαλλομένου κράτους και όχι τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Άλλωστε στον ίδιο τον Κανονισμό περιλαμβάνονται πρόνοιες, και συγκεκριμένα τα άρθρα 33 και 34, που παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο κράτους μέλους να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία ενόσω εκκρεμεί διαδικασία σε τρίτο κράτος. Η ύπαρξη τέτοιων προνοιών επιβεβαιώνει πως ο Κανονισμός καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κράτους μέλους αποκτά δικαιοδοσία, ανεξαρτήτως κατά πόσο τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας και Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ή τρίτου κράτους. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο καταλήγει πως από τη στιγμή που αντλεί διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του ΕΚ1215/12, τότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής forum non conveniens, ακόμα και αναφορικά με τρίτα κράτη. Τέτοια προσέγγιση θα ξέφευγε του σκοπού και του πλαισίου εφαρμογής του ΕΚ και συνάμα θα συνιστούσε άρνηση της εφαρμογής του στον βαθμό που ισχύει για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7, η οποία προκύπτει από τον φάκελο, πως οι Εναγόμενοι 1 δεν καταχώρισαν εμφάνιση ενώ η Αγωγή επιδόθηκε σε αυτούς κανονικά και πως οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν με αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους, κάτι το οποίο κατά την άποψη τους επιβεβαιώνει την καταχρηστική περίληψη των Εναγομένων 1 ως διαδίκων για να δοθεί δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατ΄ αρχάς αναφέρω πως η μη εμφάνιση δεν αναιρεί με οποιονδήποτε τρόπο τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο προκύπτει και κατ΄ αντιστοιχίαν από τις πρόνοιες του άρθρου 28 του ΕΚ1215/12, σύμφωνα με τον οποίο όταν ένα πρόσωπο ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους από αυτό στο οποίο έχει την κατοικία του και δεν εμφανίζεται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας εκτός αν η δικαιοδοσία του απορρέει από τον παρόντα Κανονισμό. Επομένως η παράλειψη εμφάνισης δεν αναιρεί τη δικαιοδοσία του. Επιπλέον, επαναλαμβάνω πως λόγω της φύσης της απαίτησης και της εμπλοκής που αποδίδεται στους Εναγόμενους, το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην προχωρούσε αμέσως στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 ενόψει της αρχής περί ενιαίας μεταχείρισης των Εναγομένων με την έκδοση απόφασης εναντίον όλων και όχι αποσπασματικά λόγω του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων - βλ. Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich (ανωτέρω). VII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.