Λεμονιάτη ν. Δήμου Λεμεσού, Αρ. Αγωγής: 125/11, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 125/11 Μεταξύ: XXXXX Λεμονιάτη Ενάγοντος Και Δήμου Λεμεσού Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερ. 16.5.18 υπό Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. για Εφαρμογή Συμφωνίας για Έξοδα 11 Ιανουαρίου 2019 Για Αιτητή: κα Π. Κτίστη για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων: κα Ε. Αποστολίδη για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι δικηγόροι Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. αιτούνται διάταγμα περί αναγνώρισης και ή έγκρισης της μεταξύ των ιδίων και των Καθ' ων (Δήμου Λεμεσού) συμφωνίας για καταβολή €10.000 συν Φ.Π.Α. ως έξοδα υπεράσπισης των Καθ' ων στην παρούσα αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους περί Δικηγόρων Κανονισμούς 10 έως 12 και 16, 21, στη Δ.48 κ. 1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Δημητριάδη στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
- Ως δικηγόροι της ασφαλιστικής εταιρείας AIG, η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη στους Καθ' ων, παρέλαβαν δύο διοριστήρια δικηγόρου για εμφάνιση στις αγωγές 5018/10 και 125/11 (παρούσα). Η κάλυψη ήταν μέχρι €85.430 και αν η απαίτηση υπερέβαινε το ποσό αυτό τότε η πληρωμή του υπερβάλλοντος ποσού ήταν ευθύνη των Καθ' ων.
- Επειδή στις δύο αγωγές συζητούντο ψηλότερα από την κάλυψη ποσά, οι Αιτητές κάλεσαν τους Καθ' ων να διορίσουν και τους προσωπικούς τους δικηγόρους (Τεκμήριο 2). Ακολούθησε και άλλη επιστολή (Τεκμήριο 3) και αργότερα συνάντηση ενδιαφερομένων στις 17.7.14, καθώς και νέες επιστολές στην οποίαν οι Αιτητές αναφέροντο στο ενδεχόμενο διορισμού προσωπικού δικηγόρου των Καθ' ων (Τεκμήριο 4 και 5).
- Τελικά οι Καθ' ων αποφάσισαν να μη διορίσουν προσωπικό δικηγόρο και οι Αιτητές συμφώνησαν τότε να χειριστούν μόνοι τους τις δύο αγωγές νοουμένου ότι οι Καθ' ων θα τους πλήρωναν δικηγορικά έξοδα πέραν του ποσού το οποίο θα πλήρωνε στους Αιτητές η AIG. Οι Καθ' ων διαβεβαίωναν τους Αιτητές να μην ανησυχούν και ότι δεν θα τους άφηναν εκτεθειμένους.
- Τελικά η πρώτη αγωγή υπ' αρ. 5018/10 διευθετήθηκε με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για €50.000 συν €15.000 έξοδα συν Φ.Π.Α., τα οποία κατέβαλε η A.Ι.G., χωρίς επιβάρυνση των Καθ' ων. Είχε παραμείνει όμως η πληρωμή των εξόδων των Αιτητών από τους Εναγομένους και κατόπιν προς τούτο συζήτησης συμφωνήθηκε το ποσό των €10.000 συν Φ.Π.Α. και στη βάση σχετικού αιτήματος οι Αιτητές απέστειλαν σχετικό τιμολόγιο το οποίο εξοφλήθηκε (Τεκμήρια 6, 7 και 8).
- Όταν άρχισε η ακρόαση της δεύτερης υπόθεσης ο κ. Δημητριάδης με επιστολή του (Τεκμήριο 9) έθεσε μεταξύ άλλων το ερώτημα κατά πόσον θα διόριζαν οι Καθ' ων δικηγόρο ή θα έκαναν ό,τι έγινε στην πρώτη αγωγή. Η νομική σύμβουλος των Καθ' ων απάντησε στις 20.3.17 (με το Τεκμήριο 10): «Νομίζω να κάνουμε ότι κάναμε στην υπόθεση του Μυρίζη» (δηλαδή στην πρώτη αγωγή). Συνεπώς κατά τη γνώμη του ενόρκως δηλούντος είχε καταρτιστεί γραπτή συμφωνία για καταβολή αμοιβής ύψους €10.000 συν Φ.Π.Α. και στη δεύτερη αγωγή («Ειδική Συμφωνία Εξόδων»).
- Στις 30.10.17 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι επί πλήρους ευθύνης θα επεδίκαζε €75.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από 12.1.
- Συνεπώς, κατά τον ενόρκως δηλούντα, αν ο Ενάγων επιτύγχανε θα δικαιούτο ποσό το οποίο με τους τόκους θα ήταν μεγαλύτερο από το όριο της κάλυψης, την οποία παρείχε η AIG στους Καθ' ων.
- Όταν αργότερα οι Αιτητές ζήτησαν να πληρωθούν υπήρξε αμφισβήτηση από τους Καθ' ων και ακολούθησε μέχρι τις 19.1.18, σχετική αλληλογραφία (Τεκμήριο 12), χωρίς αποτέλεσμα παρά το ότι στις 30.10.17 η Νομική Λειτουργός των Καθ' ων εισηγήθηκε στον Δήμαρχο την πληρωμή (Τεκμήριο 13) και παρά την επιπλέον αλληλογραφία και την αποστολή τιμολογίου (Τεκμήρια 14-23).
- Το ποσό των €10.000 είναι εύλογο για την εργασία που έγινε καθότι ως έχουν υπολογιστεί και εγκριθεί από τον Πρωτοκολλητή τα έξοδα ανέρχονται στα €8.569 και με τον τόκο συμποσούνται σε €11.506 συν Φ.Π.Α.. Ένσταση: Οι Καθ' ων προέβαλαν 10 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: α) Δεν έχει συναφθεί ειδική συμφωνία. β) Το ποσό των €10.000 είναι υπερβολικό. γ) Οι Αιτητές διορίστηκαν ως δικηγόροι από την ασφαλιστική AIG με την οποία οι Καθ' ων είχαν ασφαλιστική σύμβαση ευθύνης εργοδότη. δ) Οι Αιτητές είχαν πληρωθεί τα δικηγορικά τους έξοδα από την AIG και επιδιώκουν να πληρωθούν διπλά για την ίδια εργασία. ε) Η ένορκη δήλωση υπεγράφη την προηγούμενη ημέρα από την ημέρα καταχώρισης της αίτησης. Στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση η νομική λειτουργός των Καθ' ων κα Σταύρου ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι: - Η AIG είχε υποχρέωση να καλύψει οποιαδήποτε απαίτηση εκπηγάζουσα από ευθύνη εργοδότη και προς τούτο διόρισε τους Αιτητές ως δικηγόρους υπεράσπισης, τα έξοδα των οποίων θα καταβάλλοντο επίσης από την AIG. - Μετά τον συμβιβασμό της αγωγής 5018/10 οι Καθ' ων συμφώνησαν να καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των €10.000 συν Φ.Π.Α. το οποίο και κατέβαλαν. - Σε σχέση με την παρούσα αγωγή όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. Η όποια αλληλογραφία αφορούσε τον διορισμό ή όχι δικηγόρου (Τεκμήρια 5-7), πράγμα το οποίο υποστηρίζεται από εσωτερικό σημείωμα της (τότε) νομικής λειτουργού (Τεκμήριο 8), καθώς και από περαιτέρω επιστολές των Αιτητών (Τεκμήρια 9 έως 11). - Τα έξοδα των Αιτητών έχουν καταβληθεί από την AIG από την οποία διορίστηκαν και η οποία οφείλει να τα καλύψει δυνάμει της σύμβασης ασφάλισης. Νομική Πτυχή: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στους κ. 10, 11, 12, 16 και 21 των περί Δικηγόρων Κανονισμών, Δ.Ν. Τόμος II, σελ. 3 (εφεξής «οι Κανονισμοί»). Στον κ.10 προνοείται πως κάποιος δικηγόρος δύναται να συνάψει γραπτή συμφωνία με τον πελάτη του εν σχέσει με το ποσό και τη μέθοδο πληρωμής για το όλον ή μέρος, οποιωνδήποτε υπηρεσιών, αμοιβών ή εξόδων αναφορικά με ενέργειες που θα γίνουν από τον δικηγόρο, είτε μέσω ενός μεικτού ποσού είτε μέσω προμήθειας είτε με ποσοστό επί τοις εκατό είτε με μισθό είτε άλλως πως. Στον κ.11 προβλέπεται πως τέτοια συμφωνία θα εκλαμβάνεται ότι αποκλείει οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση του δικηγόρου, πέραν δηλαδή των προβλεπομένων στη συμφωνία. Ο κ.12 καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής μιας τέτοιας συμφωνίας, ο οποίος είναι όντως η καταχώριση αίτησης όπως η παρούσα και περαιτέρω προνοεί ότι αν η συμφωνία κριθεί από το Δικαστήριο ως δίκαιη και εύλογη, τότε διατάσσεται ο πελάτης να πληρώσει. Έχει ως εξής: "12
(1)Any such agreement may be enforced by application, made by the advocate after notice to the client, to the Court in which the business in respect of which such agreement was made was conducted, and, if it shall appear to the Court that such agreement was fair and reasonable, the Court shall order the client to pay the sum due under the agreement." Ο κ.16 απλά απαγορεύει την έγερση οποιασδήποτε αγωγής βασιζόμενη στη συμφωνία εκτός αν προηγουμένως η εγκυρότητα και το αποτέλεσμα της επικυρωθούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της προαναφερθείσας αίτησης. Ο κ.21 προνοεί πως η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού κριθεί οφειλόμενο κατόπιν ψήφισης μεταξύ πελάτη και δικηγόρου, δύναται να επιβληθεί και πάλι με παρόμοια αίτηση βάσει του κ.
- Στην παρούσα περίπτωση συνιστά κοινό υπόβαθρο γεγονότων το ότι η ασφαλιστική εταιρεία AIG είχε συνάψει ασφαλιστικά συμβόλαια με τους Καθ' ων, στη βάση των οποίων παρείχε προς αυτούς Ασφάλεια Ευθύνης Εργοδότη με όριο για κάθε απαίτηση από οποιονδήποτε εργοδοτούμενο το ποσό των €85.
- Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού πέραν της εν λόγω κάλυψης ήταν ευθύνη των Καθ' ων. Όπως εξηγεί ο ενόρκως δηλών κ. Δημητριάδης, ακριβώς λόγω της πιο πάνω ασφαλιστικής κάλυψης, όταν οι Καθ' ων παρέλαβαν τα κλητήρια εντάλματα της αγωγής αρ. 5018/10 (του κ. Μυρίζη) και της παρούσας αγωγής αρ. 125/11 (του κ. Λεμονιάτη) ειδοποίησαν σχετικά την ασφαλιστική τους εταιρεία AIG «. για να αναθέσει στους δικηγόρους της να αναλάβουν την υπεράσπιση τους, υπογράφοντας και αποστέλλοντας τα σχετικά διοριστήρια». Είναι αυτονόητο από τα συμφραζόμενα πως το ασφαλιστικό συμβόλαιο παρείχε κάλυψη και για τα δικηγορικά έξοδα, εξ ου και η AIG επέλεγε τους δικηγόρους και κάλυπτε τα έξοδα τους εν σχέσει με την υπεράσπιση. Δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι οι Αιτητές στη βάση της δικής τους συμφωνίας με την AIG είχαν συμφωνήσει να λάβουν «. το προκαθορισμένο ποσό των €2,562,90 ανεξαρτήτως εμφανίσεων στο δικαστήριο και για πόσα χρόνια εκκρεμεί στο γραφείο» η κάθε υπόθεση. Όπως δεν θα είχε στην περίπτωση ενός άλλου επαγγελματία (π.χ. ιατρού, εκτιμητή, μηχανικού κλπ) ο οποίος αποδέχεται να παράσχει κάποια συγκεκριμένη υπηρεσία (π.χ. εγχείρηση, εκτίμηση, επιδιόρθωση κλπ) έναντι κάποιου συγκεκριμένου ποσού κατόπιν δικής του ειδικής συμφωνίας με την ασφαλιστική, η οποία δυνάμει της σύμβασης καλύπτει τον ασφαλιζόμενο για τη συγκεκριμένη υπηρεσία χωρίς βέβαια να του ζητά επιπλέον ποσά. Με άλλα λόγια τον κάθε ασφαλισμένο αφορά και ενδιαφέρει η εξασφάλιση της κάλυψης για την οποία είχε συμβληθεί καταβάλλοντας τα σχετικά ασφάλιστρα και όχι βέβαια το κόστος για την ασφαλιστική του εταιρεία. Στην παρούσα δεν έχει μεν παρουσιαστεί το ασφαλιστικό συμβόλαιο από οποιαδήποτε πλευρά, πλην όμως προκύπτει ως κοινή θέση πως οι Καθ' ων είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν την AIG η οποία με τη σειρά της είχε την υποχρέωση να καλύψει και τα έξοδα υπεράσπισης, εξ ου και είχε συγκεκριμένη διαχρονική συμφωνία με τους Αιτητές. Ούτε βέβαια είναι αντιληπτό το για ποιο λόγο συγχέεται το ύψος της κάλυψης με τη δυνατότητα των διορισθέντων δικηγόρων να εκπροσωπήσουν τους ασφαλισθέντες Καθ' ων. Οι αγωγές είχαν καταχωριστεί από τα έτη 2010 - 2011, σε κλίμακες €100.000 - €500.000, είχαν υπογραφεί διοριστήρια από τους Καθ' ων και οι τελευταίοι δεόντως ετύγχαναν υπεράσπισης, χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα επιμέλειας ή επιπλέον αμοιβής παρά το ύψος των αξιώσεων, οι οποίες ήταν εξαρχής γνωστές. Βασικά, οι Καθ' ων είχαν γενικά το δικαίωμα (και όχι υποχρέωση) να επιλέξουν αν θα συνέχιζαν να υπερασπίζονται μόνο με τους δικηγόρους της ασφάλειας ή αν για δικούς τους λόγους θα διόριζαν επιπρόσθετους δικηγόρους. Υπ' αυτή την έννοια δεν είναι κατανοητή η επιτακτική δήλωση των Αιτητών ότι οι Καθ' ων θα έπρεπε να διορίσουν «τους προσωπικούς» τους δικηγόρους για να συνεμφανίζονται στις αγωγές (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ των Αιτητών). Εν πάση περιπτώσει, όμως, η διάκριση σε «προσωπικούς» δικηγόρους και σε δικηγόρους της AIG επιβεβαιώνει πως τα έξοδα των τελευταίων ήταν καταβλητέα από την ασφαλιστική εταιρεία η οποία και τους είχε επιλέξει. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα ήταν κατανοητό το να πληρώνονται από τους Καθ' ων δικηγόροι όχι της δικής τους επιλογής αλλά της ασφαλιστικής. Συνεπώς η δήλωση στα διοριστήρια ότι οι Καθ' ων θα πλήρωναν τους Αιτητές συμφώνως των κλιμάκων δεν είχε την έννοια ότι οι Καθ' ων θα κατέβαλλαν όντως κάποιο ποσό για την υπεράσπιση τους αφού και αυτά τα έξοδα ήταν μέρος της κάλυψης η οποία τους παρείχετο και μάλιστα χωρίς οποιοδήποτε όριο εμφανίσεων, χρόνου εκδίκασης ή ύψος αξιώσεων. Σε όλη την αλληλογραφία μέχρι τις 5.3.15 (Τεκμήρια 2-5) οι Αιτητές δεν έθεσαν σε καμιά περίπτωση θέμα πληρωμής επιπλέον αμοιβής τους από τους Καθ' ων. Όπως παραδέχεται και ο κ. Δημητριάδης μόνο μετά την έκδοση στις 16.11.15 της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 5018/10 και κατόπιν συζήτησης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων το ποσό των €10.000 συν Φ.Π.Α., οπότε κατόπιν σχετικής έγκρισης από το Δημοτικό Συμβούλιο η (τότε) νομική λειτουργός ζήτησε στις 28.1.16 να ετοιμάσουν τιμολόγιο για τα έξοδα (Τεκμήριο 6), ήτοι βασικά για το συμφωνηθέν ποσό. Έχουν τη σημασία τους τα όσα κατέγραψαν οι Αιτητές στο εκδοθέν στις 29.1.16 τιμολόγιο τους (Τεκμήριο 7) τα οποία έχουν ως εξής: «Συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή μας για τις υπηρεσίες που σας προσφέραμε, συμπεριλαμβανομένων και 19 εμφανίσεων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως προσωπικοί σας δικηγόροι για υπεράσπιση σας στην πιο πάνω υπόθεση καθ' ότι το ποσό της απαίτησης υπερέβαινε κατά πολύ της μάξιμουμ κάλυψης που είχατε από την ασφαλιστική σας εταιρεία και αντί να διορίσετε επιπρόσθετο δικηγόρο να συνεμφανίζεται μαζί μας, αναθέσατε την υπεράσπιση σας σ' εμάς και τελικά τα καταφέραμε και δεν πληρώσατε οποιοδήποτε ποσό.» Παρατηρείται λοιπόν αφενός ότι οι Αιτητές σε καμιά περίπτωση δεν επικαλέστηκαν (προς στοιχειοθέτηση της αμοιβής) το διοριστήριο δικηγόρων αλλά μόνο τη μεταγενέστερη κατ' ισχυρισμόν τους ειδική συμφωνία και αφετέρου ότι τώρα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους ως προσωπικούς δικηγόρους (παρά το ότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση στο διοριστήριο) σε αντίθεση με όλη την αλληλογραφία και τις θέσεις που προέβαλαν στην παρούσα. Ανεξαρτήτως όμως του χρησιμοποιηθέντος λεκτικού και της παρουσίασης τους πλέον ως δικηγόρων επιλογής των Καθ' ων, το ερώτημα εξακολουθεί να είναι κατά πόσον συνομολογήθηκε ειδική συμφωνία και για την παρούσα αγωγή, όπως πράγματι είχε συμβεί μετά το πέρας της προηγούμενης αγωγής Μυρίζη. Η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης είχε αρχίσει στις 16.3.17 και τέσσερις μέρες μετά, ήτοι στις 20.3.17 ο κ. Δημητριάδης απαντώντας στη νομική λειτουργό και ενημερώνοντας τη για την πορεία της υπόθεσης, προσέθεσε στο τέλος της επιστολής του (Τεκμήριο 9) τα εξής: «Και κάτι τελευταίο. Εν όψει του ύψους της απαίτησης και της κάλυψης που σας παρέχει η AIG θα διορίσετε κάποιο δικηγόρο να συνεμφανίζεται μαζί μου ή θα κάνουμε ότι κάναμε και στην υπόθεση του Χρίστου Μυρίζη;» Η νομική λειτουργός (κα Χρίστου) απάντησε με το Τεκμήριο 10: «Νομίζω να κάνουμε ότι κάναμε στην υπόθεση Μυρίζη.» Η εισήγηση των Αιτητών είναι πως η αντικειμενική ερμηνεία της πιο πάνω επικοινωνίας δεν μπορεί να είναι άλλη από τον μη διορισμό επιπρόσθετου δικηγόρου και τον χειρισμό της υπόθεσης από τους Αιτητές έναντι της αμοιβής των €10.000 συν Φ.Π.Α. διότι ακριβώς αυτό ήταν που συμφώνησαν και «έκαναν» τα μέρη στην υπόθεση Μυρίζη. Εν πρώτοις δεν μπορώ να συμφωνήσω πως στην πιο πάνω επικοινωνία εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο δυνητικά μπορεί να κριθεί ότι αναφέρεται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού από τους Καθ' ων. Η σχετική ερώτηση των Αιτητών ήταν κατά πόσον θα διόριζαν οι Καθ' ων επιπρόσθετο δικηγόρο ή θα έπρατταν όπως είχαν πράξει στην παλαιότερη περίπτωση, όπου εμπιστεύτηκαν τους Αιτητές και βασικά άφησαν την υπεράσπιση τους στα χέρια των δικηγόρων της ασφάλειας (όποιες και αν ήταν οι αξιώσεις του Ενάγοντος). Κατά δεύτερο, δεν συμφωνώ ότι στην υπόθεση Μυρίζη είχε γίνει αυτό που εισηγούνται οι Αιτητές. Δηλαδή δεν συμφωνήθηκε «. όπως οι αιτητές εκπροσωπήσουν τους Εναγόμενους μόνοι τους έναντι αμοιβής ύψους €10.000» (ως ισχυρίζονται στη σελ. 13 της αγόρευσης). Αντιθέτως, όπως και οι ίδιοι εξηγούν, πρώτα ολοκληρώθηκε η αγωγή με την έκδοση απόφασης και μετά ακολούθησε διαπραγμάτευση και συμφωνία με τη νομική λειτουργό των Καθ' ων για συγκεκριμένο ποσό. Η οποία λειτουργός μάλιστα, όπως εξηγεί στην επιστολή της ημερ. 28.1.16 (Τεκμήριο 6 στην Ε/Δ κ. Δημητριάδη) φρόντισε και εξασφάλισε και τη σχετική έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου νωρίτερα την ίδια μέρα. Συνεπώς είναι καθόλα εύλογη η ερμηνεία πως σε καμιά περίπτωση δεν είχε συμφωνήσει η νομική λειτουργός για την καταβολή ποσού €10.000 συν Φ.Π.Α. μετά την πρώτη ακροαματική διαδικασία και χωρίς να γνωρίζει το αποτέλεσμα, απλούστατα επειδή δεν ήταν αυτό που είχε γίνει στην υπόθεση Μυρίζη. Δεν είναι δε άνευ σημασίας πως εν τέλει η παρούσα αγωγή απερρίφθη και ότι για τα δικηγορικά έξοδα υπήρξε σχετική διαταγή του Δικαστηρίου όπως καταβληθούν από τον αποτυχόντα Ενάγοντα. Ως αναφέρουν δε και οι Αιτητές, αυτά έχουν υπολογιστεί και εγκριθεί σε €11.506 συν Φ.Π.Α. και υπό κανονικές περιστάσεις θα έπρεπε να είχαν διεκδικηθεί από εκείνον. Θεωρώ πως ήταν εύλογο το ερώτημα των Καθ' ων στις 31.10.17 ως προς τον λόγο για τον οποίον οι Αιτητές ζητούσαν καταβολή των εξόδων από τους ίδιους αφού με βάση την απόφαση θα καταβάλλοντο από τον Ενάγοντα και επιπλέον υπήρχε και πληρωμή εξόδων από την ασφάλεια (Τεκμήριο 12(β) στην Ε/Δ κ. Δημητριάδη). Η δε απάντηση των Αιτητών ότι ο Ενάγων δεν εργάζεται και ότι λαμβάνει επίδομα λόγω αναπηρίας και άρα είναι δύσκολη η εκτέλεση εντάλματος κινητών, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει σε καμιά περίπτωση συμπέρασμα περί προηγηθείσας ειδικής συμφωνίας ως ισχυρίζονται οι Αιτητές. Εν κατακλείδι, θα πρέπει να σημειώσω πως ακόμα και αν είχε καταδειχθεί η συνομολόγηση ειδικής συμφωνίας με το πιο πάνω περιεχόμενο δεν θα συμφωνούσα ότι μια τέτοια συμφωνία θα ήταν δίκαιη και εύλογη και δεν θα εκδίδετο διαταγή πληρωμής εις βάρος των Καθ' ων. Αυτό διότι θα θεωρούσα άδικη και παράλογη την επιβολή πληρωμής σε ασφαλισμένο για έξοδα τα οποία καλύπτονται βάσει του συμβολαίου από την ασφάλεια με τη δικαιολογία ότι θα έπρεπε να διορίσει δικό του δικηγόρο λόγω αξίωσης ψηλότερης από την κάλυψη. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όπως αποδεικνύεται εξάλλου από το ότι και στις δύο αγωγές υπήρξε ομαλότατη και σύννομη εκπροσώπηση από τους δικηγόρους της AIG χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία. Κατάληξη: Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €800 συν Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) προς όφελος των Καθ' ων και εις βάρος των Αιτητών. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο