← Κύπρος

ΚΑΨΟΚΟΛΗ ν. BZRK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1315/17, 18/1/2019

ΚΑΨΟΚΟΛΗ ν. BZRK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1315/17, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1315/17 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΨΟΚΟΛΗ Ενάγουσας -και-

  1. BZRK LIMITED
  2. XXXXX VAN HOVING
  3. XXXXX KOPER-GROENEVELT Εναγομένων ........... Αίτηση υπό Ενάγουσας ημερ. 7.9.18 για Ενδιάμεσα Διατάγματα 18 Ιανουαρίου 2019 Για Ενάγουσα: κ. Π. Καϊκκης για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη 1: κ. Π. Παναγίδης και κα Παράσχου για Σ. Α. Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη μονομερή αίτηση της η Ενάγουσα αιτήθηκε αρχικά την έκδοση πέντε διαταγμάτων αλλά μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση της και την ένσταση της Εναγομένης 1, απέσυρε τα δύο πρώτα αιτητικά και επέμεινε στην έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτητικά Γ, Δ και Ε με τα οποία ζητά: Γ. Να απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 να αποξενώσει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία της ευρισκόμενη εντός δικαιοδοσίας. Δ. Να διατάσσεται η Εναγόμενη 1 να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία εντός δικαιοδοσίας. Ε. Να παγοποιούνται οι τραπεζικοί λογαριασμοί της Εναγομένης 1 μέχρι €100.000 (ως έχει περιοριστεί το ποσό κατά την αγόρευση). Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα εξηγεί ότι:
  4. Στις 26.10.16 οι Εναγόμενοι 1-3 χωρίς τη δέουσα έρευνα επέτρεψαν να δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα τους ολόσωμη φωτογραφία της ίδιας (της Ενάγουσας), καθώς και δύο άλλες μικρότερες, σε μία εκ των οποίων παρουσιαζόταν ημίγυμνη γυναίκα σε στάση πρηνηδόν και δίπλα η φράση «come to refresh and relax with a massage i m new in your town call me XXXXX2089» (Τεκμήρο 1).
  5. Η ίδια είναι κομμώτρια και χαίρει καλής φήμης, εκτίμησης και σεβασμού στην κοινωνία ενώ η Εναγομένη 1 ασχολείται με εμπορία και διαφήμιση προϊόντων μέσω της ιστοσελίδας "Bazaraki com." και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν μέτοχοι και διευθυντές της (Τεκμήριο 3).
  6. Από της δημοσιεύσεως η ίδια (η Ενάγουσα) δέχθηκε πέραν των 350 κλήσεων και μηνυμάτων σε διάστημα 17 ωρών (Τεκμήριο 4). Οι εν λόγω φωτογραφίες και οι αναφορές στο πρόσωπο της ήταν κακόβουλες και έχουν προσβλητικό χαρακτήρα αφού μεταδίδουν το νόημα ότι η ίδια είναι μοιχαλίδα ή πόρνη και έχουν πλήξει την υπόληψη και το επάγγελμα της.
  7. Μετά την ανάρτηση προέβη στις 19.1.17 σε διάφορες καταγγελίες (Τεκμήριο 5) και επισκέφθηκε ειδικό ιατρό για να ξεπεράσει τον νευρικό κλονισμό και την προσβολή.
  8. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, δεν έχουν κανένα δεσμό με τη Δημοκρατία και είναι πρόδηλο ότι ενδέχεται να προσπαθήσουν να αποξενώσουν τα όποια περιουσιακά στοιχεία έχουν. Στις 7.2.17 η Εναγόμενη 1 προέβη σε αλλαγή διευθυντών και σε μεταβίβαση των μετοχών της σε άλλα πρόσωπα (Τεκμήριο 8) και οι Εναγόμενοι 2 και 3 αποχώρησαν για να μην έχουν οποιαδήποτε ευθύνη.
  9. Αυτό το οποίο επιζητείται με την αίτηση είναι η δέσμευση των ποσών και ή των περιουσιακών στοιχείων και ή χρημάτων τα οποία έχει στην κατοχή της η Εναγόμενη 1 ενώ τα διατάγματα αποκάλυψης επιζητούνται με σκοπό τον εντοπισμό των περιουσιακών της στοιχείων και το διάταγμα δέσμευσης του ποσού επιζητείται για προστασία του αφού ανήκει στην ίδια μέσω των αποζημιώσεων.
  10. Η εκτέλεση της όποιας τελικής απόφασης δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί αφού οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε περιουσία ούτε στην Κύπρο ούτε και στο εξωτερικό, πέραν των ισχυριζόμενων λογαριασμών που διατηρούν σε τραπεζικούς οργανισμούς, την ταυτότητα των οποίων δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια. Ένσταση Η Εναγόμενη 1 με την ένσταση της προέβαλε εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι εστιάζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι καθιερωμένες προϋποθέσεις και στο ότι η μέτοχος της Εναγόμενης 1 (Larixon Classifieds Ltd) δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο διευθυντής της Εναγομένης 1 (κ. Κυλιακούδης) αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  11. Η Εναγομένη 1 μέσω της ιστοσελίδας www.bazaraki.com παρέχει στους χρήστες υπηρεσίες ήτοι πλατφόρμα ανάρτησης αγγελιών τις οποίες δημιουργούν οι ίδιοι οι χρήστες.
  12. Η επίμαχη ανάρτηση δημιουργήθηκε από χρήστη της ιστοσελίδας χωρίς να την έχει τροποποιήσει ή επεξεργαστεί η Εναγόμενη 1, η οποία επιβεβαίωσε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του εν λόγω χρήστη, ενώ μέσω αυτοματοποιημένου συστήματος ήλεγξε για ακατάλληλες πληροφορίες (π.χ. λέξεις και μηνύματα).
  13. Όταν η Αστυνομία στις 27.12.17 (προφανώς εννοεί «27.12.16») ζήτησε απόσυρση η Εναγόμενη 1 απέσυρε αμέσως την επίμαχη ανάρτηση.
  14. Όσον αφορά τις μεταβιβάσεις μετοχών και την αλλαγή διευθυντών ημερ. 7.2.17 αυτές δεν σχετίζονται με την ανάρτηση αλλά με το ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εναγομένης 1 προσέλκυσαν το ενδιαφέρον της Larixon οπότε οι αρχικοί μέτοχοι πώλησαν τις μετοχές τους και ακολούθησε ο διορισμός νέων διευθυντών. Η Ενάγουσα γνώριζε για την εν λόγω εξαγορά και τις αλλαγές από τις 7.3.
  15. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» (σελ. 213) για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης (mareva) θα πρέπει κατ' αρχάς να τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και τότε το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιον ή πρόσφορον να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις ανάγκες της δικαιοσύνης, δηλαδή πέραν των γενικών προϋποθέσεων απαιτούνται και κάποιες ειδικές προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ειδικές αυτές προϋποθέσεις επισημαίνεται κατ' αρχάς πως δεν θα απασχολήσει στην παρούσα το θέμα εν σχέσει με ακίνητη ιδιοκτησία δεδομένου ότι στην παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης της η Ενάγουσα δέχεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία εκτός από τραπεζικούς λογαριασμούς. Για το υπόλοιπο μέρος των αιτημάτων, όσον αφορά αυτές τις προϋποθέσεις και με παραπομπή στη σχετική νομολογία, αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» (σελ.215, 216) τα εξής: «Πέραν των γενικών προϋποθέσεων, ο ενάγων θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι:- (α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους, και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης. Ο ενάγων θα πρέπει, για ικανοποίηση του δικαστηρίου, να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία για τα πιο πάνω. Το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει, πέραν των γενικών κριτηρίων, να στρέψει την προσοχή του μεταξύ άλλων:- (α) Στη φύση της περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση. Για παράδειγμα, κατά πόσον πρόκειται για στοιχείο που εύκολα σπαταλείται, π.χ. χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο που πιο δύσκολα αποξενώνεται, όπως ακίνητη περιουσία, (β) στον κίνδυνο επίταξης ή μεταφοράς της κινητής περιουσίας εκτός δικαιοδοσίας, (γ) την οικονομική κατάσταση του εναγομένου και τον κίνδυνο να μη μπορέσει να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση εναντίον του σε περίπτωση που σπαταλήσει ή μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας τα κινητά περιουσιακά του στοιχεία, (δ) τη μόνιμη κατοικία του εναγομένου και το χρόνο διαμονής στην επικράτεια, (ε) το ιστορικό που αφορά στην πιστωτική ικανότητα του εναγομένου. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Co ν. Mexana Oil Ltd κ.α., το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας το πρωτόδικο δικαστήριο, εξέδωσε το ζητούμενο διάταγμα τύπου Mareva. Βρήκε ότι υπήρχε βάσιμος κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Έκρινε επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τέσσερις παράγοντες:- (α) Τη φύση του αντικειμένου που ήταν χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο εύκολα μπορούσε να μεταφερθεί στο εξωτερικό, (β) τη φύση, υπόσταση και τον τρόπο λειτουργίας της εναγομένης εταιρείας η οποία ήταν υπεράκτια και δεν διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο αλλά στο εξωτερικό και οι διοικητικοί σύμβουλοι εξουσιοδότησαν αλλοδαπό στο εξωτερικό να ενεργεί με γενικό πληρεξούσιο, (γ) τη σύντομη διάρκεια ζωής της εναγομένης εταιρείας στην Κύπρο στην αγορά της οποίας δεν είχε οποιαδήποτε φήμη και ούτε διεξήγαγε οποιεσδήποτε εργασίες (όλες οι εργασίες της ήταν στην Ουκρανία) και (δ) τη συμπεριφορά της εναγομένης με την απόκρυψη ισχυρισμών και την παρουσίαση αντιφατικών ισχυρισμών σε άλλες συναφείς και σχετικές διαδικασίες.» Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης σημειώνεται και πάλι με αναφορά στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ (ανωτέρω, σελ. 229) πως σε ορισμένες περιπτώσεις ένα τέτοιο διάταγμα χρησιμοποιείται ως επικουρικό του διατάγματος παγοποίησης με σκοπό να καταστήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στην έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος αποτελεσματική π.χ. για να εξακριβωθεί ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον εναγόμενο ή για σκοπούς αστυνόμευσης ενός διατάγματος παγοποίησης ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης (σελ. 260). Να σημειωθεί πως και αυτά χορηγούνται με φειδώ και μόνο αν κριθεί δίκαιο και ορθό (σελ. 264). Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να λεχθεί ότι το εγειρόμενο ζήτημα είναι το κατά πόσον η επίμαχη ανάρτηση συνιστά δυσφήμηση και ή επιζήμιο ψευδολογία εις βάρος της Ενάγουσας και περαιτέρω ότι αυτό όντως συνιστά σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εννοείται πως η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει γνωστές στο δίκαιο αιτίες αγωγής για τις οποίες ασφαλώς θα δικαιούται σε ανάλογες θεραπείες εάν επιτύχει στην αγωγή της. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη 1 δεν αρνείται την ανάρτηση σε δική της ιστοσελίδα του κειμένου και των φωτογραφιών καθώς και του κινητού τηλεφώνου της Ενάγουσας, με τα οποία η τελευταία παρουσιάζετο ως μασέρ. Η Ενάγουσα εξηγεί πως λόγω της δημοσίευσης αυτής, σε διάστημα 17 ωρών η ίδια δέχθηκε πέραν των 350 κλήσεων ή μηνυμάτων στο κινητό της, μέχρι την αφαίρεση της ανάρτησης από την ιστοσελίδα, πράγμα το οποίο επίσης δεν έχει αμφισβητήσει η Εναγόμενη 1. Στη μια φωτογραφία παρουσιάζεται η ίδια και σε άλλες δυο παρουσιάζεται γυναίκα σε ημίγυμνες στάσεις και το κείμενο προσκαλεί σε ολόσωμο μασάζ εάν τηλεφωνήσει ο ενδιαφερόμενος στο αναγραφόμενο κινητό το οποίο παραδεκτώς ανήκει στην Ενάγουσα. Αναμφίβολα υπάρχει ορατή πιθανότητα για την ίδια να επιτύχει στη θέση της ότι η όλη δημοσίευση ήταν δυσφημιστική. Σε τέτοια περίπτωση η κύρια θεραπεία για τη διάπραξη ενός τέτοιου αστικού αδικήματος θα είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Η Εναγόμενη 1 επικαλείται τα άρθρα 15 και 17 του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Ν.156
(1)/04. Ουσιαστικά διαφαίνεται πως η Εναγόμενη 1 θα στηριχθεί και θα προβάλει κατά την ακρόαση ότι η ίδια δεν υπέχει ευθύνη επειδή ως «φορέας παροχής υπηρεσιών» προέβη σε απλή μετάδοση (mere conduit) ή σε φιλοξενία (hosting) στην ιστοσελίδα της, στα πλαίσια παροχής κάποιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας την οποίαν παρείχε προς κάποιον (τρίτο) χρήστη της ιστοσελίδας της. Αρκεί να σημειωθεί πως για να επιτύχει η πρώτη ως άνω υπεράσπιση θα πρέπει να καταδειχθεί στο τέλος ότι η Εναγόμενη 1 (α) δεν αποτελεί την αφετηρία της μετάδοσης των πληροφοριών, (β) δεν έχει η ίδια επιλέξει τον αποδέκτη της μετάδοσης και (γ) δεν επιλέγει και δεν τροποποιεί τις μεταδιδόμενες πληροφορίες ενώ για να επιτύχει η δεύτερη υπεράσπιση θα πρέπει να καταδειχθεί (α) ότι η Εναγόμενη 1 δεν γνώριζε πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και ότι, σε ό,τι αφορά την αξίωση αποζημιώσεων δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία ή (β) ότι μόλις αντιλήφθηκε τα προαναφερθέντα απέσυρε ταχέως τις πληροφορίες. Γίνεται αντιληπτό πως η Εναγόμενη 1 θα βαρύνεται και θα προσπαθήσει να πείσει κατά την ακρόαση ότι δεν υπέχει ευθύνη για την ανάρτηση ή (όπως προέβαλε στην Υπεράσπιση της) ότι αυτή έγινε χωρίς να έχει επιδείξει αμέλεια η ίδια. Δεν είναι βέβαια θέμα το οποίο δύναται ή θα πρέπει να επιλυθεί με τελεσίδικο τρόπο στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Όμως δύναται να λεχθεί πως η ίδια στην Υπεράσπιση της περιγράφει συγκεκριμένη πορεία για τη δημιουργία λογαριασμού από χρήστη, η οποία περιλαμβάνει αφενός εσωτερικές διαδικασίες επιβεβαίωσης με αποστολή μηνύματος σε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και κωδικού σε κινητό για σκοπούς ενεργοποίησης του λογαριασμού και αφετέρου τον έλεγχο μέσω αυτοματοποιημένου συστήματος για τυχόν ακατάλληλες πληροφορίες (π.χ. λέξεις, παράνομα αντικείμενα, ανεπιθύμητα μηνύματα κ.λπ) πριν επιτραπεί από την ιστοσελίδα η πρόσβαση σε χρήστες. Όλα τα πιο πάνω αναμφίβολα θα συνεκτιμηθούν εν σχέσει με το κατά πόσον επρόκειτο για μία απλή μετάδοση ή για φιλοξενία, λαμβανομένου πάντοτε υπόψιν του ρόλου της Εναγομένης 1, για τον οποίο το μόνο που μπορεί να λεχθεί επί του παρόντος είναι πως δεν ήταν ανύπαρκτος και πάντως όχι τέτοιος που να αναιρεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπαρκτή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην περίπτωση του διατάγματος mareva, ακριβώς λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης» και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας (Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583). Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπειαν κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», ανωτέρω, σελ. 215). Στην Poltava (ανωτέρω) πέραν της παραπομπής στη Sunoil (ανωτέρω) συνοψίστηκαν τα γεγονότα και δύο άλλων πρωτόδικων αποφάσεων Ναυτοδικείου από τις οποίες προκύπτει ότι χορηγείται διάταγμα mareva μεταξύ άλλων όταν: - τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να το ανακτήσει ο ενάγων, οπότε και θα υποστεί μεγάλη αδικία, την οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να αποτρέψει (Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and others
(1976)1 C.L.R. 302) - αν δεν δοθεί το διάταγμα mareva, τότε σε περίπτωση που ο ενάγων επιτύχει, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση, ο εναγόμενος να μετακινήσει τα χρήματα του εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (Linmare Shipping Co. v. Roustani
(1979)1 C.L.R. 37). Στην ίδια υπόθεση (Poltava, ανωτέρω) παρατέθηκε αγγλική νομολογία βάσει της οποίας το διάταγμα mareva χορηγείται σε σχέση με επαπειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων εντός δικαιοδοσίας, καθώς και ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψιν της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθησομένη απόφαση υπέρ του ενάγοντος θα παραμείνει ανικανοποίητη, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει επιδειχθεί άνομη πρόθεση. Για τη μη αναγκαιότητα κατάδειξης πρόθεσης αποξένωσης υπήρξε παραπομπή στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. ............................... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση .......... Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση .................., εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Παρά τα πιο πάνω και με αφορμή την υπόδειξη σε αγγλική νομολογία (Ninemia) ότι ο ενάγων πρέπει να προσαγάγει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί υπήρξε παραπομπή στο σύγγραμμα "Mareva Injunctions Law and Practice" των S. Gee και G.M. Andrews από το οποίο παρατέθηκαν αφενός η υπόδειξη ότι εφόσον κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες και αφετέρου ορισμένοι από τους κανόνες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί με τέτοια διεργασία, μερικοί εκ των οποίων έχουν ως ακολούθως (σε μετάφραση του Έντιμου Δικαστή Καλλή): «
(1)Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων π.χ. την κατοικία του ή το γραφείο του ..................
(2)Η φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου .....
(3)Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγομένου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.
(4)Η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου ....................................
(5)Αν ο Εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία .............
(6)Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο ..........
(7)Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.
(8)Σχέσεις μεταξύ της Εναγομένης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις ............................
(9)Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα: Σχέδιο υπεκφυγής , ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα». Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός πως δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υπ' αυτή την έννοια σαφώς δεν δικαιολογείται η αιτούμενη γενική δέσμευση κινητής (και ακίνητης) ιδιοκτησίας βάσει του αιτητικού Γ της αίτησης. Έχω την άποψη πως τα πράγματα είναι διαφορετικά για την αναγκαιότητα δέσμευσης κάποιου ποσού σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1. Ίσως όχι για το ποσόν το οποίο ζητά η Ενάγουσα αλλά για μικρότερο, συνεκτιμούμενων της φύσης της δημοσίευσης, του χρόνου που παρέμεινε η ανάρτηση, της πιθανότητας αναγνώρισης ή ταύτισης της Ενάγουσας και γενικά της ενδεχόμενης ζημιάς που συναρτάται και με τον κύκλο ατόμων στα οποία φέρεται να δημοσιοποιήθηκε ή να έγινε αντιληπτή ως αφορώσα την Ενάγουσα, στοιχεία τα οποία ούτως ή άλλως θα έχουν τη σημασία τους στον καθορισμό τυχόν αποζημιώσεων. Η ίδια η Εναγόμενη 1 δέχεται ότι ασχολείται ουσιαστικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επίδικης ιστοσελίδας στον χώρο του διαδικτύου. Δεν αναφέρεται ούτε η ίδια σε οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό της στοιχείο εκτός από το ότι δεν αρνείται την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών επ' ονόματι της. Για τους οποίους λογαριασμούς στην ένσταση της καταγράφει ότι η άνευ όρων παγοποίηση μέχρι €500.000 ενδεχομένως να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της (π.χ. πληρωμή μισθών και άλλων λειτουργικών εξόδων), χωρίς όμως να αναφέρεται σε κάποιο ποσό συγκεκριμένα, αν και αναφέρεται στην εργοδότηση 11 υπαλλήλων σε μόνιμη βάση και στην ανάρτηση 1000 αγγελιών ημερησίως κατά μέσον όρο. Καθίσταται βέβαια αντιληπτό πως ο γενόμενος ήδη περιορισμός του ποσού από την Ενάγουσα (σε €100.000) και περαιτέρω η δέσμευση μόνο μέρους αυτού περιορίζει στο ελάχιστο δυνατό τον όποιο δυσμενή επηρεασμό σε μια τέτοιου μεγέθους επιχείρηση. Είναι γνωστή η νομική αρχή πως τα νομικά πρόσωπα συνιστούν ξεχωριστές νομικές οντότητες και ότι διαχωρίζονται από τους μετόχους τους και τους συμβούλους ή διευθυντές τους. Υπ' αυτή την έννοια η αλλαγή μετοχικής δομής της Εναγομένης 1 δεν μπορεί να σημαίνει αφ' εαυτής ότι υπάρχει πρόθεση της ίδιας της εταιρείας να αποξενώσει χρηματικά ποσά κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της ή ότι προσπαθεί να αποφύγει τη δικαστική διαδικασία αφού η Εναγόμενη 1 εξακολουθεί να παραμένει διάδικος υπερασπιζόμενη διά δικηγόρου, υπό οποιοδήποτε μετοχικό καθεστώς και αν έχει. Το αν εμπλέκονται φυσικά πρόσωπα σε τυχόν αδικοπραξία της εταιρείας είναι ένα διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν απασχολεί επί του παρόντος δεδομένου ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 1 μόνο. Παρά ταύτα όμως, έχει τη σημασία του το γεγονός ότι πλέον η Εναγομένη 1 ελέγχεται μετοχικά πλήρως (100%) από τη Larixon η οποία είναι πολυεθνική εταιρεία ασχολούμενη μόνο με ιστοσελίδες στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο, στη Μογγολία και στο Τατζικιστάν, δηλαδή κατά κύριο λόγο σε χώρες του εξωτερικού (και δη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης). Όπως και η Εναγόμενη 1 παραδέχεται μετά την εξαγορά της τον έλεγχο ανέλαβε και διατηρεί η πολυεθνική Larixon η οποία και (ευλόγως) διορίζει στο διοικητικό συμβούλιο πρόσωπα της εμπιστοσύνης της. Δεν παραγνωρίζεται ότι η Εναγομένη 1 έχει 15ετή παρουσία στην Κύπρο αλλά πρέπει να σημειωθεί πως μια τέτοια δραστηριότητα δεν είναι ιδιαίτερα μακρόχρονη ούτε και η ίδια η εταιρεία διατείνεται ότι είναι ουσιωδώς καθιερωμένη ή ευρέως γνωστή. Το κυριότερο όμως είναι η αναμφίβολη ευκολία με την οποία στη σύγχρονη εποχή δύνανται να μετακινηθούν ή μεταφερθούν οπουδήποτε οποιαδήποτε χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς. Αυτό το οποίο ζητείται είναι να διατηρηθεί σε αυτούς κάποιο ποσό το οποίο θα μπορούσε να διασφαλίσει τη μελλοντική ικανοποίηση μιας πιθανής δικαστικής απόφασης υπέρ της, το οποίο κρίνεται εύλογο. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις συμφωνώ ότι έχει καταδειχθεί επαρκώς ο κίνδυνος αποξένωσης και θα πρέπει να επιτύχει το αιτητικό περί διατήρησης κατ' ελάχιστον κάποιου συνολικού ποσού στους λογαριασμούς της Εναγομένης. Δεν θα συμφωνήσω ότι απαιτείται η δέσμευση ποσού στο ύψος που εισηγείται η Ενάγουσα. Κρίνω πως η παγοποίηση ποσού μέχρι €40.000 εξυπηρετεί πλήρως τις ανάγκες της υπόθεσης και διασφαλίζει την Ενάγουσα απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ. Ε75/2015, ημερ. 7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ. 292/10, ημερ. 20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται πως μεγαλύτερη αδικία θα προκαλείτο εάν εν τέλει δικαιώνετο η Ενάγουσα και εν τω μεταξύ να έχουν εξαφανιστεί οποιαδήποτε χρηματικά ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της σχετικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά δεν κρίνεται ότι προκαλείται οποιαδήποτε υπέρμετρη δυσκολία ή ανυπέρβλητος δυσμενής επηρεασμός στην Εναγομένη 1 από τη δέσμευση του συγκεκριμένου ποσού ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν τον μεγάλο όγκο αγγελιών (που επικαλείται) και την απουσία αναφοράς από την ίδια συγκεκριμένων ποσών τα οποία ενδεχομένως να κατεδείκνυαν τέτοια σοβαρή δυσκολία στην καθημερινή της λειτουργία. Κρίνεται επίσης πως δικαιολογείται το διάταγμα αποκάλυψης για σκοπούς αστυνόμευσης και ελέγχου εφαρμογής του διατάγματος παγοποίησης. Ενόψει της παγοποίησης συγκεκριμένου ποσού σε τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίοι ως θέμα κοινού υποβάθρου μεταξύ των διαδίκων, αποτελούν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης 1, δεν θεωρώ ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθεί το διάταγμα της παραγράφου Γ της αίτησης, το οποίο καθίσταται άνευ αντικειμένου λόγω της παραδοχής της Ενάγουσας ότι δεν υπάρχει άλλη περιουσία εκτός από τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Κατάληξη: Με βάση όλα τα ανωτέρω: Α. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παγοποιείται και δεσμεύεται συνολικό ποσόν €40.000 στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1, ήτοι απαγορεύεται η απόσυρση, μεταφορά, διάθεση ή η κατ' άλλον τρόπον αποξένωση οποιουδήποτε ποσού από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατά τρόπον που θα μειώνετο το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος της πιο κάτω από €40.000 και ως εκ τούτου η Εναγόμενη 1 οφείλει να διατηρεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς της το συνολικό ποσόν των €40.000 ανά πάσα στιγμή μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής, καθώς και για 60 ημέρες μετά την τελική εκδίκαση της. Β. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη 1 όπως εντός 7 ημερών αποκαλύψει ενόρκως τα στοιχεία ενός ή περισσοτέρων τραπεζικών λογαριασμών της στον ή στους οποίους θα παραμείνει παγοποιημένο και3 δεσμευμένο το συνολικό ποσόν των €40.000, ως ανωτέρω περιγράφεται, για σκοπούς παρακολούθησης της εφαρμογής του πιο πάνω διατάγματος. Γ. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης 1 ως θα υπολογισθούν συν Φ.Π.Α., τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.