ΑΡΜΕΥΤΗ κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 5200/15, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5200/15 Μεταξύ:
- XXXXX ΑΡΜΕΥΤΗ
- XXXXX ΑΡΜΕΥΤΗ Ενάγουσες -και- ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόμενη ......... Αίτηση υπό Εναγομένης ημερ. 23.8.17 για διαγραφή της Αγωγής Ημερ.: 11 Ιανουαρίου 2019 Για Εναγόμενη: κ. Μαυρόγιαννης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσες: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγουσες καταχώρισαν την πιο πάνω αγωγή τους στις 23.12.15 πλην όμως πριν τη συμπλήρωση των δικογράφων της η Εναγόμενη (εφεξής «η Τράπεζα») προχώρησε στις 22.1.16 με την καταχώριση της δικής της αγωγής υπ' αρ. 150/16 (εφεξής «η δεύτερη αγωγή»), στην οποίαν, εκτός από τις εδώ Ενάγουσες, προστέθηκε ως συνεναγόμενη 3 και η εταιρεία Γιάγκος Σιακαλλής & Υιοί Λτδ. Τα δικόγραφα της δεύτερης αγωγής εν σχέσει με τις εδώ Ενάγουσες (εκεί Εναγόμενες 1 και 2) συμπληρώθηκαν νωρίτερα από ό,τι στην παρούσα, ήτοι εκεί καταχωρίστηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 14.12.16 και Απάντηση και Υπεράσπιση της Τράπεζας στις 26.12.
- Λίγο αργότερα, ήτοι στις 5.5.17, οι Ενάγουσες καταχώρισαν την Έκθεση Απαίτησης τους στην παρούσα πρώτη αγωγή και εν συνεχεία προχώρησαν με αίτηση για απόφαση λόγω μη υπεράσπισης (ορισμένη τώρα στις 28.2.19 εν αναμονή εκδίκασης της παρούσας αίτησης). Η Τράπεζα όμως ισχυρίζεται με την παρούσα αίτηση της ότι μια απλή αντιπαραβολή των δικογράφων των Εναγουσών στις δυο αγωγές δεικνύει την ταυτοσημία των αξιώσεων και των εγερθέντων ζητημάτων, καθώς και ότι αφορούν τον ίδιο τρεχούμενο λογαριασμό και δύο ίδιες συμβάσεις δανείων ενώ παράλληλα προβάλλονται πανομοιότυπες λεπτομέρειες και ισχυρισμοί, αξιώνονται ταυτόσημες θεραπείες και εγείρονται τα ίδια πραγματικά και νομικά ζητήματα. Συνεπώς, κατά την εισήγηση της Τράπεζας η παρούσα αγωγή και η Έκθεση Απαίτησης σε αυτή είναι καταχρηστικές, επιπόλαιες, ενοχλητικές, σκανδαλώδεις, ανεπίτρεπτες και συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας, οπότε θα πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, περιέλαβε τα εξής αιτητικά στην παρούσα αίτηση: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την διαγραφή της ως άνω Αγωγής και κατ' επέκταση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγουσών ημερ. 23.12.15 και 5.5.17 αντίστοιχα, ως καταχρηστικές, ενοχλητικές, σκανδαλώδεις και ανεπίτρεπτες, το περιεχόμενο και η καταχώριση των οποίων προκαλούν δυσμενείς επιπτώσεις στους Εναγόμενους αφού η παρούσα αγωγή πραγματεύεται πανομοιότυπα πραγματικά και/ή νομικά ζητήματα με την Ανταπαίτηση στην αγωγή υπ' αρ. 150/15, που έχει καταχωρηθεί από τους νυν Εναγομένους εναντίον, μεταξύ άλλων, και των νυν Εναγουσών. ...................... Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή και/ή παραμερισμός και/ή απόρριψη της Αγωγής και κατ' επέκταση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγουσών 1 και 2 ημερ. 23.12.15 και 5.5.2017 αντίστοιχα, ως αντικανονικές και/ή ως αντιβαίνουσες τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή ως ενοχλητικές (vexatious) και/ή επιπόλαιες (frivolous) και/ή καταχρηστικές και/ή παράτυπες και/ή αχρείαστες, οι οποίες δημιουργούν στους Εναγόμενους ταλαιπωρία και έξοδα. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και κατ' επέκταση της Έκθεσης Απαίτησης αποτελεί κατάχρηση της Διαδικασίας (abuse of the process of the Court) και ως τέτοια δέον όπως απορριφθεί, εφόσον είναι μεταγενέστερη της Ανταπαίτησης στην Αγωγή υπ' αρ.150/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Δ. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφονται οι αξιώσεις στις παραγράφους 56 Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Η και Ι της παρούσας Αγωγής ως καταχρηστικές και/ή παράτυπες. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.19, 26, 20, 27 και 48, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ενώ συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του συνεργαζόμενου δικηγόρου κ. Μαστορούδη, στην οποίαν ουσιαστικά παρατίθεται το πιο πάνω ιστορικό γεγονότων με κατάληξη τις προαναφερθείσες εισηγήσεις της Τράπεζας. Ένσταση: Οι Ενάγουσες προέβαλαν επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι έχουν ως εξής: «
- Η αίτηση των εναγομένων είναι αστήριχτη, καταχρηστική και αντινομική.
- Η αίτηση της εναγόμενης αποτελεί ακραίο μέτρο που παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγουσών για πρόσβαση στο Δικαστήριο.
- Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού το αίτημα για διαγραφή της αγωγής και κατ' επέκταση της έκθεσης απαίτησης, είναι ουσιαστικά αβάσιμο και αστήρικτο.
- Η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας.
- Η Αιτήτρια υποβάλλει την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση, αφού επιδιώκεται η απαγόρευση στις Καθ' ων η αίτηση να μετέλθουν κανονικής δίκης.
- Η παρούσα αίτηση σκοπό έχει την πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση.
- Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ή εξυπακούονται στην ένορκη δήλωση.» Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο εκ των συνηγόρων τους κ. Μελάς προβάλλει διάφορα νομικά επιχειρήματα δεχόμενος το ιστορικό των γεγονότων και επισημαίνοντας ότι η πρώτη αγωγή είχε επιδοθεί πριν την καταχώριση της δεύτερης, ότι πριν την έκθεση απαίτησης τους είχαν προηγηθεί συζητήσεις προς διευθέτηση και ότι η τυχόν ταυτοσημία δεν αποτελεί λόγο διαγραφής αλλά ενδεχομένως λόγο για αναστολή της δεύτερης αγωγής (υπό της Τράπεζας), η οποία καταχωρίστηκε καταχρηστικά και αποτελεί κανόνα ότι είναι η μεταγενέστερη αγωγή που πρέπει να απορρίπτεται. Νομική Πτυχή: Όσον αφορά τη νομική πτυχή του ζητήματος θα πρέπει εν πρώτοις να διευκρινιστεί πως δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχής η διασύνδεση του αιτήματος είτε με τη Δ.19 κ.26 είτε με τη Δ.27 κ.
- Αφενός διότι η Δ.19 περιέχει τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και ο κ.26 αυτής είναι η γενική πρόνοια προς εφαρμογή των ειδικότερων κανόνων της Δ.19 ("..a general provision for enforcing the preceding Rules", Annual Practice 1958, σελ.477). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κ.26 το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο δυνατό να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο δυνατό να τείνει να βλάψει, εμβάλει σε αμηχανία ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Αφετέρου, επειδή η Δ.27 κ.3 αφορά διαγραφή ολόκληρης της αγωγής ή την εγκυρότητα δικογράφου ή τον παραμερισμό αγωγής όταν δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Cyper Group Ltd ν. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Γ. 1852, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338 και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316). Στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη ούτε υποδεικνύει ότι έχει παραβιαστεί κάποιος κανόνας σύνταξης της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης αλλά ούτε και εισηγείται την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος των Εναγουσών, οπότε δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω τα όσα ανέφερε εν σχέσει με τις δύο εν λόγω δικονομικές διατάξεις. Άλλωστε είναι εμφανές πως παρότι ενέπλεξε στην αγόρευση της τις δυο αυτές διαταγές, στην πραγματικότητα το έπραξε με αναφορά στον όρο «κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process)», επικαλούμενη ταυτοσημία των αξιώσεων που αντιμετωπίζει η ίδια στις δύο διαδικασίες και παραπέμποντας βασικά σε νομολογία, η οποία αφορά την απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας λόγω κατάχρησης, όπως οι κλασικές υποθέσεις Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και η Αναφορικά με Beogradska D.D.
(1996)1(Β) A.A.Δ. 911. Είναι δηλαδή σαφές πως η Εναγόμενη επικαλείται τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση κατάχρησης. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (ανωτέρω) η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην Beogradska (ανωτέρω) τονίστηκε πως η κατάχρηση δυνατόν να προσλάβει πολλές μορφές και ότι αναλόγως ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 ΑΑΔ 248 είχε ήδη αναγνωριστεί πως: «Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Στην Beogradska (ανωτέρω) επίσης γίνεται παραπομπή σε διάφορες υποθέσεις στις οποίες η μια εκ των δυο διαδικασιών (συνήθως η μεταγενέστερη) με τις οποίες επιδιώκοντο όμοιοι σκοποί με παράλληλα μέσα, ανεστάλη, ακριβώς επειδή κρίθηκε ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας, ήτοι στις Wright v. Bennett
(1948)1 All E.R. 227, Thames Launches v. Trinity Hours
(1961)1 All E.R. 26, Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments
(1971)3 All E.R. 558, Slough Estates v. Slough B.C.
(1967)2 All E.R. 27 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.α. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι στην Περρέλλα (ανωτέρω) καθώς και στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348 υιοθετήθηκε ως μέτρο η απόρριψη της διαδικασίας η οποία είχε κριθεί ως καταχρηστική. Με τη διαπίστωση ότι η αγγλική νομολογία δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα περί του πότε εφαρμόζεται η αναστολή και πότε η απόρριψη, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska (ανωτέρω) ανέφερε τα εξής: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Στη παρούσα περίπτωση από πλευράς γεγονότων παρατηρούνται τα εξής:
- Στις 23.12.15 με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στην παρούσα αγωγή τους οι Ενάγουσες αξίωναν: Α. Ακύρωση συμφωνίας δανείου ύψους CHF272.940 λόγω απάτης, δόλου, αμέλειας κλπ. Β. Ακύρωση της συμφωνίας λόγω παράβασης νόμων, κανονισμών ή οδηγιών. Γ. Ακύρωση της συμφωνίας λόγω παράνομης συμπεριφοράς και ή αντίθεσης στη δημόσια πολιτική. Δ. Δήλωση ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα είναι καταχρηστικοί ή άκυροι. Ε. Δήλωση ότι το ποσό δανείου σε Ελβετικά Φράγκα είναι το ποσό το οποίο έλαβαν σε Λίρες Κύπρου. ΣΤ. Απόφαση για μηδενισμό υπολοίπου. Ζ. Επιστροφή οποιουδήποτε καταβληθέντος ποσού. Η. Διαζευκτικά διάταγμα επαναπροσδιορισμού του οφειλόμενου ποσού. Θ. Δήλωση ότι οποιεσδήποτε αυξήσεις επιτοκίου ή επιβαρύνσεις είναι άκυρες. Ι. Δήλωση ότι ο τερματισμός οφείλεται σε αυθαίρετη ή παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας. Ια. Ακύρωση συνδεδεμένων συμφωνιών ή υποθηκών. Ιβ. Διαζευκτικά δήλωση ότι οι ίδιες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου. Ιγ. Διαζευκτικά δήλωση ότι δικαιούνται σε εύλογο χρόνο εξόφλησης των νόμιμων υπολοίπων. Ιδ. Αποζημιώσεις για ψευδείς δηλώσεις σε σχέση με όρους. Ιε. Αποζημιώσεις για ζημιές λόγω απάτης ή δόλου. Ιστ. Αποζημιώσεις για ζημιές λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς. Ιη. Τιμωρητικές αποζημιώσεις.
- Στις 30.12.15 η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στην Εναγομένη Τράπεζα, η οποία καταχώρισε μεν σημείωμα εμφάνισης στις 22.1.16 αλλά παράλληλα προχώρησε την ίδια μέρα στην καταχώριση της δικής της αγωγής υπ' αρ. 150/16, επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, εναντίον των εδώ Εναγουσών και της προαναφερθείσας εταιρείας (Εναγομένων 1, 2, 3 εκεί) αξιώνοντας: (α) Εναντίον των Εναγουσών τα υπόλοιπα - Ενός τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX7400 (€2.241) - Ενός μικρότερου δανείου υπ' αρ. XXXXX3489 (€15.791) (β) Εναντίον όλων - Το υπόλοιπο του Δανείου σε Φράγκα (CHF 195.300) - Διατάγματα εκποίησης (γ) Εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 - Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ενός αγοραπωλητηρίου εγγράφου για άλλο ακίνητο, λόγω εκχώρησης.
- Στις 14.12.16 οι Ενάγουσες ως Εναγόμενες 1 και 2 προχώρησαν σε καταχώριση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στη δεύτερη αγωγή αξιώνοντας: A. Κήρυξη ως πρόωρης και καταχρηστικής της εκεί διαδικασίας. Β. Δήλωση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα προώθησης εκείνης της αγωγής υπ' αρ. 150/
- Γ. Απόφαση ότι περιήλθαν σε οικονομική δυσπραγία λόγω αλόγιστης δράσης της Τράπεζας. Δ. Διαζευκτικά ακύρωση των συμφωνιών λόγω απάτης ή δόλου ή αμέλειας κ.λ.π.. Ε. Ακύρωση λόγω παράβασης νόμων, κανονισμών ή οδηγιών. ΣΤ. Ακύρωση λόγω παράνομης συμπεριφοράς ή αντίθεσης στη δημόσια πολιτική. Ζ. Δήλωση ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα είναι καταχρηστικοί ή άκυροι. Η. Δήλωση ότι το ποσό δανείου σε Φράγκα είναι το ποσό το οποίο έλαβαν σε Λίρες Κύπρου. Θ. Απόφαση για μηδενισμό υπολοίπου. Ι. Διαζευκτικά διάταγμα επαναπροσδιορισμού του υπολοίπου Ια. Διαζευκτικά δήλωση ότι δικαιούνται παροχής ευλόγου χρόνου προς εξόφληση. Ιβ. Δήλωση ότι οι ίδιες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου. Ιγ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις.
- Στις 5.5.17 οι Ενάγουσες καταχώρισαν και την Έκθεση Απαίτησης τους στην παρούσα πρώτη αγωγή στην οποία, με κάποιες διαφοροποιήσεις επανέλαβαν τις αξιώσεις που είχαν συμπεριλάβει στη Γενική Οπισθογράφηση τους. Συγκεκριμένα: - Επανέλαβαν όλες τις προαναφερθείσες αξιώσεις της γενικής οπισθογράφησης και με κατάλληλη αναρίθμηση προσέθεσαν με νέο περιεχόμενο μόνο τις παραγράφους Θ και Ιη που αφορούν: Θ. Ακύρωση του μικρότερου δανείου υπ' αρ. XXXXX3489 (€15.791) καθώς και του τρεχούμενου υπ' αρ. XXXXX7400 (€2.241) λόγω παρανομίας και ή αντίθεσης με τη δημόσια πολιτική. Ιη. Αποζημιώσεις για καταδολίευση και ή για συνωμοσία. Η ουσία όλων των πιο πάνω, είναι πως πράγματι, μεγάλο μέρος των αξιώσεων των Εναγουσών στην Ανταπαίτηση τους ταυτίζεται με τις αξιώσεις τις οποίες προωθούν με την Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα δική τους αγωγή, ως εξής: - Οι παράγραφοι Δ έως Θ εκείνης με τις παραγράφους Α έως ΣΤ της παρούσας - Η παράγραφος Ι εκείνης με την παράγραφο Η της παρούσας. - Η παράγραφος Ια εκείνης με την παράγραφο Ιδ της παρούσας. - Η παράγραφος Ιγ εκείνης με την παράγραφο Ιθ της παρούσας. Παρατηρείται λοιπόν ότι, εκτός από τις τρεις πρώτες αξιώσεις της Ανταπαίτησης οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα και δυνατότητα προώθησης της δεύτερης αγωγής συν την αξίωση αναγνωριστικής δήλωσης για την πρόκληση οικονομικής δυσπραγίας, (δηλαδή τις αξιώσεις υπό Α, Β και Γ), όλες οι υπόλοιπες αξιώσεις της Ανταπαίτησης περιλαμβάνονται αυτούσιες στη μεταγενέστερη Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών στην παρούσα αγωγή. Βέβαια από την άλλη πλευρά θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση Απαίτησης έχουν συμπεριληφθεί και αξιώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται στην Ανταπαίτηση, ήτοι οι παραγράφοι Ζ, Θ, Ια-Ιγ και Ιε-Ιη. Εξ αυτών οι παράγραφοι Ζ, Ια-Ιγ και Ιε-Ιζ αντιστοιχούν με τις συμπεριληφθείσες στη γενική οπισθογράφηση (πιο πάνω) παραγράφους Ζ, Ι-Ιβ και Ιδ-Ιστ ενώ οι παράγραφοι Θ και Ιη είναι οι νέες αξιώσεις, εισαχθείσες με την Έκθεση Απαίτησης. Αν και θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω πως η παράγραφος Θ είναι απλώς πιο εξειδικευμένη αξίωση για ακύρωση των συμφωνιών για τον τρεχούμενο και το μικρό δάνειο, η οποία αξίωση ουσιαστικά σχετίζεται με τη Ιβ της Έκθεσης Απαίτησης και καλύπτεται και αυτή από τη γενικότερη αξίωση Δ της Ανταπαίτησης για ακύρωση (όλων) των συμφωνιών, τις οποίες και αφορούσε η αγωγή της Τράπεζας. Συνάγεται λοιπόν πως οι ουσιώδεις αξιώσεις οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Ανταπαίτηση είναι βασικά οι: Υπό παράγραφο Ζ για επιστροφή οποιωνδήποτε καταβληθέντων ποσών. Υπό παράγραφο Ια για αναγνώριση ότι ο τερματισμός έγινε υπαιτιότητι της Τράπεζας. Υπό παράγραφο Ιγ για αναγνώριση ότι οι Ενάγουσες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου. Υπό παραγράφους Ιε-Ιθ για αποζημιώσεις. Σίγουρα η Τράπεζα ως Εναγόμενη στην πρώτη αγωγή δεν ήταν υποχρεωμένη να καταχωρίσει ξεχωριστή αγωγή για την προώθηση των δικών της αξιώσεων. Στον τρεχούμενο και στο μικρό δάνειο οφειλέτιδες ήταν μόνο οι Ενάγουσες ενώ περαιτέρω ο τρεχούμενος διασυνδέετο άμεσα με τη βασική συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα. Κρίνεται δηλαδή πως υπό αυτές τις περιστάσεις θα μπορούσε να είχε γίνει χρήση της Δ.21 κ.8 για καταχώριση ανταπαίτησης από την Τράπεζα για όλες τις συμφωνίες καθιστώντας την εταιρεία ως εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 3 (και τις Ενάγουσες ως Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενες 1 και 2) προβάλλοντας τις ίδιες αξιώσεις που προέβαλε με την αγωγή. Η ενέργεια της να προχωρήσει με ξεχωριστή αγωγή στην πραγματικότητα οδήγησε στην ύπαρξη δύο διασταυρούμενων αγωγών (crossed actions), δεδομένου ότι έτσι υφίσταντο δύο αγωγές έχουσες ουσιωδώς το ίδιο αντικείμενο και σίγουρα βασιζόμενες στα ίδια γεγονότα. Η εκδίκαση δύο διασταυρούμενων αγωγών εμπεριέχει τον κίνδυνο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων, πράγμα ανεπιθύμητο (βλ. Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(B) A.A.Δ. 1105). Εξ ου και το ότι υπό κανονικές περιστάσεις και κατόπιν σχετικής αίτησης αναστέλλεται η μια εκ των δύο, όχι απαραιτήτως η μεταγενέστερη, αφού λαμβάνονται υπόψιν και άλλα κριτήρια, όπως το ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης ή το μεγαλύτερο βάρος απόδειξης. Αυτό ακριβώς συνέβη στις υποθέσεις Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1401 και Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.
- Στην πρώτη αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα: «Στη συνέχεια το δικαστήριο αναφέρθηκε στους παράγοντες που προσμετρούν όπου εγείρεται θέμα αναστολής της μιας από δύο αγωγές με το ίδιο αντικείμενο ή τα ίδια γεγονότα. Και αναφέρθηκε στις υποθέσεις Thomson v. SE Ry Co., SE Ry Co v. Thomson [1882] 9 Q.B.D. 320, Rees v. Luxmoore, Luxmoore v. Rees [1888] 4 T.L.R. 355, Rechnitzer v. Samuel [1906] 95 L.T. 75, Thrutchley and Co Ltd v. Sharman, Sharman v. Thrutchley and Co Ltd [1917] 143 L.T. J. 236, Thames Launches Ltd v. Trinity House Corporation (Deptford Strond) [1961] 1 Ch.D.
- Η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν από άποψης αρχής ορθή όσο και αν ήταν αποσπασματική. Θα επιχειρήσουμε να εκθέσουμε με συντομία το πώς πρέπει να αντικρίζεται το ζήτημα. Το ποιά από δύο διασταυρούμενες αγωγές πρέπει να ανασταλεί, εξαρτάται από τις περιστάσεις. Γενικός και άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ποιός από τους δύο διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκεί όπου αυτό βρίσκεται στη μια πλευρά ή κυρίως στη μια πλευρά. Εκείνος που το φέρει πρέπει να αρχίζει πρώτος και γι' αυτό ορθό είναι να παραμένει η αγωγή στην οποία εκείνος είναι ενάγων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Αν συντρέχει μόνο ο ένας από αυτούς τους παράγοντες, τότε υπερισχύει έναντι οποιωνδήποτε άλλων. Αν συνυπάρχουν, τότε το δικαστήριο τους σταθμίζει για να επιλέξει μεταξύ τους. Στην απουσία και των δύο αποκτά σημασία η χρονολογική σειρά στην καταχώριση των αγωγών. Αυτοί οι τρεις παράγοντες δεν εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν αποκλείονται και άλλοι - ήσσονος όμως σημασίας συγκριτικά με τους πρώτους δύο -οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να εκτοπίσουν την χρονολογική σειρά». Να σημειωθεί ότι στη δεύτερη πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Λύρας το Εφετείο, αναστέλλοντας την παλαιότερη αγωγή, χορήγησε παράλληλα άδεια όπως οι ενάγοντες εκείνης καταχωρίσουν ανταπαίτηση στη μη ανασταλείσα μεταγενέστερη αγωγή. Εν πάση περιπτώσει όμως η Τράπεζα εδώ για δικούς της λόγους επέλεξε να καταχωρίσει τη δική της αγωγή. Αυτό δεν σήμαινε όμως πως οι Ενάγουσες ήταν υποχρεωμένες να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση στη μεταγενέστερη αυτή αγωγή, ιδιαίτερα εφόσον είχαν ήδη καταχωρίσει τη δική τους αγωγή όσον αφορά τις δικές τους αξιώσεις. Θα μπορούσαν και αυτές να προωθούσαν τη δική τους αγωγή με την καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης και εν συνεχεία να ζητούσαν ενδεχομένως την αναστολή της μεταγενέστερης (κάτι το οποίο εισηγήθηκαν τώρα διαζευκτικά κατά την αγόρευση τους) ή έστω οποιασδήποτε εκ των δύο αγωγών βάσει των πιο πάνω κριτηρίων, πράγμα το οποίο θα ήταν και το ορθότερο. Με τον τρόπο με τον οποίον προώθησαν τις δυο αγωγές οι Ενάγουσες και ειδικότερα προωθώντας τη δεύτερη αγωγή, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι ίδιες κατέληξαν να επιδιώκουν ουσιωδώς όμοιους σκοπούς με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί όντως με κατάχρηση της διαδικασίας. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το ότι στην Έκθεση Απαίτησης της δικής τους (παρούσας) αγωγής συνυπάρχουν οι δύο νέες αξιώσεις (i) για επιστροφή των καταβληθέντων και (ii) για καταβολή αποζημιώσεων, αφού και αυτές θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί σε ένα ενιαίο δικόγραφο, δεδομένου ότι έχουν το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων. Όπως και αν εξεταστεί το ζήτημα η μοναδική εύλογη κατάληξη είναι πως θα ήταν παράλογο να εκδικαστούν τα ζητήματα αυτά σε δύο αγωγές με δεδομένο μάλιστα τον υπαρκτό κίνδυνο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων. Καταλήγοντας λοιπόν διαπιστώνονται τα ακόλουθα: α) Η προγενέστερη παρούσα αγωγή, υπό των Εναγουσών, αφορούσε μόνο τη Συμφωνία Δανείου σε Φράγκα, της οποίας οι ίδιες επεδίωκαν την ακύρωση. Η μεταγενέστερη αγωγή, υπό της Τράπεζας, αφορούσε και τις τρεις Συμφωνίες, ήτοι για το Δάνειο σε Φράγκα, το Δάνειο σε Λίρες Κύπρου και τον τρεχούμενο λογαριασμό, εν σχέσει με τις οποίες η Τράπεζα επεδίωκε την είσπραξη των υπολοίπων. β) Κρίνεται πως οι δύο πιο πάνω αγωγές μέχρι του σημείου της καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα συνιστούσαν διασταυρούμενες αγωγές και πως με την υιοθέτηση της ορθής πρακτικής μία εκ των δύο θα έπρεπε να ανασταλεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπρεπε απαραιτήτως να ανασταλεί η μεταγενέστερη (βλ. Thomson v. SE Ry Co.
(1882)9 Q.B.D. 320 ".there is no hard and fast rule, in the case of cross actions, that the one which was commenced last must be the one to be stayed"). γ) Εν πάση περιπτώσει όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η επιλογή των Εναγουσών να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση στη μεταγενέστερη αγωγή αλλά και Έκθεση Απαίτησης στην προγενέστερη επιδιώκοντας ουσιωδώς ταυτόσημες θεραπείες αναμφίβολα συνιστά επιδίωξη όμοιων σκοπών με παράλληλα μέσα, δηλαδή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας οπότε και πάλι μία εκ των δύο θα πρέπει να ανασταλεί, στη βάση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, Τόμος 12
(2015), παρ. 1043). δ) Σύμφωνα με την Beogradska (ανωτέρω) και τη Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.α. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347 υφίσταται δικαίωμα επιλογής και είθισται να καλείται ο ενδιαφερόμενος διάδικος να επιλέξει ποιαν από τις δύο διαδικασίες θα προωθήσει. Στην παρούσα περίπτωση όμως, με δεδομένο αφενός ότι οι Ενάγουσες επέλεξαν να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση στη μεταγενέστερη αγωγή στην οποία μάλιστα έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και αφετέρου ότι στην εν λόγω αγωγή Ενάγουσα είναι η Τράπεζα η οποία φέρει το βάρος απόδειξης για την εγκυρότητα των συμφωνιών, οπότε δεν πρέπει να της αποστερηθεί το ωφέλημα αυτό, κρίνεται ορθότερο όπως ανασταλεί η παρούσα αγωγή των Εναγουσών. Κατάληξη: Για όλους τους πιο πάνω λόγους διατάσσεται όπως ανασταλεί κάθε διαδικασία στην παρούσα αγωγή και μην γίνει οτιδήποτε στα πλαίσια αυτής χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το αίτημα της Εναγομένης ήταν για διαγραφή και ή απόρριψη της αγωγής, ότι δικαιολογημένα προβλήθηκε ένσταση ως προς αυτό και ότι η αναστολή έχει επιτύχει στα πλαίσια της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και της εισήγησης των Εναγουσών ότι μία εκ των αγωγών θα μπορούσε να ανασταλεί κρίνεται ορθότερο αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης όπως κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της και συνεπώς εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο