← Κύπρος

Αβραάμ κ.α. ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και όπως έχει μετονομαστεί μεταγενέστερα και μέχρι σήμερα Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσι

Αβραάμ κ.α. ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και όπως έχει μετονομαστεί μεταγενέστερα και μέχρι σήμερα Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 841/14, 22/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 841/14 Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ΛΤΔ και των XXX Αβραάμ και XXX Αβραάμ από την Λεμεσό ΜΕΤΑΞΥ: 1. XXX Αβραάμ 2.XXX Αβραάμ Αιτητές και Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και όπως έχει μετονομαστεί μεταγενέστερα και μέχρι σήμερα Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ' ων η αίτηση -------------------------- Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Ο κ. Γ. Κωνσταντίνου για Κ.Μ. Χατζηπιέρας Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Α. Νικολάου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη ένστασης σε αίτηση/έφεση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης όπως και του ίδιου του διαιτητή που την εξέδωσε.) Οι αιτητές με την αρχική αίτηση/ έφεση τους επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερισθεί και/ή ακυρωθεί διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στις 13.06.2014. Οι αιτητές με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση τους την οποία στηρίζουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1 Θ.2, Δ.38 Θ.1 -3, Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ. 1- 4 και Δ.39 επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποίο να διατάσσεται η ενόρκως δηλούσα κα XXX Μιλτιάδους που υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της την ένσταση των καθ' ων η αίτηση όπως και ο κ. Στέλιος Παπαλεξάνδρου που ήταν ο διαιτητής που εξέδωσε τη διαιτητική απόφαση να αντεξεταστούν. Ας δούμε όμως σε τι ακριβώς συνίσταται το αίτημα και τι είναι που επιδιώκεται με αυτό. Όπως διευκρινίζεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, της δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, κας XXX Κωνσταντίνου, οι αιτητές επιζητούν την ανετξέταση της ενόρκως δηλούσας κας Μιλτιάδους στις παραγράφους 5 και 9 της ένορκης δήλωσης της τις οποίες παραθέτω αμέσως στη συνέχεια: Παρ. 5: «Στις 15.12.2009 υπογράφτηκε σύμβαση Δανείου με αριθμό λογαριασμού 7324047 - 8 μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και των αιτητών δυνάμει του οποίου το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ τους παραχώρησε δάνειο για το ποσό €174.000. Το εν λόγω δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δεν γίνει απαίτηση το δάνειο θα είναι πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις από €1.229,80σ. μηνιαίως της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 15.01.2010 και ούτω καθ' εξής την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα ωσότου το δάνειο περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων εξοφληθεί εντελώς. Παράλειψη ή άρνηση των αιτητών να καταβάλουν οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία ολικά ή μερικά στις καθορισμένες ημερομηνίες η μόλις οι καθ' ων η αίτηση απαιτήσουν οποιαδήποτε πληρωμή σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και δίδει το δικαίωμα στους καθ' ων η αίτηση να απαιτήσουν την πληρωμή του.» Παρ. 9: «Κατά ή περί την 11.10.2011, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ με βάση ρητό όρο της πιο πάνω Συμφωνίας, με συστημένη επιστολή προς τους αιτητές τερμάτισαν τη συμφωνία ημερ. 15.12.2009 και απαίτησε εξόφληση εντός 21 ημερών ολοκλήρου του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου πλέον τους σχετικούς τόκους. Με την εν λόγω επιστολή το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ προειδοποίησε ρητά τους αιτητές ότι μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους θα είχε ως αποτέλεσμα τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Επίσης με την εν λόγω επιστολή υπενθύμιζε τους αιτητές ότι ο λογαριασμός τους θα εβαρύνετο με επιτόκιο προς 8% σύμφωνα με προειδοποιητική επιστολή που τους εστάλη στις 24.02.2011. Επισυνάπτω ως Τεκμ. 1 στην παρούσα ένορκο δήλωση μου την επιστολή τερματισμού ημερ. 11.10.2011 και απόδειξη παραλαβής παράδοσης του ταχυδρομείου με σφραγίδα 21.10.2011.» Από τον Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου ζητούν ουσιαστικά όπως παρουσιάσει πρακτικά που τυχόν τηρήθηκαν στη διαδικασία και να αντεξεταστεί επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας αλλά και της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.38 Θ.Θ. 1-3, Δ.39 Θ.Θ. 1-21, Δ.48 Θ1-4 και Δ.39, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό ) Νόμο του 1962 Ν.39/1962άρθρα 6 και 8, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρα 1 - 37, στις γενικές αρχές του Νόμου, της Νομολογίας, των κανόνων επιείκειας και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: « 1. Η αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την έγκριση της Αίτησης και/ή δεν αποδεικνύει και/ή αποκαλύπτει βάσιμους και/ή ικανοποιητικούς λόγους και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έγκριση της Αίτησης. 3. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και να εγκρίνει ή απορρίψει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενης «η κυρίως αίτηση»). 4. Οι αξιούμενες θεραπείες είναι παντελώς ανυπόστατες και/ή αδικαιολόγητες και/ή γενικές και αόριστες και η καταχώριση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 5. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 38 και/ή της Διαταγής 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της δικαστηριακής πρακτικής και/ή της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει περιπλοκότητα και απώλεια πολύτιμου και σημαντικού χρόνου με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης κατά παράβαση του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου. 7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία. 8. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 9. Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Μιλτιάδους ημερ. 20.03.2017. Υποστηρίζει τα ακόλουθα: « 1. Είμαι στην υπηρεσία των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενων «οι Καθ' ων η Αίτηση»), με απόσπαση στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ (Κεντρικός Φορέας Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων) για την Περιφέρεια Λεμεσού από το Μάιο 2014 και τώρα κατέχω τη θέση της Τμηματάρχου Γ'. Γνωρίζω, δε, πολύ καλά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και διά λογαριασμό τους, στην οποίαν προβαίνω εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. 2. Τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην παρούσα ένορκη δήλωση, εκτός από αυτά για τα οποία ορίζεται άλλη πηγή γνώσης, εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση. Όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση είναι, εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, αληθή. 3. Έχω αναγνώσει την αίτηση των Αιτητών, ημερ. 1/2/2017 (εν τοις εφεξής καλούμενης «η αίτηση»), όπως και την ένορκη δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου, ιδίας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενης «η ένορκη δήλωση»). Εκτός όπου πιο κάτω ρητά προβαίνω σε παραδοχή, αρνούμαι όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της XXX Κωνσταντίνου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, ως να είχα εκθέσει αυτούς στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου και διαδοχικά και κεχωρισμένα αρνηθεί τον καθένα από αυτούς. 4. Πιστεύω ειλικρινά και τυγχάνω νομικής συμβουλής ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: (
  2. i)Η αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη. (
  3. ii)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την έγκριση της Αίτησης και/ή δεν αποδεικνύει και/ή αποκαλύπτει βάσιμους και/ή ικανοποιητικούς λόγους και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έγκριση της Αίτησης. (iii) Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και να εγκρίνει ή απορρίψει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενης «η κυρίως αίτηση»). (
  4. iv)Οι αξιούμενες θεραπείες είναι παντελώς ανυπόστατες και/ή αδικαιολόγητες και/ή γενικές και αόριστες και η καταχώριση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (
  5. v)Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 38 και/ή της Διαταγής 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της δικαστηριακής πρακτικής και/ή της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (
  6. vi)Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει περιπλοκότητα και απώλεια πολύτιμου και σημαντικού χρόνου με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης κατά παράβαση του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου. (vii) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία. (viii)Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (ix)Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων. 5. Περαιτέρω και με πλήρη επιφύλαξη της γενικότητας των πιο πάνω λόγων ένστασης, αναφέρω τα ακόλουθα: Με την αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος διά του οποίου να επιτρέπεται η αντεξέταση μου αναφορικά με την ένορκη δήλωση μου που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση στην κυρίως αίτηση, ημερ. 25/05/2015, (εν τοις εφεξής καλούμενης «η ένορκη δήλωσή μου») και ειδικότερα επί των εγγράφων τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 9 της εν λόγω ένορκης δήλωσης. 6. Ανατρέχοντας στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης μου, διαπιστώνεται ότι το μόνο έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά είναι η σύμβαση Δανείου μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και των Αιτητών με αριθμό λογαριασμού 7324047-8. Σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση της XXX Αβραάμ, η οποία στηρίζει την κυρίως Αίτηση, οι ίδιοι οι Αιτητές παραπέμπουν στην εν λόγω σύμβαση δανείου, χωρίς όμως και να την παραθέτουν. Για ποιο λόγο θα πρέπει να αντεξεταστώ επί του εν λόγω εγγράφου παραμένει άγνωστο καθότι ουδεμία αναφορά γίνεται ή λεπτομέρεια δίδεται επί τούτου στην ένορκη δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου. Υπογραμμίζω το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν αρνούνται την ύπαρξη της σύμβασης δανείου ούτε η XXX Κωνσταντίνου ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση ότι οποιαδήποτε αναφορά μου στην εν λόγω σύμβαση δανείου είναι αναληθής. Περαιτέρω, επιθυμώ να υπογραμμίσω το γεγονός, καθότι ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση είναι σημαντικό για την κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιούμενης αντεξέτασής μου, ότι η ερμηνεία των εγγράφων είναι έργο που εναπόκειται και εναποτίθεται στο Δικαστήριο και μάλιστα ανεξάρτητο από την υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Όσον αφορά την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης μου, γίνεται σ' αυτήν αναφορά στην επιστολή τερματισμού από τους Καθ' ων η Αίτηση της ως άνω σύμβασης δανείου καθώς και στην απόδειξη παραλαβής παράδοσης του ταχυδρομείου με σφραγίδα 21/10/2011, έγγραφα τα οποία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή μου. Γιατί θα πρέπει να αντεξεταστώ επί των εν λόγω εγγράφων και πάλι παραμένει άγνωστο καθότι δε δίνεται επ' αυτού του αιτήματος, ειδικότερα, δε, που αυτό ερείδεται, καμία λεπτομέρεια. Είναι καλά νομολογημένο, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, ότι μαρτυρία ότι έχουν αποσταλεί επιστολές τερματισμού της σύμβασης δανείου στους οφειλέτες κρίνεται ικανοποιητική για την απόδειξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της ταχυδρόμησης. Σημειώνω ότι δεν προβάλλεται, μέσω της ένορκης δήλωσης της XXX Κωνσταντίνου, η θέση ότι δεν ταχυδρομήθηκε στους Αιτητές η ως άνω επιστολή τερματισμού. Συνεπώς και επ' αυτού του σημείου το αίτημα αντεξέτασής μου έχει παραμείνει αναπόδεικτο οιασδήποτε αναγκαιότητας. Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα ζητήματα για τα οποία επιζητείται η αντεξέτασή μου δε χρήζουν αντεξέτασης. Σε κάθε περίπτωση δεν παρέχεται οποιοσδήποτε λόγος και/ή ικανοποιητικός λόγος που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η αντεξέτασή μου ή ότι συνιστά εξαιρετική περίσταση, η οποία επιβάλλει την αντεξέτασή μου. Στις 21/12/2016, εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, εκδόθηκε από το Σεβαστό Δικαστήριο ενδιάμεση απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και ειδοποίηση ένστασης, αντίστοιχα. Σύμφωνα με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κάθε πλευράς επί συγκεκριμένων σημείων της ένορκης δήλωσης του, εφόσον παρίσταται τέτοια ανάγκη και τεκμηριώνεται η προϋπόθεση της ύπαρξης «καλού λόγου προς τούτο». Οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση δεν προέβαλαν καλό λόγο και συγκεκριμένα δεν προέβαλαν κανένα λόγο προς τεκμηρίωση του αιτήματος τους για αντεξέτασή μου. Κατά συνέπεια τυχόν αντεξέταση μου επί των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 9 της ένορκης δήλωσής μου θα οδηγούσε σε κατάχρηση της διαδικασίας και σε αδικαιολόγητη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. 7. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ήδη, εξ όσων έχω διαπιστώσει, αρκετή και λεπτομερής μαρτυρία που υπό τις περιστάσεις καθιστά οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια σε σχέση με μαρτυρία, πάντοτε αναφορικά με την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, περιττή και συνεπώς αχρείαστη και μη αναγκαία. 8. Επιπρόσθετα και σε συνάφεια και συνέχεια των όσων αναφέρω στην παράγραφο 7 ανωτέρω, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για αντεξέταση του ίδιου του διαιτητή, Παπαλεξάνδρου. Εν πρώτοις, αναφέρω, εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, ότι η νομική βάση στην οποία ερείδεται η αίτηση δεν παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. 9. Εξ' όσων, περαιτέρω, πληροφορούμαι από τους ανωτέρω δικηγόρους και ειλικρινά πιστεύω, ο Παπαλεξάνδρου δεν έχει δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί της οποίας θα ήταν δυνατόν να αντεξεταστεί. Δεν υφίστανται γεγονότα που να τον καθιστούν μάρτυρα στην παρούσα διαδικασία, δεδομένου ότι δεν έχει ο ίδιος προβεί σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση και/ή δήλωση. 10. Επιπλέον, από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνω ότι η ενόρκως δηλούσα XXX Κωνσταντίνου αναφέρει ότι παρίσταται ανάγκη αντεξέτασης του διαιτητή της διαδικασίας επί των πρακτικών, των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή της μαρτυρίας που ενδεχομένως δόθηκε στην υπ' αυτού διεξαχθείσα διαδικασία διαιτησίας. Εν πρώτοις σημειώνω ότι δεν παρατίθενται λόγοι που αιτιολογούν την ανάγκη αντεξέτασης του Παπαλεξάνδρου. Εκ δευτέρου, ο ισχυρισμός αυτός, ως προβάλλεται είναι τόσο γενικός και αόριστος και αβάσιμος, ώστε θα αποστερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του υπέρ της αποδοχής του, αν δεν υπήρχαν οι ανωτέρω αναφερόμενοι νομικοί σκόπελοι: (
  7. i)Όσον αφορά τα πρακτικά της διαδικασίας της διαιτησίας, οι Αιτητές δε ζητούν να αντεξετάσουν επ' αυτών το διαιτητή αλλά ζητούν απ' αυτόν να τα παρουσιάσει! Τέτοια ευθύνη, βαραίνει, οπωσδήποτε τους ίδιους. Αν ήθελαν να παρουσιάσουν τα σχετικά πρακτικά θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την κατάλληλη διαδικασία για εξασφάλισή τους από το γραφείο του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών και παρουσίασή τους. (
  8. ii)Ζητούν, περαιτέρω, οι Αιτητές την αντεξέταση του Διαιτητή Παπαλεξάνδρου επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας. Μα τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας! Δεν υφίστανται ως Τεκμήρια! Πώς θα γίνεται η αντεξέταση; Ως με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, τέτοιο αίτημα οδηγεί δίχως άλλο σε δικονομική έκτροπή και καταστρατήγηση του δικαίου της απόδειξης. (iii) Τέλος, ζητούν οι Αιτητές να αντεξετάσουν το Διαιτητή Παπαλεξάνδρου επί της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του, εάν δόθηκε! Δεν είναι καν βέβαιοι ότι δόθηκε μαρτυρία αλλά υποβάλλουν αίτημα αντεξέτασης για κάτι (πιθανώς, γι' αυτούς) ανύπαρκτο! Εξάλλου, δε συγκεκριμενοποιούν, ως οφείλουν, για ποιο μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Διαιτητή Παπαλεξάνδρου θέλουν να τον αντεξετάσουν. Ως με πληροφορούν, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, το διάταγμα αντεξέτασης εκδίδεται μόνο εφόσον κρίνεται απαραίτητο μέσα από περιστάσεις που συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Τέτοια αναγκαιότητα προκύπτει στην περίπτωση όπου ένας διάδικος χρειάζεται απαραίτητα διευκρίνιση σε μία ασαφή θέση ή σ' ένα κατ' ισχυρισμό ασαφές γεγονός και εγείρεται μέσα από το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης του αντιδίκου και αποτελεί επίδικο θέμα της ενδιάμεσης αίτησης. Οπωσδήποτε, ένα διάταγμα αντεξέτασης δεν εκδίδεται για να συμπληρώσει προφορικά μαρτυρία που θα μπορούσε να είχε τεθεί γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου δια της οδού των ενόρκων δηλώσεων. 11. Τέλος, απορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεδομένου ότι, εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 21/12/2016, η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Εν προκειμένω, με το αίτημα των Αιτητών δε ξεκαθαρίζεται κατά πόσο η επιπρόσθετη μαρτυρία που επιθυμούν να προσαγάγουν αποτελεί γραπτή ένορκη δήλωση ή όχι. Συνεπώς, το αίτημα τους είναι ασαφές και αόριστο. 12. Επιπρόσθετα, από μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, δεν καθίσταται ξεκάθαρο πότε διαπιστώθηκε το λάθος στο οποίο οφείλεται η μη προσαγωγή της μαρτυρίας του Αιτητή αρ.1 ούτε και για ποιο λόγο καθίσταται απαραίτητο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να εγκριθεί το αίτημα τους για επιπρόσθετη μαρτυρία. 13. Εν όψει όλων των ανωτέρω, ειλικρινά, πιστεύω ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. 14. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καλώ το Σεβαστό Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση με έξοδα εις βάρος των Αιτητών.» Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ίδια αίτηση υπήρχε και αίτημα όπως η πλευρά των αιτητών καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτητή 1 κ. Αβραάμ την οποία κατ' ισχυρισμό τους εκ λάθους δεν είχαν καταχωρήσει προς υποστήριξη της αίτησης. Στη συνέχεια με τη συγκατάθεση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση επιτράπηκε η καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του κ. Αβραάμ όπως και απαντητική ένορκη δήλωση από την ίδια την κα Μιλτιάδους. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης και η αιτιολογία τους ως προς το ανεπίτρεπτο της καταχώρησης τέτοιας ένορκης δήλωσης έχουν χάσει τη σημασία τους και δεν θα με απασχολήσουν στη συνέχεια. Ο κ. Αβραάμ υποστηρίζει ότι δεν είχε ενημερωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου ισχυρισμό τον οποίο η κα Μιλτιάδους αντιτείνει ότι στάλθηκε επιστολή τερματισμού από πλευράς την καθ' ων η αίτηση αντίγραφα της οποίας όπως και υπογεγραμμένο αντίγραφο απόδειξης παραλαβής της από την καθ' ης η αίτηση 2 επισυνάπτει ως τεκμήρια στην απαντητική της ένορκη δήλωση η κα Μιλτιάδους. Προβάλλει ισχυρισμούς σε σχέση με τη διεξαχθείσα διαιτησία ότι τάχα δεν τηρούνταν πρακτικά σε αυτή κάτι που διαψεύδει η κα Μιλτιάδους η οποία και επισυνάπτει στην απαντητική ένορκη δήλωση της τόσο την απόφαση του Διαιτητή όσο και του πρακτικού που τηρήθηκε στη διαδικασία που προηγήθηκε και τα οποία διαψεύδουν τον ισχυρισμό του κ. Αβραάμ περί άρνησης τους του χρέους ή μέρους του και ως εκ τούτου εκδόθηκε η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση. Σε σχέση με τις αιτιάσεις του κ. Αβραάμ περί μη συγκατάθεσης τους σε παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία η κα Μιλτιάδους απαντά ότι η παραπομπή της διαφοράς που είχε προκύψει έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Ο ισχυρισμός του κ. Αβραάμ περί του διορισμού του κ. Παπαλεξάνδρου ως Διαιτητή και όσα κατ' ισχυρισμό διαμείφθηκαν σε σχέση με αυτόν διαψεύδονται σε παραπομπή άλλων ενόρκων δηλώσεων σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες όπου δεν προβλήθηκαν τέτοιοι ισχυρισμοί αλλά και προς διάψευση αυτών η κα Μιλτιάδους παρουσίασε σχετική επιστολή του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών περί του διορισμού του κ. Παπαλεξάνδρου ως διαιτητή προς επίλυση της διαφοράς μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση και πάλι με τη δυνατότητα που είχαν οι αιτητές να προβάλουν γραπτώς τις θέσεις τους η κα Μιλτιάδους αναφέρει ότι εκτός του ότι στις 15.05.2014 τους είχαν δοθεί αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού τους για να τις μελετήσουν ήταν γι' αυτόν τον λόγο που αναβλήθηκε η υπόθεση για τις 13.06.2014 όπως αναφέρεται στα πρακτικά (Τεκμ. 4). Ο ισχυρισμός ότι δεν έλαβαν την διαιτητική απόφαση και πάλι διαψεύδεται από την κα Μιλτιάδους η οποία ισχυρίζεται ότι τους επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στις 4.12.2014. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του κ. Αβραάμ ότι η διαιτητική απόφαση είναι αναιτιολόγητη η κα Μιλτιάδους υποστηρίζει ότι η διαδικασία διεξήχθη καθόλα νομότυπα και συμφώνως του νόμου όπως και η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε. Ο ισχυρισμός του κ. Αβραάμ ότι η ίδια η δανειακή συμφωνία πάσχει και είναι νομικά άκυρη δεν προβλήθηκε ως λόγος προσβολής της διαιτητικής απόφασης και επομένως δεν μπορεί να προβάλλεται στην ένορκη δήλωση και να εξεταστεί. Σε όποια έκταση τα όσα διαλαμβάνονται σε αυτές τις ένορκες δηλώσεις επηρεάζουν την παρούσα αίτηση και την απόφανση μου, το περιεχόμενο αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα ληφθεί υπόψιν για να αποφασιστεί εν τέλει κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κας Μιλτιάδους και του διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου στον οποίο στο μεταξύ σημειώνω ότι έχει επιδοθεί η αίτηση. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του ότι δεν θα επέτρεπε την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, κρίνοντας ότι η προσκόμιση μαρτυρίας διά ενόρκων δηλώσεων αποτελεί παραδεκτό τρόπο απόδειξης και σε διαδικασίες εναρκτήριων κλήσεων, διατηρώντας ωστόσο το δικαίωμα κάθε πλευράς, αν το επιθυμούσε, να καταχωρούσε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Περαιτέρω με άλλη ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι η αρχική αίτηση δεν πάσχει ως προς τον τύπο της. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ως άνω ενόρκων δηλώσεων με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών να προχωρούν με τις αγορεύσεις τους των οποίων είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτό κείμενο. Σε αυτές πέραν από τα γεγονότα της υπόθεσης προς υποστήριξη ο καθένας των θέσεων του παραθέτει σχετική νομολογία και αυθεντίες. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις έλαβα υπόψιν μου κατά την ετοιμασία της απόφασης μου. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει στη συνέχεια ειδικότερη αναφορά στα προβαλλόμενα επιχειρήματα όπως και σε νομολογία που με έχουν παραπέμψει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σύμφωνα με τη Δ.39 Κ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Σε μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής, η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)

(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660 όπου λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Πρέπει φυσικά να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της συγκεκριμένης διαδικασίας ήτοι του προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, και συνεπώς οι εκεί αναφερόμενες αυθεντίες σχετίζονται με τέτοιας μορφής υποθέσεις. Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.,
(2008)1Α Α.Α.Δ 280 το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης, ακόμη και εάν ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση συμφωνεί στην έκδοση του. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ότι η ζητηθείσα αντεξέταση δεν πρέπει να είναι άσχετη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της κυρίως αίτησης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878 κάτω από τον τίτλο "Discretionary power of Court as to evidence" αναφέρονται τα ακόλουθα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας το Ο.38 επεξηγείται πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ.επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (ανωτέρω) αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Ως εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το αίτημα για αντεξέταση θα πρέπει να υποβάλλεται με συγκεκριμένη αναφορά στα θέματα και σημεία της ένορκης δήλωσης που ο αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει. Η συγκεκριμενοποίηση των σημείων αυτών εξυπηρετεί από τη μια τις ανάγκες απονομής της δικαιοσύνης και δεν οδηγεί σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες και δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να μπορέσει να εξετάσει κατά πόσο το αίτημα δικαιολογείται και από την άλλη προφυλάσσει την εκτροπή της διαδικασίας από ακρόαση επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων σε ακροαματική διαδικασία με παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Το αίτημα ως υποβλήθηκε στο σημείο Α της αίτησης και με βάση την μαρτυρία προς στήριξη του στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της κας Άντρης Κωνσταντίνου, κρίνω εξ αρχής ότι είναι γενικό, αόριστο και δεν δύναται να εγκριθεί. Εξηγούμαι: Διαπιστώνεται από μελέτη των αιτητικών της αίτησης και της υποστηρικτικής τους ένορκης δήλωσης ότι οι αιτητές δεν αρνούνται την ύπαρξη της σύμβασης δανείου ούτε η Άντρη Κωνσταντίνου ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση ότι οποιαδήποτε αναφορά της ενόρκως δηλούσας κας Μιλτιάδους στην εν λόγω σύμβαση δανείου είναι ανακριβής ή αναληθής. Ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι η ερμηνεία των εγγράφων είναι έργο που εναποτίθεται στο Δικαστήριο να επιτελέσει και μάλιστα ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Επομένως ως αόριστο το αίτημα δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης όσον αφορά την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της κας Μιλτιάδους. Η ίδια η σύμβαση τέθηκε ως Τεκμ. 5 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μιλτιάδους και είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου για όποια αξία και αν αυτή ενέχει. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της παρ. 5 της ένορκης δήλωσης διαπιστώνεται ότι σε αυτή γίνεται αναφορά στη συναφθείσα σύμβαση δανείου που παραχωρήθηκε στους αιτητές παρέχοντας τις απαραίτητες λεπτομέρειες αυτής όπως είναι το ύψος του δανείου και τον τρόπο αποπληρωμής του και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τους όρους αποπληρωμής του. Διερωτώμαι τι είναι εκείνο που πέραν της παρουσίασης της ίδιας της σύμβασης όπως και έγινε με τη μεταγενέστερη παρουσίαση της ως Τεκμ. 5 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μιλτιάδους με ημερομηνία 1.02.2018 θα μπορούσε η ενόρκως δηλούσα να ερωτηθεί γι' αυτά. Όσον αφορά την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της κας Μιλτιάδους, σε αυτή γίνεται αναφορά στην επιστολή τερματισμού από τους καθ' ων η αίτηση της ως άνω σύμβασης δανείου καθώς και στην απόδειξη παραλαβής παράδοσης του ταχυδρομείου με σφραγίδα 21.10.2011, έγγραφα τα οποία συνοδεύουν την ένορκη δήλωση της ως τεκμήρια. Διερωτώμαι τι θα μπορούσε να είχε ερωτηθεί η εν λόγω ενόρκως δηλούσα σε σχέση με αυτό το ζήτημα και το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού. Σε κάθε περίπτωση δεν εξειδικεύεται τι είναι αυτό που απασχολεί την πλευρά των αιτητών για το οποίο θα πρέπει να ερωτηθεί η ενόρκως δηλούσα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η μαρτυρία ότι έχουν αποσταλεί επιστολές τερματισμού της σύμβασης δανείου στους οφειλέτες κρίνεται ικανοποιητική για την απόδειξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της ταχυδρόμησης. Σημειώνω ότι δεν προβάλλεται, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Κωνσταντίνου, η θέση ότι δεν ταχυδρομήθηκε στους αιτητές η ως άνω επιστολή τερματισμού. Συνεπώς και επί του περιεχομένου της παρ. 9 το αίτημα αντεξέτασης παραμένει αόριστο, ασαφές και δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα τής όποιας αντεξέτασης επ' αυτού. Επομένως κατά την αντίληψη μου το περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων επιζητείται η αντεξέταση της κας Μιλτιάδους δεν χρήζει αντεξέτασης. Σε κάθε περίπτωση δεν παρέχεται οποιοσδήποτε λόγος και/ή ικανοποιητικός λόγος που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η αντεξέταση της ή ότι συνιστά εξαιρετική περίσταση, η οποία επιβάλλει μια τέτοια αντεξέταση. Οι αιτητές στην παρούσα αίτηση δεν προέβαλαν καλό λόγο και ουσιαστικά δεν προέβαλαν κανένα λόγο προς τεκμηρίωση του αιτήματος τους για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Κατά συνέπεια τυχόν αντεξέταση της επί των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 9 της ένορκης δήλωσής της θα οδηγούσε σε κατάχρηση της διαδικασίας και σε αδικαιολόγητη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Το αίτημα, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εξειδικεύεται και συγκεκριμενοποιείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι η αντεξέταση αφορά στα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 9 της ένορκης δήλωσής της, ημερ. 25.05.
  1. Παρά ταύτα και συμφωνώντας με την πλευρά των καθ' ων η αίτηση διαπιστώνω ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στους λόγους που η αντεξέταση επ' αυτών των εγγράφων είναι απαραίτητη και για ποιο λόγο η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην κατηγορία των «εξαιρετικών περιπτώσεων» για να επιτραπεί η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Συμφωνώ σε όσα δηλώνει στην ένορκη δήλωση της η κα Μιλτιάδους, η οποία στηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση, ότι δηλαδή δεν αποκαλύπτεται, με την αίτηση και/ή την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, κανένας λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αντεξέτασης του Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου. Κατ' αρχή η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση των αιτητών δεν παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο κ. Παπαλεξάνδρου ούτε υπήρξε μάρτυρας σε δίκη (βλ. Δ.38 Κ.1 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας οποιαδήποτε ένορκη δήλωση (βλ. Δ.39 Κ.1 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) ούτως ώστε να καθίσταται χρήσιμη ή αναγκαία η αντεξέταση του. Οποιαδήποτε άλλη αντίκρυση του ζητήματος προκειμένου να διαταχθεί η παρουσία του κ. Παπαλεξάνδρου στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί εκφεύγει, πιστεύουμε, του ορθού δικονομικού πλαισίου και της σχετικής νομοθεσίας. Κατ' αρχή το αιτητικό Β της αίτησης αφορά αίτημα για αντεξέταση του Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου ο οποίος σημειώνω ότι δεν έχει δώσει μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Η δυνατότητα αντεξέταση με βάση την Δ.39 αφορά μάρτυρα ο οποίος έχει καταχωρήσει την μαρτυρία του υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Με βάση την απουσία ένορκης δήλωσης, η κλήση του προσώπου αυτού να αντεξεταστεί στερείται τόσο νομικού όσο και πραγματικού υποβάθρου ενώ δεν καλύπτεται από την Δ.
  2. την οποία επικαλούνται οι αιτητές. Επί της ουσίας τώρα του αιτήματος (αιτητικού Β), από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνω ότι η ενόρκως δηλούσα κα Κωνσταντίνου αναφέρει ότι παρίσταται ανάγκη αντεξέτασης του διαιτητή της διαδικασίας επί των πρακτικών, των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή της μαρτυρίας που ενδεχομένως δόθηκε στην υπ' αυτού διεξαχθείσα διαδικασία διαιτησίας. Σημειώνω ότι δεν παρατίθενται λόγοι που αιτιολογούν την ανάγκη αντεξέτασης του κ. Παπαλεξάνδρου ακόμα και επί αυτής της διαδικασίας τα πρακτικά της οποίας όπως και η απόφαση του έχουν επισυναφθεί στην απαντητική ένορκη δήλωση της κας Μιλτιάδους. Από την άλλη ο ισχυρισμός αυτός, ως προβάλλεται, είναι τόσο γενικός και αόριστος και αβάσιμος, ώστε θα αποστερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του υπέρ της αποδοχής του ούτως ή άλλως. Και αυτά καθότι: Οι αιτητές δε ζητούν να αντεξετάσουν επ' αυτών τον διαιτητή επί των πρακτικών της διαδικασίας αλλά ζητούν απ' αυτόν να τα παρουσιάσει. Τέτοια ευθύνη, βαραίνει, οπωσδήποτε τους ίδιους. Αν ήθελαν να παρουσιάσουν τα σχετικά πρακτικά θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την κατάλληλη διαδικασία για εξασφάλισή τους από το γραφείο του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών και παρουσίασή τους. Ούτως ή άλλως ο εν λόγω λόγος δεν υφίσταται τώρα εφόσον με την απαντητική ένορκη δήλωση της κας Μιλτιάδους αυτά έχουν επισυναφθεί ως Τεκμ.
  3. Ζητούν, περαιτέρω, οι αιτητές την αντεξέταση του Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας. Μα τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Δεν υφίστανται καν ως τεκμήρια. Και τοι ερώτημα είναι επί ποιων εγγράφων θα γίνει η αντεξέταση; Τέλος, ζητούν οι αιτητές να αντεξετάσουν τον Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου επί της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του, εάν δόθηκε. Δηλαδή δεν είναι καν βέβαιοι ότι δόθηκε μαρτυρία αλλά υποβάλλουν αίτημα αντεξέτασης για κάτι που πιθανόν να μην υφίσταται καν. Τα πρακτικά όμως που παρουσιάστηκαν ως Τεκμ. 4 στη συμπληρωματική ένορκη της κας Μιλτιάδους μιλούν αφ' εαυτών. Εξάλλου, δε συγκεκριμενοποιούν, ως οφείλουν, για ποιο μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Διαιτητή κ. Παπαλεξάνδρου θέλουν να τον αντεξετάσουν. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 περιορίζει αυστηρά τους λόγους άσκησης έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης στους ακόλουθους: (α) Ο Διαιτητής να δείξει κακή συμπεριφορά κατά την άσκηση της διαιτησίας, (β) να χειρίστηκε κακώς την υπόθεση κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, (γ) να υπήρξε παρατυπία στη διεξαγωγή της διαιτησίας και (δ) η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση να εκδόθηκε παράτυπα (βλ. Τσιμεντοποιϊα Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23 όπου τονίζεται ότι οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί. Παρόμοια και στην υπόθεση Ελένη Κούλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1Β ΑΑΔ 987. Κανένας από τους ως άνω λόγους δεν φαίνεται ότι δικαιολογεί, ενόψει και του μαρτυρικού υλικού που έχει κατατεθεί στα πλαίσια της παρούσας ένα αίτημα για παρουσία του κ. Παπαλεξάνδρου ενώπιον του Δικαστηρίου για οποιονδήποτε σκοπό. Το διάταγμα αντεξέτασης εκδίδεται μόνο εφόσον κρίνεται απαραίτητο μέσα από περιστάσεις που συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Τέτοια αναγκαιότητα προκύπτει στην περίπτωση όπου ένας διάδικος χρειάζεται απαραίτητα διευκρίνιση σε μία θέση και/ή σ' ένα γεγονός που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τις θέσεις και/ή καταχωρείται για την πλευρά του αντιδίκου και αποτελεί επίδικο θέμα της αίτησης. Οπωσδήποτε, ένα διάταγμα αντεξέτασης δεν εκδίδεται για να συμπληρώσει, προφορικά, μαρτυρία που θα μπορούσε να είχε τεθεί γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου δια της οδού των ενόρκων δηλώσεων. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι και το αιτητικό Β δεν έχει στοιχειοθετηθεί, παρέμεινε αόριστο, ασαφές και δεν πληροί τις υπό τις νομολογίας αρχές όπως έχουν εξηγηθεί πιο πάνω για να τύχη σύγκλησης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω αντίκρισης των αιτητικών της αίτησης επί της ουσίας τους δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω επί των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Κάθε τέτοια ενασχόληση μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον θα ενείχε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν έχει έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και στη νομολογία. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αρχικής αίτησης. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη ένστασης σε αίτηση/έφεση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης όπως και του ίδιου του διαιτητή που την εξέδωσε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.