← Κύπρος

Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd ν. Vasilyeva κ.α., Αρ. Αγωγής: 1620/2018, 22/2/2019

Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd ν. Vasilyeva κ.α., Αρ. Αγωγής: 1620/2018, 22/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. B. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1620/2018 Μεταξύ: Georgios A Georgiou & Sons Developers Ltd Ενάγουσας -και-

  1. **** Vasilyeva
  2. **** Gavrilenko
  3. Γενικού Εισαγγελέα διά τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Εναγομένων ......... Αίτηση ημερ. 18.7.18 υπό Ενάγουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα 22 Φεβρουαρίου 2018 Για Ενάγουσα: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χ. Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε στις 20.7.18 δύο ενδιάμεσα διατάγματα με τα οποία:
  4. Εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 από του να αποξενώσουν και μεταβιβάσουν το τεμάχιο
  5. Εμποδίζεται ο Εναγόμενος 3 να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε τη διώροφη κατοικία επί του τεμαχίου
  6. Παράλληλα με την έκδοση το Δικαστήριο όρισε τα διατάγματα και τη μονομερή αίτηση για επίδοση για σκοπούς οριστικοποίησης. Στην πραγματικότητα τα αιτητικά της Ενάγουσας ήταν διαφορετικά και η προβαλλόμενη θέση στην αγόρευση της ότι μετά από εξέταση της αίτησης εκδόθηκαν ανάλογα διατάγματα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Διατηρώντας την ίδια αρίθμηση αυτά τα οποία ζητούντο ήταν:
  7. Να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 να αποξενώσει το τεμάχιο 24 (ενώ εκδόθηκε και για τον Εναγόμενο 2).
  8. Να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 να αποξενώσει τη διώροφη κατοικία επί του τεμαχίου 360 (ενώ δεν εκδόθηκε καθόλου).
  9. Να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 3 να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε τη διώροφη κατοικία επί του τεμαχίου 360 (ενώ εκδόθηκε για κατοικία επί του τεμαχίου 24). Στις 27.8.18 με τη σύμφωνη γνώμη εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέως το διάταγμα που αφορούσε τον Εναγόμενο 3 κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο. Στις 4.9.18 καταχώρισε την ένσταση της η Εναγόμενη 1, την οποίαν ένσταση με σχετική δήλωση του υιοθέτησε στις 25.9.18 και ο Εναγόμενος
  10. Ούτε κατά την οριστικοποίηση ούτε αργότερα υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά για την ως άνω αναντιστοιχία των αιτητικών με τα εκδοθέντα διατάγματα. Αίτηση Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 44 ΙΘ-44 ΚΕ του Ν.9/65, στα άρθρα 4-9 του Κεφ.6, στη Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας κ. Γεωργίου, στην οποία εξηγεί το ιστορικό των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, τα ουσιώδη σημεία των οποίων είναι ότι:
  11. Η Ενάγουσα ανήγειρε επί του ιδιόκτητου τεμαχίου 360 διώροφη κατοικία την οποία πώλησε στις 24.5.07 στην Εναγόμενη 1 για το ποσό των ΛΚ390.000 το οποίο με την προτροπή, την υπόδειξη και τις οδηγίες της τελευταίας, θα καταβάλλετο ως εξής: α) Λ.Κ.90.000 «κάτω από το τραπέζι», ποσό μη εμφανιζόμενο στο συμβόλαιο β) Λ.Κ.300.000 συν Φ.Π.Α. θα φαινόταν στο συμβόλαιο και θα καταβαλλόταν δια δόσεων, ήτοι: - Λ.Κ.10.000 συν Φ.Π.Α. με την υπογραφή της σύμβασης - Λ.Κ.289.000 συν Φ.Π.Α. εντός 30 ημερών και με ταυτόχρονη παραλαβή κατοχής όπως και έγινε - Λ.Κ.1000 με τη μεταβίβαση το οποίο δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα, (ως ισχυρίζεται ο κ. Γεωργίου)
  12. Σε μεταγενέστερο στάδιο η Εναγόμενη 1 ζήτησε επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.90.000 ισχυριζόμενη ότι την είχαν ξεγελάσει για την καταβολή του, ο σύζυγος της με την Ενάγουσα, αξίωση την οποία συμπεριέλαβε στην αγωγή της υπ' αρ. 508/08, εναντίον τους η οποία απερρίφθη και εναντίον της απόφασης ημερ. 24.4.15 εκκρεμεί η Έφεση αρ. 209/
  13. Εκκρεμούσης της αγωγής 508/08 η Εναγόμενη 1 καταχώρισε και την αγωγή 2488/13 με την οποίαν αξίωνε μεταβίβαση της επίδικης οικίας και στην οποία η εδώ Ενάγουσα (πωλήτρια) ανταπαιτεί ακύρωση της σύμβασης επί τω ότι υπήρξε πληρωμή «κάτω από το τραπέζι» και άρα ήταν παράνομη συναλλαγή, όπως είχε κριθεί στην πρώτη αγωγή.
  14. Παράλληλα η Εναγόμενη 1 υπέβαλε στο Κτηματολόγιο και την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή υπ' αρ. Α.Ε.Α 17/2015, ζητώντας τη μεταβίβαση της οικίας επ' ονόματι της δυνάμει του ΠΩΕ 1935/07, στην οποία η Ενάγουσα υπέβαλε ένσταση στις 25.11.15 (Τεκμήρια 1 και 2). Αντί απάντησης, η Ενάγουσα έλαβε επιστολή ημερ. 26.10.17 με την οποία το Κτηματολόγιο την καλούσε να διεκπεραιώσει τη μεταβίβαση, στην οποία και απάντησε στις 28.12.17 (Τεκμήρια 3 και 4). Ένσταση στην μεταβίβαση είχε καταχωρίσει και ο δικηγόρος κ. Ιωάννου, προς τον οποίο η Εναγόμενη 1 είχε πωλήσει την επίδικη οικία και μεταξύ τους εκκρεμεί άλλη αγωγή υπ' αρ. 3071/12 (Τεκμήρια 5 και 6).
  15. Περί τον Μάϊο του 2018 ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε (από τον κ. Ιωάννου) ότι η οικία είχε εγγραφεί επ' ονόματι της Εναγομένης 1 κατά τον Ιανουάριο του 2018, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε από το Κτηματολόγιο, χωρίς οι δικηγόροι της Ενάγουσας να είχαν λάβει απάντηση στην παλαιότερη ένσταση τους. Εξ όσων έμαθε αργότερα, η θέση του Κτηματολογίου είναι ότι είχαν απαντήσει τον Αύγουστο του 2017 με διπλοσυστημένη επιστολή η οποία επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, οπότε η διαδικασία προχώρησε. Αυτό έγινε και εν σχέσει με απάντηση στην επιστολή του Κτηματολογίου στην επιστολή ημερ. 28.12.
  16. Μετά την εγγραφή επ' ονόματι της η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς την επίδικη οικία στον υιό της, Εναγόμενο
  17. Η θέση της Ενάγουσας είναι πως παράνομα το Κτηματολόγιο μεταβίβασε την οικία στην Εναγόμενη
  18. Ένσταση Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβαλαν επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι υπάρχει απόκρυψη, δεν ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, υπάρχει κατάχρηση, η Ενάγουσα εμποδίζεται να ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου διότι υπήρξε πρωταγωνίστρια σε παράνομη πράξη και η απόφαση του Κτηματολογίου για τιτλοποίηση δεν μπορεί να προσβάλλεται με αγωγή αλλά μόνο με έφεση. Στη συνοδεύουσα την ένσταση, ένορκη δήλωση της η Εναγόμενη 1 προβάλλει μεταξύ άλλων ότι:
  19. Το συμφωνηθέν τίμημα ήταν ΛΚ300.000 συν ΦΠΑ ήτοι συνολικά ΛΚ345.000 εκ των οποίων ποσό εκ Λ.Κ.10.000 καταβλήθηκε ως προκαταβολή και το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.335.000 πληρώθηκε με τραπεζικό έμβασμα στις 29.5.07 (Τεκμήρια 1 και 2). Στη δε αγωγή 582/08 (που είναι ο ορθός αριθμός και όχι 508/08 ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα) ο κ. Γεωργίου ενόρκως είχε δεχθεί ότι η ίδια είχε εξοφλήσει πλήρως το ποσό που αναγράφεται στο συμβόλαιο ήτοι Λ.Κ.345.000, συν Λ.Κ.90.000 «κάτω από το τραπέζι», ενώ εδώ ψευδώς ισχυρίζεται ότι παραμένει υπόλοιπο Λ.Κ.
  20. Το συμφωνηθέν τίμημα δεν ήταν Λ.Κ.390.000 και δεν υπήρξε καμία προτροπή της ίδιας για πληρωμή Λ.Κ.90.000 «κάτω από το τραπέζι». Αυτό τον ισχυρισμό τον προέβαλε για πρώτη φορά η Ενάγουσα κατά την ακροαματική διαδικασία της Αγωγής 582/08, στην οποία η ίδια (η Εναγομένη 1) διεκδικούσε επιστροφή των ΛΚ90.000, ενώ στην ένορκη του δήλωση στα πλαίσια εκδίκασης διατάγματος είχε αρνηθεί την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού πέραν των αναγραφομένων στο συμβόλαιο. Η ίδια είχε καταγγείλει και στο ΤΑΕ την απόσπαση ποσού ΛΚ90.000 με δόλο.
  21. Όσον αφορά την Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή το Κτηματολόγιο απέστειλε δύο ειδοποιήσεις ημερ. 4.9.17 και 22.9.17 στην Ενάγουσα, τις οποίες δεν παρέλαβε, χωρίς να δίδεται εξήγηση από τον κ. Γεωργίου, όπως δεν παρέλαβε και την μεταγενέστερη ειδοποίηση ημερ. 9.1.18 (Τεκμήρια 4-6). Όμως η Ενάγουσα παρέλαβε την Ειδοποίηση Μεταβίβασης Τύπου ΙΖ ημερ. 26.10.17 (Τεκμήρια 7 και 8), στην οποίαν και απάντησαν οι συνήγοροι της με επιστολή ημερ. 28.12.17, ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι την είχαν παραλάβει καθυστερημένα εντός Νοεμβρίου του
  22. Με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Εναγόμενη 1 παρουσίασε ως Τεκμήρια 1 και 2 αποσπάσματα από τα πρακτικά της Αγωγής 582/08 και συγκεκριμένα από τη μαρτυρία του κ. Γεωργίου, στην οποία αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 εξόφλησε πλήρως το ποσό των Λ.Κ.345.000 και ότι ο ίδιος είχε υποβάλει την πρόταση για πληρωμή χρημάτων «κάτω από το τραπέζι». Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση και όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ουσιαστικά η Ενάγουσα αξιώνει ακύρωση των μεταβιβάσεων της κατοικίας λόγω δόλου και ή διαζευκτικά αποζημιώσεις για την απώλεια της λόγω παράνομων ενεργειών των Εναγομένων. Αναμφίβολα πρόκειται για αναγνωρισμένες στο νόμο αιτίες αγωγής και αν η Ενάγουσα επιτύχει θα δικαιούται σε ανάλογες θεραπείες. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Από τη γενική οπισθογράφηση της Ενάγουσας διαπιστώνεται ότι οι ουσιώδεις αξιώσεις της είναι: A. Δήλωση περί του ότι η ίδια είναι η δικαιούμενη προς εγγραφή ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Β. Απόφαση ότι οι μεταβιβάσεις τις οποίες διενήργησε ο Εναγόμενος 3 (Διευθυντής Κτηματολογίου) είναι παράνομες και άκυρες. Γ. Διάταγμα ακύρωσης των εν λόγω μεταβιβάσεων, ήτοι της αρχικής επ' ονόματι της Εναγομένης 1 και της μεταγενέστερης επ' ονόματι του Εναγόμενου
  1. Δ. Αποζημιώσεις για τη ζημιά της λόγω νόσφισης εξουσίας από τον Εναγόμενο
  2. Ε. Διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους €750.000 ως την αγοραστική αξία της κατοικίας. Όπως και η ίδια η Ενάγουσα αναγνωρίζει στην αγόρευση της, τη βασική αιτία αγωγής συνιστά η αξίωση ακύρωσης των μεταβιβάσεων λόγω δόλου, απάτης και συνωμοσίας μεταξύ των Εναγομένων. Επιβεβαιώνεται και από την ένορκη δήλωση της (παράγραφος 12) πως αυτό το οποίο θα προωθήσει η Ενάγουσα είναι πως ο Εναγόμενος 3 παράνομα μεταβίβασε την κατοικία διότι: - παραβίασε τα συμβατικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της (Ενάγουσας) - με την ενέργεια του αυτή ανέλαβε εξουσία Δικαστηρίου χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη στιγμή που γνώριζε μέσω της ένστασης της Ενάγουσας (ημερ. 25.11.15) ότι το πωλητήριο ήταν άκυρο λόγω παρανομίας την οποία είχε αναγνωρίσει το Δικαστήριο στην αγωγή 582/08 - με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της στην αγωγή 2488/13 η Ενάγουσα αιτείται την ακύρωση του πωλητηρίου - η Εναγόμενη 1 δεν εξόφλησε το τίμημα αγοράς όπως προνοεί ο τροποποιητικός Ν.139
(1)/15, ο οποίος στην Αίτ/Εφ.53/16 κηρύχθηκε αντισυνταγματικός, πράγμα το οποίο γνώριζε ο Εναγόμενος 3. Το ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον υπάρχει ορατή, έστω, πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και στις πιο πάνω αξιώσεις της Ενάγουσας. Έχει καταστεί σαφές μέσα από την παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων πως οι εμπλεκόμενοι στην αίτηση διάδικοι συμφωνούν στα βασικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στο ιστορικό των σχέσεων τους. Ειδικότερα, για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, συνιστά κοινό υπόβαθρο μεταξύ τους ότι δυνάμει σχετικού συμβολαίου ημερ. 24.5.07 η Ενάγουσα είχε πωλήσει στην Εναγόμενη 1 την επίδικη κατοικία. Η Εναγόμενη 1 είχε καταθέσει για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης το εν λόγω συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο, λαμβάνοντας τον αριθμό ΠΩΕ 1935/07. Λίγους μήνες αργότερα, ήτοι στις 29.2.08, με την αγωγή της υπ' αρ. 582/08 ισχυρίστηκε πως πέραν του αναγραφόμενου τιμήματος αγοράς (Λ.Κ.300.000 συν Φ.Π.Α. ύψους ΛΚ45.000) που είχε ήδη καταβάλει, οι εκεί Εναγόμενοι 1 και 2 της είχαν ζητήσει και κατέβαλε ακόμα Λ.Κ.90.000 προς την εδώ Ενάγουσα, πωλήτρια εταιρεία, ποσόν του οποίου και αξίωσε την επιστροφή. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία και στην απόφαση του ημερ. 24.4.15 το Δικαστήριο έκρινε πως η Εναγόμενη 1 γνώριζε εξαρχής αφενός ότι το ποσό των Λ.Κ.90.000 θα δίδετο στην Ενάγουσα πωλήτρια και αφετέρου ότι αυτό θα αποτελούσε μέρος του τιμήματος, έστω και αν δεν είχε καταγραφεί στο πωλητήριο. Αποτέλεσε διαπίστωση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου πως η ίδια γνώριζε για αυτή την παρανομία και πως έτσι απέτυχε να αποδείξει απάτη ή δόλο ως οι ισχυρισμοί της στην αγωγή εκείνη. Κατέληξε ως εξής το Δικαστήριο: «Η Ενάγουσα γνώριζε για την παρανομία. Βέβαια η συμφωνία της με τους Εναγόμενους 2 έχει ολοκληρωθεί και εκτελεστεί στη βάση των συμφωνηθέντων ως προς το τίμημα, περιλαμβανομένου του ποσού των ΛΚ90.000,00 το οποίο αποτελούσε μέρος αυτού. Δεν υπάρχει κάτι που εκκρεμεί ώστε να έχει σημασία να κηρυχθεί άκυρη η συμφωνία. Ούτε το ζητά η Ενάγουσα, αλλά ούτε και υπάρχει ανταπαίτηση για τέτοιο ζήτημα. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, δεν δικαιολογείται η επιστροφή του ποσού που δόθηκε από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους 2». Όπως έχει λεχθεί ήδη, εναντίον της απόρριψης της αγωγής ασκήθηκε έφεση, η οποία και εκκρεμεί. Σημειώνεται πως για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν έχουν αμφισβητηθεί τα παρουσιασθέντα με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ότι κατά τη μαρτυρία του ο κ. Γεωργίου είχε παραδεχθεί: (
  1. i)πως δεν παρέδωσε την κατοχή (κλειδί) μέχρι την επιβεβαίωση από την τράπεζα για την καταβολή του ποσού των ΛΚ300.000 συν Φ.Π.Α, το οποίο αποτελεί το καταγραφέν στο πωλητήριο τίμημα (
  2. ii)πως όταν στις 29.5.07 θα παρέδιδε την κατοχή παρέμεναν οι «άλλες 45 χιλιάδες λίρες» και (iii) ότι συνολικά δόθηκαν οι Λ.Κ.90.000, ως «μαύρα», δηλαδή μη δηλωθέντα στο συμβόλαιο, όπως ήταν και το εύρημα του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια λοιπόν της αίτησης αυτής δεν φαίνεται να ευσταθεί η θέση της Ενάγουσας ότι παραμένει υπόλοιπο Λ.Κ.1000, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν πως η Εναγόμενη 1 επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2 τις αποδείξεις καταβολής Λ.Κ.10.000 και εμβάσματος Λ.Κ.335.000 στην Ενάγουσα, χωρίς να έχει αντικρουστεί στα πλαίσια της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει εκκρεμούσης εκείνης της αγωγής η εδώ Εναγόμενη 1 καταχώρισε στις 19.6.13 και τη δεύτερη αγωγή της υπ' αρ. 2488/13 εναντίον της εδώ Ενάγουσας πωλήτριας με την οποία αξίωνε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και διάταγμα εγγραφής της κατοικίας επ' ονόματι της, η οποία αγωγή εκκρεμεί. Η Ενάγουσα, πωλήτρια, στην Υπεράσπιση της εκεί δέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.90.000 «κάτω από το τραπέζι» σε μετρητά και χωρίς αυτό να αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο έγγραφο «ούτως ώστε να μην καταβληθούν τα ανάλογα τέλη και Φ.Π.Α. Στη βάση αυτή η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το πωλητήριο πάσχει νομικά και είναι άκυρο, οπότε λόγω της συμμετοχής της σε παράνομη συναλλαγή η Εναγόμενη 1 κωλύεται να αξιώνει από το Δικαστήριο θεραπείες. Βάσει δε των θέσεων της αυτών η Ενάγουσα αξιώνει στην εν λόγω αγωγή ανταπαιτητικώς αναγνωριστική δήλωση και διάταγμα ότι το πωλητήριο είναι άκυρο ως προϊόν παράνομης συναλλαγής. Στις 4.9.15 τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.139
(1)/15, ο οποίος όντως ρυθμίζει ζητήματα «εγκλωβισμένων αγοραστών». Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η Εναγόμενη 1 εντός του 2015, χρησιμοποιώντας τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, υπέβαλε σχετική αίτηση υπ' αρ. ΑΕΑ 17/2015 με σκοπό να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας, βάσει του κατατεθειμένου πωλητηρίου. Η ακριβής ημερομηνία υποβολής της αίτησης (9.9.15), εντοπίζεται στο Τεκμήριο 10 της ένστασης της στο οποίο παρατίθεται από το Κτηματολόγιο και όλο το ιστορικό της αίτησης. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης ο Εναγόμενος 3 είχε αποστείλει την προβλεπόμενη Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ ημερ. 14.10.05 προς την πωλήτρια ενημερώνοντας για την πρόθεση του να μεταβιβάσει την οικία στην αγοράστρια βάσει του ΠΩΕ1935/2007 και καλώντας την πωλήτρια να υποβάλει ένσταση, εάν επιθυμούσε, πράγμα που η τελευταία έπραξε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 25.11.05. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ του Ν.9/65 ο Διευθυντής αποστέλλει την πιο πάνω Ειδοποίηση ΙΕ στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Κ [ήτοι (α) καταβολή τιμήματος και (β) ύπαρξη τίτλου]. Όπως προνοείται στο άρθρο 44ΚΒ
(3), σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση ενώ αντιθέτως σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης προχωρεί βάσει της διαδικασίας του εδαφίου
(2)στη μεταβίβαση. Στην παρούσα περίπτωση τα μέρη συμφωνούν ότι πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση επ' ονόματι της Εναγομένης 1 περί τον Ιανουάριο του
  1. Στο πιο πάνω ιστορικό του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 10) καταγράφεται ότι αυτή έγινε στις 2.1.
  2. Ό,τι χρειάζεται να σημειωθεί είναι μόνο πως η υφιστάμενη μαρτυρία, στα πλαίσια πάντα της ενδιάμεσης αυτής αίτησης, τείνει να δείξει πως ο Εναγόμενος 3 (Διευθυντής) ικανοποιήθηκε για τη συνδρομή των νομοθετικών προϋποθέσεων και ασκώντας τη δική του εξουσία βάσει του εν λόγω Νόμου προχώρησε στη μεταβίβαση. Η Ενάγουσα αναφέρεται μεν σε συνωμοσία, απάτη και δόλο μεταξύ Εναγομένων πλην όμως δεν παραθέτει κάποιο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να εκτιμηθεί σήμερα ότι στα πλαίσια ακρόασης της ουσίας της αγωγής θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, ήτοι ύπαρξης παράνομης συμφωνίας, συνωμοσίας, απάτης ή δόλου. Ούτε στην προωθούμενη θέση περί αντισυνταγματικότητας του Ν.139
(1)/15 δύνανται να εντοπιστούν ερείσματα βασιμότητας. Είναι γεγονός πως ο εν λόγω Νόμος έχει κριθεί αντισυνταγματικός σε πλείστες όσες αποφάσεις πρωτόδικων δικαστηρίων επί των οποίων και αναμένεται η ετυμηγορία του Εφετείου. Το παρόν Δικαστήριο είχε επίσης την ευκαιρία να ασχοληθεί με το θέμα (σε τρεις υποθέσεις Ε. Δ. Λευκωσίας ήτοι στις Εφέσεις υπ' αρ. 275/16 ημερ. 31.1.18, 99/16 ημερ. 3.8.18 και 226/17 ημερ. 7.9.18) και συμφώνησε ότι ο Νόμος ήταν αντισυνταγματικός αλλά τούτο υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων και ουσιαστικά επειδή παραβίαζε τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα του συμβάλλεσθαι και της ιδιοκτησίας κάποιων δανειστών λόγω διαγραφής των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί της μεταβιβαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας, τα οποία προηγούντο. Στην παρούσα περίπτωση όμως δεν εγείρεται ζήτημα διαγραφής προγενέστερου εμπράγματος δικαιώματος της Ενάγουσας ούτε και προβάλλεται παράβαση κάποιου άλλου συγκεκριμένου άρθρου με την απαιτούμενη λεπτομέρεια ούτως ώστε να δύναται να λεχθεί ότι υπάρχει ορατή, έστω, πιθανότητα επιτυχίας σε μια τέτοια θέση. Η μεγαλύτερη όμως δυσκολία στην στοιχειοθέτηση ορατής έστω πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή της Ενάγουσας έγκειται στο ότι επιδιώκει με αυτή να ακυρώσει απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου ενώ η ίδια παρέλειψε ή αμέλησε ή για άλλον λόγο απέφυγε να ασκήσει το ορθό ένδικο μέσο της Έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 κάθε πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής ή απόφασης του Διευθυντή, βάσει του εν λόγω νόμου, δύναται εντός 30 ημερών από της κοινοποίησης (στο πρόσωπο αυτό) της εν λόγω διαταγής ή απόφασης, να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, οπότε εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν τα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224. Για να καταστεί πλήρως αντιληπτή η εμβέλεια της πιο πάνω πρόνοιας αρκεί να σημειωθεί πως σύμφωνα με το εδ.
(2)του άρθρου 51 του Ν.9/65 ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγής ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικά με το οποίο έχει εξουσία ο Διευθυντής δυνάμει του Ν.9/65, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)έφεση. Η ίδια η Ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της πως περί τα τέλη Μαϊου του 2018 πληροφορήθηκε για τη μεταβίβαση της κατοικίας στην Εναγόμενη 1, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε αμέσως μετά και από το Κτηματολόγιο. Αντί οποιασδήποτε έφεσης όμως επέλεξε να προχωρήσει στις 18.7.18 με την παρούσα αγωγή. Συνεπώς, ακόμα και αν δεν είχε λάβει πριν άλλη επίσημη γραπτή ενημέρωση, γεγονός παραμένει πως ενημερώθηκε τον Μάϊο του 2018 και η προθεσμία της για έφεση άρχιζε από τότε. Εκ του περισσού θα πρέπει να σημειωθεί πως εάν η Ενάγουσα επιθυμούσε να προσβάλει την εγγραφή επ' ονόματι της Εναγομένης 1, επικαλούμενη δόλο ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, είχε στη διάθεση της και τις πρόνοιες του άρθρου 50 του Ν.9/65 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 61 του Κεφ.224. Η ουσία όλων των πιο πάνω είναι πως δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Δεν θα συμφωνούσα ότι συντρέχει στην παρούσα η τρίτη προϋπόθεση αφού και μόνον η προώθηση διαζευκτικής αξίωσης για αποζημιώσεις (ύψους €750.000) για την απώλεια της κατοικίας είναι υπεραρκετή και καταδεικνύει ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα για μελλοντική απόδοση αποζημιώσεων οι οποίες θα συνιστούσαν αναμφίβολα επαρκή θεραπεία, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν πως τις εισηγείται η ίδια η Ενάγουσα. Άλλα Ζητήματα Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης οφείλω να σημειώσω και τα ακόλουθα:
  1. Το εκδοθέν διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αφορά, όπως έχει λεχθεί, τη μη αποξένωση του τεμαχίου
  2. Το εν λόγω τεμάχιο δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο τεμάχιο
  3. Άλλωστε τα δύο αυτά τεμάχια ευρίσκονται σε διαφορετικούς Δήμους της Λεμεσού. Πέραν του ότι το διάταγμα αυτό εκδόθηκε και για διάδικο τον οποίο δεν αφορούσε, είναι αξιοσημείωτο πως στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για το εν λόγω τεμάχιο, την αξία του και κυρίως για τον λόγο για τον οποίο ζητήθηκε η μη αποξένωση του. Ούτε στην αγόρευση της Ενάγουσας υπάρχει σχετική αναφορά. Αντιθέτως εκεί γίνεται παραπομπή μόνο στο άρθρο 4 του Κεφ.6, το οποίο αφορά δέσμευση ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να οριστικοποιηθεί ούτως ή άλλως το εν λόγω διάταγμα ελλείψει ισχυρισμού και μαρτυρίας για οποιαδήποτε άλλη βάση (π.χ. για σκοπούς ικανοποίησης απόφασης αποζημιώσεων).
  4. Το αιτητικό υπ' αρ.2 στην αίτηση αφορούσε την παρεμπόδιση του Εναγομένου 2 από το να αποξενώσει την επίδικη κατοικία στο τεμάχιο
  5. Δεν φαίνεται να είχε εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Εφόσον περιέχεται στην αίτηση θεωρώ πως θα ήταν δυνατό να εκδοθεί σε αυτό το στάδιο εάν κατά τα άλλα διαπιστώνετο ότι συνέτρεχαν οι καθιερωμένες προϋποθέσεις. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κρίνεται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, οπότε υπόκειται σε απόρριψη.
  6. Το αιτητικό υπ' αρ.3 στην αίτηση αφορούσε την παρεμπόδιση του Εναγομένου 3 από το να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία η οποία όμως ευρίσκεται στο τεμάχιο 360 και όχι στο τεμάχιο 24 όπως έχει αναφερθεί στο εκδοθέν και έχει καταγραφεί στο συνταχθέν διάταγμα. Δεν είναι βέβαιο σε τι έχει χρησιμεύσει μέχρι σήμερα το εν λόγω διάταγμα αλλά σίγουρα εφόσον έχει ήδη καταστεί απόλυτο εκφεύγει της αρμοδιότητας μου η ενασχόληση με αυτό στα πλαίσια της παρούσας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα εκδοθέντα διατάγματα για τους Εναγομένους 1 και 2 ακυρώνονται, ενώ και η αίτηση για τους ίδιους σε όποιο βαθμό παρέμενε για εξέταση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της Ενάγουσας. Ενόψει της έκδοσης της απόφασης η δοθείσα ημερομηνία 29.3.19 καθίσταται άνευ αντικειμένου και ακυρώνεται. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.