Παναγιώτου ν. Κυριάκου, Έφεση / Αίτηση: 101/16, 21/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Έφεση / Αίτηση: 101/16 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο ΚΕΦ. 224 και τους Τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 55
(1)/2006, άρθρα 50, 58, 80 και 85 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Παναγιώτου Εφεσείοντα / Αιτητή και ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κυριάκου Εφεσίβλητης / Καθ΄ ης η Αίτηση ------------ Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα/Αιτητή: κος Ν. Θρασυβούλου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ρ. Γιατρού). Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση: κος Ν. Καλλής. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εφεσείοντας/αιτητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου ΧΧΧΧ του Φ/Σχ. ΧΧΧΧ της Κοινότητας Παραμύθας, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ. Η εφεσίβλητη/καθ' ης η αίτηση είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου ΧΧΧΧ του Φ/Σχ. ΧΧΧΧ της Κοινότητας Παραμύθας, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ. Κατόπιν αίτησης της εφεσίβλητης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, για επίλυση συνοριακής διαφοράς ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ ΧΧΧΧ/06 και στις 15.3.2016 αποφασίσθηκε η συνοριακή διαφορά από το Διευθυντή του Κτηματολογίου και καθορίστηκε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου ΧΧΧΧ του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου ΧΧΧΧ σε κλίμακα 1:1250 και είναι μέρος της εγγραφής ΧΧΧΧ στο όνομα της εφεσίβλητης. Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση επιδιώκει την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για τους λόγους που αναφέρει στην Αίτηση του. Στην ένορκο του δήλωση ο εφεσείοντας επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης και αναφέρει ότι σύμφωνα με τα όσα έχει πληροφορηθεί από την ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Χριστοφίδη, προγενέστερη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου ΧΧΧΧ, η οικία εντός του τεμαχίου ΧΧΧΧ είχε ανεγερθεί από τους προγόνους της τον 18ο αιώνα και εγγράφηκε επ' ονόματι της τον 19ο αιώνα, η οποία απέκτησε το τεμάχιο ΧΧΧΧ δυνάμει δωρεάς από τους γονείς της επί τη βάση της υπάρχουσας οριοθέτησης και συνόρων. Υποστηρίζει ότι ο Διευθυντής ενήργησε αυθαίρετα και η απόφαση του δεν είναι αιτιολογημένη, αγνόησε τις θέσεις των διαδίκων και τα πραγματικά γεγονότα, οι μετρήσεις που έγιναν είναι λανθασμένες, αγνόησε την επιτόπου κατάσταση, δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέτρα επίλυσης της διαφοράς και χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και ανεπαρκή όργανα, δεν χρησιμοποιήθηκαν σταθερά σημεία ή αυτά ήταν λανθασμένα, δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και η απόφαση του Διευθυντή δεν έπρεπε να εκδοθεί αλλά θα έπρεπε να ανοιχθεί φάκελος σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κεφ. 224 για διόρθωση λάθους. Ακολούθως, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η συμπληρωματική ένορκος δήλωση ημερ. 10.10.16 του ΧΧΧΧ Μιχαήλ (στο εξής κος Μιχαήλ), ειδικού εμπειρογνώμονα επί θεμάτων κτηματολογίου και χωρομετρίας. Όπως αναφέρει σε αυτήν, με αίτηση της ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Χριστοφίδη το 1997 και πιστοποιητικό της χωριτικής αρχής (Τεκμήριο 1) ζήτησε από το Κτηματολόγιο την έκδοση τίτλου στο όνομα της των τεμαχίων ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ και μέρος του ΧΧΧΧ (νυν τεμάχιο με αριθμό ΧΧΧΧ) τα οποία κατείχε. Στις 18.2.1998 ο κτηματολόγος ΧΧΧΧ Γεωργίου, ο οποίος διεξήγαγε έρευνα και ετοίμασε σχέδιο (Τεκμήριο 2) και σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 3) που δείχνει την κατοχή του κτήματος (ισόγεια κατοικία και αυλή) από την ίδια ως επίσης του κτήματος (ισόγεια κατοικία και αυλή) του συνορεύοντος ακινήτου των ΧΧΧΧ Παύλου και ΧΧΧΧ Γεωργίου ανά ½ μερίδιο. Όλοι οι πιο πάνω υπέγραψαν στις 18.2.1998 συγκατάθεση για διόρθωση του σχεδίου και έκδοση νέων τίτλων (Τεκμήριο 4), με την οποία αποδέχονται την κατοχή των κτημάτων τους όπως φαίνονται στο σχέδιο Τεκμήριο 2 και σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 3, δηλώνοντας επίσης ότι κατέχουν και κατείχαν τα κτήματα τους πέραν των 60 ετών και καμία συνοριακή διαφορά δεν είχαν ούτε έχουν. Όταν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ περιήλθε στην κατοχή της εφεσίβλητης δυνάμει τίτλου και ενώ οι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ ξεκίνησαν προσθηκομετατροπές και συντήρηση της κατοικίας με άδεια οικοδομής Τεκμήριο 5, η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση για συνοριακή διαφορά στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η Απόφαση ημερ. 20.9.17 την οποία η ΧΧΧΧ Χριστοφίδου εφεσίβαλε στο Ε.Δ. Λεμεσού και με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31.5.12 διετάχθηκε η επανεξέταση της αίτησης (Τεκμήριο 7). Όπως φαίνεται από την παρ. 17 της Ε/Δ Μιχαήλ, οι διαπιστώσεις του εν σχέση με την υπόθεση στηρίζονται στη θέση του ότι το σχέδιο της απόφασης του Διευθυντή διαφέρει στις δυο αποφάσεις ημερ. 20.9.07 και 15.3.16, δεν υποδείχθηκε η ίδια συνοριακή διαφορά και στις δυο αποφάσεις και διερωτάται ποιο από τα δυο σχέδια είναι τα ορθά. Υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι στερεότυπη και αναιτιολόγητη και δεν λήφθηκε υπόψη η επί τόπου κατάσταση υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το εν χρήσει σχέδιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε είναι λανθασμένο και ενώ εκδοθήκαν οι νέοι τίτλοι δεν έγινε η σχετική διόρθωση την οποία υπέγραψαν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Είναι φανερό κατά τον ίδιο ότι κανένας τοίχος δεν χάλασε απλώς έγινε συντήρηση μερικές φορές και δεν λήφθηκε υπόψη το πλάτος του τοίχου που διαχωρίζει τα δυο κτήματα ούτε και φαίνεται στο σχέδιο ο διαφιλονικούμενος τοίχος για τον οποίο η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο μισός είναι δικός της. Αποτελεί θέση του ότι θα πρέπει να γίνεται έρευνα και σύγκριση της επιτόπου κατάστασης με το εν χρήσει σχέδιο και εάν η επιτόπου κατάσταση διαφέρει με το εν χρήσει σχέδιο να εξηγηθεί στα διαφιλονικούμενα μέρη και ο Διευθυντής να διορθώσει το εν χρήσει σχέδιο δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ.
- Στην προκειμένη περίπτωση ενώ οι ιδιοκτήτες των κτημάτων υπέγραψαν την σχετική δήλωση Τεκμήριο 4, εκδοθήκαν οι τίτλοι στα πλαίσια του φακέλου ΑΧΧΧΧ/97 και δεν έγινε η απαραίτητη σχετική διόρθωση του εν χρήσει χωρομετρικού σχεδίου όπως το υπέγραψαν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο Διευθυντής δεν ερεύνησε το γεγονός αυτό, ούτε και το έλαβε υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφαση του. Ο εν λόγω μάρτυρας καταχώρησε επίσης τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερ. 26.9.17 με την οποία ουσιαστικά απαντά στις θέσεις της εφεσίβλητης και του μάρτυρα αυτής κ. Καταφυγή, στις ένορκες δηλώσεις των οποίων θα αναφερθώ πιο κάτω. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αυτή ουσιαστικά ο κ. Μιχαήλ επαναλαμβάνει τη θέση του ότι τα δυο σχέδια διαφέρουν μεταξύ τους και όπως διαπίστωσε από έρευνα των φακέλων ο χωρομέτρης δεν ήταν σε θέση να υποδείξει το εγγεγραμμένο σύνορο κατά την επίσκεψη του στις 6.5.
- Μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε επίσης συμπληρωματική ένορκος δήλωση ημερ. 26.9.17 από τον ΧΧΧΧ Παπαδόπουλο, αρχιτέκτονα, ο οποίος το 2006 επισκέφθηκε το τεμάχιο ΧΧΧΧ και διαπίστωσε ότι οι πέτρινοι τοίχοι ήταν ακατάλληλοι ως βάση για επέκταση στο ύψος τους και προχώρησε στην ετοιμασία αρχιτεκτονικού σχεδίου (Τεκμήριο 1) και εξασφαλίστηκαν όλες οι απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Τα σχέδια προνοούσαν την τοποθέτηση ενιαίου πεδίλου στο εσωτερικό του πέτρινου τοίχου, την τοποθέτηση πυλώνων και το κτίσιμο νέου τοίχου στο εσωτερικό της οικίας και περιμετρικά σε όλη την έκταση του δωματίου. Από τις εργασίες αυτές ο παλαιός τοίχος της οικίας αφέθηκε ανέγγιχτος και παραμένει έτσι μέχρι σήμερα όπως διαπίστωσε σε πρόσφατη επίσκεψη του. Καταχωρήθηκε επίσης μετά από άδεια του Δικαστηρίου η ένορκος δήλωση ημερ. 26.9.17 του ΧΧΧΧ Γεωργίου, ο οποίος ήταν ενοικιαστής της κατοικίας της εφεσίβλητης. Όπως αναφέρει σε αυτήν, το Νοέμβριο του 2010 ολοκληρωθήκαν οι εργασίες ανακαίνισης της εν λόγω οικίας και αντιλήφθηκε ότι η ιδιοκτήτρια προέβηκε σε επέκταση της στέγης, κάλυψε όλη την αυλή και στήριξε την στέγη της οικίας στην ανατολική πλευρά ως προς το τεμάχιο ΧΧΧ καλύπτοντας ολόκληρο τον πέτρινο τοίχο του τεμαχίου ΧΧΧΧ ενώ στην βόρεια πλευρά του τεμαχίου ΧΧΧΧ κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του πέτρινου τοίχου ενώ μικρό μέρος του έμεινε ακάλυπτο λόγω της κλίσης της στέγης. Τέλος, προς υποστήριξη της πλευράς του εφεσείοντα καταχωρήθηκε η ένορκος δήλωση ημερ. 26.9.17 του ΧΧΧΧ Χριστοφίδη, συζύγου της ΧΧΧΧ Χριστοφίδου η οποία υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο το 1997 για την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας, μετά όπου πληροφορήθηκε από τη μητέρα της ότι η οικία κατέχεται δυνάμει κατοχής. Όπως αναφέρει, κατά την εξέταση της αίτησης επισκέφθηκε τα δυο κτήματα περί τον Φεβρουάριο του 1998 ο ΧΧΧΧ Γεωργίου υπάλληλος του Κτηματολογίου ο οποίος σε επίσκεψη του η οποία έγινε στην παρουσία του μάρτυρα και των τότε ιδιοκτητών του τεμαχίου της εφεσίβλητης, τους ανέφερε ότι εντόπισε λάθος στη σχεδίαση της χωρομετρίας αφού αυτή δεν συμφωνεί με την επί τόπου κατάσταση. Τότε, ο πιο πάνω, συνέταξε χειρόγραφα μια συμφωνία περί του ότι οι δυο πλευρές συμφωνούν να γίνει διόρθωση της λανθασμένης σχεδίασης σύμφωνα με την επί τόπου κατάσταση και να εκδοθούν νέοι τίτλοι σύμφωνα με αυτήν (Τεκμήριο 3). Ακολούθως η σύζυγος του έλαβε το νέο τίτλο στον οποίο αναφέρεται τρόπος απόκτησης «δωρεά από τον πατέρα της και διόρθωση» (Τεκμήριο 4). Ενόψει τούτων των γεγονότων ήταν με την πεποίθηση ότι το Κτηματολόγιο προχώρησε σε διόρθωση της λανθασμένης σχεδίασης. Αναφέρει επίσης ότι το 2001 το γειτονικό τεμάχιο αγοράστηκε από την εφεσίβλητη η οποία προέβηκε σε μερική επέκταση και κάλυψε μικρό μέρος της αυλής προεκτείνοντας τον στεγασμένο χώρο. Επαναλαμβάνει ότι οι πέτρινοι τοίχοι δεν κατεδαφίστηκαν αλλά κτίστηκε νέος τοίχος εσωτερικά της οικίας και περιμετρικά του παλαιού τοίχου. Η εφεσίβλητη κατάγγειλε γραπτώς στις διάφορες αρχές ότι οι εργασίες ανακαίνισης παραβίασαν τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών αδειών. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 επιστολή του Επάρχου Λεμεσού προς την εφεσίβλητη με την οποία ενημερώνεται ότι οι εργασίες ανακαίνισης έγιναν σύμφωνα με τις άδειες. Σχολιάζει επίσης την ένορκο δήλωση της εφεσίβλητης, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ πιο κάτω, αναφέροντας ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά την επιτόπια εξέταση εκπροσωπώντας τον εφεσείοντα και υπέδειξε με κάθε λεπτομέρεια τα όσα αναφέρει στον ένορκο του δήλωση περιλαμβανομένης και της συμφωνίας για τη διόρθωση της σχεδίασης. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας 25 λόγους για τους οποίους η παρούσα αίτηση θα πρέπει απορριφθεί ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της ένστασης. Ουσιαστικά με τους λόγους ένστασης, υποστηρίζεται η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, προβάλλοντας ότι ο αιτητής παρέλειψε κατά την επιτόπια εξέταση να θέσει τα παράπονα και θέσεις του, η ένορκη δήλωση του δεν υπογράφεται από Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ούτε από τον ίδιο, η απόφαση είναι αιτιολογημένη και ο εφεσείοντας παρέλειψε να ζητήσει αιτιολογημένη απόφαση. Αμφισβητούνται επίσης τα συμπεράσματα του κου Μιχαήλ υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να γνωρίζει ότι οι τοίχοι χαλάστηκαν και κτίστηκαν ξανά και μάλιστα λανθασμένα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της εφεσίβλητης στην οποία αναφέρει ότι ο εφεσείων δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι αναφέρει είναι από πληροφορίες τρίτων των οποίων δεν εξασφαλίστηκε η μαρτυρία τους. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι παρά του ότι ο εφεσείων παρευρέθηκε προσωπικά στις επιτόπιες εξετάσεις την 6.5.14 και 1.9.15 δεν έθεσε στους κτηματολογικούς λειτουργούς τις θέσεις και αμφιβολίες του, ενώ η ίδια επιβεβαιώνει ότι όλες οι ενέργειες έγιναν ορθά και η απόφαση είναι ορθή γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή η οποία ακυρώθηκε ως αναιτιολόγητη με την οποία καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η απόφαση του Διευθυντή έλαβε υπόψη την επιτόπου κατάσταση και ορθά αποφάσισε αφού ο εφεσείοντας προσπάθησε να αποσπάσει περίπου 14 τ.μ. έκταση από το ακίνητο της. Αναφέρει περαιτέρω ότι η μαρτυρία του κ. Μιχαήλ είναι αυθαίρετη βασισμένη μόνο στις θέσεις του εφεσείοντα και ο ίδιος δεν προέβη σε επιτόπια εξέταση ούτε και μετρήσεις για να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη χωρίς μάλιστα να αναφέρει ότι ο εφεσείοντας ή η προκάτοχος το περί το 2006 προέβη σε ανέγερση ανωγείου κατοικίας κατά τρόπο που παρεμβαίνει στο ακίνητο της εφεσίβλητης. Προβάλλει επίσης ότι ο κος Μιχαήλ έπρεπε να γνωρίζει ότι χαλάστηκαν και κτίστηκαν τοίχοι λανθασμένα γι' αυτό προέκυψε η συνοριακή διαφορά. Τέλος, με την ένορκο της δήλωση καταθέτει ως Τεκμήριο Α εκτίμηση ειδικού εκτιμητή και ως Τεκμήριο Β δέσμη με 8 φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν από την ίδια. Η Ένσταση υποστηρίζεται επίσης από την ένορκο δήλωση του κ. ΧΧΧΧ Καταφυγή, κτηματολογικού λειτουργού ασκώντας καθήκοντα χωρομέτρη από το
- Ο ίδιος του έλαβε μέρος στις εργασίες που έγιναν για την επίλυση της διαφοράς στην αίτηση ΑΧ ΧΧΧΧ/
- Εξήγησε τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε κατά τις επιτόπιες εξετάσεις, αναφέροντας ότι υποδείχθηκε στους εμπλεκόμενους το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των ακινήτων αφού τοποθετήθηκαν τα αναγκαία ορόσημα προσωρινά μέχρι την έγκριση του Διευθυντή. Η εν λόγω εργασία ελέγχθηκε από τον Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και διαπιστώθηκε ότι ήταν απόλυτα ορθά. Αναφορικά με τα όσα προβάλλει ο κος Μιχαήλ στην ένορκο του δήλωση ημερ. 10.10.16, ο μάρτυρας αναφέρει ότι το σχέδιο ή σχεδιάγραμμα της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 20.9.07 και 15.3.16 δεν διαφέρει στην ουσία σε τίποτε εφόσον και στις δυο περιπτώσεις οι χωρομετρικές εργασίες ήταν ορθές και τα σύνορα είναι τα ίδια. Υποστηρίζει επίσης ότι η επί τόπου κατάσταση έχει διαμορφωθεί από τον εφεσείοντα με την κατεδάφιση των τοίχων και την επαναοικοδόμηση τους με αλλοίωση της πραγματικότητας και επέκταση παρανομίας εντός του τεμ. ΧΧΧΧ. Επομένως, εάν ο Διευθυντής διόρθωνε το εν χρήσει σχέδιο θα διέπραττε λάθος και θα αδικούσε την εφεσίβλητη. Τέλος, αρνείται ότι υπήρξε αδυναμία υπόδειξης του εγεγραμμένου συνόρου και υποστηρίζει ότι οι εργασίες έγιναν νομότυπα, ελεγχτήκαν και μετά ο Διευθυντής προχώρησε στην έκδοση της απόφασης ημερ. 15.3.
- Μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε η συμπληρωματική ένορκος δήλωση της εφεσίβλητης ημερ. 27.9.17 με την οποία καταθέτει την ένορκο δήλωση του κ. ΧΧΧΧ Νικολαίδη, ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στο Τμήμα Επιτόπιων ερευνών. Αναφέρει ότι την 1.9.15 και πριν την υπόδειξη της θέσης του εγγεγραμμένου συνόρου εξήγησε στους διαδίκους το λόγο της επιτόπιας έρευνας και τους ζήτησε να του προσδιορίσουν επί τόπου τη συνοριακή διαφορά και το διαφιλονικούμενο μέρος. Η εφεσίβλητη υπέδειξε το κίτρινο μέρος που φαίνεται στην απόφαση του Διευθυντή και ο εφεσείοντας διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι η έκταση αυτή καλύπτεται από τον τίτλο του. Ακολούθως, ο χωρομέτρης κος Καταφυγής υπέδειξε τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου η οποία έγινε αποδεκτή από την εφεσίβλητη ενώ δεν έγινε αποδεκτή από τον εφεσίβλητο. Προσθέτει ότι η τοποθέτηση του επίδικου συνόρου βασίστηκε στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των επιδίκων ακινήτων και λήφθηκαν επίσης υπόψη για τον καθορισμό του προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που αφορούν κτήματα στην περιοχή οι οποίες έχουν ελεγχθεί από το σχεδιαστήριο και εξακριβώθηκε η ορθότητα τους. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στην παράθεση των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες κατατεθήκαν από αμφότερες πλευρές, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε μάρτυρα και την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες υποστηρίζονται οι εκατέρωθεν θέσεις. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, θα εξετάσω κατά πρώτο τη θέση της εφεσίβλητης ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρη ένορκη δήλωση του εφεσείοντα. O λόγος Ένστασης αυτός δεν ευσταθεί. Όπως φαίνεται από την ένορκο δήλωση του εφεσείοντα, αυτή φέρει την υπογραφή του ιδίου, σφραγίδα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στο τέλος αυτής φέρει υπογραφή στο μέρος που φαίνεται η λέξη «ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ» και σφραγίδα με το όνομα ΧΧΧΧ Κυριακίδου. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα παράτυπης ένορκης δήλωσης και ο 5ος λόγος Ένστασης απορρίπτεται. Όπως φαίνεται από την Ε/Δ Μιχαήλ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το 1998 κατά την εξέταση Αίτησης για έκδοση τίτλου επ' ονόματι της προκατόχου του εφεσείοντα στα πλαίσια της οποίας ο κτηματολόγος κος Γεωργίου διαπίστωσε λάθος στο σχέδιο εν σχέση με την επί τόπου κατάσταση και καθ υπόδειξη του και κατόπιν εγγράφου το οποίο ετοίμασε ο ίδιος και υπογράφηκε από τους ενδιαφερομένους, ζητήθηκε η διόρθωση του σχεδίου και επί τη βάση αυτού εκδοθήκαν οι νέοι τίτλοι. Κατά τον κο Μιχαήλ το εν χρήσει σχέδιο δεν διορθώθηκε ποτέ μετά την πιο πάνω διόρθωση η οποία σημειώνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της προκατόχου του ακινήτου του εφεσείοντα. Τα πιο πάνω καίρια και ουσιαστικά γεγονότα εις τα οποία αναφέρεται τόσο ο κος Μιχαήλ όσο και ο κος Χριστοφίδης, παρέμειναν αναντίλεκτα και αδιαμφησβήτητα εφόσον από πλευράς εφεσίβλητης και των μαρτύρων της δεν λέχθηκε οτιδήποτε σχετικά με τα πιο πάνω. Από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, φαίνεται ότι δεν αμφισβητείται από πλευράς εφεσίβλητης η ύπαρξη της δήλωσης ημερ. 18.2.98 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Μιχαήλ ημερ. 10.10.16) των προκατόχων των δυο ακινήτων με την οποία συμφωνούν για τη διόρθωση του σχεδίου έτσι ώστε αυτό να συνάδει με την επί τόπου κατάσταση η οποία υπήρχε για 60 χρόνια περίπου και ζητήθηκε η έκδοση τίτλων σύμφωνα με αυτήν. Ουσιαστική διαφορά ως προς τα γεγονότα μεταξύ των δυο πλευρών φαίνεται να αποτελεί η θέση που προβάλλεται από την εφεσίβλητη και τους μάρτυρες της ότι η επί τόπου κατάσταση διαφοροποιήθηκε από τον εφεσείοντα ή την προκάτοχο του εφόσον κτίστηκε νέος τοίχος κατά μήκος του κοινού συνόρου ο οποίος επεμβαίνει στο ακίνητο της εφεσίβλητης ενώ αντίθετη είναι η θέση του εφεσείοντα ο οποίος υποστηρίζει ότι ο παλαιός πετρόχτιστος τοίχος απλά είχε συντηρηθεί και κατά το 2007 ανεγέρθηκε νέος τοίχος κατά μήκος του παλαιού εντός του δικού του τεμαχίου, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουν με τις ένορκες δηλώσεις τους ο κος Παπαδόπουλος και ο κος Χριστοφίδης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχω ήδη προαναφέρει, φαίνεται ότι ουσιαστικά η όλη υπόθεση του εφεσείοντα στρέφεται γύρω από τη θέση του ότι κακώς δεν διορθώθηκε το εν χρήσει σχέδιο από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου με αποτέλεσμα η απόφαση του τελευταίου να στηρίχθηκε σε λάθος δεδομένα, εφόσον συμφωνήθηκε από τους προκατόχους των ακινήτων ότι η επί τόπου κατάσταση ως υφίστατο κατά την 18.2.1998 θα οδηγούσε σε διόρθωση του σχεδίου και εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας της τότε ιδιοκτήτριας του τεμαχίου του εφεσείοντα με διόρθωση και στηριζόμενος στο διορθωμένο χωρομετρικό σχέδιο. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η δήλωση για τη διόρθωση λάθους δεν αφορά απλά μια ιδιωτική συμφωνία μεταξύ των τότε ιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων, αλλά αφορά δήλωση η οποία ετοιμάστηκε καθ' υπόδειξη του κτηματολόγου κου Γεωργίου επί της οποίας το κτηματολόγιο στηρίχτηκε εκδίδοντας τους νέους τίτλους ιδιοκτησίας. Τονίζω και επαναλαμβάνω ότι οι ουσιαστικές θέσεις του κου Μιχαήλ και Χριστοφίδη ότι το εν χρήσει σχέδιο δεν διορθώθηκε από το Κτηματολόγιο καθώς επίσης και το ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του τεμαχίου της προκατόχου του εφεσείοντα εκδόθηκε επί τη βάση του διορθωμένου αυτού σχεδίου, παρέμειναν αναντίλεκτες. Θέση του κου Καταφυγή, αποτέλεσε ότι ο εφεσείοντας ή η προκάτοχος του διαφοροποίησε την επί τόπου κατάσταση εφόσον ο τοίχος κατεδαφίστηκε και ανεγέρθηκε νέος με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η πραγματικότητα και να επεκταθεί η παρανομία εντός του τεμαχίου
- Η θέση όμως αυτή παρέμεινε αστήρικτη εφόσον δεν προσδιορίζεται επί τη βάσει ποιου εν χρήσει σχεδίου διαπιστώθηκε η νέα κατ' ισχυρισμό επί τόπου κατάσταση. Ουσιαστικό γεγονός για την υπόθεση δεν συνιστά κατά πόσο ανεγέρθηκε νέος τοίχος ή όχι. Από τη στιγμή που προβάλλεται ο ουσιαστικός ισχυρισμός ότι ουδέποτε διορθώθηκε το εν χρήσει σχέδιο, χωρίς απάντηση για τα θέμα αυτό από πλευράς εφεσίβλητης, αναδύεται ως ουσιαστικό επίδικο γεγονός το κατά πόσο κατά τη διερεύνηση της συνοριακής διαφοράς χρησιμοποιήθηκε το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο. Ναι μεν οι μάρτυρες κος Καταφυγής και Νικολαίδης αναφέρονται στο εν χρήσει σχέδιο και ότι η εργασία έγινε επί τη βάσει του εν χρήσει σχεδίου, δεν δίδεται οποιαδήποτε διευκρίνηση κατά πόσο το εν χρήσει σχέδιο που χρησιμοποιήθηκε για την χωρομετρική εργασία είναι αυτό το οποίο υφίστατο πριν την συμφωνία ημερ. 18.2.98 ή μετά τη διόρθωση. Αντίθετη θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου και θα είχε σημασία η εξέταση του γεγονότος κατά πόσο ανεγέρθηκε νέος τοίχος εάν τίθετο ενώπιον μου σαφής τοποθέτηση από μέρους της εφεσίβλητης και των μαρτύρων της κατά πόσο τα συμπεράσματα τους στηρίχτηκαν στο διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο. Τα πιο πάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενασχόληση μου με την ενδελεχή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε στην υπόθεση, εφόσον οι κ.κ. Καταφύγης και Νικολαίδης, για το καίριο αυτό ζήτημα δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε αναφορά, ενώ τα όσα αναφέρουν παραμένει άγνωστο σε ποιο εν χρήσει σχέδιο στηρίζονται. Πέραν των πιο πάνω αξίζει να σχολιάσω ότι στην ένορκο του δήλωση ο κος Καταφυγής παραπέμπει μεν στην παρ. 17 vii της Ε/Δ Μιχαήλ όπου γίνεται αναφορά στο ότι δεν έγινε διόρθωση του σχεδίου, χωρίς όμως δε να σχολιάζει οτιδήποτε αφορά το ζήτημα αυτό παρά μόνο αμφισβητεί ότι υπήρχε αδυναμία να υποδείξει το εγγεγραμμένο σύνορο. Σημειώνω περαιτέρω ότι από πλευράς εφεσίβλητης αμφισβητήθηκε μεν ότι η ορθή διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί ήταν η διόρθωση λάθους υποστηρίζοντας ότι θα ήταν άδικο για την εφεσίβλητη να διορθώσει ο Διευθυντής το σχέδιο, και πάλι όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο κατά πόσο θα ήταν άδικο να γίνει διόρθωση επί τη βάση της υφιστάμενης επί τόπου κατάστασης ή επί τη βάση της επί τόπου κατάστασης η οποία υφίστατο κατά την 18.2.98 ως αυτή είχε συμφωνηθεί και έγινε όπως φαίνεται αποδεκτή από το Κτηματολόγιο. Να σημειώσω τέλος ότι εις ότι αφορά τη θέση της εφεσίβλητης ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του εφεσείοντα ο οποίος δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, σημειώνω ότι τέτοια θέση δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον από πλευράς εφεσείοντα παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Χριστοφίδη οποίος είχε και έχει προσωπική γνώση των όσων έχουν διαδραματιστεί. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση της εφεσίβλητης ότι ο κος Μιχαήλ δεν προέβηκε σε μετρήσεις και συνεπώς το κάθε συμπέρασμα του είναι λανθασμένο, εφόσον ουσιαστική θέση του κου Μιχαήλ είναι ότι το κτηματολόγιο δεν έλαβε υπόψη του το ορθό εν χρήσει σχέδιο ως αυτό καθορίστηκε με τη δήλωση ημερ. 18.2.98, θέση η οποία τονίζω και επαναλαμβάνω ουδέποτε αμφισβητήθηκε αλλά για το τόσο καίριο και ουσιαστικό ζήτημα δεν υπάρχει οποιαδήποτε τοποθέτηση από μέρους της εφεσίβλητης και των μαρτύρων της. Η κύρια θέση του κου Μιχαήλ για την μη διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου τεκμηριώνεται από έγγραφα τα οποία προέρχονται από τα μητρώα του Κτηματολογίου και συνεπώς δεν χρειάζεται η τεκμηρίωση των θέσεων του με επί τόπου μετρήσεις ή έρευνα. Συνεπώς η θέση αυτή και οι επί του προκειμένου λόγοι ένστασης 21 και 22 απορρίπτονται. Αποτελεί θέση της εφεσίβλητης ότι ο εφεσείοντας μέσω του αντιπροσώπου του κου Χριστοφίδη κατά την επιτόπια εξέταση δεν έθεσε τις θέσεις του τις οποίες προβάλλει με την παρούσα Αίτηση. Πέραν του ότι ο κος Χριστοφίδης αναφέρει ότι έθεσε τα γεγονότα αυτά υπόψη των λειτουργών κατά την επιτόπια εξέταση και δεν αντεξετάστηκε προς τούτο, αξίζει να σημειωθεί και είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι τα όσα επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντα ως προς το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο προκύπτουν από έγγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιον του κτηματολογίου και αφορούσαν τη διαδικασία έκδοσης των νέων τίτλων. Συνεπώς εάν αυτό αναφέρθηκε ή όχι κατά την επιτόπια εξέταση δεν μπορεί ν' απαλλάξει το κτηματολόγιο από την υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται στα μητρώα του κτηματολογίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο Διευθυντής έχει υποχρέωση να επιλύσει τη διαφορά ως προς τα σύνορα και να καθορίσει τα σύνορα, όσο καλύτερα μπορεί υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Kτηματολογίου. (βλ. Κωμοδρόμου Παναγιώτης Ηρακλή ν. Όλγας Χριστάκη Κόκου
(2013)1 ΑΑΔ 1442). Τα στοιχεία τα οποία παρουσιάστηκαν από πλευράς εφεσείοντα όπως προανάφερα βρίσκονταν ενώπιον του Διευθυντή και αποτελούσαν μέρος του μητρώου του Κτηματολογίου. Παραμένει άγνωστο όμως κατά πόσο αυτά λήφθηκαν υπόψη και με ποιο τρόπο από μέρους του Διευθυντή. Ενδεχομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι ορθή σε συνάρτηση με το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο, υπό το φως όμως των πιο πάνω, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ελεγχθεί αλλά και γενικότερα η χωρομετρική εργασία η οποία ακολουθήθηκε δεν μπορεί να ελεγχθεί εφόσον παρέμεινε άγνωστο εάν χρησιμοποιήθηκε το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο. Επιγραμματικά να αναφέρω ότι ενόψει και του πιο πάνω σχολιασμού, αποδέχομαι τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς εφεσείοντα η οποία υποστηρίζεται κυρίως από τη μαρτυρία του κου Μιχαήλ και Χριστοφίδη, οι οποίοι παρουσίασαν ως τεκμήρια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία τεκμηριώνουν τις θέσεις τους και επαναλαμβάνω ότι για τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία παρουσιαστήκαν από πλευράς εφεσείοντα, παρέμειναν αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα. Σημειώνω ότι ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω και από τη στιγμή που έκρινα ότι ουσιαστικό επίδικο ζήτημα δεν μπορεί να αποτελέσει κατά πόσο κτίστηκε νέος τοίχος λανθασμένα, η μαρτυρία όλων των μαρτύρων δεν αξιολογείται ως προς το γεγονός αυτό, τη στιγμή όπου παρέμεινε αναντίλεκτο ότι το εν χρήσει σχέδιο δεν διορθώθηκε. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία των κ.κ. Παπαδόπουλου και Γεωργίου, δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην υπόθεση, η οποία κρίνεται επί τη βάση των πιο πάνω. Κατά τα λοιπά ζητήματα, να σημειώσω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της εφεσίβλητης η οποία με την ένορκο της δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προβαίνει σε γενικές τοποθετήσεις περί του ότι δεν παρουσιάστηκε η αλήθεια και πραγματικότητα από πλευράς εφεσίβλητου ούτε και τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση μπορούν να ληφθούν υπόψη τα οποία παρέμειναν χωρίς εξήγηση. Εις ότι αφορά τη μαρτυρία των κ.κ. Καταφυγή και Νικολαίδη χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα πιο πάνω, η παράλειψη τους να απαντήσουν στον ισχυρισμό της πλευράς του εφεσείοντα για τη διόρθωση του σχεδίου η οποία αφορούσε λάθος το οποίο υποδείχθηκε από τον κτηματολόγο κο Γεωργίου το 1998 και να τοποθετηθούν κατά σαφή τρόπο κατά πόσο το εν χρήσει σχέδιο που έλαβαν υπόψη είναι το διορθωμένο, η μαρτυρία τους έχει ως αποτέλεσμα να παραμείνει με μεγάλα και ουσιαστικά κενά, χωρίς να δικαιολογείται η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Το άρθρο 58 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 παρέχει εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης. Το δε άρθρο 80 του Νόμου έχει ως ακολούθως: «80. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού δύναται, εντός τριάντα ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη ∆ηµοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούµενο πρόσωπο εµποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ηµερών, να παρατείνει την προθεσµία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιµο.» Το άρθρο αυτό και η εξουσία που έχει το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μιας Έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή έχει αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας Έφεσης δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, αλλά η εξουσία του επεκτείνεται και σε θέμα ορθότητας τους (βλ. Αθανασάκη και Άλλοι v. Χ΄΄ Μάμα και Άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμή v. Κούντουρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1313 και Χειμώνα v. Γεωργίου κ.α.
(1999)1(Α) 108). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λουκία Μιχαήλ Αντωνίου v.
- Μιχαλάκη Αριστοκλή
- Αναστασία Μ. Αριστοκλή, ECLI:CY:AD:2016:D315, Πολ. Έφεση Αρ. 213/2011, Ημερομηνίας 29/06/2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία (και τώρα βέβαια το Διοικητικό Δικαστήριο) προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις αποφάσεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής και γενικότερα να προβεί σε ρυθμίσεις δικαιωμάτων των διαδίκων. Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός αν αποδειχτούν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου. Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσειών.» Σε υποθέσεις που αφορούν συνοριακή διαφορά εκείνο που το Δικαστήριο ουσιαστικά εξετάζει είναι κατά πόσο έχει καταδειχθεί από τον Αιτητή ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά (βλ.
- Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.α. v. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1859). Στην υπόθεση Χαραλάμπους Χρυσάνθη Ευσταθίου ν. Έλενας Ευριπίδη Κωνσταντίνου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1972, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Oπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν ένα αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους. Εδώ όμως δεν υπήρχε τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία που να θέσει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια.' Αντίθετα με την πιο πάνω υπόθεση, στην προκειμένη περίπτωση το εν χρήσει σχέδιο τέθηκε υπό ουσιαστική αμφισβήτηση και τεθήκαν ενώπιον μου στοιχεία με τα οποία προκύπτει ότι το 1998 το εν χρήσει σχέδιο υπέστη διόρθωση η οποία κατά τον κο Μιχαήλ δεν έγινε στα μητρώα του Κτηματολογίου. Η μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με το ουσιαστικό αυτό ζήτημα. Η απλή αναφορά των κ..κ. Καταφυγή και Νικολαίδη στο εν χρήσει σχέδιο, χωρίς επαναλαμβάνω να αμφισβητείται ότι αυτό δεν διορθώθηκε, αφήνει μετέωρη και γεμάτη κενά την όλη χωρομετρική εργασία που έγινε κατά την επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά της εφεσίβλητης υποστηρίζει ότι η επί τόπου κατάσταση διαφοροποιήθηκε, αλλά και πάλι δεν διευκρινίζεται ως προς το τι έχει διαφοροποιηθεί η κατάσταση αυτή και σε συσχετισμό με ποιο εν χρήσει σχέδιο. Αυτό που ίσχυε πριν την 18.2.98 ή μετά; Έτσι και αλλιώς η απόφαση του Διευθυντή θα έπρεπε να λάβει υπόψη το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο, ενώ στην προκειμένη περίπτωση παραμένει άγνωστο ποιο σχέδιο χρησιμοποιήθηκε. Σύμφωνα με τη νομολογία ζητήματα που αφορούν και επιβάλλουν διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης ως η παρούσα, καθώς επίσης τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων είναι αυτά που καταγράφονται στα σχέδια του Κτηματολογίου και όχι αυτά που προκύπτουν από την επιτόπου κατάσταση. (βλ. Χαρίτου Αντρέας Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλοι ν. Αναστασίας Κυριάκου Σάββα και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535, Δημοσθένους Παναγιώτα Oνησιφόρου, σύζυγος Bάσου Bασιλείου, Σωφρόνιος Xρίστου Xατζησωφρονίου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Aντώνη Xρίστου Xατζησωφρονίου και Άλλος,
(2011)1 Α.Α.Δ. 885, Είκοσι Πίτσα Γεώργιου και άλλες ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1859, Νικολάου Γεώργιος Κώστα και Άλλοι ν. Ευδοκίας Μιχαήλ Κωνσταντίνου
(2003)1 ΑΑΔ 1676). Δεν είναι όμως η περίπτωση αυτή επί του προκειμένου, όπου παραμένει άγνωστο ποιο εν χρήσει σχέδιο λήφθηκε υπόψη όπως επίσης ο εφεσείοντας προσβάλλει την ορθότητα της χωρομετρικής εργασίας η οποία έγινε ενόψει και του γεγονότος ότι το εν χρήσει σχέδιο δεν διορθώθηκε ως θα έπρεπε. Όπως εξήγησα παρέμεινε αναντίλεκτο ότι στις 18.2.98 συμφωνήθηκε από τους προκατόχους των δυο ακινήτων η διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου καθ' υπόδειξη μάλιστα του κου Γεωργίου εκ μέρους του κτηματολογίου επί τη βάση της επιτόπου κατάστασης και ότι με βάση το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο εκδοθήκαν οι νέοι τίτλοι των επίδικων τεμαχίων, ενώ καμία αναφορά γίνεται από πλευράς εφεσίβλητης και των μαρτύρων της κατά πόσο η αναφορά τους στο εν χρήσει σχέδιο αφορά το παλαιό ή το διορθωμένο. Σύμφωνα με την ως άνω νομολογία (βλ. Χαραλάμπους Χρυσάνθη Ευσταθίου ανωτέρω), εφόσον ο εφεσείοντας έθεσε υπό ουσιαστική αμφισβήτηση το εν χρήσει σχέδιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά την επίλυση της συνοριακής διαφοράς, με αξιόπιστη μαρτυρία η οποία παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς αντίλογο, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να ακυρώσει την Απόφαση του Διευθυντή ημερ. 15.3.16. Η πιο πάνω κατάληξη μου οδηγεί στην εξέταση του λόγου Έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η Απόφαση ημερ. 15.3.16 δεν είναι αιτιολογημένη. Η επιτακτική ανάγκη για αιτιολόγηση των αποφάσεων του Διευθυντή είναι γνωστή και δεδομένη. Τονίζω δε ότι το αναμενόμενο επίπεδο αιτιολόγησης συναρτάται άμεσα και με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπει παντελώς από την Απόφαση του Διευθυντή η οποιαδήποτε αναφορά στη διόρθωση του σχεδίου η οποία συμφωνήθηκε στις 18.2.98 επί τη βάση της οποίας εκδοθήκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας και κατά πόσο το γεγονός αυτό λήφθηκε υπόψη κατά την έρευνα της αίτησης επίλυσης της συνοριακής διαφοράς. Η πλευρά της εφεσίβλητης υποστηρίζει ότι η Απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και θα μπορούσε να είχε ζητηθεί η αιτιολογημένη έκθεση από τον Διευθυντή. Επί του προκειμένου σύμφωνα με τη νομολογία η αιτιολόγηση της Απόφασης μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια την Απόφαση είτε από έκθεση η οποία κατατίθεται στο Δικαστήριο μετά την καταχώρηση της Έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η έκθεση του Διευθυντή καταχωρήθηκε στις 26.4.17 σε αντίθεση με τα όσα προβλέπονται από τον Καν. 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, όπου αυτή θα έπρεπε να καταχωρείτο εντός 14 ημερών από την επίδοση της Έφεσης η οποία έγινε στις 27.10.16, χωρίς να ληφθεί άδεια για παράταση του χρόνου καταχώρησης της. Αναφέρω κατ' αρχάς ότι ενόψει τούτου, η έκθεση είναι εκπρόθεσμη και δεν λήφθηκε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα προς διόρθωση της παρατυπίας αυτής και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Πέραν όμως τούτου, ακόμα και να λαμβανόταν υπόψη, ούτε στην έκθεση αυτή περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα της διόρθωσης του σχεδίου η οποία συμφωνήθηκε το 1998 και στο ζήτημα ποιο εν χρήσει σχέδιο χρησιμοποιήθηκε κατά την έρευνα του Διευθυντή. Παρά μόνο γίνεται αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη η αρχική χωρομέτρηση σύμφωνα με σχέδια τα οποία επισυνάπτονται ως παράρτημα Γ, Δ και Ε χωρίς όμως και πάλι να εξηγείται κατά πόσο τα σχέδια αυτά αφορούν χρόνο πριν ή μετά τη διόρθωση. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται αναιτιολόγητη και ακυρώνεται και για το λόγο αυτό. Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου Έφεσης ή Ένστασης. Έχοντας υπόψη ότι για την υπό κρίση συνοριακή διαφορά είναι η δεύτερη φορά όπου ακυρώνεται η Απόφαση του Διευθυντή, έχω προβληματιστεί για το κατά πόσο θα διατάξω την επανεξέταση της. Έχοντας υπόψη όμως όλα τα δεδομένα και εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφεσείοντα και ειδικότερα του κου Μιχαήλ περί του ότι το σχέδιο δεν διορθώθηκε μετά τη συμφωνία ημερ. 18.2.98 και έκδοσης νέων τίτλων, θέση η οποία επαναλαμβάνω δεν αμφισβητήθηκε, σίγουρα δεν δύναμαι να αντικαταστήσω την απόφαση του Διευθυντή και θεωρώ ορθότερο όπως μην διατάξω την επανεξέταση της Αίτησης εφόσον θα πρέπει να ληφθούν διαβήματα για τη διόρθωση και επίλυση του ως άνω ζητήματος. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη μου είναι ότι η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και η Απόφαση του Διευθυντή ημερ. 15.3.16 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο