← Κύπρος

Νικόπουλος ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Limited κ.α., Αγωγή αρ.: 955/14, 7/2/2019

Νικόπουλος ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Limited κ.α., Αγωγή αρ.: 955/14, 7/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 955/14 Μεταξύ: χχχ Νικόπουλος Ενάγοντας Και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co. Limited 2.Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  3. Γενικός Εισαγγελέας Εναγομένων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30.11.2018 Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1-αιτήτρια: κα Πεύκου Για τον ενάγοντα-καθ΄ου: κα Γιατρού Για την εναγόμενη 2: κος Μαυρόγιαννης Για την εναγόμενη 3: κα Χατζηκυριάκου Για τoν εναγόμενo 4: κα Μπαλτά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex - tempore) Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη αρ. 1-αιτήτρια επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, ισχυρισμών ότι ο ενάγοντας ουδέποτε ενήργησε ως πρόσωπο, το οποίο αγνοούσε την ύπαρξη, φύση και χαρακτηριστικά των αξιογράφων κατά τον χρόνο που προέβηκε στην επίδικη αγορά αξιογράφων κεφαλαίου του 2008 και ότι προέβηκε στην αγορά τους με ιδία γνώση και ελεύθερη βούληση. Περαιτέρω επιζητείται η προβολή ισχυρισμών ότι ο ενάγοντας σε χρόνο προγενέστερο της αγοράς των επίδικων αξιογράφων προέβαινε ήδη σε διάφορες επενδυτικές συναλλαγές και πράξεις με μέσα της χρηματαγοράς, όμοια ή διάφορα των επίδικων αξιογράφων και απόκτησε συναφή δικαιώματα αγοράς και προτίμησης τα οποία ενασκούσε κατά τρόπο επενδυτικό και ότι γνώριζε τους κινδύνους που ενείχαν. Κατά το έτος 2003 προέβηκε σε αγορά αξιογράφων από την εναγομένη αρ. 1 από την οποία ελάμβανε τόκους και ότι σε προγενέστερο χρόνο προέβαινε σε διάφορες επενδυτικές πράξεις οι οποίες ενείχαν κινδύνους οπόταν γνώριζε ότι ενυπήρχαν κίνδυνοι. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 ΘΘ.1 και Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 7, 8

(1)(qq), 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας χχχ Κουσταή, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στο πλαίσιο των οδηγιών εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων. Για σκοπούς συμμόρφωσης με το πιο πάνω διάταγμα ζήτησαν από το γραφείο του ειδικού διαχειριστή της εναγομένης 1-αιτήτριας να λάβουν διάφορα έγγραφα με σκοπό να περιληφθούν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Έτσι αποστάληκαν στους δικηγόρους της εναγομένης 1 πλην όμως επισημαίνεται ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του ειδικού διαχειριστή κατά την προετοιμασία της ήδη καταχωρηθείσας έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης 1 για τους λόγους που εξηγούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Έτσι προβάλλει ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης με την προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών παρουσιάστηκε μετά που παραδόθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα. Ο ενάγοντας-καθ' ού η αίτηση δεν καταχώρισε ένσταση πλήν όμως αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος του, επισήμανε ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι τα έγγραφα θα μπορούσαν να εντοπιστούν εξ' αρχής, με εύλογη προσπάθεια και επιμέλεια και να προβληθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι-καθ' ών η αίτηση δεν φέρουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι Αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν. 1. Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014) Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. υπόθεση Icos Cif Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ.501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
  1. Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες. Στην προκείμενη περίπτωση, λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τον φάκελο του δικαστηρίου είναι χρήσιμα. Στις 27.2.2014 καταχωρήθηκε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο. Η εναγόμενη αρ. 1 την 12.03.2014 καταχώρισε εμφάνιση μέσω συνηγόρου. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 7.4.
  2. Ακολούθως στις 22.7.2015 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από μέρους της εναγομένης αρ.
  3. και την 14.10.2016 διόρισε νέο δικηγόρο. Ακολούθως στις 22.7.2016 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση από μέρους του ενάγοντα πλην όμως αυτή αποσύρθηκε στις 6.12.
  4. Η παρούσα αγωγή ορίστηκε για οδηγίες για πρώτη φορά στις 29.6.
  5. Στις 27.10.17 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης από μέρους της εναγομένης 1 και στις 14.3.2018 εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης από την εναγομένη αρ. 1 καταχωρήθηκε στις 29/3/
  6. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 12/6/18 όπου κατ' εκείνη την ημέρα, εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων από μέρους όλων των διαδίκων. Όπως προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης 1-αιτήτριας μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και μετά που παραδόθηκαν τα έγγραφα στο νέο συνήγορο της εναγομένης
  7. Προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων ότι δεν υφίσταται καθυστέρηση από μέρους της εναγομένης αρ. 1 στην καταχώριση της επίδικης αίτησης. Ακόμα και έτσι να μην έχουν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί από μόνη της προς την κατεύθυνση της απόρριψης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν διαπιστώνεται καθ' οποιοδήποτε τρόπο η ανυπαρξία καλής πίστης από μέρους της εναγομένης 1-αιτήτριας. Περαιτέρω δε σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα επηρεαστεί δυσμενώς καθ' οποιοδήποτε τρόπο ο ενάγοντας-καθ' ού η αίτηση και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να επιφέρει αδικία σ' αυτόν, λαμβανομένου υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Δεν καταδεικνύεται κατάχρηση ή οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης. Όπως έχει ήδη επισημανθεί από την Νομολογία η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για τον καθορισμό των επίδικων ζητημάτων. Έτσι για όλους τους λόγους που εξηγούνται το αίτημα κρίνεται δικαιολογημένο. Συνακόλουθα εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, νοουμένου ότι αυτό θα ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα σπαταληθέντα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 1-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΕΧ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.