Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Alfa Concrete Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 939/2016, 14/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 939/2016 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας v. 1. Alfa Concrete Public Company Ltd 2. . Αντωνίου 3. . Φωτίου 4. . Αντωνίου 5. . Αντωνίου 6. Εταιρεία Σκύρων Εσκάλ Λτδ 7. Δόμοκος Λτδ 8. Sahara Developments Ltd 9. Alfa Concrete Mix Ltd 10. Baxterno Trading Ltd Εναγoμένων Αίτηση Εναγομένης 1 ημ. 6.11.18 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κ. Γ. Κουρουπίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Χατζηγιώρκη για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα δια κλήσεως Αίτηση η Εναγομένη 1 - Αιτήτρια ζητά προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Ενάγουσα (
- i)να προχωρήσει σε εκποίηση και ή πώληση και ή αποξένωση των τεσσάρων υπό κρίση ακινήτων της Α-Δ μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας απόφασης του Δικαστηρίου και (
- ii)να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη και ή ενέργεια η οποία να επηρεάζει το κρινόμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας απόφασης του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΑ (εφεξής «ο ΑΑ»), διευθυντή της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας Αγωγής με την οποία η Ενάγουσα ζητά την εξόφληση διαφόρων δανειακών συμβάσεων και πώληση ενυπόθηκων ακινήτων ενώ η Εναγομένη 1 με την Υπεράσπιση της αμφισβητεί την εγκυρότητα των εν λόγω δανειακών συμβάσεων. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει τις ειδοποιήσεις ΙΑ αναφορικά με την προτιθέμενη πώληση των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό στις 15.1.19, προβάλλοντας τη θέση πως αυτή η ενέργεια της Ενάγουσας παραγνωρίζει πλήρως τη δικαστική διαδικασία και αποσκοπεί στην αποξένωση της Εναγομένης 1 από την περιουσία της πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της εγκυρότητας των δανειακών συμβάσεων και του δικαιώματος της Εναγομένης 1 επί της περιουσίας της, καθιστώντας βασικά την Αγωγή άνευ αντικειμένου. Σύμφωνα με τον ΑΑ, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων «πιθανότατα η Εναγομένη 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία πιθανόν να μην μπορεί να αποκατασταθεί μέσω της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή νομικά και ή πραγματικά αβάσιμη. 2) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ή δεν έχουν καταδειχθεί επαρκώς οι λόγοι οι οποίοι στηρίζουν την έκδοση τους. 3) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και εκδικητική. 4) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση είναι ελλιπή και ή μη ικανά να δικαιολογήσουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Η Αιτήτρια δεν απεκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ή προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. 6) Η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία εν πάση περιπτώσει δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και να θεραπευθεί μέσω καταβολής αποζημίωσης. 7) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας. 8) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση, σε σύγκριση με τον χρόνο επίδοσης των ειδοποιήσεων Θ και Ι και ή καταχώρισης της Ανταπαίτησης και ή επίδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. 9) Η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για την παρανομία των επίδικων συμφωνιών, τον ισχυριζόμενο δόλο εκ μέρους της Τράπεζας και τις δήθεν παράνομες χρεώσεις. 10) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει το δικαίωμα της Καθ΄ ης βάσει του Ν.9/65 να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα προς εξασφάλιση του λαβείν της. 11) Η Αιτήτρια ερμηνεύει λανθασμένα τις διατάξεις του Ν.9/65. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΤ (εφεξής «ο ΔΤ»), υπαλλήλου στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Ο ΔΤ αναφέρει πως από το 1999 μέχρι και το 2010 η Ενάγουσα παρείχε στους Εναγόμενους διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια, δυνάμει γραπτών συμφωνιών, με εξασφάλιση την εγγύηση των Εναγομένων 2-9 και την υποθήκευση ακινήτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Εναγομένης 1. Σημειώνει επίσης πως οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν από την Εναγομένη 1 αφορούν και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν σε αυτή, για την οποία εκκρεμεί εναντίον της η Αγωγή υπ΄ αρ. 4583/16 ΕΔ Λεμεσού. Ο ΔΤ ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των επίδικων συμφωνιών με αποτέλεσμα τελικώς τον τερματισμό αυτών με σχετικές επιστολές. Ακολούθησαν ειδοποιήσεις Θ και Ι, για τις οποίες η Εναγομένη 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ούτε και ποτέ διαμαρτυρήθηκε για το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο αναγραφόταν στην κατάσταση λογαριασμού της ειδοποίησης Ι. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Εναγομένη 1 τήρησε την ίδια στάση και μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ. Αποτελεί ισχυρισμό του ΔΤ πως οι συμφωνίες είναι καθόλα έγκυρες και νόμιμες, πως δεν υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και πως οι συμβάσεις υποθήκης συνάφθηκαν με την ελεύθερη βούληση της Εναγομένης 1 και των υπόλοιπων Εναγομένων. Ο ΔΤ ισχυρίζεται ακόμα πως η Εναγομένη 1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για την παρανομία των συμφωνιών, τον ισχυριζόμενο δόλο και τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις. Τέλος, ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Igor Zhigachov κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 133, το εν λόγω άρθρο δίδει το δικαίωμα και στον εναγόμενο να αιτηθεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος όταν αυτός έχει καταχωρίσει ανταπαίτηση, κάτι το οποίο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων ή αιτητής δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή ή του αιτητή στην ανταπαίτηση. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Εδώ κρίνω σκόπιμο να σημειώσω πως το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης παρά μόνο της ένστασης, και επομένως η Αίτηση δεν μπορεί να τύχει εξέτασης και σε αυτή τη βάση, παρά την παραπομπή στο εν λόγω άρθρο από τον δικηγόρο της Εναγομένης 1 κατά την αγόρευση του. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της Αγωγής, όπως αυτός προκύπτει από τον φάκελο, καθώς επίσης και κάποια γεγονότα τα οποία προκύπτουν στα πλαίσια της Αίτησης, και είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε αναφέρθηκαν από τη μια πλευρά και δεν έτυχαν αντίκρουσης από την άλλη. Αυτά έχουν ως εξής:
- Στις 4.4.16 η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα Αγωγή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, μεταξύ των ετών 1999 και 2010 η Ενάγουσα συνήψε διάφορες γραπτές συμφωνίες με την Εναγομένη 1, δυνάμει των οποίων η πρώτη παραχώρησε στην τελευταία πιστωτικές διευκολύνσεις, ήτοι τρεχούμενους λογαριασμούς και δάνεια. Κατόπιν αιτήματος της Εναγομένης 1 και αποδοχής της Ενάγουσας, οι εν λόγω συμφωνίες υπόκειντο σε τροποποιήσεις, όπως αύξηση ορίου, αλλαγή επιτοκίου και ή τρόπου αποπληρωμής. Ως εξασφάλιση για τις εν λόγω διευκολύνσεις, οι Εναγόμενοι 2-9 υπέγραψαν συμφωνίες εγγύησης και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 8 ενέγραψαν υποθήκες. Η Εναγομένη 1 παραχώρησε και Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί της επιχείρησης της και εκχώρησε τα δικαιώματα της προς όφελος της Ενάγουσας δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ αυτής (της Εναγομένης 1) ως πωλήτριας και των Εναγομένων 10 ως αγοραστών. Στις 5.12.13 διορίστηκε διαχειριστής της Εναγομένης 1 ο κ. ΚΙ, δυνάμει Ομολόγου Κυμαινομένης Επιβάρυνσης. Λόγω παράλειψης τήρησης των συμβατικών της υποχρεώσεων, η Ενάγουσα απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές και τελικώς τερμάτισε τις διευκολύνσεις και αξιώνει τα οφειλόμενα ποσά πλέον τόκους, την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και δήλωση πως η Ενάγουσα έχει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο.
- Η Εναγομένη 2 εμφανίστηκε με ξεχωριστό δικηγόρο και καταχώρισε ξεχωριστή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 3-9 εμφανίστηκαν με τον ίδιο δικηγόρο και στις 30.3.18 καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Σε αυτή οι Εναγόμενοι παραδέχονται την υπογραφή όλων των συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης, πλην όμως ισχυρίζονται πως οι συμβάσεις παροχής διευκολύνσεων περιέχουν ρήτρες άδικες και ή καταχρηστικές και ή παράνομες και ή επαχθείς ούτως ώστε η Ενάγουσα να μην νομιμοποιείται στις αξιώσεις της. Ισχυρίζονται πως τέτοιες ρήτρες αποτελούν αυτές περί μονομερούς τερματισμού και ή μονομερών τροποποιήσεων των συμφωνιών και ή χρεώσεων δυνάμει μονομερών τροποποιήσεων. Προβάλλουν επίσης τον ισχυρισμό πως λόγω της δραματικής αλλαγής των οικονομικών συνθηκών η εκτέλεση των επίδικων συμβάσεων δανείων κατέστη αδύνατη και επικαλούνται την αρχή της αδυναμίας εκτέλεσης (frustration) για όση περίοδο ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω πως η Ενάγουσα προέβη σε δόλια συμπεριφορά με την πώληση και ή μεταβίβαση ακινήτων της Εναγομένης 8 ενώ γνώριζε ότι το ενεργητικό της αποτελούσε μέρος της εγγύησης των Εναγομένων 3-5 έναντι της Εναγομένης 1, κάτι το οποίο οδήγησε στη μείωση της εξασφαλισμένης εγγύησης έναντι της Ενάγουσας. Για τούτο η Εναγομένη 8 ήγειρε την Αγωγή 4676/16 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον του Διαχειριστή Παραλήπτη της Εναγομένης 8 για ακύρωση της πώλησης και μεταβίβασης των εν λόγω ακινήτων. Παραδέχονται επίσης την αλληλογραφία τερματισμού και ανταπαιτούν διαταγή του Δικαστηρίου πως οι όροι της καθεμιάς των επίδικων συμβάσεων «οι οποίοι προβλέπουν την επιβολή τόκου υπερημερίας και/ή το ύψος αυτού και/ή οι όροι ως προς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ρήτρες οι οποίες δεν δύνανται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, άδικοι και/ή παράνομοι και δεν νομιμοποιούν τους Ενάγοντες σε οποιεσδήποτε αξιώσεις». Ζητούν επίσης δήλωση πως οι συμφωνίες εγγύησης είναι παράνομες και ή άδικες και ή καταχρηστικές και δεν νομιμοποιούν την Ενάγουσα στις αξιώσεις της καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα να διαγράψει οποιαδήποτε παράνομα και ή αυθαίρετα και ή αντισυμβατικά ποσά και ή χρεώσεις στους εν λόγω λογαριασμούς.
- Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ισχυρίζεται πως οι συμφωνίες συνάφθηκαν νόμιμα, έγκυρα και είναι δεσμευτικές για τα μέρη και πως όλες οι χρεώσεις είναι νόμιμες και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη.
- Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, η Εναγομένη 1 ουδόλως αμφισβητεί την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ειδικότερα των συμφωνιών υποθήκης. Αντίγραφα των υποθηκών που αφορούν στα τέσσερα υπό κρίση ακίνητα της Εναγομένης 1 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ. Ούτε και αμφισβητεί την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Και ο ισχυρισμός του ΔΤ για την επίδοση των ειδοποιήσεων Θ και Ι στην Εναγομένη 1 και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (συμπεριλαμβανομένου και στον Διαχειριστή της Εναγομένης 1, κ. Ι) τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2017 παρέμεινε αναντίλεκτος. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης αποτελούν το Τεκμήριο 4 στην ένορκη του δήλωση.
- Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών η επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και στην Αιτήτρια κατά τον Νοέμβριο του 2018 αναφορικά με την πώληση των υπό κρίση τεσσάρων ενυπόθηκων ακινήτων της, ενώ δεν αμφισβητείται η επίδοση και της ειδοποίησης ΙΒ ούτε και η αποστολή των εν λόγω ειδοποιήσεων μέσω συστημένου ταχυδρομείου στον Διαχειριστή της Εναγομένης 1, κ. Ι. Η αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο και οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Αποτελεί κοινό ισχυρισμό των δύο πλευρών πως η Εναγομένη 1 βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης από τις 5.12.
- Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΑΑ, με επιστολή ημ. 15.10.18 των δικηγόρων της Εναγομένης 1 προς τον Διαχειριστή, αυτός ενημερώθηκε για τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 3 στην ένορκη του δήλωση. Με βάση το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης της Εναγομένης 1, στην οποία η τελευταία υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον αυτή περιέχει ισχυρισμούς για δόλια συμπεριφορά εκ μέρους της Ενάγουσας και για παράνομες και ή άδικες και ή καταχρηστικές και ή επαχθείς ρήτρες στις επίδικες συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, για παράνομο τερματισμό αυτών και για παράνομη και αυθαίρετη χρέωση τόκου και άλλων ποσών. Αυτά τα ζητήματα αφορούν στην εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων και ή στην επάρκεια των εξασφαλίσεων για τις διευκολύνσεις προς την Εναγομένη 1 και συνδέονται με την εγκυρότητα και τη δυνατότητα εκτέλεσης των συμφωνιών υποθήκης, συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τα υπό κρίση ακίνητα της Εναγομένης
- Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο ΑΑ δεν αμφισβητεί την σύναψη των συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων και την παροχή τέτοιων διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1, ούτε και την παραχώρηση των υποθηκών των υπό κρίση τεσσάρων ακινήτων της ως εξασφάλιση αυτών των συμβάσεων, για τα οποία (ακίνητα) έχουν σταλεί οι ειδοποιήσεις ΙΑ. Ταυτόχρονα όμως, στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο ΑΑ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή ισχυρισμό προς υποστήριξη των όσων αναφέρονται στην Υπεράσπιση τα οποία αποτελούν και την Ανταπαίτηση και στηρίζουν τις αξιώσεις της Ανταπαίτησης. Με άλλα λόγια, ο ΑΑ απλώς παραπέμπει στο δικόγραφο του χωρίς να προβάλλει στην ένορκη του δήλωση γεγονότα ή έστω οποιεσδήποτε θέσεις ή στοιχεία όσον αφορά τις συνθήκες σύναψης των συμβάσεων, τον τρόπο λειτουργίας των πιστωτικών διευκολύνσεων, τις συνθήκες τερματισμού αυτών, τη δόλια συμπεριφορά της Ενάγουσας είτε ακόμα τις ισχυριζόμενες μονομερείς και παράνομες χρεώσεις. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η οποία παρατίθεται ανωτέρω, είναι απαραίτητο πως για σκοπούς της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, θα πρέπει να παρουσιάζεται τέτοια μαρτυρία η οποία είναι ικανή να καταδείξει την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης της Εναγομένης 1, πάντοτε βεβαίως στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιας φύσης αιτήσεις και δη χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε τελικά συμπεράσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΑΑ περιορίζεται σε παραπομπή στο δικόγραφο και στους εκεί ισχυρισμούς του, θεωρώντας πως αυτό από μόνο του είναι αρκετό για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σαφώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε τέτοιες αιτήσεις, στις οποίες ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να δεικνύει την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Ειδικότερα, θα αναμένετο ο ΑΑ τουλάχιστον να παρουσιάσει μαρτυρία όσον αφορά τη βάση της δόλιας συμπεριφοράς της Ενάγουσας η οποία και κατ΄ ισχυρισμό οδήγησε στη μείωση των εξασφαλίσεων, όπως π.χ. η μη ύπαρξη δικαιώματος και ή η ενδεχόμενη παράνομη και ή αντισυμβατική ενέργεια της Ενάγουσας να χρησιμοποιήσει το προϊόν πώλησης έναντι των συγκεκριμένων οφειλών της Εναγομένης 8 και ή η δυνατότητα πώλησης του ακινήτου σε ψηλότερη τιμή. Δεν μου διαφεύγει η παροχή των λεπτομερειών δόλου στην Υπεράσπιση, πλην όμως αυτοί οι ισχυρισμοί τίθενται με γενικότητα, καθότι εκεί απλώς αναφέρεται πως ενώ η Ενάγουσα γνώριζε πως το ενεργητικό της Εναγομένης 8 αποτελούσε μέρος της εγγύησης των Εναγομένων 3-5, προχώρησε σε αποξένωση της περιουσίας της σε τιμή χαμηλότερη της αξίας με μόνο σκοπό την τακτοποίηση των οφειλών της Εναγομένης 8 προς την Ενάγουσα. Θεωρώ πως αυτές οι λεπτομέρειες συνιστούν από νομικής πλευράς ισχυρισμούς μεν για τις ενέργειες και τη συμπεριφορά της Ενάγουσας, αλλά χωρίς να υποστηρίζονται από την απαραίτητη μαρτυρία ως προς το γιατί αυτές οι ενέργειες της Ενάγουσας θεωρούνται δόλιες. Περαιτέρω, ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε λάβει υπόψιν την τιμή πώλησης, η οποία καθορίζεται στην Υπεράσπιση στα €1,880,000, η οποία κατ΄ ισχυρισμό θα έπρεπε να υπολογιστεί έναντι των επίδικων συμβάσεων, αυτό υποδηλοί αφενός αναγνώριση και αφετέρου την εξακολούθηση ύπαρξης οφειλής εκ μέρους της Εναγομένης 1, εφόσον το συνολικό ποσό της απαίτησης ξεπερνά τα €3εκ. Εδώ θεωρώ επίσης σημαντικό να αναφέρω πως δεν υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου της Εναγομένης 1 ότι οι αξιώσεις στην Ανταπαίτηση βασίζονται στην ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά της Ενάγουσας. Οι αξιώσεις, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω, αφορούν στη νομιμότητα και εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων και των συμφωνιών εγγύησης εκ μέρους των Εναγομένων 2-
- Και τούτο καθότι σαφώς οι συναφείς αξιώσεις περί ακύρωσης της πώλησης αποτελούν το αντικείμενο της Αγωγής 4676/16 της Εναγομένης 8 εναντίον του Διαχειριστή της. Ούτε και ο ισχυρισμός για αδυναμία εκτέλεσης δηλαδή ματαίωση (frustration) των επίδικων συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε αξίωσης της Εναγομένης 1 στην Ανταπαίτηση της. Επιπλέον, πέραν του ότι τέτοιος ισχυρισμός και πάλι παραμένει γενικός και αόριστος, χωρίς μαρτυρία ως προς την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ίδιας της Υπεράσπισης με την επίκληση αυτού του ισχυρισμού της γίνεται λόγος μόνο για παροχή αναστολής αποπληρωμής των χρεών της με βάση την αρχή της δίκαιης μεταχείρισης (fairness). Σαφώς τέτοιος ισχυρισμός δεν άπτεται της εγκυρότητας και ή της νομιμότητας των εν λόγω συμβάσεων αλλά αφορά καθαρά τον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής δυνάμει αυτών, θέμα το οποίο ούτως ή άλλως δεν αποτελεί αντικείμενο της Αγωγής αλλά εκτέλεσης τυχόν απόφασης. Επίσης θα αναμένετο ο ΑΑ να παρουσιάσει μαρτυρία ως προς τις συνθήκες σύναψης και τους όρους των συμβάσεων, τροποποίησης αυτών, λειτουργίας των διευκολύνσεων και τυχόν ενημέρωσης της Εναγομένης 1, καθώς επίσης και του τερματισμού αυτών, εφόσον γίνεται λόγος για μονομερείς ρήτρες και τερματισμό, καθ΄ ον χρόνο η ίδια η Εναγομένη 1 αναγνωρίζει πως οι Εναγόμενοι έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές πριν λάβουν επιστολές τερματισμού και ακολούθως επιστολές επιβεβαιωτικές του τερματισμού, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ΔΤ, στην ένορκη του δήλωση, ισχυρίζεται πως οι όροι των εν λόγω συμβάσεων είχαν επεξηγηθεί πλήρως στην Εναγομένη 1 πριν την υπογραφή αυτών, πως η Εναγομένη 1 καθυστερούσε, αρνείτο και παρέλειπε να τηρεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ούτως ώστε η Ενάγουσα την καλούσε επανειλημμένως να τις διευθετήσει, και πως είναι λόγω της άρνησης της Εναγομένης 1 να πράξει τούτο που τελικώς η Ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό των διευκολύνσεων. Επομένως, η Ενάγουσα προβάλλει ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των συμβάσεων και τους λόγους για τους οποίους τελικώς προέβη στον τερματισμό, αποδίδοντας πλήρη γνώση στην Εναγομένη 1 και παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της, και οι οποίοι (ισχυρισμοί) παρέμειναν χωρίς αντίκρουση είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε ακόμα και με την αντεξέταση του ΔΤ. Ακόμα θα αναμένετο όπως ο ΑΑ παρουσιάσει στοιχεία ως προς το ύψος των κατ΄ ισχυρισμόν παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων τόκου, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν συνεπάγεται και αυτομάτως την ακύρωση ολόκληρης της υπό κρίση σύμβασης αλλά ενδεχομένως επηρεάζει μέρος του ποσού το οποίο η Ενάγουσα χρεώνει και απαιτεί. Γι΄ αυτό προφανώς περιλαμβάνεται και η τελευταία αξίωση με την οποία ζητείται διάταγμα διαγραφής των αυθαίρετων και ή παράνομων και ή αντισυμβατικών χρεώσεων, αξίωση η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, φαίνεται να αντιφάσκει με τις προγενέστερες βασικές αξιώσεις περί ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων. Θεωρώ και πάλι πως η απλή παραπομπή στο δικόγραφο επί αυτού του ζητήματος και η ύπαρξη μόνο γενικών ισχυρισμών δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας θα έπρεπε να παρουσιάζεται μαρτυρία η οποία να κρίνεται επαρκής να ικανοποιεί αυτή την προϋπόθεση. Επιπρόσθετα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τον ΑΑ, έστω και με γενικότητα, αντικρούονται από τον ΔΤ, ως προς τις συνθήκες σύναψης των συμβάσεων, τη σαφήνεια των όρων αυτών και τη γνώση της Εναγομένης 1 περί τούτων, καθώς επίσης και τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της, τις προειδοποιήσεις και τελικώς τον τερματισμό. Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ΔΤ ισχυρίζεται πως πριν την υπογραφή των συμβάσεων επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν στους Εναγόμενους οι όροι αυτών, προσθέτοντας πως οι συμβάσεις είναι καθόλα νόμιμες, έγκυρες και σαφείς και περιλαμβάνουν σαφέστατους όρους για την επιβολή επιτοκίου το οποίο συμφωνήθηκε ελεύθερα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Επίσης ισχυρίζεται πως οι συμβάσεις των υποθηκών συνάφθηκαν με την ελεύθερη βούληση της Εναγομένης 1, σύμφωνα με τους όρους των οποίων παρέχεται το δικαίωμα στην Ενάγουσα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω Κτηματολογίου είτε απευθείας είτε μέσω διατάγματος Δικαστηρίου, όροι οι οποίοι φαίνονται στο Τεκμήριο
- Επίσης ο ΔΤ ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα απέστειλε αρχικά επιστολές με τις οποίες ενημέρωσε τους Εναγόμενους για τη μη ικανοποιητική λειτουργία των λογαριασμών και την καθυστέρηση πληρωμής των οφειλών τους και τους καλούσε να προσέλθουν προς εξεύρεση τρόπου διευθέτησης των εν λόγω εκκρεμοτήτων. Επίσης τους ενημέρωνε και για τη μεταβολή του επιτοκίου. Σύμφωνα με τον ΔΤ, ακολούθησαν οι επιστολές τερματισμού και οι ειδοποιήσεις Θ και Ι, και οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξέφρασαν μέχρι τότε οποιαδήποτε διαμαρτυρία αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο φαινόταν στη σχετική κατάσταση λογαριασμού και φέρει χρεώσεις σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, και ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν είτε να τηρήσουν είτε να διευθετήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Υπό το φως όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ βάσιμους τους λόγους ένστασης πως τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπή και ή μη ικανά να δικαιολογήσουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον δεν ικανοποιούν τη δεύτερη προϋπόθεση, και πως η Εναγομένη 1 ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε για την παρανομία των επίδικων συμφωνιών, τον ισχυριζόμενο δόλο και τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις, λόγοι οι οποίοι επαναλαμβάνονται και στην ένορκη δήλωση του ΔΤ. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε συμπεράσματα επί αυτών, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως έχει διαφανεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τις αξιώσεις της Εναγομένης 1, η οποία απαιτείται για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι καταλυτική ως προς την τύχη της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων και ή των λόγων ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως υπό το φως όλων των δεδομένων που τέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως η απλή γενική αναφορά περί πιθανολόγησης πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς χωρίς σαφή μαρτυρία περί τούτου δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει την εν λόγω προϋπόθεση. Σχετικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, πρώτη έκδοση, σελ. 136: «Για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ο ενάγων θα πρέπει με την ένορκη δήλωση του να πείσει το δικαστήριο. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του τύπου «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», δεν αρκούν. Τέτοιοι ισχυρισμοί χρειάζεται να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το δικαστήριο.» Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα της Εναγομένης 1 στην περιουσία της, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Τράπεζας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, θεωρώ πως η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Δεν έχει καταδειχθεί ούτε προβληθεί ισχυρισμός από την Εναγομένη 1 περί αδυναμίας αποζημίωσης της, αλλά αντιθέτως ο ΔΤ προβάλλει ισχυρισμό πως η Ενάγουσα είναι φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα το οποίο διαθέτει επαρκή περιουσία προς ικανοποίηση και πιθανή αποζημίωση της Εναγομένης
- Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα σε όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, εφόσον το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων, ήτοι της εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και ενδεχομένως του ύψους του οφειλόμενου ποσού, και ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω πως η θέση του δικηγόρου της Εναγομένης 1 ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι επιβεβλημένη για να της παρέχεται η δυνατότητα υποβολής Αίτησης-Έφεσης σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την έκδοση αυτών, αλλά σαφώς το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο