← Κύπρος

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 2021/2016, 6/2/2019

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 2021/2016, 6/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2021/2016 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Ενάγουσας Και

  1. Finoland Properties Ltd,
  2. C & G Cyprus Estates 4U Limited,
  3. Correo Limited,
  4. N. Pavlou Playland Limited,
  5. χχχ Παύλου, Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.11.2018 Ημερομηνία: 6/2/2019 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους 1 και 4 - αιτητές: κ. Ζαχαρίου για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Χατζηγιώρκη για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  6. Oι εναγόμενοι 1 και 4 - αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που παραχώρησαν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και η αίτηση ορίστηκε για επίδοση κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου των αιτητών. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται «η τράπεζα») φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  7. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 θ.1, 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. χχχ. Παύλου, διευθυντή των αιτητών.
  8. Η τράπεζα για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2013, στα πλαίσια γραπτών συμφωνιών, παρείχε στην εναγομένη 1-αιτήτρια διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της και για περαιτέρω εξασφάλιση εναγομένη 1-αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. Υχχχχ/2008, Υχχχχ/2009 και η εναγομένη 4-αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της τελευταίας τις υποθήκες με αρ. Υ.χχχχ/2008 και Υ.χχχχ/
  9. Η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.
  10. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά τα τέλη του έτους 2014 όταν η κρίση επηρέασε την κυπριακή οικονομία, η εισοδηματική ικανότητα της εναγομένης 1 επηρεάστηκε σημαντικά και έτσι το 2016 επήλθε πλήρης αδυναμία πληρωμής των δόσεων της. Επισημαίνει ότι πριν την υπογραφή των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και των συμβάσεων και δηλώσεων υποθηκεύσεως των ακινήτων, επιθυμία των αιτητών ήταν όπως τύχουν νομικής συμβουλής πλην όμως η τράπεζα τους καθησύχασε ότι δεν ήταν αναγκαίο και ότι έπρεπε να επιδείξουν απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν και περαιτέρω τους διαβεβαίωσαν ότι η συνεργασία τους θα ήταν άψογη και θα ετύγχαναν της πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης και συνεργασίας. Έτσι βασιζόμενοι τις πιο πάνω δηλώσεις υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες δανείου αλλά και τις πιο πάνω συμβάσεις υποθήκης. Οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι τόσο οι επίδικες συμφωνίες όσο και οι εμπράγματες επιβαρύνσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος της τράπεζας είναι άκυρες καθότι τελέστηκαν κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η τράπεζα τους παρέστησε (α) ότι θα επεδείκνυε συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων των επίδικων συμφωνιών και τους έπεισαν να υπογράψουν ενώ γνώριζαν το μη αληθές των διαβεβαιώσεων τους και στην πραγματικότητα οι ενέργειες της ήταν σε βάρος των συμφερόντων τους, (β) ότι όλες οι χρεώσεις που θα γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς θα πραγματοποιούνταν μέσα στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών ενώ πρόθεση της ήταν να χρεώνει τους εν λόγω λογαριασμούς με αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις. Προβάλλεται ότι η τράπεζα πράγματι επιβάρυνε τους επίδικους λογαριασμούς με αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς και (γ) ότι θα ενεργούσε καλόπιστα και ειλικρινά ενώ έπραξε το αντίθετο και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Στην προσπάθεια των αιτητών για αναδιάρθρωση των δανείων, η τράπεζα απέστειλε σε αυτούς την ειδοποίηση τύπος ΙΑ και μέχρι σήμερα δεν έχει εξευρεθεί οποιαδήποτε συναινετική λύση. Αναφέρει ότι το εκπλειστηρίασμα θα είναι κατά πολύ μικρότερο σε σχέση με την αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. Η δε αξία τους σύμφωνα με εκτίμηση ανέρχεται στο ποσό των €19.735,000 (βλ. Τεκ.Γ). Περαιτέρω επισημαίνει ότι παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των αιτητών για αποτελεσματική προσφυγή στο Δικαστήριο, για διάγνωση των αστικών αδικημάτων τους καθότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εκκρεμεί ανταπαίτηση από μέρους τους με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα τόσο των συμφωνιών δανείου όσο και των συμβάσεων υποθηκών και παρά ταύτα, προτού αποφανθεί το Δικαστήριο, επιχειρείται η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση το Μέρος VIA του Νόμου. Στην περίπτωση που επιτύχει η ανταπαίτηση και προωθηθεί η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων τότε, ως προβάλλεται, δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού τα ακίνητα δεν θα μπορούν να επανέλθουν στην ιδιοκτησία των αιτητών.
  11. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. χχχ. Χωραϊτη, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και αναγνωρίζει ότι πράγματι μεταξύ των ετών 2008 μέχρι 2013 συνομολογήθηκαν συμφωνίες με τις οποίες η τράπεζα παραχώρησε στην εναγομένη 1-αιτήτρια πιστωτικές διευκολύνσεις. Οι δε εναγόμενοι 2, 3 4 και 5 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της και για περαιτέρω εξασφάλιση τόσο η εναγόμενη 1 όσο και η εναγομένη 4, με την ελεύθερη βούληση τους, παραχώρησαν προς όφελος της τράπεζας τις πιο πάνω υποθήκες. Επισημαίνει ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες, είναι νόμιμες και έγκυρες, υπό τις περιστάσεις. Προβάλλεται ότι οι αιτητές δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την 17.11.2014 η Τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Επισημαίνεται ότι το συνολικό ποσό το οποίο διεκδικεί η τράπεζα τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και σε άλλες αγωγές, ανέρχεται στο ποσό των €10.861,176 ενώ το συνολικό ποσό για το οποίο εγγράφηκαν οι πιο πάνω υποθήκες ανέρχεται στο ποσό των €7.660,
  12. Η τράπεζα έδωσε αλλεπάλληλες παρατάσεις αποπληρωμής στους αιτητές χωρίς όμως να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Έτσι στις 12.10.2016 επιδόθηκε στους αιτητές και στα ενδιαφερόμενα μέρη οι ειδοποιήσεις τύπος Θ και Ι σε σχέση με τις πιο πάνω υποθήκες. Δεν έπραξαν οτιδήποτε και έτσι την 18.9.2018 επιδόθηκαν σε αυτούς οι Ειδοποιήσεις Τύπος ΙΑ και ΙΒ. Προβάλλει ότι οι αιτητές όταν έλαβαν τις Ειδοποιήσεις Τύπος Θ και Ι καταχώρισαν ανταπαίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Αναφορικά με την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, επισημαίνει ότι με βάση εκτίμηση η αγοραία αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/χχχ7, αντικείμενο των υποθηκών με αριθμό Υχχχχ/08 και Υχχχχ/09 είναι €4.250,000 και των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/χχχχ4, 0/χχχχ5, 0/χχχχ6, 0/χχχχ8 και 0/χχχ2, αντικείμενα των υποθηκών Υχχχχ/08 και Υχχχχ/09 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €2.074,
  13. Διευκρινίζει ότι αναφορικά με ενυπόθηκα ακίνητα, εκδόθηκε κατά ή περί το έτος 2013 πολεοδομική άδεια ανέγερσης ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι αιτητές στην τράπεζα, η πιο πάνω πολεοδομική άδεια έχει λήξει. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς των αιτητών και περαιτέρω προβάλλεται ότι η τράπεζα αποτελεί φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα που διαθέτει επαρκή περιουσία και δύναται να καλύψει μία πιθανή χρηματική αποζημίωση των αιτητών.
  14. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της τράπεζας, η οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι ακόμη και στην περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  15. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  2. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί κάποια αξιολόγηση μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης του πιο πάνω κριτηρίου είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η εναγόμενοι 1 και 4 αιτητές προβάλλουν μεταξύ άλλων ισχυρισμών ότι τόσο οι επίδικες συμφωνίες όσο και οι εμπράγματες επιβαρύνσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος της τράπεζας είναι άκυρες διότι συνήφθηκαν κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Επισημαίνουν ότι η τράπεζα τους παρέστησε ψευδώς ότι θα ενεργούσε καλόπιστα και ειλικρινά, ότι οι χρεώσεις θα πραγματοποιούνταν μέσα στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών και ότι θα επιδείκνυε συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων. Περαιτέρω προβάλλουν ότι η τράπεζα επιβάρυνε τους επίδικους λογαριασμούς με αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Όπως έχει νομολογηθεί για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος θα πρέπει να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου (βλ. Lawford Ltd κ.α. ν. Χατζηγαβριήλ κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 818). Στη προκείμενη περίπτωση οι πιο πάνω ισχυρισμοί όπως αυτοί προβάλλονται είναι γενικοί και αόριστοι. Οι αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία επαρκή υπό μορφή μαρτυρίας σύμφωνα με τα οποία να είναι δυνατόν να κριθεί έστω και εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις αναφορικά με τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους περί δόλου ή/και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω δεν καθορίζονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται οι αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων, οι παράνομες χρεώσεις και οι ανατοκισμοί. Οι πιο πάνω αναφορές των αιτητών όπως έχει ήδη επισημανθεί είναι γενικόλογες, αόριστες και μη επαρκείς. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ότι με την σκοπούμενη πώληση παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των αιτητών για αποτελεσματική προσφυγή στο Δικαστήριο και ειδικότερα για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων καθότι, στα πλαίσια της αγωγής, εκκρεμεί ανταπαίτηση από μέρους τους, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών και προτού αποφανθεί το Δικαστήριο επιχειρείται η πώληση των ενυπόθηκων ακίνητων με βάση το VIA του Νόμου. Στις 13.07.18 το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)τροποποιήθηκε με το Ν.87
(1)/18. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικεία αγωγής για την ειδοποίηση τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. To πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται και στο άρθρο 44Α. Καμία διάταξη του μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA [βλ άρθρο 44 Α
(2)] και αντίστροφα [βλ. άρθρο 44 Α
(3)]. Περαιτέρω καμία διάταξη του μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου [βλ. άρθρο 44 Α
(4)]. Ο Νομοθέτης δεν αποστέρησε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Ο αιτητής αφού ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Εν κατακλείδι οι αιτητές στην προκείμενη περίπτωση για όλους τους λόγους που περιγράφονται πιο πάνω, απέτυχαν να παρουσιάσουν επαρκή στοιχεία υπό μορφή μαρτυρίας από τα οποία να προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 10. Το Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω κατάληξη του, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσει κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Οι αιτητές προβάλουν ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των €19.735,
  1. Ο ισχυρισμός τους ότι το εκπλειστηρίασμα θα είναι κατά πολύ μικρότερο σε σχέση με την αξία τους, κατατάσσεται ως αυθαίρετο συμπέρασμα. Πέραν δε τούτου στην εκτίμηση που επισυνάπτεται αναφέρεται ότι η αγοραία αξία των ακινήτων με την υφιστάμενη άδεια ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό. Επί τούτου η τράπεζα επισημαίνει ότι η πιο πάνω πολεοδομική άδεια έχει λήξει σύμφωνα με τα όσα ανάφεραν οι αιτητές. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δεν αντεξέτασαν δικαιωματικά τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η ανταπαίτηση, οι αιτήτριες θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των εναγόντων και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω.
  2. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 4 αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα/πλειστηριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.