Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Everocean Shipping Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 5893/2012, 18/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5893/2012 Μεταξύ: Emporiki Bank - Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και-
- Everocean Shipping Limited, εκ Λεμεσού
- XXXX Νικολαΐδης, εκ Λεμεσού
- XXXX Παπασάββας, εκ Λεμεσού
- XXXX XXXX Παπασάββα, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------------------------ Μετά από Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.11.2015 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και-
- Everocean Shipping Limited, εκ Λεμεσού
- XXXX Νικολαΐδης, εκ Λεμεσού
- XXXX Παπασάββας, εκ Λεμεσού
- XXXX XXXX Παπασάββα, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------------------------ Ημερ.: 18.2.2019 Για την Ενάγουσα: κ. Ντ. Μαστορούδης με κ. Μ. Μαστορούδη για Ντίνος Μαστορούδης Για τους Εναγόμενους 1, 3 & 4: κ. Σ. Σταυρινίδης για Χρυστάλλα Τζιούρου Για τον Εναγόμενο 2: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Η Δικογραφία - Τα Επίδικα Θέματα Η αγωγή αφορά αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εναντίον των Εναγομένων δυνάμει μιας σύμβασης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 24.2.2003 και δύο συμβάσεων δανείου ημερ. 15.12.
- Η σύμβαση για τον τρεχούμενο λογαριασμό είχε συνομολογηθεί με την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ που την 23.10.2003 μετονομάστηκε σε Emporiki Bank - Cyprus Ltd. Οι μεταγενέστερες συμβάσεις δανείου είχαν συνομολογηθεί με την Emporiki Bank - Cyprus Ltd, οι υποχρεώσεις και δικαιώματα της οποίας μεταβιβάστηκαν, εκχωρήθηκαν, ανατέθηκαν και παραχωρήθηκαν στην Alpha Bank Cyprus Ltd με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 13.3.
- Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια και στις τρεις συμβάσεις. Η Εναγόμενη 4 με την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ΥXXXX/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερ. 26.5.2009, υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας ένα διαμέρισμα στην Αγία Τριάδα στη Λεμεσό ιδιοκτησίας της για το ποσό των €130.000 πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερ. 4.12.2009 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την Τράπεζα μέχρι του ποσού των €600.000 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικές χρεώσεις και δικηγορικά έξοδα. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα η Εταιρεία συνέστησε δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 10.10.2005 και 4.12.2009, για τα ποσά των Λ.Κ.40.000 και €232.000 αντίστοιχα, επί ολόκληρης της περιουσίας της. Δεν προβάλλεται οιαδήποτε αξίωση αναφορικά με τα ομόλογα, με την Τράπεζα να επιφυλάσσει σχετικά τα δικαιώματα της. Η πρώτη σύμβαση δανείου με αρ. XXX/XXX/2009 αφορούσε δάνειο ύψους €121.035 και η δεύτερη με αρ. XXX/XXX/2009 αφορούσε δάνειο ύψους €375.
- Σύμφωνα με την αξίωση, η Εταιρεία παρέβηκε τους όρους λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, ενώ αμφότεροι οι λογαριασμοί των δανείων παρουσίαζαν συστηματικές και επανειλημμένες καθυστερήσεις στην καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 4.7.2012 κάλεσε την Εταιρεία να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις μέσα σε 10 μέρες, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά θα προχωρούσε στον τερματισμό των συμφωνιών. Με επιστολές ιδίας ημερομηνίας ενημερώθηκαν και οι Εναγόμενοι 2, 3 και
- Δεν υπήρξε ανταπόκριση, οπόταν η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 27.7.2012 τερμάτισε τις συμφωνίες και κάλεσε την Εταιρεία να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, προειδοποιώντας με λήψη δικαστικών μέτρων. Με τις επιστολές τερματισμού ενημερώθηκε η Εταιρεία ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός θα επιβαρύνετο πλέον με συνολικό επιτόκιο 15,5% και οι λογαριασμοί των δανείων με συνολικό επιτόκιο 16%, όλοι με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Με επιστολές ιδίας ημερομηνίας ενημερώθηκαν και οι Εναγόμενοι 2, 3 και
- Αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό αξιώνεται το ποσό των €5.596,84 με τόκο προς 15,5% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Αναφορικά με το πρώτο δάνειο αξιώνεται το ποσό των €126.219,50 με τόκο προς 16% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Αναφορικά με το δεύτερο δάνειο αξιώνεται το ποσό των €486.939,13 με τόκο προς 16% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Η αξίωση εναντίον της Εναγομένης 4 περιορίζεται στο ποσό των €130.000 με τόκο προς 8% ετησίως από 26.5.2009 μέχρι 26.7.2012 και 16% ετησίως από 27.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Εναντίον της αξιώνεται και διάταγμα για την εκποίηση της υποθήκης. Οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4, που εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο καταχώρισαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 παραδέχονται τη συνομολόγηση της σύμβασης ημερ. 24.2.2003 για τον τρεχούμενο λογαριασμό μεταξύ της Εταιρείας και της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Διατείνονται ότι κατά την ίδια ημερομηνία υπογράφηκε συμπληρωματική συμφωνία με την οποία η Τράπεζα ανέλαβε να παρέχει στην Εταιρεία πίστωση, η οποία συνίστατο στην προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών πελατών της οι οποίες και θα κατατίθεντο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση της πίστωσης. Είναι η θέση τους πως την 23.2.2009 υπογράφηκε νέα συμφωνία προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών, με το όριο πίστωσης να αυξάνεται στο ποσό του €1.000.
- Ζητήθηκε όπως την νέα συμφωνία εγγυηθούν οι Εναγόμενοι 2 και 3 και οι Εναγόμενοι 1 - 3 το αποδέχτηκαν. Η Τράπεζα συμπεριέλαβε στη συμφωνία και δέσμευσε την Εταιρεία ότι οι επιταγές «θα είχαν τετράμηνη διάρκεια», εκτός των επιταγών κάποιας A.V. Power Ltd «που θα είχαν εξάμηνη διάρκεια». Προφανώς εννοείται ότι θα ήταν μεταχρονολογημένες και πληρωτέες όχι αργότερα από τέσσερις και έξι μήνες αντίστοιχα. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 - 3 ότι οι συμφωνίες ημερ. 24.2.2003 και 23.2.2009 είναι άκυρες γιατί είναι παράνομες και ότι δεν καλύπτονται από το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της Τράπεζας. Αναφέρουν ότι παρέδωσαν στην Τράπεζα αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών της Α.V. Power Ltd και άλλων που προεξοφλήθηκαν και η Εταιρεία εισέπραξε τα ποσά των επιταγών. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν κατά το χρόνο που ήταν πληρωτέες. Παραπονούνται οι Εναγόμενοι 1 - 3 ότι δεν ειδοποιήθηκαν ή δεν ειδοποιήθηκαν έγκαιρα και ότι η Τράπεζα, χωρίς να ενημερώσει την Eταιρεία, χρέωσε με τα ποσά των ανεξαργύρωτων επιταγών, που ήταν γύρω στα €432.570, τον τρεχούμενο της λογαριασμό. Παραπονούνται ακόμα οι Εναγόμενοι 1 - 3 ότι η Τράπεζα παρέλειψε να επιστρέψει τις επιταγές στην Εταιρεία. Έτσι η Εταιρεία στερήθηκε του δικαιώματος να διεκδικήσει το ποσό αυτό από τους εκδότες των ανεξαργύρωτων επιταγών. Οι ανεξαργύρωτες επιταγές τελικά παραδόθηκαν στην Εταιρεία κατά ή περί την 15.2.2011, κατόπιν παραστάσεων του δικηγόρου της. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγομένων 1 - 3 ότι υπό την απειλή αγωγής για την αποπληρωμή του πιο πάνω χρεωστικού υπολοίπου η Τράπεζα πίεσε και εξανάγκασε την Εταιρεία να υπογράψει νέα σύμβαση ημερ. 20.5.2009 απαιτώντας μεταξύ άλλων και εξασφαλίζοντας την επίσχεση και ενεχυρίαση των ανεξαργύρωτων επιταγών, την επίδικη υποθήκη από την Εναγόμενη 4 και τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και
- Καταγγέλλουν τη συμφωνία της 20.5.2009 ως παράνομη, άκυρη ή ακυρώσιμη. Το ίδιο και την υποθήκη της Εναγόμενης 4 και τη συμφωνία εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 που συμπαρασύρονται. Την ίδια θέση έχουν και για τα δύο ομόλογα. Ωστόσο, το ζήτημα δεν θα απασχολήσει άλλο, αφού δεν ζητείται οτιδήποτε σε σχέση με αυτά, ούτε με την Ανταπαίτηση. Περαιτέρω και υπό τις ίδιες συνθήκες η Τράπεζα εξανάγκασε τους Εναγόμενους να υπογράψουν την 2.11.2009 σύμβαση δανείου ποσού €536.000, πάλιν απαιτώντας την παραχώρηση υποθήκης από την Εναγόμενη 4 και προσωπικών εγγυήσεων από τους Εναγομένους 2 και
- Καταγγέλλουν και αυτή τη συμφωνία ως παράνομη, άκυρη και ακυρώσιμη. Καταλήγουν ότι η Τράπεζα, γνωρίζοντας ότι η συμφωνία της 2.11.2009 ήταν νομικά τρωτή, εξανάγκασε τους Εναγόμενους να υπογράψουν τις δύο επίδικες συμβάσεις δανείων. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 αρνούνται την λήψη όλων των επιστολών και τους τερματισμούς. Είναι αξιοπρόσεκτος ο τρόπος που δικογραφούν τη θέση τους. Αρνούνται τις σχετικές παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά αναφέρουν ότι η άρνηση τους ότι έλαβαν τις επιστολές είναι «σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί ότι οι ανωτέρω συμφωνίες είναι έγκυρες». Προβάλλεται ακόμα η θέση ότι η Τράπεζα προέβηκε σε αδικαιολόγητες αυθαίρετες και αντισυμβατικές χρεώσεις, επιβαρύνσεις και ανατοκισμό και παράνομες και αντισυμβατικές αυξήσεις των επιτοκίων, με αποτέλεσμα τη διόγκωση των αξιούμενων ποσών. Ανταπαιτούν όπως όλες οι συμφωνίες κηρυχθούν παράνομες και άκυρες, όπως και η υποθήκη για την οποία ζητείται περαιτέρω διάταγμα για την εξάλειψη της. Ανταπαιτούν ακόμα το ποσό των €432.570 με τόκο προς 8% ετησίως χωρίς όμως να αναφέρουν από τότε. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται όλες τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Σε σχέση με την έγγραφη εγγύηση ημερ. 4.12.2009 που του καταλογίζεται ότι υπόγραψε δικογραφεί πως, εάν ήθελε αποδειχθεί τέτοιο έγγραφο, είναι άκυρο ή πρέπει να ακυρωθεί γιατί παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου και των περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμων του 2003 έως
- Διατείνεται ότι παραβιάστηκαν από την Τράπεζα ουσιώδεις όροι της σύμβασης εγγύησης με αποτέλεσμα να δικαιούται να την τερματίσει και να την ακυρώσει. Παραπονείται ότι η Τράπεζα τροποποίησε τους όρους της σύμβασης της με την Εταιρεία με αποτέλεσμα ο ίδιος να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις που έγιναν μετά τις τροποποιήσεις. Ακόμα πως η Τράπεζα παρέλειψε εντελώς να τον πληροφορήσει για τους κινδύνους που διέτρεχε από την παραχώρηση της εγγύησης κατά παράβαση της νομικής της υποχρέωσης και του δικαίου της επιείκειας. Αρνείται και αυτός ότι η Τράπεζα απέστειλε ή ότι ο ίδιος παρέλαβε οιαδήποτε επιστολή. Η Τράπεζα κάλεσε δύο μάρτυρες υπαλλήλους της για να αποδείξει την υπόθεση της, ενώ από πλευράς της υπεράσπισης μαρτυρία έδωσαν οι Εναγόμενοι 3, 4, κάποιος XXXXX Στυλιανού και ο Εναγόμενος
- Για την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση κλήθηκε από την Ενάγουσα ακόμα ένας μάρτυρας υπάλληλος της. Β. Η Μαρτυρία για την Αξίωση Ο XXXXX Άδωνη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος στην Alpha Bank Cyprus Ltd. Δεν είχε καμιά εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης που την οποία η Alpha ανέλαβε το 2015 μετά την εξαγορά της Emporiki. Η πληροφόρηση του για την υπόθεση προέρχεται από το φάκελο της Τράπεζας και ενημέρωση που είχε από συναδέλφους του που προηγουμένως εργάζονταν στην Emporiki και εργοδοτήθηκαν στην Alpha . Παρουσίασε το δικαστικό διάταγμα ημερ. 13.3.2015 με το οποίο οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Emporiki Bank - Cyprus Ltd μεταβιβάστηκαν στην Alpha Bank Cyprus Ltd (Τεκμ.2). Παρουσίασε ακόμη τα τραπεζικά έγγραφα που υποστηρίζουν την αξίωση της Τράπεζας. Το Τεκμ.3 είναι Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό ημερ. 24.2.2003, που συνομολογήθηκε μεταξύ της Εμπορικής και της Εταιρείας. Προνοούσε ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού θα χρεώνονταν με τόκο με επιτόκιο «6% κυμαινόμενο» τον χρόνο, που θα λογιζόταν στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και θα καταβαλλόταν την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Ο τόκος θα υπολογιζόταν ημερησίως αλλά το έτος θα λογιζόταν ότι έχει 360 μέρες. Σε περίπτωση υπερημερίας ή υπέρβασης του ανώτατου ορίου των διευκολύνσεων, θα χρεωνόταν τόκος στο ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο επιτόκιο υπερημερίας. Δεν καθορίζεται πουθενά στη Σύμβαση ποιες παράμετροι θα καθόριζαν την κύμανση του επιτοκίου. Το Τεκμ.4 είναι επιστολή έγκρισης ημερ. 2.11.2009 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Καταγράφονται οι όροι των διευκολύνσεων που επρόκειτο να παραχωρηθούν προς την Εταιρεία. Την επιστολή φέρονται να έχουν προσυπογράψει όλοι οι Εναγόμενοι, δίδοντας τη συγκατάθεση τους όπως οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις που αναφέρονταν συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τις νέες διευκολύνσεις. Τα Τεκμ.5 και 6 είναι οι δύο Συμβάσεις Δανείου αρ. XXX/XXX/2009 και XXX/XXX/2009, ημερ. 15.12.2009, μεταξύ της Emporiki και της Εταιρείας. Αφορούν ποσά €121.035 και €375.965 αντίστοιχα. Η Εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τόκο με επιτόκιο «8,5% κυμαινόμενο» (βασικό επιτόκιο χορηγήσεων της Τράπεζας 5% συν περιθώριο 3,5%) τον χρόνο. Ο τόκος θα υπολογιζόταν στα ημερήσια υπόλοιπα και θα ήταν πληρωτέος ανά τρίμηνο. Θα υπολογιζόταν ημερησίως, αλλά το έτος θα λογιζόταν ότι έχει 360 μέρες. Σε περίπτωση υπερημερίας θα χρεωνόταν επιπλέον τόκος υπέρβασης 7%. Η πρώτη Σύμβαση Δανείου προνοούσε ότι η εξόφληση θα γινόταν με 24 μηνιαίες δόσεις εκ €5.500 με την πρώτη καταβλητέα ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου, ενώ η δεύτερη ότι το δάνειο θα εξοφλείτο με μια πληρωμή 24 μήνες μετά την εκταμίευση του. Το Τεκμ.7 είναι η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου, ΥXXXX/09 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερ. 26.5.2009, με την οποία η Εναγόμενη 4 υποθήκευσε προς όφελος της Emporiki περιουσία της για το ποσό των €130.000 με τόκο με επιτόκιο «8% κυμαινόμενο». Στο Έγγραφο Υποθήκης αναφέρεται σχετικά με το επιτόκιο ότι ήταν «8% κυμαινόμενο (Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων Τράπεζας 5% κυμαινόμενο πλέον 3% ως περιθώριο)». Το Τεκμ.8 είναι Έγγραφο Εγγυήσεως ημερ. 4.12.2009 με το οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προς την Emporiki τις υποχρεώσεις της Εταιρείας μέχρι ποσού €600.000 πλέον τόκους με επιτόκιο «ίσο προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το Νόμο». Το Τεκμ.11 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 4.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και καταγράφεται ότι αυτός βρισκόταν σε υπέρβαση την οποία η Εταιρεία καλείτο να τακτοποιήσει. Αναφερόταν ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με πρόσθετο επιτόκιο 7% επί ολόκληρου του υπολοίπου. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι και την τακτοποίηση της υπέρβασης του ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με επιτόκιο 15,5%. To Τεκμ.12 είναι φωτοαντίγραφα δύο επιστολών ημερ. 4.7.2012 προς τους Εναγομένους 2 και
- Πληροφορούνται, ως εγγυητές, για την απαίτηση που έγινε προς την Εταιρεία και ζητείται και από αυτούς συμμόρφωση. Το Τεκμ.13 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 27.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Με αυτή η Τράπεζα τερματίζει τη Συμφωνία και τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και απαιτεί από την Εταιρεία την εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου που ήταν €5.596,
- Πληροφορείται η Εταιρεία ότι από την ημερομηνία της επιστολής ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με επιτόκιο 15,5%. To Τεκμ.14 είναι φωτοαντίγραφα τριών επιστολών ημερ. 27.7.2012 προς τους Εναγομένους 2, 3 και
- Πληροφορούνται, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές και η Εναγόμενη 4 ως ενυπόθηκος οφειλέτης, για τον τερματισμό της Συμφωνίας και της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και απαιτείται και από αυτούς η εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου. Το Τεκ.15 είναι κατάσταση λογαριασμού κινήσεως του τρεχούμενου λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι και την 31.12.
- Το τελευταίο φύλλο αφορά σε χρεώσεις μετά τον τερματισμό. Την 27.7.2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €5.596,
- Το Τεκμ.16 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 4.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Αφορά το πρώτο δάνειο και καταγράφεται ότι η Εταιρεία καθυστερούσε την αποπληρωμή των καθυστερήσεων του δανείου ύψους €125.149,64 πλέον τόκους το οποίο η Εταιρεία καλείτο να τακτοποιήσει. Αναφερόταν ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με πρόσθετο επιτόκιο 7%. Σημειωνόταν ωστόσο ότι για την περίοδο 14.5.2012 - 31.12.2012 το επιτόκιο υπερημερίας θα ήταν μόνο 3%. To Τεκμ.17 είναι φωτοαντίγραφα δύο επιστολών ημερ. 4.7.2012 προς τους Εναγομένους 2 και
- Πληροφορούνται ως εγγυητές για την απαίτηση που έγινε προς την Εταιρεία και ζητείται και από αυτούς συμμόρφωση. Το Τεκμ.18 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 27.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Με αυτή η Τράπεζα τερματίζει την πρώτη Συμφωνία Δανείου και τη λειτουργία του σχετικού λογαριασμού και απαιτεί από την Εταιρεία την εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου που ήταν €126.219,
- Πληροφορείται η Εταιρεία ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με επιτόκιο 16% «(Κυμαινόμενο Βασικό Επιτόκιο Εμπορικής Τράπεζας + 3,50% περιθώριο + 7,00%)». Σημειωνόταν και πάλι ότι για την περίοδο 14.5.2012 - 31.12.2012 το επιτόκιο υπερημερίας θα ήταν μόνο 3%. To Τεκμ.19 είναι φωτοαντίγραφα τριών επιστολών ημερ. 27.7.2012 προς τους Εναγομένους 2, 3 και
- Πληροφορούνται, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές και η Εναγόμενη 4 ως ενυπόθηκος οφειλέτης, για τον τερματισμό της πρώτης Συμφωνίας Δανείου και της λειτουργίας του σχετικού λογαριασμού και απαιτείται και από αυτούς η εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου. Το Τεκ.20 είναι κατάσταση λογαριασμού κινήσεως του λογαριασμού του πρώτου Δανείου από το άνοιγμα του μέχρι και την 31.12.
- Το τελευταίο φύλλο αφορά σε χρεώσεις μετά τον τερματισμό. Την 27.7.2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €126.219,
- Το Τεκμ.21 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 4.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Αφορά το δεύτερο δάνειο και καταγράφεται ότι η Εταιρεία καθυστερούσε την αποπληρωμή των καθυστερήσεων του δανείου ύψους €482.755,27 πλέον τόκους το οποίο η Εταιρεία καλείτο να τακτοποιήσει. Αναφερόταν ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με πρόσθετο επιτόκιο 7%. Σημειωνόταν ωστόσο ότι για την περίοδο 14.5.2012 - 31.12.2012 το επιτόκιο υπερημερίας θα ήταν μόνο 3%. To Τεκμ.22 είναι φωτοαντίγραφα τριών επιστολών ημερ. 4.7.2012 προς τους Εναγομένους 2, 3 και
- Πληροφορούνται, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές και η Εναγόμενη 4 ως ενυπόθηκος οφειλέτης για την απαίτηση που έγινε προς την Εταιρεία και ζητείται και από αυτούς συμμόρφωση. Το Τεκμ.23 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 27.7.2012 της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Με αυτή η Τράπεζα τερματίζει την δεύτερη Συμφωνία Δανείου και τη λειτουργία του σχετικού λογαριασμού και απαιτεί από την Εταιρεία την εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου που ήταν €486.939,
- Πληροφορείται η Εταιρεία ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με επιτόκιο 16% «(Κυμαινόμενο Βασικό Επιτόκιο Εμπορικής Τράπεζας + 3,50% περιθώριο + 7,00%)». Σημειωνόταν και πάλι ότι για την περίοδο 14.5.2012 - 31.12.2012 το επιτόκιο υπερημερίας θα ήταν μόνο 3%. To Τεκμ.24 είναι φωτοαντίγραφα δύο επιστολών ημερ. 27.7.2012 προς τους Εναγομένους 2 και
- Πληροφορούνται, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές, για τον τερματισμό της δεύτερης Συμφωνίας Δανείου και της λειτουργίας του σχετικού λογαριασμού και απαιτείται και από αυτούς η εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου. Το Τεκ.25 είναι κατάσταση λογαριασμού κινήσεως του λογαριασμού του δεύτερου Δανείου από το άνοιγμα του μέχρι και την 31.12.
- Το τελευταίο φύλλο αφορά σε χρεώσεις μετά τον τερματισμό. Την 27.7.2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €486.939,
- Στη γραπτή του δήλωση ο Άδωνη αναφέρει, για το σύνολο των φωτοαντιγράφων επιστολών που παρουσίασε ότι το πρωτότυπο είχε αποσταλεί στον παραλήπτη του. Αναφέρει ακόμα ότι, από τη θέση που κατέχει, γνωρίζει ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών και ότι όλες οι επιστολές αποστάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις που οι παραλήπτες είχαν δηλώσει προς την Τράπεζα και δεν έχουν επιστραφεί. Το Τεκμ.26 είναι φωτοαντίγραφο ανακοίνωσης της Τράπεζας στον ημερήσιο τύπο, ημερ. 7.11.2013, στην οποία αναφέρεται ότι από 25.11.2013 το επιτόκιο υπερημερίας που θα επέβαλλε η Τράπεζα σε όλους τους λογαριασμούς θα ήταν 1,75%. Γι' αυτό, κατά τον Άδωνη, οι αξιώσεις της Τράπεζας διαφοροποιούνται και περιορίζονται ως ακολούθως: Αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό στο ποσό των €5.596,84 με τόκο προς 15,5% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 10,25% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Αναφορικά με το πρώτο δάνειο στο ποσό των €126.219,50 με τόκο προς 16% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 10,75% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Αναφορικά με το δεύτερο δάνειο στο ποσό των €486.939,13 με τόκο προς 16% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι 24.11.2013 και τόκο προς 10,75% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, η αξίωση εναντίον της Εναγομένης 4 περιορίζεται στην έκδοση διατάγματος για την εκποίηση της υποθήκης. Ο XXXXX Αγαθοκλέους (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.28) είναι υπάλληλος της Alpha. Εργοδοτήθηκε σε αυτή μετά την εξαγορά της Emporiki στην οποία ήταν υπάλληλος από το
- Στις υποθέσεις των Εναγομένων δεν είχε αναμιχθεί ως υπάλληλος της Emporiki, ούτε εκ των υστέρων έχει μελετήσει τους φακέλους τους. Παρουσίασε το γραπτό αίτημα ημερ. 10.2.2003 (Τεκμ.29) που υποβλήθηκε από την Εταιρεία προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, στη βάση του οποίου ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός. Το αίτημα υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως διευθυντές της Εταιρείας. Παρουσίασε και πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 26.10.2004 (Τεκμ.30) στο οποίο αναφέρεται, ότι με βάση τα έγγραφα του αρχείου του, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Εταιρείας. Το Τεκμ.31 είναι φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 16.5.2009 της Εταιρείας προς την Τράπεζα με την οποία ζητούσε διαφοροποιήσεις στις διευκολύνεις που είχε. Στην παρ.2
(10)αναφέρεται ότι διευκολύνσεις «εξασφαλίζονται και/ή εξασφαλιστούν», μεταξύ άλλων, και με την ενεχυρίαση επιταγών συνολικού ποσού €313.322, της Power (€195.000) της J & J Praxis Ltd (€70.322) του XXXX Μουζουρίδη (€26.000) της Eleplan Ltd (€15.000) και του XXXX Νικολάου (€7.000). Οι εγκριθείσες διαφοροποιήσεις αναφέρονται στην επιστολή έγκρισης ημερ. 20.5.2009 της Τράπεζας προς την Εταιρεία (Τεκμ.32). Στη σελ.2, υπό τον τίτλο Εξασφαλίσεις, στο στοιχείο 10 καταγράφεται η ενεχυρίαση επιταγών ως ανωτέρω. Το Τεκμ.33 είναι επιστολή ημερ. 4.12.2009 της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 2, ως προτιθέμενου εγγυητή, με την οποία του επεξηγούνται οι λεπτομέρειες του δανείου για το ποσό των €497.000 που θα παραχωρείτο στην Εταιρεία. Ο Εναγόμενος 2 προσυπόγραψε δήλωση ότι παρέλαβε, μελέτησε και κατανόησε την επιστολή, προ της υπογραφής της σύμβασης εγγύησης που εν τέλει υπόγραψε και ότι παρέλαβε αντίγραφο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης Πρωτοφειλέτη (Τεκμ.34) που η Εταιρεία είχε παραδώσει στην Τράπεζα. Ο Αγαθοκλέους ανάφερε ότι τόσο το Τεκμ.33, όσο και το Τεκμ.34 παραδόθηκαν στον Εναγόμενο 2 δια χειρός. Ανάλογη επιστολή δεν παραδόθηκε στον Εναγόμενο 3, ούτε η πιο πάνω Κατάσταση, αφού αυτός συνέχιζε να είναι διευθυντής και γραμματέας της Εταιρείας. Προς επιβεβαίωση της θέσης ότι όλες οι προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 4.7.2012 που παρουσιάστηκαν αποστάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο ο Αγαθοκλέους παρουσίασε επιπλέον φωτοαντίγραφα τους (Τεκμ.35) στο κάθε ένα από τα οποία είναι επικολλημένη η πρωτότυπη αυτοκόλλητη απόδειξη της αποστολής με συστημένο ταχυδρομείο του Ταχυδρομείου, που φέρει μοναδικό διακριτικό αριθμό. Ανάφερε περαιτέρω ο Αγαθοκλέους ότι τα φωτοαντίγραφα των επιστολών τερματισμού ημερ. 27.7.2012 που είχαν επικολλημένες τις πρωτότυπες αυτοκόλλητες αποδείξεις της αποστολής τους με συστημένο ταχυδρομείο δεν έχουν ανευρεθεί. Σημειώνεται ότι στα φωτοαντίγραφα των επιστολών που παρουσίασε ο Άδωνη είναι φωτοτυπημένη η αυτοκόλλητη απόδειξη της αποστολής με συστημένο ταχυδρομείο, που σημαίνει ότι τα Τεκμ.13, 14,16-19 και 21-24 φωτοτυπήθηκαν μετά την επικόλληση των πρωτότυπων αυτοκόλλητων αποδείξεων. Εξήγησε ο Αγαθοκλέους, που πολλές φορές είχε και ο ίδιος μεταβεί το Ταχυδρομείο για να ταχυδρομήσει συστημένες επιστολές, πως οι αυτοκόλλητες αποδείξεις είναι εις διπλούν. Μια τοποθετείται από το Ταχυδρομείο στο φάκελο που ταχυδρομείται και η άλλη παραδίδεται στην Τράπεζα και επικολλάται στο αντίγραφο που κρατείται στο αρχείο της. Γ. Η Μαρτυρία για την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση Ο Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.36) είναι μέτοχος και διευθυντής της Εταιρείας, που δραστηριοποιείτο στον τομέα των «διαμεταφορών» εμπορευμάτων από το εξωτερικό προς την Κύπρο και αντίστροφα από το έτος
- Ανάφερε ότι η συνεργασία της Εταιρείας με την Εμπορική άρχισε τον Φεβρουάριο του 2003 με την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό και λογαριασμό προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών πελατών της. Η Power ήταν πελάτης της Εταιρείας και η τελευταία ήταν ο εξουσιοδοτημένος «διαμεταφορέας» των εμπορευμάτων της. Η Power πληροφόρησε την Εταιρεία ότι από τις εργασίες που θα είχε θα υπήρχε ανάγκη αυξήσεως του ορίου που είχε η Εταιρεία για προεξόφληση επιταγών μέχρι του ποσού των €1.000.
- Αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι η Power πλήρωνε την Εταιρεία με μεταχρονολογημένες επιταγές και ότι οι εργασίες στις οποίες θα ζητούσε τις υπηρεσίες της Εταιρείας και θα πλήρωνε με τέτοιες επιταγές θα ήταν αξίας αυτής της τάξεως. Ο Εναγόμενος 3 μαζί με τον διευθυντή της Power, XXXX Λοή, επισκέφθηκαν την Emporiki που, κατόπιν συζήτησης, αποδέχτηκε την αύξηση του ορίου του λογαριασμού προεξόφλησης επιταγών πελατών της Εταιρείας σε €1.000.
- Στη γραπτή του δήλωση ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται στο Λοή ως διευθυντή της Power, ενώ δια ζώσης τον χαρακτήρισε ως τον άνθρωπο που κινούσε τα νήματα σε ένα γκρουπ εταιρειών μεταξύ των οποίων και η Power, χωρίς να είναι και διευθυντής της. Ενώ οι επιταγές άλλων πελατών της Εταιρείας θα έπρεπε να ήταν πληρωτέες εντός περιόδου 4 μηνών, σε σχέση με τις επιταγές της Power η Τράπεζα αποδέχτηκε ότι θα μπορούσαν να ήταν πληρωτέες εντός περιόδου 6 μηνών. Την επόμενη μέρα ο Εναγόμενος 3 επισκέφθηκε την Emporiki και έθεσε υπόψη της ανησυχητικές πληροφορίες που είχε αναφορικά με την Power. Δηλώνει ότι ο ίδιος είχε αμφιβολίες για την Power. Η Τράπεζα τον διαβεβαίωσε ότι η Power ήταν γνωστή τους και πως ήταν φερέγγυα και την εμπιστεύονταν. Πείστηκε και κατέληξαν, αναφέρει, όπως η Τράπεζα ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα. Όταν αυτά ήταν έτοιμα ειδοποιήθηκε μαζί με τον Εναγόμενο 2 από τον Νικόλα Μακρή υπάλληλο της Emporiki και υπόγραψαν την συμφωνία για την Εταιρεία και ως εγγυητές της. Παραπονείται ότι δεν τους δόθηκαν λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν τους πληροφόρησαν ότι είχαν δικαίωμα να συμβουλευτούν δικηγόρο, ούτε και τους δόθηκαν αντίγραφα αφότου τα υπόγραψαν. Είναι η θέση του ότι περί τα μέσα Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε από τον Μακρή ότι υπήρχε πρόβλημα στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εταιρείας λόγω σοβαρής υπέρβασης του ορίου του, απότοκο της μη εξαργύρωσης μεταχρονολογημένων επιταγών των πελατών της και ιδιαίτερα της Power. Του υποδείχθηκε ότι για να μην υπάρξουν προβλήματα στην Εταιρεία θα έπρεπε η Εταιρεία να κάνει δάνειο το οποίο να εξασφαλίζεται με υποθήκη. Ο Εναγόμενος 3 επικοινώνησε με την Εναγόμενη 4, μητέρα του, της εξήγησε την κατάσταση και τον κίνδυνο οικονομικής καταστροφής της Εταιρείας και της ζήτησε να υποθηκεύσει ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της. Μαζί της επισκέφθηκε τον Μακρή ο οποίος τους ανάφερε ότι, για να μη προχωρήσει η Τράπεζα σε αγωγή εναντίον της Εταιρείας, θα έπρεπε να γίνει ένα δάνειο €90.000 και η Εναγόμενη 4, εάν συμφωνούσε, να δηλώσει υποθήκη ως εγγύηση για το ποσό των €130.
- Η υποθήκη, υπενθυμίζεται, δηλώθηκε την 26.5.
- Ο δανεισμός αυτός δεν επίλυσε το πρόβλημα αφού συνέχισαν να μην εξαργυρώνονται μεταχρονολογημένες επιταγές των πελατών της Εταιρείας. Έτσι, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2009, ο Μακρής ζήτησε από τον Εναγόμενο 3 τη δημιουργία νέου δανείου από την Εταιρεία. Την 2.11.2009 ο Εναγόμενος 3 επισκέφθηκε τον Μακρή στην Τράπεζα. Μαζί του ήταν και η Εναγόμενη 4, αφού είχε ζητηθεί ότι θα έπρεπε να ήταν παρούσα για να ενημερωθεί για το νέο δάνειο και να «επιβεβαιώσει» την υποθήκη της. Είναι η θέση του Εναγομένου 3 ότι τόσο στον ίδιο όσο και στην Εναγόμενη 4 δεν εξηγήθηκαν τα διάφορα έγγραφα που υπόγραψαν, ούτε τους παραδόθηκαν αντίγραφα παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις του Μακρή. Περαιτέρω ότι, κατά την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων από τον ίδιο, δεν ήταν παρόντες τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτά ως μάρτυρες, μόνο ο Μακρής ήταν παρών. Παραπονείται ο Εναγόμενος 3 ότι η Τράπεζα παρέλειψε να πληροφορήσει αμέσως τους Εναγομένους για την μη τίμηση των μεταχρονολογημένων επιταγών των πελατών της Εταιρείας και αντί αυτού αντισυμβατικά χρέωσε τον τρεχούμενο της λογαριασμό με τα ποσά που προεξοφλήθηκαν και που ανέρχονταν σε €432.
- Περαιτέρω, ότι η Τράπεζα αρνήθηκε και παρέλειψε να επιστρέψει τις επιταγές στην Εταιρεία στερώντας της το δικαίωμα να αναζητήσει μέσω της δικαστικής οδού την είσπραξη τους από τους εκδότες τους. Αυτές επιστράφηκαν στην Εταιρεία μόλις την 15.2.2011, αφού η Power είχε περιέλθει σε άθλια οικονομική κατάσταση, με αγωγές εναντίον της και ενώ ήταν στα πρόθυρα διάλυσης και εκκαθάρισης. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 3 διευκρίνισε ότι η ενημέρωση για τη μη τίμηση των επιταγών γινόταν από την Τράπεζα τρεις με πέντε ημέρες μετά το γεγονός. Αποδέχτηκε πως θα μπορούσε να τηλεφωνήσει στην Τράπεζα και να ρωτήσει κατά πόσο μια επιταγή εξαργυρώθηκε, δεν ανάφερε όμως να έκανε ποτέ τέτοιο τηλεφώνημα. Η Εναγόμενη 4 (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.38) μαρτύρησε ότι μετέβηκε στην Τράπεζα και υποθήκευσε το διαμέρισμα της κατόπιν παράκλησης του Εναγόμενου 3, υιού της, που της εξήγησε ότι η Τράπεζα του είχε ζητήσει επιτακτικά να καλύψει χρέος που είχε δημιουργηθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εταιρείας με τη σύναψη δανείου, διαφορετικά θα καταχωρούσε αγωγή για να εισπράξει το λαβείν της. Όπως της εξήγησε περαιτέρω, η Εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της και ήταν εμφανής ο κίνδυνος να κλείσει. Περιγράφει την επίσκεψη της στην Τράπεζα και πως ο Μακρής, που τον γνώριζε ως μαθητή στο σχολείο όπου η ίδια ήταν καθηγήτρια, της ανάφερε ότι, αν ήθελε να βοηθήσει, θα έπρεπε να εγγυηθεί την Εταιρεία με υποθήκη για το ποσό των €130.
- Παραπονείται ότι ο Μακρής δεν της έδωσε άλλη εξήγηση και παρά το ότι του ζήτησε να της αποστείλει τα σχετικά έγγραφα ουδέποτε το έπραξε. Μετά πάροδο λίγων ημερών ο Εναγόμενος 3 την ειδοποίησε ότι τα έγγραφα ήταν έτοιμα και την 26.5.2009 μετέβηκε, με τη συνοδεία του, στο Κτηματολόγιο και προέβηκε στη δήλωση της υποθήκης. Είχε ζητήσει να διαβάσει τα έγγραφα υποθήκης προηγουμένως αλλά ο υπάλληλος της Τράπεζας που ήταν στο Κτηματολόγιο, κάποιος XXXX Ευαγγέλου, της είπε ότι όλα ήταν εντάξει και δεν χρειαζόταν να τα διαβάσει και να έχει εμπιστοσύνη στην Τράπεζα. Ζήτησε και από αυτόν να της αποσταλούν αντίγραφα, αλλά ουδέποτε της αποστάληκαν. H δεύτερη της επίσκεψη στην Τράπεζα και πάλι με τη συνοδεία του Εναγόμενου 3 ήταν την 2.11.
- Συνάντησε πάλι τον Μακρή που της ανέφερε ότι θα γινόταν νέο δάνειο προς την Εταιρεία και πως έπρεπε να επιβεβαιώσει την υποθήκη της. Της ανάφερε ότι έτσι δεν θα κινδύνευε η Εταιρεία να κλείσει και ο Εναγόμενος 3 δεν θα καταστρεφόταν επαγγελματικά και οικονομικά. Δεν της εξηγήθηκαν οι επιπτώσεις στην περίπτωση που η Εταιρεία δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της, ούτε πληροφορήθηκε ότι είχε δικαίωμα να τύχει νομικής συμβουλής. Όταν ζήτησε να διαβάσει τα σχετικά έγγραφα, της ανάφερε ότι το θέμα ήταν τυπικό και δεν χρειαζόταν. Έδωσε, ανάφερε, εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του μαθητή της και υπόγραψε. Στα έγγραφα που υπόγραψε δεν υπήρχε άλλη υπογραφή εκτός από αυτή του Εναγόμενου
- Ο Μακρής υποσχέθηκε να της αποστείλει τα έγγραφα, όμως, ούτε αυτή τη φορά το έπραξε. Κατά την αντεξέταση της η Εναγόμενη 4 αποδέχτηκε ότι κατά την υπογραφή της υποθήκης γνώριζε ότι αν δεν πληρωθεί το δάνειο θα πουληθεί το διαμέρισμα της. Ρωτήθηκε ποιο είναι το παράπονο της, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε το ουσιαστικό. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.4) μαρτύρησε ότι τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2009 έπαψε να είναι διευθυντής της Εταιρείας. Για τις διευκολύνσεις και τα δάνεια που μεταγενέστερα δόθηκαν στην Εταιρεία είχε κληθεί από τον Εναγόμενο 3 να υπογράψει ως εγγυητής. Ήταν διστακτικός και απαίτησε να εξοφληθεί μια προσωπική πιστωτική κάρτα που είχε. Όταν υπόγραψε παρών ήταν ο Μακρής και ίσως και ο διευθυντής του υποκαταστήματος. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν ήταν παρόντες. Έχει παράπονο γιατί η πιστωτική του κάρτα δεν εξοφλήθηκε και συνέχισε να χρεώνεται για 35 μήνες. Ακόμη μέχρι τον Ιούνιο του 2012 που έλαβε σχετική επιστολή από την Τράπεζα, ουδέποτε προηγουμένως είχε ενημερωθεί για οποιοδήποτε πρόβλημα. Όταν του υποδείχθηκε ότι ζήτημα εξόφλησης πιστωτικής του κάρτας δεν εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης του ανέφερε ότι μπορεί να μη το είχε πει στο δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε τότε Ο XXXX Στυλιανού (Μ.Υ.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.39) είναι υπάλληλος της Εταιρείας από τον Σεπτέμβριο του 2009 και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η αρχειοθέτηση και φύλαξη όλων των εγγράφων της Εταιρείας. Μαρτύρησε ότι έτυχε μερικές φορές να συνοδεύσει τον Εναγόμενο 3 στην Τράπεζα και θυμόταν συγκεκριμένη επίσκεψη τον Δεκέμβριο του 2009 κατά την οποία ο Εναγόμενος 3 είχε έντονη συζήτηση με τον Μακρή, ζητώντας με έντονο επιτακτικό τρόπο την επιστροφή των επιταγών των πελατών της Εταιρείας που δεν είχαν τιμηθεί από τους εκδότες τους. Ο Μακρής ήταν αρνητικός και επίμονα έλεγε ότι αυτή ήταν η πρακτική της Τράπεζας και ότι έπρεπε να πάρει εξουσιοδότηση από τη διεύθυνση της Τράπεζας στη Λευκωσία. Περαιτέρω διαβεβαιώνει ο Στυλιανού ότι σχεδόν επί καθημερινής βάσεως ο Εναγόμενος 3 προσπαθούσε να εξασφαλίσει την επιστροφή των ανεξαργύρωτων επιταγών από την Τράπεζα με επισκέψεις και τηλεφωνήματα, τόσο στο υποκατάστημα στη Λεμεσό, όσο και στη Λευκωσία. Δ. Η Μαρτυρία για την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Ο XXXX Μακρής (Μ.Υ.1 στην Ανταπαίτηση) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.41) είναι υπάλληλος της Alpha. Εργοδοτήθηκε σε αυτή μετά την εξαγορά της Emporiki στην οποία ήταν υπάλληλος. Ως υπάλληλος της Emporiki χειριζόταν προσωπικά τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στην Εταιρεία. Η αύξηση του ορίου στο λογαριασμό προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών έγινε κατόπιν αιτήματος της ίδιας της Εταιρείας. Η Τράπεζα δεν γνώριζε την Power και η διάκριση που έγινε για τις επιταγές της Power ήταν κατόπιν αιτήματος της Εταιρείας και δικών της διαβεβαιώσεων. Μαρτύρησε ότι η Εναγόμενη 4 δήλωσε την επίδικη υποθήκη με τη δική της απόλυτα ελεύθερη βούληση και έχοντας πλήρη επίγνωση της σημασίας και των συνεπειών της. Αρνείται ότι της είπε ότι θα καταστραφεί ο γιος της. Αργότερα, την 2.11.2009, η Εναγόμενη 4 συμφώνησε και υπόγραψε όπως η υποθήκη χρησιμοποιηθεί και ως εξασφάλιση των δύο επιδίκων Συμβάσεων Δανείων. Ουδέποτε, αναφέρει, εξέφρασε επιφυλάξεις ή ενδοιασμούς αναφορικά με τα έγγραφα που υπόγραψε, ούτε ζήτησε οποιεσδήποτε εξηγήσεις, ούτε και ζήτησε αντίγραφα της υποθήκης. Διαψεύδει την Εναγόμενη 4 ότι ήταν μαθητής της. Απλά ήταν καθηγήτρια στο σχολείο που φοιτούσε ο ίδιος. Δεν την γνώριζε προσωπικά. Ο Μακρής ανάφερε πως δεν θυμάται να του ζήτησε ποτέ ο Εναγόμενος 3 να του παραδώσει τις επιταγές. Άλλωστε, όπως ανάφερε, η υπόθεση δεν ήταν κοντά του αλλά στην Υπηρεσία Δικαστικών Υποθέσεων της Τράπεζας. Του υποβλήθηκε ότι του ζητήθηκαν και ότι ανάφερε ότι έπρεπε να λάβει οδηγίες από τη Λευκωσία. Απάντησε μάλιστα χωρίς να διευκρινιστεί τι εννοούσε, ενόψει της προηγούμενης του απάντησης. Ε. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Προκύπτει πως οι σχέσεις των μερών δεν περιορίζονται στους τρεις επίδικους με την αξίωση λογαριασμούς. Δεν ήταν αναγκαίο για την Τράπεζα, που εδράζει την αξίωση της στους επίδικους, να δικογραφήσει και να αναφερθεί και σε άλλους. Οι Εναγόμενοι αναφέρθηκαν σε αυτούς γιατί μέσα από αυτούς αναδύεται η γραμμή της υπεράσπισης τους και σε αυτούς εδράζεται η ανταξίωση τους. Ο Άδωνη αποδέχτηκε ότι υφίσταντο τέσσερις λογαριασμοί μεταξύ των οποίων o λογαριασμός με αρ. XXXXX98-05 που αφορούσε στην προεξόφληση από την Τράπεζα των μεταχρονολογημένων επιταγών που παρουσίαζε η Εταιρεία. Αυτός και κάποιοι άλλοι λογαριασμοί έκλεισαν με την παραχώρηση των δύο επίδικων δανείων. Η θέση του Εναγομένου 3 ότι την 23.2.2009 έγινε αύξηση στο όριο του λογαριασμού προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών γίνεται αποδεχτή. Δεν αμφισβητήθηκε. Αντίθετα του υποβλήθηκε ότι μετά την αύξηση «βομβάρδισε» την Τράπεζα με επιταγές των πελατών της Εταιρείας που δεν εξοφλήθηκαν. Περαιτέρω, γίνεται αποδεχτή η θέση ότι την 20.5.2009 συνομολογήθηκε σύμβαση δανείου €90.000 της Τράπεζας με την Εταιρεία. Τα Τεκμ.31 και 32 μαρτυρούν το γεγονός, ενώ η δήλωση της επίδικης υποθήκης την 26.5.2009 επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Η θέση των Εναγομένων 1, 3 και 4 ότι την 2.11.2009 έγινε συμφωνία για δανεισμό €536.000 δεν είναι ορθή. Ημερομηνίας 2.11.2009 είναι η επιστολή της Τράπεζας προς την Εταιρεία (Τεκμ.4) που αφορά στην έγκριση των επίδικων δανείων που χορηγήθηκαν την 15.12.
- Λάθος εντοπίζεται και στην επιστολή του δικηγόρου των Εναγομένων ημερ. 21.12.2010 (Τεκμ.37) όπου γίνεται αναφορά σε συμφωνία δανείου ημερ. 2.11.2009 και σε ποσό €497.000, που δεν είναι άλλο από το άθροισμα των δύο ποσών των επίδικων δανείων. Συνεπώς ό,τι παραχωρήθηκε από την Τράπεζα ήταν τα δύο επίδικα δάνεια την 15.12.
- Τα ποσά εκταμιεύτηκαν και κατατέθηκαν στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. Τεκμ.15). Προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση υφιστάμενων τότε λογαριασμών που είχαν χρεωστικά υπόλοιπα. Χωρίς να συνιστά τη νομική θέση επί της οποίας εδράζεται η αξίωση της Τράπεζας ή η υπεράσπιση στην ανταξίωση, υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 3 ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ της Εταιρείας και της Power. Αφότου επιτεύχθηκε η αύξηση του ορίου στον λογαριασμό μεταχρονολογημένων επιταγών, κατατέθηκαν μαζικά μεταχρονολογημένες επιταγές, κυρίως της Power, καμιά από τις οποίες δεν εξαργυρώθηκε. Ο Εναγόμενος 3 δεν αρνήθηκε ότι μέσα σε δύο μήνες από την αύξηση του ορίου κατάθεσε επιταγές συνολικού ποσού €476.000 περίπου, που η Εταιρεία εισέπραξε από την Τράπεζα. Είναι κοινό έδαφος ότι από τις 56 επιταγές που δεν εξαργυρώθηκαν οι 7 αφορούσαν το ΚΑΠ και οι άλλες 49 είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους, έγιναν δηλαδή "stop payment". Ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε ότι είναι πολλαπλάσιες επιταγές που κατάθεσε από τις οποίες 56 δεν εξαργυρώθηκαν. Ο Άδωνη ήταν, κατά κύριο λόγο, κομιστής εγγράφων και δεν αμφισβητήθηκε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε ήταν τα πραγματικά και γνήσια τραπεζικά έγγραφα που αφορούσαν τις σχέσεις των Εναγομένων με τη Τράπεζα. Ούτε αμφισβητήθηκε η υπογραφή οιουδήποτε των Εναγομένων σε οποιοδήποτε έγγραφο που φέρεται να υπογράφηκε από αυτούς. Η πραγματική του εμπλοκή περιορίστηκε στην εκτύπωση από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Τράπεζας των Καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών που παρουσίασε. Δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με την εργασία αυτή που εκτέλεσε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Αγαθοκλέους ήταν και αυτός, κατά κύριο λόγο, κομιστής εγγράφων. Ούτε και στην περίπτωση του αμφισβητήθηκε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε ήταν γνήσια. Περαιτέρω, οι εξηγήσεις που έδωσε για τη διαδικασία ταχυδρόμησης συστημένων επιστολών δεν αμφισβητήθηκαν. Και αυτού η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Μακρής έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Προκύπτει να έχει εκτελέσει συνήθη καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου. Ο Μακρής δεν είχε κανένα κίνητρο για να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που του καταλογίστηκε από τους Εναγόμενους, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Εναγόμενος 3 και η Εναγόμενη 4 ήταν αδελφός και μητέρα συναδέλφου του. Η εικόνα που ο αντικειμενικός παρατηρητής αποκομίζει από το σύνολο των διευκολύνσεων που η Τράπεζα παρείχε στην Εταιρεία, είναι ότι η τελευταία έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης από την Τράπεζα, που έχει εκτεθεί για χρηματικά ποσά πολύ μεγαλύτερα των εμπράγματων εξασφαλίσεων που έλαβε. Ο Εναγόμενος 3 έκαμε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο απορρίπτει ως αναληθή τη θέση του ότι ο ίδιος ήγειρε ζήτημα φερεγγυότητας της Power ή ότι έλαβε διαβεβαιώσεις γι' αυτήν από την Emporiki. Ο ίδιος με τη συνοδεία του Λοή επισκέφθηκε την Τράπεζα αιτούμενος τη διευκόλυνση για την Εταιρεία. Δεν συνάδει με τη λογική να αιτείται ο Εναγόμενος 3 από την Τράπεζα την αύξηση του ορίου της Εταιρείας του για την προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών, κατά κύριο λόγο της Power, και να εκφράζει ανησυχίες για την φερεγγυότητα της. Το λογικό είναι ότι επισκέφθηκε την Τράπεζα συνοδευόμενος από τον Λοή για να πείσουν την Τράπεζα ότι η Power ήταν φερέγγυα και η Τράπεζα δεν θα διέτρεχε κινδύνους προεξοφλώντας μεταχρονολογημένες επιταγές της. Ενδεχομένως, μετά που απέτυχε προς τούτο να πείσει την Τράπεζα Κύπρου. Το Δικαστήριο απορρίπτει επίσης ως αναληθή την εκδοχή του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 υπέγραψαν τη συμφωνία ημερ. 23.2.2009 για την αύξηση του ορίου του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών. Επρόκειτο για μια δυνατότητα προς την Εταιρεία ώστε να εισπράττει μεταχρονολογημένες επιταγές μέχρι και συνολικού ποσού €1.000.
- Παρέμενε στην ευχέρεια της Εταιρείας κατά πόσο θα παρουσίαζε οιαδήποτε μεταχρονολογημένη επιταγή πελατών της για προεξόφληση. Δεν είναι κατανοητό πως μπορεί, υπό τας περιστάσεις, να έχει οποιοδήποτε παράπονο. Ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε πως οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από τους πελάτες της Εταιρείας για εργασίες που εκτελέστηκαν και για τις οποίες οι πελάτες κανένα παράπονο δεν είχαν. Η κάθε επιταγή δεν αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο ποσό τιμολογίου, αλλά ήταν έναντι λογαριασμού. Ομολογουμένως, δεν είναι σύνηθες να γίνονται πληρωμές έναντι λογαριασμού με μεταχρονολογημένες επιταγές και μάλιστα 6 μηνών. Συνήθως όταν δίνονται μεταχρονολογημένες επιταγές είναι προς εξόφληση. Αυτή είναι μια παράμετρος που ενδυναμώνει την εκδοχή της Τράπεζας σε σχέση με αυτές τις επιταγές. Στο ερώτημα γιατί η Εταιρεία να συνεχίζει την συνεργασία με την Power και την εξυπηρέτηση της, ο Εναγόμενος 3 ανάφερε ότι οι πρώτες επιταγές της που δεν εξαργυρώθηκαν ήταν πληρωτέες 10.5.2009 και μέχρι τότε είχαν εκτελεστεί όλες οι σχετικές εργασίες. Ο Στυλιανού παρουσίασε μεγάλο όγκο τιμολογίων της Εταιρείας που καλύπτουν την περίοδο 2.1.2009 μέχρι 24.7.2009 (Τεκμ.40 μέρος). Η πρόδηλη θέση των Εναγομένων ήταν ότι αυτά αφορούσαν στις εργασίες για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Διαφορετικά θα ήταν άσχετα με τα υπό εκδίκαση ζητήματα. Προκύπτει ότι μέχρι τις 10.5.2009 είχαν εκδοθεί τιμολόγια συνολικού ποσού €265.923,
- Τα υπόλοιπα τιμολόγια ανεβάζουν το συνολικό ποσό στις €356.120,
- Δηλαδή μετά τις 10.5.2009, που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3 επιστράφηκε ανεξόφλητη η πρώτη επιταγή της Power, εκδόθηκαν τιμολόγια συνολικού ποσού €90.000 περίπου. Όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν μετά την 10.5.2009 αφορούσαν την Power. Σε αυτά καταγράφεται και η ημερομηνία άφιξης («ARR. DATE») στην Κύπρο των εμπορευμάτων για τα οποία προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες από την Εταιρεία. Όλα έχουν ημερομηνία άφιξης από την 10.5.2009 και μετά. Καθίσταται πρόδηλο ότι αφορούν εργασίες που έγιναν μετά τις 10.5.2009 και ότι ο Εναγόμενος 3 δεν είπε την αλήθεια όταν υποστήριξε, για τους δικούς του σκοπούς, ότι όλες οι εργασίες έγιναν προτού αρχίσουν να επιστρέφονται οι επιταγές της Power. Ο Στυλιανού παρουσίασε και Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας για τα έτη 2008, 2009 και 2010 (Τεκμ.40 μέρος). Καμιά εξήγηση δεν δόθηκε για το περιεχόμενο τους. Ακόμα και αν τα όποια τιμολόγια θα μπορούσαν να διασυνδεθούν με τις οικονομικές καταστάσεις, τίποτα το ουσιαστικό δεν θα αποδεικνυόταν. Εάν τα όποια τιμολόγια, πραγματικά ή πλαστά, παραδίδονταν στους λογιστές, θα ήταν αναμενόμενο οι τελευταίοι να τα λάμβαναν υπόψη. Η Εναγόμενη 4 δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε μεν την εικόνα αξιοπρεπούς προσώπου, που όμως καθοδηγήθηκε ώστε να προβάλει αναληθείς έστω και επουσιώδεις θέσεις στην προσπάθεια να προσβάλει την εγκυρότητα της δήλωσης υποθήκης που δήλωσε και να αμφισβητήσει τις περιστάσεις της υπογραφής της. Οι θέσεις της δεν γίνονται αποδεχτές. Ούτε οι θέσεις της αναφορικά με την μη παράδοση ή αποστολή σε αυτή των εγγράφων της υποθήκης. Κανένα λόγο δεν θα είχε η Τράπεζα να μη την εφοδιάσει με τα έγγραφα που θα ζητούσε. Επρόκειτο για υποθήκη με τους συνήθεις όρους που δεν εμπεριείχε κάτι η απόκρυψη του οποίου θα εξυπηρετούσε σε οτιδήποτε την Τράπεζα. Η θέση της ότι πιέστηκε ή εξαναγκάστηκε από την Τράπεζα για να προβεί στη δήλωση της υποθήκης απορρίπτεται. Διαφάνηκε ότι παρουσιάστηκε στην Τράπεζα κατόπιν πρόσκλησης του Εναγόμενου 3 και συνοδευόμενη από τον τελευταίο, με μοναδικό σκοπό να καταστεί ενυπόθηκος οφειλέτης σε σχέση με υποχρεώσεις της Εταιρείας. Προσερχόμενη στην Τράπεζα ήταν έτοιμη και πρόθυμη να υποθηκεύσει το διαμέρισμα της, όπως και έπραξε. Ούτε ο Εναγόμενος 3 αλλά ούτε και η Εναγόμενη 4 μητέρα του αποκάλυψαν κατά την κύρια τους εξέταση ότι ο αδελφός του Εναγόμενου 3 και γιος της Εναγόμενης 4 εργαζόταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους ως υπάλληλος της Emporiki στο υποκατάστημα όπου έγιναν όλες οι επίδικες συμφωνίες και συναλλαγές των Εναγομένων με την Τράπεζα. Όταν το γεγονός τέθηκε υπόψη τους ανάφεραν ότι δεν είχε καμιά ανάμειξη με τη σύναψη των δανείων και των επίδικων συμφωνιών. Προδήλως δεν ήθελαν να αποκαλύψουν ένα στοιχείο που θα συνηγορούσε υπέρ της θέσης ότι δεν έτυχαν εχθρικής ή καταπιεστικής αντιμετώπισης από την Τράπεζα. Η θέση του Εναγόμενου 3 ότι πιέστηκε ή εξαναγκάστηκε από την Τράπεζα να συνάψει εκ μέρους της Εταιρείας τις Συμφωνίες Δανείου ή να υπογράψει ως εγγυητής της, επίσης απορρίπτεται ως αναληθής και εκ των υστέρων επινόηση του. Ο Στυλιανού δεν έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η σαφής εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει την εργοδότρια του Εταιρεία και τα συμφέροντα του Εναγομένου 3, μαρτυρώντας ότι του υποβλήθηκε ότι θα ήταν γι' αυτήν ευνοϊκό. Η ερμηνεία που το Δικαστήριο αποδίδει στη θετική απάντηση του Μακρή όταν του υποβλήθηκε ότι ανάφερε στον Εναγόμενο 3 ότι θα έπρεπε να λάβει οδηγίες από τη Λευκωσία σε σχέση με τις επιταγές, είναι ότι ο Μακρής, χωρίς να θυμάται τέτοια περίπτωση, απάντησε έτσι γιατί λογικά αυτή θα ήταν η απάντηση που θα έδιδε εάν ο Εναγόμενος 3 ζητούσε επιστροφή των επιταγών. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποκλείει ότι ενδέχεται, σε κάποια από τις επισκέψεις του στην Τράπεζα, ο Εναγόμενος 3 να ρώτησε για τις επιταγές. Δεν αποδέχεται όμως και απορρίπτει τη θέση του Εναγόμενου 3 ότι επανειλημμένα και επιτακτικά απαίτησε την επιστροφή των ανεξαργύρωτων επιταγών από την Τράπεζα. Η εκδοχή του Εναγόμενου 3 δεν συνάδει με τη λογική του πράγματος. Εάν του είχε ειπωθεί ότι οι επιταγές ήταν ενέχυρο ή ότι απαιτείτο έγκριση της διεύθυνσης της Τράπεζας, δεν υπήρχε λόγος να είναι επίμονος προς τον Μακρή, αλλά θα αναμενόταν να ενεργήσει διαφορετικά. Το Τεκμ.37 είναι επιστολή ημερ. 21.12.2010 των δικηγόρων της Εταιρείας προς την Τράπεζα, με την οποία καλείται η τελευταία να παραδώσει στην Εταιρεία όλες τις επιταγές πελατών της που κατείχε ώστε αυτή να δυνηθεί να προχωρήσει σε νομικές διαδικασίες για την είσπραξη των ποσών των επιταγών. Σημειωνόταν πως εφόσον η Εταιρεία συνήψε συμφωνία δανείου ημερ. 2.11.2009 και δανείστηκε το ποσό των €497.000 τα ποσά των επιταγών εξοφλήθηκαν προς την Τράπεζα και η Εταιρεία ήταν πλέον η δικαιούχος των επιταγών. Το ύφος της επιστολής και ο τρόπος διατύπωσης της παράκλησης εκ μέρους της Εταιρείας δεν συνηγορεί υπέρ του ότι προηγήθηκαν επίμονες προσπάθειες ανάκτησης των επιταγών εκ μέρους της Εταιρείας που είχαν συναντήσει την άρνηση της Τράπεζας. Στ. Η Απαίτηση Το Δικαστήριο απορρίπτει τις θέσεις των Εναγομένων 1, 3 και 4 αναφορικά με πιέσεις και εξαναγκασμό τους για να υπογράψουν τις επίδικες Συμφωνίες Δανείων, τη Συμφωνία Εγγύησης ή την Υποθήκη. Η θέση του Εναγόμενου 2 σε σχέση με την προσωπική πιστωτική του κάρτα δεν εγείρεται ως επίδικο ζήτημα στη δικογραφία. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι όλοι οι Εναγόμενοι υπόγραψαν και συνήψαν τις συμφωνίες που τους αφορούν οικειοθελώς προς εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων όπως προκύπταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Αντιμετώπισαν στη συνέχεια την αξίωση της Τράπεζας καταφεύγοντας σε ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα στην προσπάθεια τους να αποποιηθούν των υποχρεώσεων τους. (i) Οι Καταστάσεις των Επίδικων Λογαριασμών Σε σχέση με τις Καταστάσεις Λογαριασμών που παρουσίασε ο Άδωνη ανάφερε στη γραπτή του δήλωση ότι «οι Ενάγοντες» τηρούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή όπου φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών τους. Το τραπεζικό βιβλίο είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία «των Εναγόντων». Όλες οι καταχωρίσεις σε αυτό περιλαμβανομένων και των καταχωρίσεων που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών «των Εναγόντων». Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο το Τραπεζικό βιβλίο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις «των Εναγόντων» υπό τον έλεγχο «των Εναγόντων» και πρόσβαση σε αυτό έχουν οι τραπεζικοί λειτουργοί μεταξύ των οποίων και ο ίδιος. Ανάφερε ότι ο ίδιος είχε εκτυπώσει τις Καταστάσεις που παρουσίασε και τις είχε συγκρίνει με τις καταστάσεις όπως παρουσιάζονταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή «των Εναγόντων» και είχε διαπιστώσει ότι οι καταχωρίσεις των Καταστάσεων που παρουσίασε ήταν ορθές και αντανακλούσαν επακριβώς τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατά την δια ζώσης μαρτυρία του εξήγησε ότι ως εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της Τράπεζας είχε πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές όπου υπάρχουν οι λογαριασμοί και εκτύπωσε τα αντίγραφα που παρουσίασε. Επομένως, αυτό που έλεγξε ήταν ότι τα αντίγραφα που παρουσίασε αντικατόπτριζαν επακριβώς ό,τι υπήρχε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Με την πιο πάνω μαρτυρία επιδιώχθηκε η επίκληση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 22
(1)του περί Απόδειξης Νόμου το οποίο προνοεί ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.» Για να εγείρεται το τεκμήριο του Νόμου πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων που ακολουθούν και προνοούν ότι: «
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό.» Όπως προειπώθηκε, η αιτία αγωγής ολοκληρώθηκε και άλλωστε και η αγωγή καταχωρίστηκε πριν την εμπλοκή της Alpha. H Alpha δεν είχε συμμετοχή στα επίδικα γεγονότα. Έχει αντικαταστήσει την Emporiki ως Ενάγουσα γιατί δικαιούται πλέον στα δικαιώματα της τελευταίας. Επομένως, η ουσία είναι κατά πόσο η Emporiki δικαιούτο στην αξίωση της. Εάν ναι, τα ποσά μπορούν να επιδικαστούν και το αξιούμενο διάταγμα να εκδοθεί υπέρ της Alpha. Εάν η αγωγή εκδικαζόταν πριν τον Μάρτιο του 2015 καμιά αναφορά δεν θα γινόταν στην Alpha. Οι Καταστάσεις Λογαριασμών που έχουν παρουσιαστεί εκδόθηκαν και εκτυπώθηκαν από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Alpha. Φέρουν την ονομασία και τα στοιχεία της Alpha. Έχουν δηλαδή παραχθεί μετά την συγχώνευση. Δεν πρόκειται για καταστάσεις που παράχθηκαν από την Emporiki κατά την περίοδο που λειτουργούσε ως Emporiki. Εφόσον δεν έγινε οιαδήποτε επέμβαση στα δεδομένα οι καταστάσεις που παρουσιάστηκαν θα έχουν το ίδιο περιεχόμενο με αυτές που θα μπορούσαν να είχαν παραχθεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Emporiki. Εγείρεται ζήτημα ακρίβειας της μεταφοράς των στοιχείων από το σύστημα της Emporiki στο σύστημα της Alpha και ζήτημα ορθότητας των δοσοληψιών όπως παρουσιάζονταν στο σύστημα της Emporiki πριν την εμπλοκή της Alpha. Η μαρτυρία για το επιμέρους ζήτημα προέρχεται από τον Άδωνη που, υπενθυμίζεται, δεν ήταν εργοδοτούμενος της Emporiki αλλά της Alpha και ανέλαβε την υπόθεση μετά τον Μάρτιο του 2015. Οι Μακρής και Αγαθοκλέους, που εργάζονταν στην Emporiki κατά τους ουσιώδεις χρόνους, δεν αναφέρθηκαν στο ζήτημα αυτό. Στη γραπτή του δήλωση ο Άδωνη αναφέρεται σε «Ενάγοντες». Στην παρ.30 αναφέρει ότι ο χειρισμός της υπόθεσης του έχει ανατεθεί από «τους Ενάγοντες» που δεν μπορεί να είναι άλλοι από την Alpha. Η αναφορά του στην παρ.34 στον ηλεκτρονικό υπολογιστή «των Εναγόντων» από τον οποίο εκτύπωσε τις Καταστάσεις αναμφίβολα αφορά την Alpha. Ότι έχει συγκρίνει τις Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών και διαπίστωσε ότι καταχωρίσεις είναι ορθές και αντανακλούν επακριβώς τις καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, λεκτικό που αναφέρεται στο άρθρο 22
(3), θα έχει σημασία στην εφαρμογή του τεκμηρίου νοουμένου ότι πρώτα ικανοποιηθεί η πρόνοια του άρθρου 22
(2). Η «αρχική καταχώριση» στην οποία γίνεται αναφορά στο εδάφιο
(3)του άρθρου 22 είναι αυτή που πραγματοποιείται στο χρόνο που γίνεται η πράξη, χρέωση ή πίστωση, στο λογαριασμό. Περαιτέρω, όπως προνοείται στο εδάφιο
(2)αυτή πρέπει να έγινε «κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών . της τράπεζας». Ενδιαφέρει, δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Δεν γίνονταν καταχωρήσεις στα όποια βιβλία της Alpha όταν διεκπεραιώνονταν πράξεις στους επίδικους λογαριασμούς της Εταιρείας. Πράξεις καταχωρούνταν στα τραπεζικά βιβλία της Emporiki που, κατά την συγχώνευση, μεταφέρθηκαν με κάποιο τρόπο στην Alpha. Συνεπώς το μόνο που μπορούσε να συγκρίνει ο Άδωνη ήταν τις Καταστάσεις που παρουσίασε με ότι μπορούσε να δει στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Alpha. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Καταστάσεις των τριών επίδικων λογαριασμών που παρουσιάστηκαν ως Τεκμ.15, 20 και 25 δεν συνιστούν αντίγραφα καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο γιατί, ακόμα και αν γίνει αποδεχτό ότι, με εξαίρεση την τελευταία σελίδα της κάθε Κατάστασης, το υπόλοιπο μέρος συνιστά στην ουσία του ακριβή αντιγραφή των καταστάσεων που διατηρούνταν στην Emporiki, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι εκείνες οι καταστάσεις, που δεν παρουσιάστηκαν, ήταν κατά το χρόνο των καταχωρίσεων ένα από τα συνήθη βιβλία της Emporiki και ότι οι καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Emporiki. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.ά
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, 965 αναφέρεται ότι το βάρος απόδειξης κάθε μέρους της απαίτησης, εφόσον αυτή αμφισβητείται, βαρύνει τον ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, να καταδείξει το βάσιμο της εκδοχής του. Η εφεσείουσα τράπεζα είχε παρουσιάσει την κατάσταση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει του άρθρου 5Α
(1)του περί Απόδειξης Νόμου (έχει καταργηθεί με το Νόμο 32(I) του 2004) ως δήλωση που παράγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τέτοιες δηλώσεις γίνονταν δεκτές ως απόδειξη γεγονότων που αναφέρονταν σε αυτές εφόσον ικανοποιείτο ο αριθμός προϋποθέσεων που αναφέρονταν και εκτιμούνταν ως προς τη βαρύτητα τους σύμφωνα με το άρθρο 5Β (που επίσης καταργήθηκε). Με αναφορά στην Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 αναφέρθηκε ότι οι καταστάσεις ήταν ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειτο σε αξιολόγηση. Η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα τράπεζα δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονταν σε αυτές οδήγησε στην απόρριψη της αξίωσης της. Στην Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 194 γίνεται αναφορά στην Μαρσέλ και σημειώνεται ότι αυτό που είχε τονιστεί στην υπόθεση ήταν ότι στοιχεία που εμπεριέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούσαν αδιαμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθεντο σε αυτές. Αποτελούσαν όμως αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειτο σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια των καταστάσεων. Στην Κόμπου διακρίθηκε η Coral γιατί στην Coral η τράπεζα δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένες χρεώσεις που βρίσκονταν στις καταστάσεις λογαριασμού και γιατί υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Η θέση που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως μια κατάσταση λογαριασμού, που δεν έχει αποδειχτεί ότι είναι τραπεζικό βιβλίο, δεν παύει από του να συνιστά μαρτυρικό υλικό η αποδεικτική αξία του οποίου μπορεί να αποτιμηθεί από το Δικαστήριο και, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να κριθεί ή να μη κριθεί ικανοποιητικό στοιχείο προς τεκμηρίωση της αξίωσης. Εάν το περιεχόμενο της αμφισβητηθεί και η τράπεζα δεν μπορεί με τη μαρτυρία που παρουσιάζει να δώσει εξηγήσεις για χρεώσεις που παρουσιάζονται σε αυτή ή υπάρχει μαρτυρία από την υπεράσπιση ότι συγκεκριμένες χρεώσεις είναι αδικαιολόγητες ή ότι παραλείπονται πιστώσεις οι οποίες θα έπρεπε να είναι καταχωρημένες η αντιμετώπιση της κατάστασης και η βαρύτητα που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο σε αυτή μπορεί να είναι διαφορετική από την περίπτωση όπου δεν αμφισβητήθηκε καμιά συγκεκριμένη καταχώριση. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την οποιαδήποτε καταχώριση στις Καταστάσεις Λογαριασμών που παρουσιάστηκαν. Ειδικά, σε σχέση με τους λογαριασμούς των Δανείων, που αφορούν την κύρια οφειλή, σημειώνεται ότι εμπεριέχουν, πέραν της χρέωσης του ποσού του δανείου μόνο χρεώσεις τόκων και έξοδα καθυστερημένων δόσεων. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την εκταμίευση των δανείων. Άλλωστε, στη χρησιμοποίηση των ποσών των δανείων για την εξόφληση του λογαριασμού μεταχρονολογημένων επιταγών εδράζεται η Ανταπαίτηση. Στην επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 2.11.2009 η Εταιρεία παραδέχεται το δανεισμό συνολικού ποσού €497.
- Τα ποσά των δύο δανείων παρουσιάζονται να πιστώνονται στον τρεχούμενο λογαριασμό, όπως φαίνεται στην Κατάσταση της περιόδου 1.11.2009 - 31.12.2009 (Τεκμ.15). Ό,τι άλλο περιέχουν οι Καταστάσεις Λογαριασμών των Δανείων είναι πιστώσεις. Εναπόκειτο στους Εναγομένους στην περίπτωση που ήταν η θέση τους ότι πέραν των πιστώσεων που αναφέρονται στις Καταστάσεις των Δανείων υπήρχαν και άλλες να το υποβάλουν. Τέτοια θέση δεν τέθηκε. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τις Καταστάσεις των Λογαριασμών αποδεχόμενοι ουσιαστικά ότι το περιεχόμενο τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Καταστάσεις των Λογαριασμών που παρουσιάστηκαν αποδίδουν την πραγματική εικόνα των δοσοληψιών που έλαβαν χώρα και αποδεικνύουν τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την 27.7.
- (ii) Οι περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμοι του 2003 έως 2015 Σε σχέση με τη Εναγόμενη 4 προβάλλεται η θέση ότι η υποθήκη που δήλωσε θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί πριν την υπογραφή της δεν της παραδόθηκε γραπτή δήλωση με τα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτριας Εταιρείας, αλλά και ούτε ότι η τελευταία καθυστερούσε στη καταβολή των δόσεων της. Η Εναγομένη 4 δεν ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εταιρείας και δικαιούται στην προστασία που παρέχουν οι πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 των περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμων του 2003 έως 2015 ως ίσχυαν και κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Ο Εναγόμενος 3 ήταν σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους διοικητικός σύμβουλος της Εταιρείας. Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με τη δική του σύμβαση εγγύησης. Προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου ότι αυτός «δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπο την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη». Ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εταιρείας κατά την 4.12.2009 που συνήψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης της. Αυτός όμως έχει προσυπογράψει τη δήλωση που εμπεριέχεται στην επιστολή ημερ. 4.12.2009 (Τεκμ.33) ότι παρέλαβε αντίγραφο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης Πρωτοφειλέτη (Τεκμ.34) που η Εταιρεία είχε παραδώσει στην Τράπεζα. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του· (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την παροχή της εγγύησης : - (
- i)Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
- ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
- iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματά τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύησή του στον πιστωτή σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύησή του μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου.» Ο Νόμος δεν αναφέρεται στις επιπτώσεις μη συμμόρφωσης με το άρθρο 5(β). Ούτε ο δικηγόρος υπεράσπισης εισηγήθηκε, στην γραπτή του αγόρευση ότι προκύπτουν συγκεκριμένα επακόλουθα. Καθόσον αφορά την υποχρέωση ενημέρωσης των Εναγομένων 2 και 4 για την καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων διαπιστώνεται πως η Τράπεζα δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή σε σχέση με το πρώτο δάνειο. Το δεύτερο δάνειο ήταν, υπενθυμίζεται, πληρωτέο με μία δόση. Το άρθρο 12 προνοεί ότι: «
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ...
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου: (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι: «Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον Πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Το άρθρο 97 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 139 του The Indian Contract Act και είναι αντικείμενο εξέτασης στο σύγγραμμα του Pullock & Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 11η Έκδ., 1994, Τόμος ΙΙ, σελ. 981-
- Αναφέρονται περιπτώσεις όπου υπάρχει απώλεια εμπράγματων εγγυήσεων του πρωτοφειλέτη. Το Δικαστήριο διαπιστώνει την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι η τελική ικανοποίηση του Εναγομένου 2 ή της Εναγόμενης 4 από την Εταιρεία έχει συνεπεία των παραβιάσεων υποστεί βλάβη, όπως προνοείται στο άρθρο 97 του Κεφ.
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως ούτε ο Εναγόμενος 2, ούτε η Εναγόμενη 4 δεν επέλεξαν να τερματίσουν την επίδικη Συμφωνία Εγγύησης ή υποθήκης και δεν έχουν ασκήσει οποιαδήποτε δικαιώματα σε σχέση με την παραβίαση ουσιώδους όρου της επίδικης Έγγραφης Εγγύησης ή Σύμβασης Υποθήκης. Στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου, που η Εναγόμενη 4 υπόγραψε αναφέρεται ότι αυτή «. υπόκειται εις τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου σημερινής ημερομηνίας, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης». Στον όρο 2 του Εγγράφου Υποθήκης αναφέρεται ότι «Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετον και περαιτέρω εξασφάλισιν και εγγύησιν πάσης υποχρεώσεως του πρωτοφειλέτου προς την Τράπεζαν είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεσως ή έμμεσως, είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστεί απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυος μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων και/ή εμού». Προτού παραχωρηθούν τα δύο επίδικα δάνεια η Εναγόμενη 4 προσυπόγραψε ως ενυπόθηκος οφειλέτης την επιστολή ημερ. 2.11.2009 της Τράπεζας προς την Εταιρεία (Τεκμ.4), δηλώνοντας ότι έχει αντιληφθεί απόλυτα το περιεχόμενο της και συμφωνούσε ότι οι αναφερόμενες στην επιστολή υφιστάμενες εξασφαλίσεις θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν όλες τις αναφερόμενες στην επιστολή διευκολύνσεις. Οι νέες διευκολύνσεις ήταν τα δυο επίδικα δάνεια και η υποθήκη της Εναγόμενης 4 ήταν η πρώτη στη σειρά εξασφάλιση που αναφερόταν στις υφιστάμενες εξασφαλίσεις. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τόσο η Έγγραφη Εγγύηση ημερ. 4.12.2009 των Εναγομένων 2 και 3, όσο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου, ΥΧΧΧΧ/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερ. 26.5.2009, της Εναγόμενης 4 συνιστούν εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την Τράπεζα σε σχέση και με τους τρεις επίδικους λογαριασμούς. (iii) Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία ότι η Emporiki τερμάτισε και τις τρεις επίδικες συμφωνίες. To γεγονός του τερματισμού μαρτυρείται από τις επιστολές τερματισμού. Η απόφαση για τερματισμό λήφθηκε και οι λογαριασμοί τερματίστηκαν. Άλλο αν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν προς τούτο. Αναφέρεται ακόμα στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο Έγγραφο Εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 (Τεκμ.8) αναφέρεται στον όρο 2 ότι: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυώμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν είτε είναι πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» Καθίσταται πρόδηλο ότι η υποχρέωση των Εναγομένων 2 και 3 να πληρώσουν και συνεπώς να εναχθούν σε περίπτωση παράλειψης τους να το πράξουν προϋποθέτει την ζήτηση του ποσού από την Τράπεζα. Το ίδιο δεν ισχύει αναφορικά με την Εναγόμενη 4 ως ενυπόθηκο οφειλέτη. Η Σύμβαση Υποθήκης αναφέρει ότι υπόκειται στους όρους του επισυνημμένου σε αυτή εγγράφου (Τεκμ.7) που στον όρο 4 προνοεί ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται από της 26 MAY 2009 ότε και υποχρεούμαι προσωπικώς να πληρώσω το ποσό των ΕΥΡΩ130.000 (ΕΥΡΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟ) πλέον τόκους, προμηθείας, και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα ., να πωλήση τα ενυπόθηκα κτήματα, είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε δια δικαστικών μέτρων άνευ οιασδήποτε προς εμέ ειδοποιήσεως, η δε Τράπεζα δύναται να χρησιμοποιή το προϊόν της τοιαύτης πωλήσεως προς εξόφλησιν εν μέρει ή εν όλω των υποχρεώσεων τας οποίας εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη ή οιασδήποτε ή οιωνδήποτε τούτων.» Στην έκταση που ήταν απαραίτητο στοιχείο για την υπόθεση της Τράπεζας να αποδείξει την παραλαβή ή την αποστολή οιασδήποτε επιστολής προς οιοδήποτε των Εναγομένων, το βάρος απόδειξης ήταν στους δικούς της ώμους. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν το αποδειχτικό βάρος να δείξουν ότι δεν παράλαβαν τις επιστολές. Ότι κρίθηκαν αναξιόπιστοι δεν αποδεικνύει ότι παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε σε μια επιστολή της Τράπεζας που παρέλαβε. Ο Αγαθοκλέους εξήγησε τη διαδικασία που λάμβανε χώρα στο Ταχυδρομείο κατά την ταχυδρόμηση συστημένων επιστολών της Τράπεζας. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι για να ευρίσκεται επικολλημένη αυτοκόλλητη απόδειξη αποστολής με συστημένο ταχυδρομείο πάνω σε ένα αντίγραφο επιστολής, σημαίνει ότι η επιστολή παραλήφθηκε από το Ταχυδρομείο για να αποσταλεί συστημένη και παραδόθηκε η αυτοκόλλητη απόδειξη στον υπάλληλο της Τράπεζας που προέβηκε στην «ταχυδρόμηση» ως απόδειξη του γεγονότος. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του Αγαθοκλέους σε συνδυασμό με το Τεκμ.35 που είναι τα φωτοαντίγραφα των προειδοποιητικών επιστολών με επικολλημένη στο κάθε ένα την αυτοκόλλητη απόδειξη αποστολής της επιστολής, συνιστά, ικανοποιητική μαρτυρία που αποδεικνύει ότι οι προειδοποιητικές επιστολές ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους στις διευθύνσεις που αναγράφονται σε αυτές. Σε σχέση με τις επιστολές τερματισμού δεν έχουν παρουσιαστεί τα αρχικά φωτοαντίγραφα πάνω στα οποία επικολλήθηκαν οι αυτοκόλλητες αποδείξεις. Όμως, εφόσον υπάρχουν φωτοαντίγραφα των αρχικών φωτοαντιγράφων στα οποία παρουσιάζεται φωτοτυπημένη και η αυτοκόλλητη απόδειξη σημαίνει ότι τέτοια αρχικά φωτοαντίγραφα με επικολλημένες τις πρωτότυπες αυτοκόλλητες αποδείξεις υφίσταντο. Επομένως, είχαν και αυτές ταχυδρομηθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι προειδοποιητικές επιστολές στις διευθύνσεις που αναγράφονται σε αυτές. Πρόκειται, σε σχέση με όλες τις επιστολές, για τις διευθύνσεις που δόθηκαν στην Τράπεζα από τους Εναγομένους και δεν ηγέρθηκε ζήτημα ότι αυτές έχουν αλλάξει. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Αναφέρεται στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1726, 1733, πως καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγομένους στις διευθύνσεις τους και, εφόσον καμιά δεν επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα, τεκμαίρεται ότι όλες παραλήφθηκαν από τους παραλήπτες τους Εναγομένους. Οι Εναγόμενοι 2 - 4, έχοντας κριθεί αναξιόπιστοι, απέτυχαν να ανατρέψουν με τη μαρτυρία τους το πιο πάνω τεκμήριο. Πέρα του τεκμηρίου υφίσταται και θετική μαρτυρία για παραλαβή επιστολή της Τράπεζας από τον Εναγόμενο 2 τον Ιούνιο του
- Είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται σε κάποια από τις επιστολές που του απεστάλησαν που ήταν τον Ιούλιο και όχι τον Ιούνιο του
- Επομένως τα ποσά και των τριών λογαριασμών είχαν καταστεί απαιτητά από την πρωτοφειλέτρια Εταιρεία που είχε συνεπώς την υποχρέωση για την αποπληρωμή τους. Άλλωστε τα δύο δάνεια είχαν ήδη και από 15.12.2011 καταστεί πληρωτέα αφού κατά το χρόνο αυτό θα έπρεπε να είχαν εξοφληθεί. Περαιτέρω, με τις επιστολές υποβλήθηκαν αξιώσεις αποπληρωμής προς τους Εναγομένους 2 και 3 εγγυητές. Κατέστηκαν συνεπώς, τόσο η πρωτοφειλέτρια Εταιρεία όσο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυητές της υπόχρεοι να πληρώσουν τα αποδεδειγμένα χρεωστικά υπόλοιπα. (iv) Οι Τόκοι Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση σε λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Τόσο η Συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, όσο και οι Συμφωνίες Δανείων προνοούν συγκεκριμένο επιτόκιο το οποίο είναι κυμαινόμενο. Στην περίπτωση της Συμφωνίας του τρεχούμενου λογαριασμού δεν καθορίζεται πώς αυτό μπορεί να κυμαίνεται. Στην περίπτωση των λογαριασμών δανείων αναφέρεται ότι συνίσταται στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας πλέον συγκεκριμένο περιθώριο. Δεν έχει προσφερθεί οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την κύμανση του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας, συνεπώς, και στη βάση του τεκμηρίου της συνέχειας, θεωρείται ότι αυτό παρέμεινε αναλλοίωτο. Τα επιτόκια και των τριών λογαριασμών διαφοροποιήθηκαν κατά τον τερματισμό των συμφωνιών. Στην περίπτωση των συμφωνιών των δανείων το επιτόκιο υπερημερίας ήταν συμφωνημένο στο 7%. Στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού αναφερόταν ότι θα μπορούσε να επιβληθεί το ανώτατο από τον νόμο επιτρεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου όλες οι συμφωνίες τερματίστηκαν την 27.7.2012. Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί. Συνεπώς κανένας τόκος υπερημερίας δεν μπορεί να επιδικαστεί σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού. Από την άλλη, στην περίπτωση των Συμφωνιών των Δανείων η επιβολή τόκου υπερημερίας και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας είχε συμφωνηθεί. Στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491, 1499, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας 7% τα χρεωστικά υπόλοιπα των δανείων εφόσον αυτά κατέστησαν πληρωτέα την 27.7.2012 και δεν είχαν πληρωθεί. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα, με την επιφύλαξη που ακολουθεί, νομιμοποιείτο να χρεώνει τόκο υπερημερίας 7% από τον τερματισμό των συμφωνιών των δανείων. Τόσο στις προειδοποιητικές επιστολές, όσο και στις επιστολές τερματισμού που παρουσιάστηκαν αναφορικά με τις Συμφωνίες των Δανείων υπάρχει καταγεγραμμένη δήλωση της Τράπεζας ότι αυτή, αναγνωρίζοντας τις δυσμενείς επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και τα προβλήματα των πελατών της στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους, αποφάσισε ότι για την περίοδο από 14.5.2012 μέχρι 31.12.2012 χρεώνει μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας 3%. Σημειωνόταν ότι από 1.1.2013 το επιτόκιο υπερημερίας θα επανερχόταν στο 7%. Επομένως για την περίοδο από 14.5.2012 μέχρι 31.12.2012 η Τράπεζα δεν μπορεί να απαιτεί επιτόκιο υπερημερίας πέραν του 3%. Περαιτέρω, εφόσον από 25.11.2013 η ίδια η Τράπεζα αποφάσισε να χρεώνει επιτόκιο υπερημερίας 1,75%, όπως ανακοίνωσε με τη δημοσίευση της στον τύπο, η αξίωση της, σε σχέση με το συνολικό επιτόκιο τις Συμφωνίες των Δανείων μειώνεται ανάλογα. Ζ. Η Ανταπαίτηση Από το περιεχόμενο των Τεκμ.31 και 32 προκύπτει ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα στην κατακράτηση επιταγών των πελατών της Εταιρείας υπό μορφή εξασφάλισης. Άλλωστε, στην παρ.3(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 3 και 4 αναφέρεται ότι οι επιταγές των πελατών της Εταιρείας θα κατατίθεντο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση της πίστωσης. Περαιτέρω, στην παρ.3(ια) του ιδίου δικογράφου αναφέρεται ότι η Τράπεζα απαίτησε και εξασφάλισε την επίσχεση και ενεχυρίαση των ανεξαργύρωτων επιταγών. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα είχε το συμβατικό δικαίωμα κατακράτησης των ανεξαργύρωτων επιταγών ως εξασφάλιση για τις οφειλές της Εταιρείας. Είναι κοινό έδαφος ότι οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν στην Εταιρεία την 15.2.
- Σχετική είναι η επιστολή ημερ. 15.2.2011 της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 3 με την οποία τον πληροφορεί ότι η Τράπεζα προτίθετο να επιστρέψει στην Εταιρεία 56 επιταγές, οι λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονταν σε επισυναπτόμενο πίνακα (Τεκμ.27). Ακόμα και αν η Τράπεζα όφειλε να είχε επιστρέψει στην Εταιρεία τις 56 ανεξαργύρωτες επιταγές νωρίτερα από την 15.2.2011, για την επιτυχία της Ανταπαίτησης η Εταιρεία θα έπρεπε να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του γεγονότος και της ζημιάς που έπαθε. Δηλαδή ότι, όταν της παραδόθηκαν, ήταν πλέον αδύνατο ή δύσκολο να εισπράξει οιοδήποτε ποσό, αλλά, ουσιαστικότερο υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, ότι εάν της παραδίδονταν νωρίτερα θα τις εισέπραττε ή μέρος τους ή θα είχε πραγματική προοπτική να το πράξει. Ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε ότι πείστηκε από διαβεβαιώσεις της Τράπεζας σε σχέση με την φερεγγυότητα της Power. Για να πείσει για τη θέση του προέβαλε ότι η δική του πληροφόρηση από άλλη τράπεζα ήταν διαφορετική. Η θέση του ότι πείστηκε από διαβεβαιώσεις της Τράπεζας έχει απορριφθεί. Παραμένει ωστόσο η αποκάλυψη του ότι ο ίδιος και κατ' επέκταση η Εταιρεία γνώριζαν ότι η Power ήταν προβληματική. Σε συνάντηση με την υπηρεσία Factors της Τράπεζας Κύπρου και παραδίδοντας κατάλογο των πελατών της Εταιρείας, η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε να εγκρίνει την Power και συνδεόμενες μαζί της εταιρείες. Δεν μπορούσαν, ανάφερε, να του δώσουν περαιτέρω πληροφορίες. Η εντύπωση του Δικαστηρίου είναι ότι ο Εναγόμενος 3 και κατ' επέκταση η Εταιρεία ενδεχομένως γνώριζαν πολύ περισσότερα απ' όσα η Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Power, όμως προς τούτο δεν υφίσταται θετική μαρτυρία. Επιβεβαιώθηκε ότι η Power είχε οικονομικά προβλήματα και τον Μάϊο του
- Ρωτήθηκε ο Εναγόμενος 3 για τις ενέργειες του όταν δεν εξαργυρώθηκαν οι πρώτες της επιταγές και ανάφερε ότι του είχαν αναφέρει ότι είχαν προσωρινό πρόβλημα και ότι προσπαθούσαν να λάβουν δανειοδότηση από την ΣΠΕ Αγίας Φύλας. Παρέπεμψε ο Εναγόμενος 3 στη γνωστή, κατά τον ίδιο, υπόθεση της ΣΠΕ και ανάφερε «. προσπάθησα να τις εισπράξω. Τι να έκανα; Τι μπορούσα να κάνω; Δεν είχα επιλογές. Αντιλαμβάνεστε ότι οι επιλογές μου ήταν περιορισμένες». Είπε ακόμη ότι «.μετά την ανάκληση τους έγιναν προσπάθειες να εισπραχθούν. Σας ανάφερα κάποιες συναντήσεις που έκανα και συγκεκριμένα κάποια άτομα που είδα, δεν μπορέσαμε να εισπράξουμε, συνεχίσαμε και διαφάνηκε ότι ήταν αδύνατο και πιστεύω ότι αν είχαμε τη δυνατότητα να τα πάρουμε αυτά τα χρήματα φυσικά θα τα διεκδικούσαμε». Ρωτήθηκε ο Εναγόμενος 3 γιατί δεν διόρισε δικηγόρο για να προχωρήσει στη διεκδίκηση των ποσών των επιταγών, ή έστω να αποστείλει επιστολές απαίτησης. Απάντησε ότι από τον Αύγουστο του 2009 που δεν εξαργυρώθηκε η τελευταία επιταγή μέχρι τις αρχές του 2010 έγιναν πάρα πολλές προσπάθειες πιστεύοντας ότι θα κατάφερναν κάτι εξωδικαστικά. Δυστυχώς όμως δεν τα κατάφεραν. Από τις αρχές του 2010, ανάφερε, αυτές οι εταιρείες άρχισαν να έχουν τα σοβαρά προβλήματα και να είναι προς διάλυση «είτε νομικά, είτε εργασιακά». Για την ίδια περίοδο ανάφερε ότι λάμβαναν υποσχέσεις ότι θα έπαιρναν δάνειο και σε μια συνάντηση κάλεσαν και τον τότε διευθυντή της ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ο οποίος επιβεβαίωσε ότι οι εταιρείες προσπαθούσαν να κάνουν κάποια δάνεια. Είπε ακόμα «Δυστυχώς οι επιταγές ήτανε αναγκαίες και για την υποβολή πίεσης επειδή ήταν και ανακληθείσες με ποινική υπόθεση που έπρεπε οπωσδήποτε να τις έχουμε, αλλά και επαναλαμβάνω ότι ένας χρόνος χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να μπορέσουμε να εισπράξουμε εξωδικαστικά. Γνώριζα τις χρονοβόρες διαδικασίες είσπραξης μέσω Δικαστηρίων και προσπάθησα να τα πάρω εξωδικαστικά». Καταληκτικά ανάφερε ο Εναγόμενος 3 ότι «Σας λέω ότι από την τελευταία επιταγή μέχρι το 2010 που έγινε η πρώτη επιστολή στην τράπεζα, αυτόν τον περίπου ένα χρόνο έγιναν πάρα πολλές προσπάθειες να εισπραχθούν τα χρήματα και δυστυχώς δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε». Αποδέχθηκε ο Εναγόμενος 3 πως όχι μόνο επιστολή από δικηγόρο δεν αποστάληκε στις πελάτισσες εταιρείες και άλλους αλλά ούτε και από την ίδια την Εταιρεία. Δικαιολογούμενος ανάφερε «Μπορώ να αναφέρω ότι συγκεκριμένες εταιρείες είχαν κλείσει, δεν είχαν καν γραφεία, δεν είχαν καν τηλέφωνα, φαξ επικοινωνίας, υπήρχαν κάποιοι από αυτούς που αντιμετώπιζαν δικαστικές υποθέσεις άλλων περιπτώσεων, ήταν τρομερά δύσκολο και απίθανο αυτό να το κάνω. Δεν υπήρχε καν επικοινωνία μετά». Και στη συνέχεια «Μέχρι την ημερομηνία που τις πήραμε πίσω οι συγκεκριμένες εταιρείες είχαν ανακαλέσει πλήρως τη λειτουργία τους, κάναμε search, δεν είχαν ούτε ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή τους, είχαν αλλάξει διευθυντές, κάποιες είχαν διαλυθεί και δυστυχώς ήταν αδύνατο». Αποδέχτηκε ακόμα ο Εναγόμενος 3 ότι εκτός από την επιστολή του δικηγόρου της Εταιρείας, ουδέποτε προηγουμένως ζητήθηκε από την Τράπεζα γραπτώς η επιστροφή των επιταγών. Η επιστολή του δικηγόρου, ανάφερε ο Εναγόμενος 3, αποστάληκε όταν η Τράπεζα τον πληροφόρησε ότι οι επιταγές ήταν ενεχυριοδανεισμένες και δεν μπορούσαν να επιστραφούν. Αυτή η πληροφόρηση, ανάφερε, του δόθηκε ένα χρόνο πριν την αποστολή της επιστολής. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οποτεδήποτε αφότου οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες υφίστατο δυνατότητα ανάκτησης των ποσών τους ή μέρους των από τους εκδότες τους. Ακόμα και αν αυτές παραδίδονταν στην Εταιρεία νωρίτερα καμιά δυνατότητα δεν θα είχε να τις εισπράξει. Συνεπώς, ακόμα και αν διαπιστωνόταν υπαίτια καθυστέρηση στην παράδοση τους καμιά ζημιά στην Εταιρεία δεν αποδείχτηκε πως είχε προκληθεί. Η. Η Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το ποσό των €5.596,84 με τόκο με επιτόκιο 6% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το ποσό των €126.219,50 με τόκο με επιτόκιο 11,5% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι 31.12.2012, με επιτόκιο 15,5% από 1.1.2013 μέχρι 24.11.2013 και με επιτόκιο 10,25% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το ποσό των €486.939,13 με τόκο με επιτόκιο 11,5% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 27.7.2012 μέχρι 31.12.2012, με επιτόκιο 15,5% από 1.1.2013 μέχρι 24.11.2013 και με επιτόκιο 10,25% ετησίως από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης 4 διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγρ. 1/5XXX3, Φ/Σχ. 54/58X1, Τεμάχιο 7X5, διαμέρισμα, δυνάμει της υποθήκης Υ3711/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερ. 26.5.2009, προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει τις €130.000 με τόκο 8% από 26.5.2009 και των πιο κάτω εξόδων. Στην Απαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης στην Απαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 4 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €100.000 - €500.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι τα έξοδα εναντίον της Εναγομένης 4 θα είναι σε συνάρτηση με τα επιδικασθέντα έξοδα εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 μετά των οποίων η Εναγόμενη 4 είναι υπόλογη αλληλέγγυα στην έκταση των εναντίον της εξόδων. Στην Ανταπαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για τη σύνταξη και καταχώριση Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Κατά τη δικάσιμο που παρουσιάστηκε μαρτυρία για την υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (9.10.2018) παρουσιάστηκε και μαρτυρία για την Υπεράσπιση και συνεπώς τα έξοδα της δικασίμου περιλαμβάνονται στα έξοδα που επιδικάστηκαν πιο πάνω στα πλαίσια της Απαίτησης. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Χρεωστικό Υπόλοιπο σε Τρεχούμενο Λογαριασμό και Λογαριασμό Δανείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο