Bioter Global Holdings Ltd κ.α. ν. Bioter Overseas (CY) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 838/2017, 9/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 838/2017 Μεταξύ: 1. Bioter Global Holdings Ltd 2. Biotep A.E. Εναγόντων v. 1. Bioter Overseas (CY) Ltd 2. . Comair 3. Bioter S.A. 4. Bioter (Offshore) SAL 5. . Κορδάλη 6. Get (Offshore) SAL 7. Generic Engineering Technologies WLL (Get) 8. . Majdalani Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 8 ημ. 12.2.18 για ακύρωση και ή παραμερισμό του διατάγματος για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της σφράγισης και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή για αναστολή της διαδικασίας λόγω ακαταλληλότητας Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 8 - Αιτητή: κα Μ. Κωνσταντίνου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 8 - Αιτητής ζητά διατάγματα: (
- i)Ακύρωσης και ή παραμερισμού του διατάγματος ημ. 10.4.17 με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (
- ii)Ακύρωσης και ή παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου (iii) Ακύρωσης και ή παραμερισμού της σφράγισης του κλητηρίου (
- iv)Διαζευκτικά, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια υπέχουν δικαιοδοσία, απόρριψης και ή αναστολής της διαδικασίας λόγω ακαταλληλότητας (forum non conveniens) των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΛΠ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγομένο 8. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα (εφεξής η «ΛΠ») ισχυρίζεται πως η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 για έκδοση διατάγματος σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε και την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημ. 29.3.17. Με την απόφαση του ημ. 9.8.17 το Δικαστήριο ακύρωσε τα μονομερώς εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παρουσίασης παραπλανητικής εικόνας στο Δικαστήριο. Η ΛΠ ισχυρίζεται πως ενόψει της εν λόγω απόφασης το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης ημ. 31.3.17 τελούσε υπό πλάνη αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Επίσης η ΛΠ ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να της επιδώσουν την αίτηση ημ. 29.3.17 και το προσωρινό διάταγμα ημ. 30.3.17 κατά παράβαση του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 10.4.17. Αποτελεί ισχυρισμό της ΛΠ πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα ημ. 10.4.17, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία ένεκα ακαταλληλότητας να εκδικάσει την παρούσα, παραθέτοντας τους λόγους προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Ειδικότερα επισημαίνει πως μόνο οι Εναγόμενοι 1 έχουν την έδρα τους στην Κύπρο, πως όλες οι συμφωνίες, τα έργα, γενικά όλα τα επίδικα γεγονότα και ακόμα η όποια ζημιά, επεσυνέβησαν στο εξωτερικό και πως όλοι οι μάρτυρες βρίσκονται στο εξωτερικό. Προσθέτει πως η συμπερίληψη των Εναγομένων 1 έγινε καταχρηστικά και εσκεμμένα με μοναδικό σκοπό να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι έπρεπε να είχε καταχωριστεί ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση του Εναγομένου 8. 2) Αυτή η παράλειψη ισοδυναμεί με αποδοχή και υπαγωγή του Εναγομένου 8 στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο. 5) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 6) Η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και παρακώλυση των Εναγόντων να προωθήσουν την Αγωγή. 7) Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση δεν περιέχουν γεγονότα ή ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την έλλειψη δικαιοδοσίας. 8) Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12. 9) Άνευ βλάβης του λόγου
(8), το ζήτημα της δικαιοδοσίας τίθεται πρόωρα και θα κριθεί μετά την προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΘΑ, ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα (εφεξής η «ΘΑ») επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει ότι η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, σε συνωμοσία των Εναγομένων για πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες με παράνομα μέσα και σε απάτη και ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι αναγκαίος διάδικος εφόσον είχαν ενεργό συμμετοχή στη διάπραξη των υπό κρίση αστικών αδικημάτων. Είναι επίσης θέση της ΘΑ πως από τη στιγμή που το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 4 του ΕΚ1215/12, τότε δεν έχει εξουσία να διατάξει αναστολή της διαδικασίας λόγω forum non conveniens. Σημειώνεται πως ακολούθησε παρόμοια αίτηση από τους Εναγόμενους 2, 4, 6 και
- Η εν λόγω αίτηση περιλαμβάνει τα ίδια αιτητικά καθώς επίσης και αιτητικά για διάταγμα απόρριψης της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και διαζευκτικά για διάταγμα απόρριψης της Αγωγής και ή αναστολής της διαδικασίας και παραπομπής σε διαιτησία ή απόρριψης και ή αναστολής λόγω του ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή αποτελεί καταχρηστική άγρα δικαιοδοσίας (forum shopping). Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και στην εν λόγω αίτηση. Οι εν λόγω αιτήσεις δεν είναι ταυτόσημες όμως, ενόψει του ότι αφορούν και σε κοινά ζητήματα, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, το Δικαστήριο εκδίκασε και τις δύο αιτήσεις μαζί. Στα πλαίσια της ακρόασης οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις προφορικά. Εντούτοις, το Δικαστήριο εκδίδει ξεχωριστή απόφαση στην καθεμιά λόγω του ότι οι δύο αιτήσεις δεν καλύπτουν τα ίδια ακριβώς θέματα. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να τεθεί εξαρχής το ιστορικό της Αγωγής μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης, στον βαθμό που κρίνεται σχετικό με τα υπό κρίση ζητήματα. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Στις 29.3.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, σύμφωνα με το οποίο βασικά αξιώνουν απαγόρευση δημιουργίας πεπλανημένης εντύπωσης πως οι Εναγόμενες 1, 3, 4 και 6 αποτελούν θυγατρικές εταιρείες των Εναγόντων, ή έχουν μετοχική ή άλλη σχέση με αυτούς ή είναι μέρος του ιδίου συγκροτήματος εταιρειών (passing off), απόδοση λογαριασμών και αποζημιώσεις για απάτη, δόλιες και ή ψευδείς παραστάσεις και παράβαση συμφωνίας.
- Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για προσωρινό διάταγμα δυνάμει της οποίας στις 30.3.17 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο 2 και ή στους αντιπροσώπους του να αποξενώσει και ή επιβαρύνει μετοχές σε διάφορες εταιρείες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Στις 31.3.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας στις 10.4.17 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοση στους Εναγόμενους 2-8 εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 29.3.17 για προσωρινό διάταγμα, του προσωρινού διατάγματος ημ. 30.3.17, της αίτησης ημ. 31.3.17 και του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί δυνάμει αυτής.
- Στις 12.4.17 ακολούθησε δεύτερη μονομερής αίτηση για καταχώριση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δυνάμει της οποίας την ίδια μέρα οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο 2 και ή στους αντιπροσώπους του να αποξενώσει και ή επιβαρύνει μετοχές σε εταιρεία του εξωτερικού μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Στις 18.5.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τον Εναγόμενο
- Στις 6.7.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τους Εναγόμενους 4 και 6 από τους ίδιους δικηγόρους.
- Στις 11.7.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τον Εναγόμενο
- Εν τω μεταξύ οι δικηγόροι του Εναγομένου 2 εμφανίστηκαν στα πλαίσια των αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα στις οποίες και καταχώρισαν ένσταση.
- Στις 9.8.17 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε απόφαση επί των δύο αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα με την οποία ακύρωσε τα διατάγματα και απέρριψε τις αιτήσεις λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων.
- Στις 7.9.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τους Εναγόμενους
- Στις 15.9.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του Εναγομένου 2 με το οποίο να του απαγορεύεται να χρησιμοποιεί την εμπορική επωνυμία Bioter και ή να παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των Εναγόντων.
- Στις 27.9.17 καταχωρίστηκε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου
- Στις 17.11.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την έκθεση απαίτησης.
- Στις 30.1.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση εναντίον των Εναγομένων 2 και 4-8 για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 12.3.
- Στις 12.2.18 καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση από τον Εναγόμενο 8 η οποία ορίστηκε στις 22.3.
- Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση ημ. 30.1.18 στις 22.3.18 με οδηγίες για καταχώριση υπεράσπισης μέχρι τότε.
- Στις 22.3.18 επιλήφθηκε και των δύο αιτήσεων τις οποίες όρισε στις 3.5.18 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημ. 12.2.18 και υπεράσπισης στην αίτηση ημ. 30.1.
- Στις 2.5.18 με απόφαση του το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την αίτηση ημ. 15.9.17 λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και της μη τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
- Στις 2.5.18 οι Εναγόμενοι 2, 4, 6 και 7 καταχώρισαν την ως άνω αναφερόμενη αίτηση. ΙΙ. Νομική Πτυχή για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή παραμερίσει διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παρέχεται από τη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Πέραν αυτής της γενικής πρόνοιας, η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο όπως παραμερίσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή ακυρώσει το διάταγμα για τέτοια επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση S.P.P. Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Σημειώνεται πως και η Δ.16 θ.9 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
- Η Δ.2 και η Δ.6 επίσης αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης. Εδώ κρίνεται κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως ο λόγος ένστασης περί μη ορθής νομικής βάσης της Αίτησης κρίνεται αβάσιμος και εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως έχει εγκαταλειφθεί καθότι ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτόν είτε στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης της ένστασης είτε κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων - Καθ΄ ων. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (ανωτέρω) λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». ΙΙΙ. Καθυστέρηση - Υπαγωγή στη Δικαιοδοσία Οι Καθ΄ ων προβάλλουν ως λόγο ένστασης αφενός την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης και αφετέρου την υπαγωγή του Εναγομένου 8 στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ούτως ώστε αυτός να μην μπορεί να αμφισβητεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από το ιστορικό της διαδικασίας, ο Εναγόμενος 8 καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 11.7.17 και την παρούσα Αίτηση στις 12.2.18. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω πως με την παρούσα Αίτηση δεν περιλαμβάνεται αιτητικό για παραμερισμό της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, παρά μόνο στα πλαίσια του αιτητικού για παραμερισμό του διατάγματος και της σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εγείρεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566, το ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το ίδιο το Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729 και Panayiotis Stella v. Constantinos Sayias
(1983)1(A) C.L.R. 186. Κατ΄ αρχάς, δεν συμφωνώ με τη θέση των Εναγόντων πως η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να εξεταστεί καθότι αυτή δεν καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση. Η υπόθεση G.J.Magdon Ltd v. A.L. Metal Τrading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 δεν καθιέρωσε ως νομική αρχή πως ένας διάδικος μπορεί να προσβάλει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου μόνο αν έχει καταχωρίσει ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση και σχετική αίτηση παραμερισμού. Στην εν λόγω υπόθεση η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και έξι μήνες αργότερα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε πως λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για ακύρωση η εναγομένη είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση της εναγομένης πως εδικαιούτο να καταχωρίσει την αίτηση επειδή δεν είχε προβεί σε άλλο διάβημα στα πλαίσια της αγωγής πριν την καταχώριση της (αίτησης), τονίζοντας πως τέτοια εισήγηση θα απέληγε σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του η καταχωρισθείσα αγωγή. Είναι σαφές πως το σκεπτικό (ratio) αφορούσε την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό ως ισοδυναμούσα με αποδοχή της δικαιοδοσίας, όπως αναγνωρίστηκε ρητώς και στην υπόθεση David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου, Πολ. Έφ. 208/12, ημ. 24.11.17. Τόσο στη Magdon (ανωτέρω) όσο και στην David (ανωτέρω) ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία ως στην παρούσα, ήτοι η καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και η μετέπειτα καταχώριση αίτησης για παραμερισμό. Παρόλο που ο Εναγόμενος 8 δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο ως προς το χρονικό σημείο καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, εντούτοις θεωρώ πως διατηρεί το δικαίωμα να εγείρει ζήτημα δικαιοδοσίας μέσω της αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος και της σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Επίσης, το χρονικό διάστημα μεταξύ αφενός της έκδοσης της απόφασης ημ. 9.8.17 (η οποία δεν τον αφορά όμως αποτελεί τη βάση μέρους του αιτητικού της Αίτησης) και κυρίως της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης με την οποία διαφάνηκε το πλήρες φάσμα της απαίτησης των Εναγόντων (17.11.17) και αφετέρου της καταχώρισης της παρούσας (12.2.18) δεν θεωρείται τόσο μεγάλο που να δικαιολογεί από μόνο του την απόρριψη της Αίτησης. Ειδικότερα, θεωρώ δικαιολογημένη την ενέργεια του Εναγομένου 8 να αναμένει την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης πριν τη λήψη διαβήματος τουλάχιστον αναφορικά με το αιτητικό για αναστολή της διαδικασίας λόγω ακαταλληλότητας, καθότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο περιείχε μόνο τις αξιώσεις και σαφώς η έκθεση απαίτησης θα μπορούσε να διαφωτίσει τόσο τον Εναγόμενο 8 αλλά και το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που στηρίζουν την απαίτηση των Εναγόντων. Σχετική είναι η υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1 (Β) A.A.Δ.
- Περαιτέρω, σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Εναγόμενος 8 δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής κατά τρόπο που να θεωρείται ότι έχει υπαχθεί και ότι αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υπενθυμίζεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 12.2.18 ενώ προηγήθηκε η καταχώριση της αίτησης για απόφαση στις 30.1.18 η οποία ορίστηκε στις 12.3.
- Δεν φαίνεται από τον φάκελο η ημερομηνία επίδοσης της αίτησης, όμως διαφαίνεται σαφώς πως κατά την πρώτη ημερομηνία ορισμού της αίτησης για απόφαση (12.3.18) είχε ήδη καταχωριστεί η υπό κρίση Αίτηση και παρόλο που στις 12.3.18 το Δικαστήριο παρέτεινε την προθεσμία για καταχώριση υπεράσπισης, η εν τω μεταξύ καταχώριση και ύπαρξη της Αίτησης ουδόλως ισοδυναμεί με αποδοχή και υπαγωγή στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως δεν υπάρχει τέτοια καθυστέρηση ούτε και συμπεριφορά που Εναγομένου 8 η οποία να τον εμποδίζει να προωθεί την παρούσα Αίτηση. ΙV. Εξέταση Αιτητικού για Παραμερισμό Διατάγματος, Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας Το υποβάθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζετο η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 περιλαμβάνεται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΓΜ (εφεξής ο «ΓΜ»), στην οποία αναφέρει πως είναι διευθύνων σύμβουλος των Εναγομένων 1 και 2 και γενικός διευθυντής των Εναγομένων
- Οι βασικοί ισχυρισμοί του ΓΜ συνοψίζονται ως ακολούθως: α. Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν με σκοπό να πλήξουν τα συμφέροντα των Εναγόντων αποκομίζοντας εις βάρος τους τεράστια οφέλη και κέρδη. β. Οι Εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τα πιστοποιητικά εκτέλεσης έργων των Εναγόντων, την εμπειρία, τεχνογνωσία, το προφίλ τους και τα πληρεξούσια που δόθηκαν στον Εναγόμενο 2 δυνάμει σχετικών συμφωνιών, με σκοπό τη συνεργασία του τελευταίου με τους Ενάγοντες για την ανάληψη μεγάλων έργων στη Μέση Ανατολή, και παρουσιάζοντας αυτά ψευδώς ως δικά τους, δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση σε τρίτους πως η επιχείρηση των Εναγομένων 1, 3, 4, 6 και 7 είναι επιχείρηση των Εναγόντων, πως αυτές αποτελούν θυγατρικές των Εναγόντων ή πως έχουν μετοχική ή άλλη σχέση μαζί τους ούτως ώστε να δημιουργείται σύγχυση σε τρίτους ότι συναλλάσσονται με τους Ενάγοντες. γ. Με τον προαναφερόμενο τρόπο, οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν και εκτέλεσαν έργα τα οποία δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αν δεν προέβαιναν στις πιο πάνω παράνομες ενέργειες καθότι οι εταιρείες του Εναγομένου 2 δεν είχαν πιστοποιητικό σε έργα υποδομής. δ. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 ενήργησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, παρουσιάζοντας ψευδώς προς τους Ενάγοντες πως ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους με αμοιβαίο όφελος, με αποτέλεσμα να αναλάβει τα έργα μέσω εταιρειών δικών του συμφερόντων, ήτοι τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 6 και
- ε. Ο Εναγόμενος 2 παρέβη τις συμφωνίες τις οποίες συνήψε με τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες, σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 2, υπέγραψαν μνημόνιο συναντίληψης, στα πλαίσια του οποίου συμφώνησαν όπως συνδράμουν τον Εναγόμενο 2 με την εμπειρία και τεχνογνωσία τους στην εκτέλεση διαφόρων έργων, τα οποία τελικά εκτελέστηκαν από τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 6 και 7, εν αγνοία των Εναγόντων έναντι συνολικού ποσού US$19.350,000, το οποίο διεκδικούν ως αποζημίωση. στ. Ο Εναγόμενος 2 μαζί με τον Εναγόμενο 8 σύστησε τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 με το όνομα Bioter και παρουσίαζε τις εν λόγω εταιρείες ως θυγατρικές των Εναγόντων 2, με τη βοήθεια του Εναγομένου 5 ο οποίος είχε επαγγελματική σχέση με τον Όμιλο Bioter και προέβη σε υπογραφή πληρεξουσίων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 2 για τον σκοπό υλοποίησης των ως άνω ενεργειών τους. ζ. Οι Εναγόμενοι 2-8 δεν είναι υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουν εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως είναι απαραίτητοι διάδικοι αφού από κοινού με τους Εναγόμενους 1 συνωμότησαν να πλήξουν τα συμφέροντα των Εναγόντων. η. Με βάση το άρθρο 3
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το αστικό αδίκημα διαπράχθηκε στην Κύπρο, υπό την έννοια πως το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι η απώλεια συμβολαίων και κερδών, έλαβε χώρα στην έδρα των Εναγομένων 1 που είναι η Κύπρος. Επομένως, αυτοί μόνο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μπορούν να εναχθούν. θ. Οι Ενάγοντες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα και επομένως τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν ούτως ώστε να προχωρήσει η διαδικασία εναντίον και των υπόλοιπων Εναγομένων. Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγομένου 8, μέσω της ένορκης δήλωσης της ΛΠ στην παρούσα Αίτηση, είναι πως κατά την εξέταση και έγκριση της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 το Δικαστήριο τελούσε υπό πλάνη ως προς τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη ΛΠ, κάτι τέτοιο προκύπτει λόγω του ότι η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 στηρίζετο στην ένορκη δήλωση του κ. Μ ημ. 29.3.17 που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και το Δικαστήριο ακύρωσε τα προσωρινά διατάγματα λόγω της μη αποκάλυψης και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Κατ΄ αρχάς αυτός ο ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα όπως προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης ημ. 29.3.17 για προσωρινό διάταγμα και αυτή της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 για σφράγιση και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν είναι ταυτόσημες. Περαιτέρω, σαφώς η απόφαση ημ. 9.8.17 ουδόλως δύναται αφ΄ εαυτής να αποτελέσει τη βάση ως προς τη διαπίστωση περί εσφαλμένου, ελλιπούς και ή παραπλανητικού περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ΓΜ που συνόδευε τη μονομερή αίτηση ημ. 31.3.17 και συνακόλουθα ως προς τον παραμερισμό του διατάγματος, της σφράγισης και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Άλλωστε, στην εν λόγω απόφαση του το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την εξέταση των αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις και ανέφερε ρητώς πως ουδόλως ασχολείται με την αξιολόγηση και το αξιόπιστο των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά περιορίστηκε στο κατά πόσο οι Ενάγοντες προσήλθαν στο Δικαστήριο αποκαλύπτοντας όλα όσα γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν, λόγος και ο οποίος αποτέλεσε τη βάση της κατάληξης του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 τέθηκε το αναγκαίο υπόβαθρο προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 και της σχετικής νομολογίας, όπως εκτίθενται ανωτέρω. Στην ένορκη δήλωση του ΓΜ που συνοδεύει την αίτηση ημ. 31.3.17 δίδεται μια βασική αλλά και επαρκής περιγραφή των ισχυρισμών των Εναγόντων και της βάσης της απαίτησης τους. Παρόλο που αυτοί δεν τίθενται με λεπτομέρεια, εντούτοις θεωρώ πως είναι επαρκείς και ικανοποιητικοί για τους σκοπούς της Δ.6 να καταδείξουν τη φύση και το ύψος της απαίτησης των Εναγόντων, τις ενέργειες οι οποίες αποδίδονται στους Εναγόμενους και την ιδιότητα και σχέση των Εναγομένων μεταξύ τους. Μάλιστα, ο ΓΜ αναφέρεται ειδικά στον ρόλο των Εναγομένων 1, αποδίδοντας τους σημαντικότατη συμμετοχή στα επίδικα γεγονότα. Επίσης σε αυτή ο ΓΜ αποκαλύπτει τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, επικαλούμενος το άρθρο 3
(2)(β) του Κεφ. 148 και την έδρα των Εναγομένων 1 στην Κύπρο. Οι ισχυρισμοί του ΓΜ αναφορικά με τα γεγονότα ουδόλως αντικρούονται στην ένορκη δήλωση της ΛΠ που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται πως στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 31.3.17 τέθηκε το αναγκαίο και απαραίτητο υπόβαθρο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, χωρίς βεβαίως αυτό να υπόκειται σε τελική αξιολόγηση κάτι το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο κατά την ακρόαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Εδώ σημειώνω πως στα πλαίσια της ακρόασης των δύο Αιτήσεων, η υιοθέτηση από τη δικηγόρο του Εναγομένου 8 της αγόρευσης των δικηγόρων των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 αφορά και περιορίζεται στον βαθμό που καλύπτει τα εγειρόμενα στη Αίτηση του Εναγομένου 8 ζητήματα. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός της ΛΠ, στα πλαίσια του θέματος της ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων, περί προσθήκης των Εναγομένων 1 καταχρηστικά και εσκεμμένα με μοναδικό σκοπό την πρόσδοση δικαιοδοσίας στα Κυπριακά Δικαστήρια. Οι θέσεις της ΛΠ οι οποίες κρίνονται σχετικές με την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι οι εξής: · Οι Εναγόμενοι 1 έχουν από το 2015 ως μοναδικό διευθυντή, μέτοχο και γραμματέα τον MH, ο οποίος είναι κατ΄ ισχυρισμό το πρόσωπο που έδωσε όλες τις πληροφορίες περί δόλιων και συνωμοτικών πράξεων των Εναγομένων 2-8 στον ΓΜ. · Οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε το 2015 ενώ οι παράνομες και δόλιες ενέργειες έλαβαν χώρα από το 2012, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο η εταιρεία δεν υφίστατο. Αυτές οι δύο τοποθετήσεις δεν αναιρούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς του ΓΜ για την ύπαρξη των Εναγομένων 1, την σύσταση τους και ή τη σχέση τους με τους Εναγόμενους 2 και 8, ούτε και τη συμμετοχή τους στα επίδικα γεγονότα από την ίδρυση τους και μετέπειτα. Επομένως, αυτές οι θέσεις δεν είναι ικανές από μόνες τους να καταδείξουν καταχρηστική και εσκεμμένη περίληψη των Εναγομένων 1 ως διαδίκων με σκοπό την πρόσδοση δικαιοδοσίας στα Κυπριακά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου, θεωρώ ορθή τη θέση των Εναγόντων πως το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12, ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι 1 ενάγονται ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι έχουν την κατοικία - έδρα τους στο έδαφος κράτους μέλους, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ σημειώνω πως η επίκληση από τη δικηγόρο του Εναγομένου 8 των άρθρων 7 και 8 του ΕΚ1215/12, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου, καθότι αυτά τα άρθρα δεν εμποδίζουν ούτε και αναιρούν την εφαρμογή του άρθρου 4 αλλά απλώς δίδουν τη δυνατότητα καταχώρισης της Αγωγής σε άλλο κράτος μέλος. Επισημαίνεται βεβαίως, πως το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος στα πλαίσια και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενώ το ζήτημα ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης κατά την εξέταση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, καθότι ζήτημα καταχρηστικής περίληψης των Εναγομένων 1 και ή έλλειψης δικαιοδοσίας δύναται να κριθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η μονομερής αίτηση ημ. 31.3.17 περιείχε το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων δυνάμει της Δ.6, ήτοι πως αφορά αξίωση εναντίον προσώπου το οποίο βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία - Δ.6 θ.1(c), πως αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, ούτως ώστε να δικαιολογείται η έγκριση αυτής και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. V. Μη Επίδοση Αίτησης ημ. 29.3.17 και Προσωρινού Διατάγματος ημ. 30.3.17 Αποτελεί ισχυρισμό της ΛΠ πως οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν στον Εναγόμενο 8 την αίτηση ημ. 29.3.17 για προσωρινό διάταγμα και το προσωρινό διάταγμα ημ. 30.3.17, κατά παράβαση του διατάγματος ημ. 10.4.
- Στην ένορκη της δήλωση επισυνάπτονται τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 8 από τα οποία διαφαίνεται πως η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα δεν περιλαμβάνονται σε αυτά. Οι Ενάγοντες, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΓΜ, αναγνωρίζουν πως δεν επέδωσαν αυτά τα έγγραφα στον Εναγόμενο 8, ισχυριζόμενοι πως εκ λάθους το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση τους και στον Εναγόμενο 8, καθότι αυτά αφορούσαν και έπρεπε να είχαν επιδοθεί μόνο στον Εναγόμενο
- Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό του ΓΜ πως εν πάση περιπτώσει η μη επίδοση αυτών των εγγράφων δεν επηρεάζει ή υποβαθμίζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Εναγομένου 8, αλλά πως αντιθέτως καταδεικνύει ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Κατ΄ αρχάς επισημαίνω πως οι ίδιοι οι Ενάγοντες περιέλαβαν όλους τους Εναγόμενους (2-8) στο σχετικό αιτητικό Β της αίτησης ημ. 31.3.17 αναφορικά με την επίδοση όλων των εκεί αναφερόμενων εγγράφων, ήτοι της ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημ. 31.3.17, της αίτησης ημ. 29.3.17, του διατάγματος ημ. 30.3.17 και του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί δυνάμει της αίτησης ημ. 31.3.
- Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για λάθος του Δικαστηρίου το οποίο ενέκρινε το αιτητικό ως ακριβώς ζητείτο. Άλλωστε, σε περίπτωση που οι Ενάγοντες εντόπιζαν το λάθος αναφορικά με το συγκεκριμένο αιτητικό, τότε θα μπορούσαν να αποταθούν εκ νέου στο Δικαστήριο για διόρθωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο που το διάταγμα αφορούσε και την επίδοση στον Εναγόμενο 8, της αίτησης ημ. 29.3.17 και του διατάγματος ημ. 30.3.17, είναι ορθή η διαπίστωση των Εναγόντων πως η μη επίδοση αυτών στον Εναγόμενο 8 δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του, όπως ορθώς άλλωστε δεν έγινε τέτοια εισήγηση από τον ίδιο. Επομένως, η μη συμμόρφωση με το διάταγμα ημ. 10.4.17, όσον αφορά τη μη επίδοση αυτών των εγγράφων, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την ακύρωση της επίδοσης και ή του διατάγματος. VI. Ακαταλληλότητα Κυπριακών Δικαστηρίων (Forum Non Conveniens) Από τη στιγμή που το Δικαστήριο ήθελε θωρήσει πως υπάρχει δικαιοδοσία, ο Εναγόμενος 8 εγείρει ως διαζευκτικό αίτημα την απόρριψη της Αγωγής ή την αναστολή της διαδικασίας λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Οι Ενάγοντες επικαλούνται την εφαρμογή του άρθρου 4
(1)του ΕΚ1215/12, καθότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν την έδρα τους στη Λεμεσό και βασίζονται στην απόφαση στην υπόθεση του ΔΕΕ Owusu v. Jackson and Others, Υπόθ. C-281/02, ημ. 1.3.05, στην οποία αποφασίστηκε πως το άρθρο 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών έχει επιτακτικό χαρακτήρα και πως μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει αυτή η διάταξη μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από την εν λόγω Σύμβαση περιπτώσεις ενώ δεν έχει προβλεφθεί από τους συντάκτες αυτής ένσταση βασιζόμενη στη θεωρία του forum non conveniens. Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 549, στην οποία με αναφορά στην προαναφερόμενη απόφαση και στο άρθρο 2 της Σύμβασης λέχθηκε ότι «. οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens». Αποτέλεσε επιχείρημα των δικηγόρων των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7 στα πλαίσια της αγόρευσης τους, το οποίο υιοθέτησε η δικηγόρος του Εναγομένου 8, ότι οι πιο πάνω νομικές αρχές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον οι Εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι που εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά σε τρίτη χώρα και ότι εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εφαρμόσει την αρχή του forum non conveniens αν διαπιστώσει πως ο εναγόμενος είναι πλασματικός διάδικος και πως η διαφορά μεταξύ των διαδίκων δεν είναι πραγματική, παραπέμποντας σε απόσπασμα από τη Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέως στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω). Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο οι Ενάγοντες επικαλούνται καταχρηστικά τις πρόνοιες του ΕΚ1215/12 ακριβώς για να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, όπως αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση του ΔΕΕ Reisch Montage AG v. Kiesel Baumaschinen GmbH, C-103/05, ημ. 13.7.06, και στην Αγγλική υπόθεση Sabbagh v. Khoury
(2017)EWCA Civ 1120 η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Reisch Montage. Στα πλαίσια της παρούσας και σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι υπήρξε καταχρηστική περίληψη των Εναγομένων 1 ως πλασματικού διαδίκου για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Ούτε και το πρώτο σκέλος της εισήγησης με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ πως από τη στιγμή που ο ΕΚ1215/12 τυγχάνει εφαρμογής για να προσδώσει δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, τότε το εν λόγω Δικαστήριο αποκτά και αντλεί δικαιοδοσία δυνάμει του ΕΚ και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν ισοδυναμεί με παράκαμψη εφαρμογής του και συνάμα άρνησης της ισχύος και αναγνώρισης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του κράτους μέλους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε η εφαρμογή της Σύμβασης στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις πρόνοιες της νοουμένου ότι αφορούν κράτος μέλος και επεκτείνονται σε τρίτο κράτος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «26 Ωστόσο, ο διεθνής χαρακτήρας της επίμαχης έννομης σχέσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκην να απορρέει, για την εφαρμογή του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, από την εμπλοκή περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών λόγω της ουσίας της διαφοράς ή της αντίστοιχης κατοικίας των διαδίκων. Η εμπλοκή συμβαλλομένου κράτους και τρίτου κράτους, λόγω, π.χ., της κατοικίας του ενάγοντος και ενός εναγομένου στο πρώτο κράτος και της τελέσεως των επίμαχων πράξεων στο δεύτερο κράτος, είναι και αυτή ικανή να προσδώσει διεθνή χαρακτήρα στην επίμαχη έννομη σχέση. Συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή είναι ικανή να θέσει, στο συμβαλλόμενο κράτος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, που αποτελεί ακριβώς έναν από τους σκοπούς της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της. 27 Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τους περιεχόμενους στη Σύμβαση των Βρυξελλών κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις που ο ενάγων είχε την κατοικία ή έδρα του σε τρίτο κράτος, ενώ ο εναγόμενος κατοικούσε στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-190/89, Rich, Συλλογή 1991, σ. Ι-3855· της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry, Συλλογή 1994, σ. Ι-5439, και Group Josi, προπαρατεθείσα, σκέψη 60). 28 Εξάλλου, οι σχετικοί με την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ή τη ρητή παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών μπορούν, επίσης, να εφαρμοστούν σε έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη. Τούτο ισχύει, όσον αφορά το άρθρο 16 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, σε περίπτωση διαφοράς σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων μεταξύ προσώπων τα οποία κατοικούν σε μη συμβαλλόμενο κράτος, η οποία αφορά ακίνητο που βρίσκεται σε συμβαλλόμενο κράτος, ή ακόμη, όσον αφορά το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στην περίπτωση που μια συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας, που δεσμεύει τουλάχιστον ένα μέρος το οποίο έχει την κατοικία του σε μη συμβαλλόμενο κράτος, επιλέγει το δικαστήριο που βρίσκεται στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους. 29 Ομοίως, καίτοι είναι αληθές, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 142 έως 152 των προτάσεων του, ότι οι σχετικοί με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια ή με την αναγνώριση και την εκτέλεση κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζονται, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση τους, στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών, εφόσον οι εν λόγω κανόνες αφορούν άλλοτε διαδικασίες που είναι εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών και άλλοτε αποφάσεις εκδοθείσες από δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους προς αναγνώριση και εκτέλεση σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, γεγονός παραμένει ότι οι διαφορές τις οποίες αφορούν οι επίμαχες διαδικασίες ή αποφάσεις μπορούν να έχουν διεθνή χαρακτήρα εμπλέκοντας ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα τρίτο κράτος και να έχουν προκαλέσει, για τον λόγο αυτό, την προσφυγή στον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. 30 Στον ισχυρισμό ότι το ως άνω άρθρο 2 έχει εφαρμογή σε μια νομική κατάσταση στην οποία εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα μη συμβαλλόμενα κράτη, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντέταξαν την αρχή ότι οι συνθήκες δεσμεύουν μόνον τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν μπορεί να επιβάλει καμία υποχρέωση στα κράτη που δεν συμφώνησαν να δεσμεύονται από αυτήν. 31 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι ο καθορισμός του δικαστηρίου ενός συμβαλλομένου κράτους ως δικαστηρίου έχοντος διεθνή δικαιοδοσία, λόγω του ότι ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, ακόμη και επί διαφοράς που συνδέεται, τουλάχιστον εν μέρει, λόγω του αντικειμένου της ή της κατοικίας του ενάγοντος, με τρίτο κράτος δεν είναι ικανός να επιβάλει υποχρέωση στο τελευταίο κράτος. . 35 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζεται σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, που καλύπτει τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων ενός και μόνο συμβαλλομένου κράτους και εκείνων ενός μη συμβαλλομένου κράτους και όχι τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Άλλωστε στον ίδιο τον Κανονισμό περιλαμβάνονται πρόνοιες, και συγκεκριμένα τα άρθρα 33 και 34, που παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο κράτους μέλους να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία ενόσω εκκρεμεί διαδικασία σε τρίτο κράτος. Η ύπαρξη τέτοιων προνοιών επιβεβαιώνει πως ο Κανονισμός καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κράτους μέλους αποκτά δικαιοδοσία, ανεξαρτήτως του κατά πόσον τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας και Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ή τρίτου κράτους. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο καταλήγει πως από τη στιγμή που αντλεί διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του ΕΚ1215/12, τότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής forum non conveniens, ακόμα και αναφορικά με τρίτα κράτη. Τέτοια προσέγγιση θα ξέφευγε του σκοπού και του πλαισίου εφαρμογής του ΕΚ και συνάμα θα συνιστούσε άρνηση της εφαρμογής του στον βαθμό που ισχύει για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά των Εναγομένων 2, 4, 6 και 7, η οποία προκύπτει από τον φάκελο, πως οι Εναγόμενοι 1 δεν καταχώρισαν εμφάνιση ενώ η Αγωγή επιδόθηκε σε αυτούς κανονικά και πως οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν με αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους, κάτι το οποίο κατά την άποψη τους επιβεβαιώνει την καταχρηστική περίληψη των Εναγομένων 1 ως διαδίκων για να δοθεί δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατ΄ αρχάς αναφέρω πως η μη εμφάνιση δεν αναιρεί με οποιονδήποτε τρόπο τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο προκύπτει και κατ΄ αντιστοιχίαν από τις πρόνοιες του άρθρου 28 του ΕΚ1215/12, σύμφωνα με το οποίο όταν ένα πρόσωπο ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους από αυτό στο οποίο έχει την κατοικία του και δεν εμφανίζεται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας εκτός αν η δικαιοδοσία του απορρέει από τον παρόντα Κανονισμό. Επομένως η παράλειψη εμφάνισης δεν αναιρεί τη δικαιοδοσία του. Επιπλέον, αναφέρω πως λόγω της φύσης της απαίτησης και της εμπλοκής που αποδίδεται στους Εναγόμενους, το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην προχωρούσε αμέσως στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 ενόψει της αρχής περί ενιαίας μεταχείρισης των Εναγομένων με την έκδοση απόφασης εναντίον όλων και όχι αποσπασματικά λόγω του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1105: «Το ενιαίο του θέματος, απαιτεί και ενιαία μεταχείριση από το Δικαστήριο. Το αντίθετο αποτελεί λανθασμένη προσέγγιση που οδηγεί στη δυνατότητα λήψης αντιφατικών ή προδεσμευμένων αποφάσεων. Όπως ακριβώς είναι λανθασμένη και η έκδοση απόφασης εναντίον ορισμένων εναγομένων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν παρά την προς αυτούς επίδοση, στην απουσία εκείνων στους οποίους η αγωγή δεν επιδόθηκε ακόμη. Η ολοκληρωμένη επίδοση της αγωγής σ' όλους τους εναγομένους, πριν επιδιωχθεί η έκδοση απόφασης, αποτελεί προϋπόθεση για ορθή, συνολική και ίση μεταχείριση όλων των διαδίκων και των δικαιωμάτων αυτών.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) VII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 8 - Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο