Sytnikov ν. Yurievich κ.α., Αγωγή αρ.: 1275/18, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1275/18 Μεταξύ: χχχ Sytnikov Ενάγοντας/Αιτητής και
- χχχ Nikita Yurievich
- Stadellica Trading Ltd Εναγόμενοι/Καθ' ών η Αίτηση ------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2019 Aίτηση ημερ. 14.6.2018 Εμφανίσεις Για τον αιτητή: κα Μ. Τζιούτ για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για τον καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1: κ. Χ. Κωνσταντίνου για Μ. Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια μονομερούς αίτησης εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο παγοποιούνται περιουσιακά στοιχεία των καθ' ών η αίτηση συνολικού ύψους €4.500.000, με παγκόσμια εμβέλεια. Περαιτέρω εξέδωσε υποβοηθητικό διάταγμα με το οποίο διατάσσει τα πρόσωπα που καθορίζονται στο διάταγμα, που θα λάβουν γνώση αυτού με την επίδοση, όπως αποκαλύψουν κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο των καθ' ων η αίτηση και παραδώσουν στον αιτητή τα σχετικά στοιχεία. Επιπρόσθετα εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάσσει τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 όπως εντός 14 ημερών από την επίδοση του καταχωρίσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους του αιτητή ένορκες δηλώσεις με τις οποίες να αποκαλύπτουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα πιο πάνω διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς οριστικοποιήθηκαν αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ενόψει του γεγονότος ότι αυτή δεν εμφανίστηκε παρά το γεγονός ότι επιδόθηκε σ' αυτήν δεόντως. Αντιθέτως ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 φέρει ένσταση στην οριστικοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων για τους λόγους που θα εκτεθούν στη συνέχεια.
- Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 Θ 1, 2, 3, 5, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή και της κας χχχ Βασιλείου. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: (α) Ο αιτητής κατά την εργοδότηση του σε τράπεζες ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με την προσέλκυση στρατηγικών πελατών. Από το 2014 είναι διαχειριστής χαρτοφυλακίων και οικονομικός διευθυντής της δικής του επιχείρησης. Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ασχολείται με την διαχείριση κεφαλαίων και επενδύσεων και διαμένει μόνιμα στην Λεμεσό. Η δε καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ιδρύθηκε την 3.4.2012 και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην Πάφο. Πρόκειται για εταιρεία η οποία ελέγχεται εξολοκλήρου από τον καθ' ού η αίτηση αρ. 1, ο οποίος είναι ο μοναδικός μέτοχος της. Ο αιτητής ήταν διευθυντής αυτής για την περίοδο από 13.2.2014 μέχρι 30.7.
- (β) Κατά το έτος 2013 ο καθ'ού η αίτηση αρ. 1 πρότεινε στον αιτητή να συνεργαστούν στον τομέα της διαχείρισης κεφαλαίων σε επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Ο αιτητής θα αναλάμβανε την εξεύρεση και προσέλκυση κεφαλαίων από ενδιαφερόμενους επενδυτές. Ο δε ρόλος του καθ' ού η αίτηση αρ. 1 θα εστιαζόταν στη διαχείριση των κεφαλαίων με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και ειδικότερα θα επένδυε τα κεφάλαια που θα εισέρχοταν σε χρηματοοικονομικά μέσα, με στην μέγιστή απόδοση χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο τα Ευρωομόλογα. Για την υλοποίηση του πιο πάνω σκοπού χρησιμοποιήθηκε η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ως επίσης δημιουργήθηκε εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων στα νησιά Κεϊμαν με την ονομασία Boson Asset Management (ΒΑΜ) ως επίσης και ενός Hedge Fund. Επίσης για την διεκπεραίωση του επενδυτικού σχεδίου ίδρυσαν στο Χονγκ Κονγκ την εταιρεία Sungate United Ltd. Στους ενδεχόμενους επενδυτές παρουσιάζονταν ενημερωτικά δελτία που ετοίμασαν οι Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 (βλ. Τεκ. 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Ο στόχος τους ήταν η συλλογή κεφαλαίων συνολικού ύψους $50.000.000, ο οποίος επιτεύχθηκε όταν προστέθηκε στην ομάδα τους ο χχχ Sharovarin. Ο κάθε ένας θα λάμβανε το 1/3 των καθαρών κερδών που θα προέκυπταν από την εταιρεία ΒΑΜ. Ο αιτητής στα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων προσέλκυσε στο πιο πάνω σχέδιο, τους πιο κάτω πέντε επενδυτές. (γ) Ο κ. χχχ Vladimir (από τώρα θα καλείται ο πελάτης αρ. 1) σε δύο περιπτώσεις επένδυσε το συνολικό ποσό των 28.500.000 RUB (€647.727 περίπου). Αρχικά το πιο πάνω πρόσωπο κατέβαλε το ποσό των 15.000.000 RUB (περίπου €375.000) στον αιτητή με οδηγίες να το παραδώσει στον καθ' ου η αίτηση αρ. 1, πράγμα το οποίο έπραξε. Η ετήσια απόδοση της επένδυσης, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του καθ' ου η αίτηση αρ. 1, θα ήταν ύψους 40% επί του ποσού της επένδυσης με καταβολή κάθε έξι μήνες. Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας τον Σεπτέμβριο του 2013 ο πελάτης αρ. 1 έλαβε από τον καθ' ού η αίτηση αρ. 1 το ποσό των 3.000.000 RUB (περίπου €75.000). Στη συνέχεια τον Απρίλιο του 2014 ο αιτητής έλαβε από τον πιο πάνω πελάτη το επιπλέον ποσό των 13.500.000 RUB το οποίο μετατράπηκε σε δολλάρια Αμερικής. Παρά το γεγονός ότι τα χρήματα δόθηκαν τον Απρίλιο του 2014, γραπτή συμφωνία καταρτίστηκε την 3.9.2014 με την οποία η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 διορίστηκε να ενεργεί ως επενδυτικός αντιπρόσωπος του. (βλ. Τεκ. 13). Επιπρόσθετα το ποσοστό της απόδοσης μειώθηκε από το 40% στο 25%. Στα πλαίσια των πιο πάνω επενδύσεων ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2014 κατέβαλε στον πιο πάνω πελάτη διάφορα χρηματικά ποσά με αποτέλεσμα να οφείλεται το συνολικό ποσό των $1.727.000 (περίπου €1.473.927) το οποίο αυξάνεται. (δ) Ο δεύτερος επενδυτής που προσέλκυσε ο αιτητής ήταν ο κ. χχχ Mikhailovich, (από τώρα θα καλείται ο πελάτης αρ. 2), ο οποίος σε δύο περιπτώσεις επένδυσε το συνολικό ποσό των €1.101.
- Αρχικά τον Ιανουάριο του 2014 ο αιτητής έλαβε από το πιο πάνω πρόσωπο το ποσό του $1.000.000 (περίπου €735.294), με οδηγίες όπως το παραδώσει στον καθ' ου η αίτηση αρ. 1, προκειμένου να αποτελέσουν μέρος του σχεδίου επένδυσης, πράγμα το οποίο έπραξε. Οι όροι της επένδυσης σύμφωνα με τα όσα είχε αναφέρει ο καθ' ου αρ. 1 ήταν η μηνιαία απόδοση του ποσού της επένδυσης, η οποία θα ανερχόταν σε ποσοστό ύψους 4% με μηνιαία καταβολή και συνολική διάρκεια τριών μηνών. Για την πιο πάνω συναλλαγή καταρτίστηκαν δύο δανειακές συμβάσεις. Η μια συνομολογήθηκε μεταξύ του πελάτη αρ. 2 και του αιτητή και η άλλη μεταξύ του τελευταίου και του καθ' ού η αίτηση αρ.
- Στα πλαίσια της πιο πάνω επένδυσης έγιναν διάφορες πληρωμές με αποτέλεσμα να μην οφείλεται οποιοδήποτε ποσό από μέρους οποιουδήποτε προσώπου. Στη συνέχεια την 8.10.2014 ο πιο πάνω πελάτης προέβηκε σε νέα επένδυση υπό μορφή συμφωνίας δανείου που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και του αιτητή για το ποσό των 17.500.000 RUB (περίπου €366.109) με απόδοση ύψους 4% επί του ποσού της επένδυσης με μηνιαία καταβολή και συνολική διάρκεια εντός έτους (βλ. Τεκ. 14). Το ποσό μαζί με τους τόκους θα έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο μέχρι τις 4.8.
- Το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε σε μετρητά και στη συνέχεια ο αιτητής το κατέβαλε στον καθ' ου αρ. 1 προκειμένου να επενδυθεί στο σχέδιο που προωθούσαν. Ακολούθως μεταξύ των ημερομηνιών Δεκεμβρίου του 2016 και Μαρτίου του 2017 καταβλήθηκαν στον πιο πάνω πελάτη από τον καθ' ού η αίτηση αρ. 1 διάφορα ποσά με αποτέλεσμα να οφείλεται σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 85.580.000 RUB (περίπου €1.176.843). (ε) Ο τρίτος επενδυτής που προσέλκυσε ο αιτητής ήταν ο κ. χχχ Vladimirovich (από τώρα θα καλείται ο πελάτης αρ. 3). Το πιο πάνω πρόσωπο επένδυσε στο σχέδιο το ποσό των 24.500.000 RUB (περίπου €507.246) κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 σε δύο περιπτώσεις τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2014 κατέβαλε στον πιο πάνω πελάτη το συνολικό ποσό των 27.500.000 RUB προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων από την επένδυση ποσών. (στ) Ο τέταρτος επενδυτής που προσέλκυσε ο αιτητής ήταν ο κ.χχχ Alexandrovich (από τώρα θα καλείται ο πελάτης αρ. 4). Στις 9.7.2015 υπογράφηκε σχετική συμφωνία με την οποία διόρισε την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του (investment agent) (βλ. Τεκ. 15). Το πιο πάνω πρόσωπο σε τρεις περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών Ιουλίου του 2015 και Μαρτίου του 2017 επένδυσε το συνολικό ποσό των $245.000 (περίπου €220.551). Το πιο πάνω ποσό το έλαβε ο αιτητής εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αρ.
- Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 τον Αύγουστο του 2016 κατέβαλε στον πιο πάνω πελάτη το συνολικό ποσό των $35.
- Έκτοτε δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να οφείλεται το ποσό των $284.000 (περίπου €242.383). (ζ) Ο πέμπτος επενδυτής που προσέλκυσε ο αιτητής ήταν ο κ. χχχ Yuryevich (από τώρα θα καλείται ο πελάτης αρ. 5). Το πιο πάνω πρόσωπο σε δύο περιπτώσεις τον Φεβρουάριο του 2018 επένδυσε στο πιο πάνω σχέδιο το συνολικό ποσό των $940.000 (περίπου €854.545). Το ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 στο εξωτερικό (βλ. Τεκ.16). Στις 11.2.2016 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ του πελάτη αρ. 5 και της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 με την οποία την διόρισε ως αντιπρόσωπο των επενδύσεων του (investment agent) (βλ.Τεκ.17) και την ίδια ημέρα καταρτίστηκε συμφωνία αγοραπωλησίας χρεογράφων (βλ. Τεκ.18). Μετά την υπογραφή των συμφωνιών που περιγράφονται πιο πάνω και την καταβολή του πιο πάνω χρηματικού ποσού, ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να οφείλεται σ' αυτόν το συνολικό ποσό των $1.200.000 (περίπου €1.024.153) το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό της επένδυσης μαζί με την υποσχόμενη απόδοση. (η) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι ο καθ' ού η αίτηση αρ. 1 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή πληρωμών και η τελευταία πληρωμή έγινε προς τον πελάτη αρ. 1 τον Μάιο του
- Έκτοτε δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Μετά την πληρωμή του τελευταίου ποσού ο καθ' ού η αίτηση αρ. 1 ανέφερε στον αιτητή ότι ο λόγος για τον οποίο παρατηρείται καθυστέρηση στις πληρωμές ήταν γιατί αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες με την τράπεζα και με τις ρυθμιστικές αρχές, γεγονός που επανέλαβε σε συνάντηση που είχαν. Ακολούθως τον Ιούλιο του 2017 απέστειλε στον αιτητή αναλυτικό πίνακα στον οποίο περιγράφονταν οι προτάσεις του για διευθέτηση των οφειλών, ζητώντας τα δικά του σχόλια (βλ. Τεκ. 20). Ο αιτητής ανταποκρίθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερ. 2.8.2017 (βλ. Τεκ. 21). Σε συνάντηση που είχαν τον Αύγουστο του 2017 ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 αναγνώρισε ότι το οφειλόμενο ποσό στους πελάτες αρ. 1 και 2 ανερχόταν σε $2.300.000 και υποσχέθηκε να προβεί στην επόμενη πληρωμή τον Σεπτέμβριο του
- Εντούτοις, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και σε συνάντηση που είχαν τον Οκτώβριο του 2017 ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 τον καθησύχαζε ότι εντός ενός μηνός θα διευθετούσε όλα τα ζητήματα και θα προέβαινε στις απαραίτητες πληρωμές. Σε νέα συνάντηση που είχαν λίγες ημέρες μετά, ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 επανέλαβε την πρόθεση του να εξοφλήσει την οφειλή του προς τον πελάτη αρ. 5 ενόψει του γεγονότος ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και καθόρισε ως ημερομηνία καταβολής των οφειλών την 10.12.
- Πάρα τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις του, ως αναφέρεται, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Στις 15.3.2018 ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον αιτητή που διαβεβαίωσε ότι εντός των επόμενων δύο εβδομάδων θα εξοφλούσε τουλάχιστον τον πελάτη αρ. 5, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. (θ) Ακολούθως ο αιτητής πληροφορήθηκε, μεταξύ άλλων, από ιστοσελίδα ότι πωλείται η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 για το ποσό των €2.200 (βλ. Τεκ.25). Στο μεταξύ οι πελάτες άρχισαν να θορυβούνται από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές των τόκων τους και ο αιτητής με την σειρά του, τους καθησύχαζε αναφέροντας τους, το τι του έλεγε ο καθ' ου η αίτηση αρ.
- Ακολούθως την 26.2.2018 καταρτίστηκε συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων μεταξύ του πελάτη αρ. 5 και του αιτητή με την οποία ο τελευταίος θα πρέπει να του καταβάλει το ποσό των $1.200.000 και ο πελάτης αρ. 5 εκχώρησε σ'αυτόν το δικαίωμα του να διεκδικήσει από τους καθ' ών η αίτηση το πιο πάνω ποσό (βλ. Τεκ.26). Όταν τον Μάιο του 2018 ο αιτητής διαπίστωσε ότι ο καθ' ου αρ. 1 δεν είχε πρόθεση να καταβάλει τις οφειλές του επικοινώνησε με τους πελάτες αρ. 1, 2 και 4 και τους ζήτησε να υπογράψουν προς όφελος τους αντίστοιχες συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων. Έτσι την 25.5.2018, 28.5.2018 και 12.6.2018 υπογράφηκαν σχετικές συμφωνίες με τις οποίες ο αιτητής θα πρέπει να καταβάλει στον πελάτη αρ. 4 το ποσό των $250.000, στον πελάτη αρ. 1 το ποσό των $1.727.000 και στον πελάτη αρ. 2 το ποσό των 85.500.000 RUB. Οι πιο πάνω πελάτες με τις πιο πάνω συμφωνίες εκχώρησαν στον αιτητή το δικαίωμα να διεκδικήσει από τους καθ' ων η αίτηση τα πιο πάνω ποσά (βλ. Τεκ. 27, 28 και 29 αντίστοιχα). Τα πιο πάνω ποσά, ως ισχυρίζεται, αποτελούν την αρχική επένδυση μαζί με τους τόκους. Οι εν λόγω συμφωνίες εκχωρήσεις διέπονται από το Ρωσικό δίκαιο και σύμφωνα με γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου συντάχθηκαν και υπογράφηκαν σύμφωνα με τις εφαρμοστέες πρόνοιες του Νόμου και είναι πλήρως έγκυρες και εκτελεστέες (βλ. Τεκ.30) και ως αναφέρεται με την υπογραφή των πιο πάνω, όλες οι επενδυτικές συμφωνίες θεωρούνται ότι έχουν τερματιστεί. (ι) Ο αιτητής προβάλει ότι ο καθ' ού η αίτηση αρ. 1 έχει εξαφανιστεί. Δεν επικοινωνεί με οποιοδήποτε απ' αυτούς και προσπαθεί να αποξενώσει από την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 την όποια περιουσία κατέχει την οποία προσπαθεί να πωλήσει. Η τελευταία δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία στην Κύπρο εκτός από τα χρήματα που υφίστανται στους τραπεζικούς λογαριασμούς της. Επίσης ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 έχει διαλύσει την εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ.
- Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 φέρει ένσταση στην οριστικοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι (α) τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν της παρούσας υπόθεσης, (β) ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα, (γ) δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δ) δεν υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας, (ε) δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και γενικότερα (στ) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την ένσταση έχουν ως ακολούθως: (α) Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 αναγνωρίζει ότι πράγματι η συνεργασία του με τον αιτητή ξεκίνησε το 2013 και συμφώνησαν να δραστηριοποιηθούν στο χρηματοοικονομικό τομέα και στον τομέα επενδύσεων σε ομόλογα στο χρηματιστήριο και άλλων παρεμφερών μεθόδων επένδυσης έχοντας ως κύριο μέλημα να προσελκύσουν πελατολόγιο που θα επένδυε σε εταιρεία στα νησιά Κέϊμαν, η οποία ιδρύθηκε με σκοπό τη διαχείριση κεφαλαίων, στην οποία ο αιτητής είναι μέτοχος σε ποσοστό 1/
- (β) Περαιτέρω επισημαίνει ότι ο αιτητής ήταν μέτοχος της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 σε ποσοστό 1/3 δυνάμει εγγράφων καταπιστεύματος και κατείχε τις μετοχές για την περίοδο από 11.02.14 μέχρι 30.07.14 ως επίσης ήταν διευθυντής της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέχρι την 30.07.14 όπου παραιτήθηκε. Έκτοτε ασχολείτο με τις καθημερινές δραστηριότητες της και μετά την παραίτηση του ενεργούσε ως σκιώδης διευθυντής της. (γ) Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 επισημαίνει ότι ουδέποτε γνώρισε τον πελάτη αρ. 1 και δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με το εν λόγω πρόσωπο. Αναγνωρίζει όμως ότι κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2013 ο αιτητής του παρέδωσε το ποσό των 15.000.000 RUB σε μετρητά για σκοπούς επένδυσης στη Ρωσία. Το ποσό αυτό, ως αναφέρει, το κατέθεσε στους προσωπικούς του λογαριασμούς επενδύσεων και έγιναν επενδύσεις σε συνάλλαγμα και πρώτες ύλες. Επίσης από το εν λόγω ποσό καλύφθηκαν έξοδα για τη δημιουργία της εταιρικής δομής επενδύσεων στις νήσους Κέϊμαν (BAM και Boson Fund) πράγμα το οποίο όχι μόνο γνώριζε ο αιτητής αλλά και συγκατατέθηκε. Επισημαίνει ότι ουδέποτε εγγυήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στον αιτητή ότι η εν λόγω επένδυση θα απέδιδε κέρδος 40% ετησίως και ότι δεν θα υφίστατο οποιοσδήποτε κίνδυνος. Παρά το γεγονός ότι η επένδυση δεν απέδωσε εντούτοις καλή τη πίστη κατέβαλε στον ενάγοντα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2013 και Νοεμβρίου 2016 το συνολικό ποσό των 6.737.500 RUB. Αναφορικά με τη συμφωνία που καταρτίστηκε την 03.09.14 με την οποία διορίστηκε η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 να ενεργεί ως επενδυτικός αντιπρόσωπος του πελάτη αρ. 1 (βλ. Τεκ. 13) επισημαίνει ότι υπογράφηκε από τον αιτητή και δεν γνώριζε για την κατάρτιση της. Προβάλλει ότι ο τελευταίος παράνομα και εν αγνοία του χρησιμοποίησε την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 για να πραγματοποιεί τις συναλλαγές αυτές με τους πελάτες του. (δ) Αναφορικά με τον πελάτη αρ. 2, επισημαίνει ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του και μεταξύ τους δεν καταρτίστηκε οποιαδήποτε συμφωνία. Αναγνωρίζει όμως ότι κατά την εν λόγω περίοδο παρέλαβε από τον αιτητή κάποιο ποσό υπό μορφή δανείου και ότι κατέβαλε ποσά στην τελευταία χωρίς όμως να τα καθορίζει. Προβάλλει ότι ουδέποτε παρέστησε καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι επρόκειτο για επένδυση και ότι αυτή θα απέφερε απόδοση ύψους 4% μηνιαίως, ως ισχυρίζεται ο αιτητής. (ε) Σε σχέση με τον πελάτη αρ. 3 αναφέρει ότι ήταν πελάτης του αιτητή και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και
- Ο αιτητής παρέλαβε προσωπικά το ποσό από το συγκεκριμένο πρόσωπο και στη συνέχεια ανάλαβαν από κοινού να το επενδύσουν. Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 κατέβαλε το ποσό των 10.000.000 RUB στον αιτητή και αυτός ανέλαβε να καταβάλει τη διαφορά προς πλήρη διευθέτηση της επένδυσης. Ο συγκεκριμένος πελάτης εξοφλήθηκε πλήρως. (στ) Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 επισημαίνει ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον πελάτη αρ. 4 και δεν γνωρίζει κατά πόσο ο αιτητής έλαβε οποιοδήποτε ποσό από αυτόν. Επισημαίνει ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη της συμφωνίας ημερ. 09.07.15 με την οποία ο πιο πάνω πελάτης διόρισε την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ως επενδυτικό αντιπρόσωπο του (βλ. Τεκ. 15). Η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε από τον αιτητή εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και ως αναφέρει, ο αιτητής παράνομα και εν αγνοία του χρησιμοποίησε την πιο πάνω εταιρεία για τις συναλλαγές αυτές με τους πελάτες του. (ζ) Καθ' όσον αφορά τον πελάτη αρ. 5 αναγνωρίζει ότι πράγματι επένδυσε το ποσό των $940.000 και συνομολογήθηκαν την 11.02.16 δύο συμφωνίες μεταξύ του πιο πάνω προσώπου και της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 (βλ. Τεκ. 17 και 18 της αίτησης). Οι πιο πάνω συμφωνίες όμως αντικαταστάθηκαν με νέα συμφωνία που συνομολογήθηκε την ίδια ημέρα και δεν τερματίστηκε (βλ. Τεκ. Δ της ένστασης). Προβάλλει ότι καμία πληρωμή δεν πρέπει να γίνει στη βάση των αρχικών συμφωνιών (βλ. Τεκ. 17 και 18). Αντιθέτως, ως αναφέρει, συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία τον Οκτώβριο του 2017 για παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής μέχρι την 11.02.
- (η) Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 προβάλλει ότι δεν οφείλει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό και ουδέποτε αναγνώρισε οποιαδήποτε οφειλή. Περαιτέρω επισημαίνει ότι οι συμφωνίες εκχώρησης που καταρτίστηκαν μεταξύ των πελατών αρ. 1, 2, 4, 5 και του αιτητή είναι παράνομες.
- Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Περαιτέρω επισήμανε ότι η ένσταση είναι παράτυπη καθότι η αρχική ένορκη δήλωση που την συνοδεύει συντάχθηκε στην Ελληνική γλώσσα ενώ ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ως αναφέρει αντιλαμβάνεται και ομιλεί την Αγγλική και Ρωσική γλώσσα. Επίσης η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από τον χχχ Klyuev πάσχει από ακυρότητα καθότι σ' αυτήν επισυνάφθηκε η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην Αγγλική γλώσσα, η οποία, ως δήλωσε, είναι ανυπόγραφη. Περαιτέρω το πιο πάνω πρόσωπο επισύναψε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα χωρίς να καθορίζει ποιες γλώσσες αντιλαμβάνεται και ομιλεί. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ο οποίος μεταξύ άλλων επισήμανε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν της παρούσας υπόθεσης και περαιτέρω δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση των διαταγμάτων καθότι η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο και γενικότερα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Α. Εισήγηση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 εισηγήθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο αιτητής προβάλλει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 διαμένει στη Λεμεσό και το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 εταιρείας βρίσκεται στην Πάφο. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 ως επίσης και μέρος της απάτης συντελέστηκαν στην Κύπρο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του καθ΄ ου η αίτηση αρ.
- Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων. Δεν υφίσταται στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να καταδεικνύει ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Αντιθέτως στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα όσα αναφέρονται από μέρους του αιτητή, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία και στα πλαίσια αυτής στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Β. Εισήγηση για ακυρότητα της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση αρ.1
- Κατ' αρχήν θα εξεταστεί η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή ότι η ένσταση στερείται πραγματικού υποβάθρου καθότι η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει πάσχει σε βαθμό που οδηγεί σε ακυρότητα. Η υπόθεση αναφορικά με την αίτηση Saab Abbas Nazar
(2003)1 Β Α.Α.Δ.772, αφορούσε αίτηση για έκδοση εντάλματος habeas corpus για απελευθέρωση του αιτητή ο οποίος κρατείτο δυνάμει διατάγματος απέλασης του λειτουργού μετανάστευσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι στερείτο δικαιοδοσίας για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση. Η ένορκη δήλωση του αιτητή ήταν διατυπωμένη στα ελληνικά αν και ο ενόρκως δηλών ήταν Πακιστανός. Κάτω από τη βεβαίωση του πρωτοκολλητή ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του είχε προστεθεί και η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: «Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον χχχχχχ Bhatti». Ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φρίξος Νικολαϊδης επισήμανε τα ακόλουθα: «Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφραση της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ.321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δε μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. ............................... Την πεποίθηση μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του.» Στην προκείμενη περίπτωση η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 η οποία είναι συνταγμένη στην Ελληνική γλώσσα. Σ' αυτήν αναφέρεται ότι του μεταφράστηκε το περιεχόμενο της από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και Ρωσικά, γλώσσες τις οποίες ομιλεί και αντιλαμβάνεται. Περαιτέρω επισυνάφθηκε ένορκη δήλωση του κ. χχχ Klyuev στην οποία αναφέρεται ότι γνωρίζει απταίστως τις πιο πάνω γλώσσες και στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων μετάφρασε την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει στον καθ' ου αρ. 1. Στις 24.9.2018 καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ο αιτητής ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο κ. χχχ Klyuev και στις 2.10.2018, εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Έτσι την 9.10.2018 το πιο πάνω πρόσωπο καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο, ένορκη δήλωση από μέρους του αιτητή συντάγμενη στην Αγγλική γλώσσα και μετάφραση αυτής στην Ελληνική γλώσσα από το πιο πάνω πρόσωπο η οποία ουσιαστικά είναι η ίδια με την αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η πιο πάνω ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην Αγγλική γλώσσα είναι δεόντως υπογεγραμμένη και περαιτέρω υφίσταται σχετική πιστοποίηση από μέρους του Πρωτοκολλητή ότι την 9.10.2018 ορκίστηκε ενώπιον του. Συνεπώς η περί του αντιθέτου εισήγηση της συνηγόρου του αιτητή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κ. χχχ Klyuev σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένσταση, γνωρίζει απταίστως την Ελληνική, Ρωσική και Αγγλική γλώσσα και τα καθήκοντα του μεταξύ άλλων εστιάζονται στην μετάφραση διαφόρων εγγράφων από τις πιο πάνω γλώσσες. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αρχική ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην Ελληνική γλώσσα, μεταφράστηκε στην ολότητα της σ' αυτόν από τον κ. χχχ Klyuev στην Ρώσικη γλώσσα την οποία αντιλαμβάνεται. Περαιτέρω στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 9.10.2018, στα πλαίσια διατάγματος που εκδόθηκε εκ συμφώνου, παρουσιάστηκε ένορκη δήλωση του κ. χχχ Klyuev στην οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο ένορκη δήλωση από μέρους του αιτητή συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα και μετάφραση αυτής στην Ελληνική γλώσσα από το πιο πάνω πρόσωπο η οποία είναι η ίδια με την αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (Ν67/88) ρητά προνοεί ότι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Το Δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει να διατάξει την μετάφραση εγγράφου ή μέρος αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε από αυτές. Έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση (βλ. άρθρο 5
(4)του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση παρουσιάστηκε με τον τρόπο που περιγράφηκε η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην Αγγλική γλώσσα. Συνεπώς λαμβανομένου υπόψη των προνοιών του πιο πάνω Νόμου η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην Αγγλική γλώσσα γίνεται αποδεκτή ως αποδεικτικό μέσο. Πέραν δε τούτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί παρουσιάστηκε και η μετάφραση αυτής στην Ελληνική γλώσσα από πρόσωπο που γνωρίζει τις πιο πάνω γλώσσες. Έτσι έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το συγκεκριμένο ζήτημα, η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή δεν βρίσκει σύμφωνο Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Β. Ισχυρισμός ότι υπήρξε απόκρυψη και μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων 6.1 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η ενάγουσα - αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν μονομερώς εξέταζε την αίτηση. 6.2 Η ύπαρξη του καθήκοντος για αποκάλυψη σε μονομερείς αιτήσεις και το βάρος τέτοιου καθήκοντος δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για αρχή η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί πριν 100 περίπου χρόνια. Θεμελιακή είναι η υπόθεση Rex v. Kensington Income Tax Commissioners [1917]1 K.B.
- O διάδικος που επιζητά μονομερή θεραπεία έχει υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων που είναι εν γνώσει του ή που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Ως ουσιώδη γεγονότα θεωρούνται εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο για να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα ή με άλλα λόγια ουσιώδες είναι εκείνο το γεγονός που μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης αυτής το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την απόδοση θεραπείας, ανεξάρτητα από το εάν η παράβαση είναι αθώα ή σκόπιμη (βλ. υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited Πολ. Εφ. Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 6.3 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επισημαίνεται ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων αλλά κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την οριστικοποίηση ή μη ενός διατάγματος. Η διάσταση θέσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Πρόκειται για εκατέρωθεν ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι ικανοί να επιδράσουν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. 6.4 Με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ότι υφίστατο συνεργασία μεταξύ του αιτητή και των καθ' ών η αίτηση αρ. 1 και
- Ο αιτητής θα αναλάμβανε την εξεύρεση και προσέλκυση κεφαλαίων από ενδιαφερόμενους επενδυτές και ο καθ' ου η αίτηση αρ.1 θα διαχειριζόταν τα κεφάλαια με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Για την υλοποίηση του πιο πάνω σχεδίου χρησιμοποιήθηκε η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και ιδρύθηκαν νέες εταιρείες στο εξωτερικό. Ο αιτητής στα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων προσέλκυσε στο σχέδιο συνολικά πέντε επενδυτές μεταξύ αυτών και ο χχχ Yuryevich (πελάτης αρ.5). Στην ένορκη δήλωση επισημαίνεται ότι το πιο πάνω πρόσωπο επένδυσε το συνολικό ποσό των $940.000 και στις 11.2.2016 συνομολογήθηκαν μεταξύ του πιο πάνω πελάτη και της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 δύο συμφωνίες (βλ. Τεκ. 17 και 18). Ο καθ' ού η αίτηση αρ. 1 αναγνωρίζει ότι πράγματι επενδύθηκε το πιο πάνω ποσό από μέρους του πελάτη αρ. 5 πλην όμως οι πιο πάνω συμφωνίες αντικαταστάθηκαν με άλλη συμφωνία της ίδιας ημερομηνίας (βλ. Τεκ. Δ της ένστασης), την οποία παρέλειψε να παρουσιάσει ο αιτητής. Έτσι ως προβάλει η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι στις 11.2.2016 συνομολογήθηκε συμφωνία διαχείρισης επενδύσεων με την οποία ο πελάτης αρ.5 διόρισε την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του χαρτοφυλακίου του (βλ. Τεκ. 17). Επίσης την ίδια ημέρα καταρτίστηκε μεταξύ των πιο πάνω προσώπων συμφωνία αγοραπωλησίας χρεογράφων αξίας $500.000 (βλ. Τεκ. 18). Ακολούθως ο πελάτης αρ. 5 εκχώρησε τα δικαιώματα του προς όφελος του αιτητή να αξιώσει το οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό. Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1, ως αναφέρει, καταρτίστηκε νέα συμφωνία μεταξύ των πιο πάνω προσώπων με την οποία ο αιτητής αφού κατέβαλε το ποσό των $940.000 θα δημιουργείτο προς όφελος του χρεωστικό ομόλογο, με την δυνατότητα μέχρι εξοφλήσεως του να μπορεί να αξιώνει το 50% των μικτών μερισμάτων της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 νοουμένου ότι θα εκδίδονταν μερίσματα την συγκεκριμένη χρονιά. Περαιτέρω η πιο πάνω συμφωνία διαλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι ο αιτητής μπορεί με γραπτή ειδοποίηση να ζητήσει από την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 την εξαγορά του ομολόγου (βλ. Τεκ. Δ της ένστασης). Αυτή τη συμφωνία παρέλειψε να παρουσιάσει ο αιτητής. Πρόκειται για ουσιαστικό γεγονός το οποίο βρισκόταν στη σφαίρα της γνώσης του και θα μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσης του οδηγεί στην άρνηση απόδοσης θεραπείας στην έκταση που αφορά τον πελάτη αρ.
- Δεν οδηγεί όμως στην ολοκληρωτική ακύρωση του διατάγματος αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί, η αίτηση δεν εδράζεται μόνον στα γεγονότα που αφορούν μόνον τον πελάτη αρ. 5 αλλά και σε γεγονότα που αφορούν τους υπόλοιπους πελάτες οι οποίοι εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στον αιτητή να αξιώσει από τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 τα χρηματικά ποσά τα οποία οφείλονται σ' αυτούς. Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 προβάλει ότι ο αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ότι υπήρξε για ένα διάστημα πέντε μηνών ένας εκ των τελικών δικαιούχων της καθ' ης η αίτηση αρ.
- Το πιο πάνω γεγονός δεν θεωρείται ως ουσιαστικό γεγονός, το οποίο μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. 7.1 Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6, αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759 η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.». Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες». Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις ανάγκες της δικαιοσύνης (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Πέραν των πιο πάνω γενικών προϋποθέσεων ο αιτητής θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι (α) υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσης τους και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης (βλ. Linmare Shipping Co Ltd v. Boustani
(1981)1 CLR 386, Poltava Petroleum CO v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1Β ΑΑΔ 1301). Ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία για τα πιο πάνω και μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του στη φύση της περιουσίας της οποίας ζητείται η δέσμευση, στον κίνδυνο μεταφοράς της εκτός δικαιοδοσίας, στην οικονομική κατάσταση του καθ' ου η αίτηση και τον κίνδυνο να μην μπορέσει να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση εναντίον του σε περίπτωση που σπαταλήσει ή μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας τα κινητά του περιουσιακά του στοιχεία, την μόνιμη κατοικία και τον χρόνο διαμονής του στην επικράτεια ως επίσης και το ιστορικό που αφορά την πιστωτική ικανότητα του καθ' ου η αίτηση (βλ. Σύγγραμμα Διατάγματα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016 στις σελ. 215-216). 7.2 Ακολούθως το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του, υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 7.3 Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε συνεργασία μεταξύ του αιτητή και του καθ' ου αρ. 1 η οποία ουσιαστικά εστιαζόταν στη διαχείριση επενδύσεων. Τα πιο πάνω πρόσωπα μαζί με ακόμα ένα θα λάμβαναν το 1/3 των καθαρών κερδών που θα προέκυπταν. Για την υλοποίηση της πιο πάνω συνεργασίας και επενδύσεων, ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 χρησιμοποίησε την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 εταιρεία η οποία ελέγχεται πλήρως από αυτόν ως επίσης δημιουργήθηκαν και εταιρείες σε άλλες χώρες. Ο αιτητής προσέλκυσε στο πιο πάνω σχέδιο επενδυτές όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω. 7.4 Ο πελάτης αρ. 1 επένδυσε το συνολικό ποσό των 28.500.000 RUB (€647.727) το οποίο ως προβάλει ο αιτητής κατέβαλε στον καθ' ου αρ.
- Ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι πράγματι παρέλαβε από αυτόν το ποσό των 15.000.000 RUB το οποίο μέρος αυτού επενδύθηκε ενώ με το υπόλοιπο καλύφθηκαν έξοδα για τη δημιουργία της εταιρικής δομής των επενδύσεων τους στις νήσους Κέϊμαν, κάτι το οποίο δεν συνάδει με το επενδυτικό τους σχέδιο. Ο αιτητής προβάλει ότι οι αρχικοί όροι της επένδυσης σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ήταν ότι θα υπήρχε ετήσια απόδοση ύψους 40% του ποσού της επένδυσης με καταβολή κάθε έξι μήνες και ακολούθως μειώθηκε σε 25%. Επίσης υπογράφηκε σχετικό έγγραφο (βλ. Τεκ 13) με το οποίο η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 εταιρεία διορίστηκε ως επενδυτικός αντιπρόσωπος του πιο πάνω πελάτη. Η πιο πάνω εταιρεία όπως έχει ήδη αναφερθεί ελέγχεται πλήρως από τον καθ΄ ου η αίτηση αρ.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 αναγνωρίζει ότι πράγματι κατέβαλε στον αιτητή το συνολικό ποσό των 6.737.500 RUB και σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο αιτητής οφείλεται το ποσό των €1.473.
- 7.5 Στη συνέχεια ο αιτητής προσέλκυσε και τον πελάτη αρ. 2 ο οποίος σε δύο περιπτώσεις επένδυσε το συνολικό ποσό των €1.101.
- Αρχικά τον Ιανουάριο του 2014 ο αιτητής έλαβε από το πιο πάνω πρόσωπο το ποσό των €735.294 περίπου με σκοπό να το παραδώσει στον καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 πράγμα το οποίο έπραξε. Ακολούθως τον Απρίλιο του 2014 καταβλήθηκαν διάφορα ποσά με αποτέλεσμα να μην οφείλεται στον πιο πάνω πελάτη το ποσό των €735.
- Επίσης τον Οκτώβριο του 2014 ο πιο πάνω πελάτης προέβηκε σε νέα επένδυση υπό μορφή συμφωνίας δανείου που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και του αιτητή για το ποσό των €366.109 περίπου και υπογράφηκε σχετική συμφωνία δανείου μεταξύ του πιο πάνω πελάτη και του αιτητή. (βλ. Τεκ. 14). Το πιο πάνω ποσό δόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση αρ.
- Η επένδυση ως προβάλλεται, θα είχε απόδοση 4% με μηνιαία καταβολή και συνολική διάρκεια ενός έτους και θα έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο μέχρι τις 4.8.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 τον Δεκέμβριο του 2016 μέχρι και τον Μάρτιο του 2017 κατέβαλε στον πιο πάνω πελάτη διάφορα χρηματικά ποσά. Έκτοτε δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να οφείλεται, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο αιτητής, το ποσό των €1.176.
- 7.6 Ο αιτητής επίσης προσέλκυσε και τον πελάτη αρ.
- Στις 9.7.2015 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ του πελάτη και της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 (βλ. Τεκ. 15). Το πιο πάνω πρόσωπο επένδυσε το συνολικό ποσό των €220.551 περίπου. Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1, ως αναφέρει ο αιτητής, κατέβαλε τον Αύγουστο του 2016 στον πιο πάνω πελάτη το ποσό των $35.000 και οφείλεται το ποσό των €242.
- 7.7 Με βάση τα όσα αναφέρονται ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 ήταν ο ιθύνων νους των πιο πάνω επενδυτικών δραστηριοτήτων. Για την υλοποίηση του πιο πάνω σχεδίου χρησιμοποίησε την καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 εταιρεία την οποία έλεγχε πλήρως και περαιτέρω δημιουργήθηκαν και άλλες εταιρείες στο εξωτερικό. Ήταν το πρόσωπο που προέβαινε σε διαβεβαιώσεις προς τους πελάτες μέσω του αιτητή σε σχέση με την απόδοση των επενδύσεων όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και ήταν ο αποδέκτης των χρημάτων των επενδυτών. Επίσης συνομολογήθηκαν, μεταξύ άλλων και συμφωνίες μεταξύ πελατών και καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 εταιρείας. Το συνολικό ποσό που οφείλεται στους πελάτες 1, 2 και 4 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €2.893.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1, ως προβάλλει ο αιτητής, αναγνώρισε σε συνάντηση που είχε με τον αυτόν ότι οφείλεται στους πελάτες 1 και 2 το συνολικό ποσό των $2.300.000 και περαιτέρω υποσχέθηκε ότι θα κατάβαλλε τα οφειλόμενα ποσά, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Οι πελάτες 1, 2 και 4 υπέγραψαν σχετικές συμφωνίες με τις οποίες εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στον αιτητή να διεκδικήσει από τους καθ΄ ων η αίτηση τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά. Εν κατακλείδι με βάση όλα τα πιο πάνω αλλά και των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί, ο αιτητής έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. 8.1 Στη συνέχεια για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Όπως έχει νομολογηθεί δεν αναδύεται η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση (βλ. Κιτρομηλίδου v Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Β ΑΑΔ 1165 και C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία 'Λεωνικ' Λιμιτεδ
(2001)1 Β ΑΑΔ 785). Εκείνο που απαιτείται όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τσιολάκη κ.α. v Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782 είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». 8.2 Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στις επενδύσεις ενεπλάκησαν οι πελάτες, ο αιτητής και οι καθ΄ ων η αίτηση. Η καθ΄ ης η αίτηση αρ. 2 ελέγχεται πλήρως από τον καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 και ο τελευταίος, με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προσπαθεί να την πωλήσει για το ποσό €2.200.00 (βλ. Τεκ. 25). Η δε εταιρεία που ιδρύθηκε στο Χονγκ Κόνγκ για σκοπούς διεκπεραίωσης του επενδυτικού τους σχεδίου διαλύθηκε. Πέραν των πιο πάνω ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 εξαφανίστηκε και δεν επικοινωνεί με τον αιτητή. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υφίσταται πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης στην περίπτωση που εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Υφίσταται κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση. Συνακόλουθα πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. 9. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιείται για την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. Κοσμά v Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169, Αβερκίου v ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 222 και Σταυράκης κ.α. v Δήμος Λευκωσίας Πολ. Έφ. Ε68/2013, ημερ. 24.3.15). 10.1 Το επόμενο ερώτημα αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να συνεχίσει την ισχύ του ένα διάταγμα (Odysseos, ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1999)1 ΑΑΔ 152). Θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον καθ' ου η αίτηση αρ. 1 από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ788, NWL Ltd v. Woods [1989] 3 All E.R.614, 625 (H.L). 10.2 Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο παγοποιούνται περιουσιακά στοιχεία των καθ΄ ων η αίτηση τόσο εντός όσο και εκτός επικράτειας. Πέραν των γενικών προϋποθέσεων ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο ότι υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία. Στην υπό εξέταση περίπτωση γίνεται αναφορά ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 διαμένει μόνιμα στη Λεμεσό και διαθέτει τραπεζικούς λογαριασμούς. Επίσης, ως αναφέρει ο αιτητής, αγόρασε σκάφος το οποίο διατηρεί στη μαρίνα Λεμεσού και γενικά ξοδεύει πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά στην καθημερινότητα του. Αντιθέτως δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 έχει κινητά περιουσιακά στοιχεία εκτός της επικράτειας. Έτσι δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος παγοποίησης εκτός επικράτειας. Αντιθέτως δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος παγοποίησης εντός της επικράτειας μέχρι ποσού €2.900.000 το οποίο ποσό αντικατοπτρίζει το σύνολο των οφειλών προς τους πελάτες αρ. 1, 2 και
- Και κάτι ακόμη. Η οριστικοποίηση του, ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Εν κατακλείδι, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του σχετικού διατάγματος παγοποίησης εντός της επικράτειας μέχρι του πιο πάνω ποσού.
- Στις περιπτώσεις όπου εκδίδονται διατάγματα παγοποίησης είναι συνήθως αναγκαίες και κάποιες παρεπόμενες θεραπείες προκειμένου να ευδοκιμήσουν και να έχουν αποτέλεσμα τα ουσιαστικά διατάγματα. Στην προκείμενη περίπτωση εκδόθηκαν επικουρικά διατάγματα όπως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Όπως έχει νομολογηθεί, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά για σκοπούς αστυνόμευσης (policing), του διατάγματος παγοποίησης ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. (βλ. Aldi Marine Ltd v Rual Trade Ltd κ.α. (Πολ. Έφ. 182/12 και 184/12, ημερ. 18.1.16, Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη του 2016, σελ. 260). Οι προϋποθέσεις έκδοσης ουσιαστικού διατάγματος έχουν ήδη κριθεί. Επαναφέρεται όμως με ένα ιδιόμορφο τρόπο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και η αρχή της προσφορότητας. Θέματα τα οποία θα πρέπει να επαναξιολογηθούν και με βάση τα δεδομένα της παρούσας αίτησης. Όπως ισχυρά προκύπτει από τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν πρέπει να καταφεύγει στην έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης παρά μόνο στις περιπτώσεις που είναι απαραίτητο εκ των πραγμάτων για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ουσιαστικών διαταγμάτων (βλ. A and Another v C and Others
(1981)2 W.L.R. 629, Ashianti v Kashi
(1987)Q.B. 888). Τα διατάγματα αποκάλυψης είτε ως επικουρικά είτε ως Norwich δεν εκδίδονται για να βοηθήσουν τον αιτητή να τελειοποιήσει την υπόθεση του (βλ. Nikiton v. Richards Butler
(2007)EWHC 173 (QB) και Divino Distribution LLP v CP Media (Cyprus) Ltd Aρ. Αγωγής 4250/13, ημερ. 20.6.14, Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε). Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτητής με τη μαρτυρία του, όπως με λεπτομέρεια αναλύεται πιο πάνω και η οποία δεν χρήζει επανάληψης, κατέδειξε ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις και προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των σχετικών διαταγμάτων ώστε να γνωρίζει ο αιτητής με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τα ακριβή περιουσιακά στοιχεία του καθ' ου η αίτηση αρ. 1, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα της παγοποίησης. Και κάτι ακόμη. Όταν εκδόθηκε το αρχικό διάταγμα δεν έγινε οποιαδήποτε πρόνοια με την οποία να δύναται ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1, να προβαίνει σε ανάληψη οποιουδήποτε ποσού ως έξοδα διαβίωσης. Έτσι το Δικαστήριο, καθηκόντως, κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως γίνει σχετική πρόνοια, παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε το συγκεκριμένο ζήτημα από μέρους των συνηγόρων διαδίκων. 13. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης για περιουσιακά στοιχεία εκτός επικράτειας που εκδόθηκε εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 ακυρώνεται. Αντιθέτως το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης για περιουσιακά στοιχεία του καθ' ού η αίτηση αρ. 1, εντός της επικράτειας, οριστικοποιείται με τη διαφοροποίηση ότι το συνολικό ποσό των περιουσιακών στοιχείων που παγοποιούνται ανέρχεται στο ποσό των €2.900.000 αντί €4.500.000 που ήταν το αρχικό διάταγμα. Νοείται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 θα μπορεί να προβαίνει σε ανάληψη ποσού ύψους €2.000 μηνιαίως, ως έξοδα διαβίωσης. Περαιτέρω τα υπόλοιπα διατάγματα οριστικοποιούνται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα/παγοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο