NIKITINA κ.α. ν. FROLENKO κ.α., Αρ. Αγωγής: 1302/18, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1302/18 Μεταξύ:
- **** NIKITINA
- **** FROLENKO Εναγουσών -και-
- **** FROLENKO
- **** KHRISTENKO Εναγομένων ......... Αίτηση ημερ. 21.11.18 υπό Εναγομένων για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση 8 Φεβρουαρίου 2019 Για Εναγόμενους: κ. Β. Δανιηλίδης Για Ενάγουσες: κα Ε. Χριστοφή για M. Economides Kranos & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω αίτηση αφορά αίτημα των Εναγομένων για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης τους στην οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος. Ιστορικό Από το ιστορικό του φακέλου προκύπτει ότι κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγουσών το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε ενδιάμεσο διάταγμα απαγορεύον στην Εναγόμενη 2 να αποξενώσει και ή προβεί σε συναλλαγή καθ' οιονδήποτε τρόπο σε σχέση με το τεμάχιο 312, επί του οποίου υπάρχει διώροφη οικία. Στην αρχική συνοδευτική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 1 είχε αναφέρει ότι οι Ενάγουσες και ο Εναγόμενος 1 υπήρξαν συνιδιοκτήτες κατά 1/3 μερίδιο έκαστος του ακινήτου και ότι η Ενάγουσα 2, η οποία ήταν (τότε) σύζυγος του Εναγομένου 1 υπέγραψε έγγραφο (Declaration) ημερ. 25.7.16 με το οποίο είχε αποποιηθεί των οποιωνδήποτε απορρεόντων δικαιωμάτων της ως ιδιοκτήτρια, «μεταφέροντας» τα στον Εναγόμενο
- Στις 31.1.17 ανακάλεσε το πιο πάνω έγγραφο της, υπογράφοντας νέο. Εκ των υστέρων και δη στις 19.6.18 πληροφορήθηκε (κατόπιν έρευνας της) ότι ο Εναγόμενος 1 στις 2.12.16 χρησιμοποιώντας άλλο διαφορετικό έγγραφο αλλά και πάλι ημερ. 25.7.16, μεταβίβασε το 1/3 μερίδιο της Ενάγουσας 2 επ' ονόματι του. Αργότερα, μάλιστα, στις 4.8.17 ο ίδιος υπέγραψε και συμφωνία πώλησης και μεταβίβασε ολόκληρο το ακίνητο στην Εναγομένη 2, προσκομίζοντας στο Κτηματολόγιο και πληρεξούσιο ημερ. 9.8.16 φερόμενο ως υπογραφέν από την Ενάγουσα 1 (ενόρκως δηλούσα), το οποίο δεν υπέγραψε ποτέ η ίδια. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν κοινή ένσταση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Mishenkina ημερ. 10.9.18, στην οποίαν προέβαλαν μεταξύ άλλων ότι: - Βάσει διατάγματος των Ρωσικών Αρχών απαγορεύετο η έξοδος του Εναγομένου 1 από τη Ρωσία. Ακόμα όμως και αν μπορούσε να φύγει θα έπρεπε να έρθει μαζί του και η ανήλικη θυγατέρα του, πράγμα για το οποίο αρνείται να δώσει συγκατάθεση η μητέρα της, δηλαδή η Ενάγουσα
- - Η Εναγόμενη 2 απέκτησε καλόπιστα το ακίνητο και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με όσα ισχυρίζονται οι Ενάγουσες. - Η διαφήμιση σε ιστοσελίδα για πώληση του ακινήτου προϋπήρχε της μεταβίβασης στις ίδιες τις Ενάγουσες και απλώς για κάποιο λόγο δεν αφαιρέθηκε. Εν πάση περιπτώσει φέρει την ένδειξη «SOLD», οπότε δεν τίθεται θέμα πρόθεσης αποξένωσης. - Στις 25.7.16 η Ενάγουσα 2 είχε υπογράψει πληρεξούσιο αλλά και δήλωση αποποίησης. Η μεταγενέστερη δήλωση ανάκλησης αφορά τη δήλωση αποποίησης και ουδεμία σχέση έχουν αυτά τα δύο έγγραφα, δηλαδή η αποποίηση και η ανάκληση της, με τα επίδικα θέματα της παρούσας. - Εν πάση περιπτώσει η ανάκληση ουδέποτε έχει κοινοποιηθεί στον Εναγόμενο 1, δεν συνδέεται με το πληρεξούσιο και υπεγράφη την 1.2.17, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση στις 2.12.16 του μεριδίου της Ενάγουσας 2 στον Εναγόμενο
- - Για τη μεταγενέστερη μεταβίβαση (προς την Εναγόμενη 2) ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε και πληρεξούσιο που είχε υπογράψει η Ενάγουσα 1 ενώπιον συμβολαιογράφου στη Μόσχα. Όταν έλαβαν την ένσταση οι Ενάγουσες αποτάθηκαν με σχετική αίτηση τους (ημερ. 27.9.18) για άδεια καταχώρισης μιας εκτενούς συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποίαν θα επισυνάπτοντο και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η πλευρά των Εναγομένων παρά την αρχική της θέση, εν τέλει δεν έφερε ένσταση στην αίτηση, οπότε κατόπιν εκ συμφώνου διατάγματος η εν λόγω δήλωση, της δικηγόρου κας Κυπριανού, καταχωρίστηκε αυτούσια στις 9.11.18 και σε αυτήν αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: - Η απαγόρευση εξόδου του Εναγομένου 1 από τη Ρωσία επήλθε κατόπιν μέτρων εκτέλεσης βάσει δικαστικών αποφάσεων, ημερ. 14.2.18 και 13.6.18, στα πλαίσια αιτήσεων επιμέλειας και διατροφής ανηλίκων (Τεκμήρια 1 και 2). - Η διαφήμιση για πώληση παραμένει ανηρτημένη μέχρι και σήμερα με κίνδυνο πιθανής μεταπώλησης (Τεκμήριο 3). - Η Ενάγουσα 1 μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης προέβη σε σωρεία καταγγελιών στις Ρωσικές και Κυπριακές Αρχές σε σχέση με την κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ήτοι του πληρεξουσίου ημερ. 9.8.16 (Τεκμήριο 12 στην αρχική ένορκη δήλωση Ενάγουσας 1). - Η Ενάγουσα 1, μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης, απέστειλε ειδοποίηση στον συμβολαιογράφο ημερ. 6.7.18 (ζητώντας αντίγραφο), ο οποίος απάντησε (Τεκμήριο 4) ότι δεν καταρτίστηκε τέτοιο πληρεξούσιο, οπότε υπήρξε καταγγελία (α) στις Ρωσικές Αρχές ημερ. 18.7.18 (Τεκμ.5), καθώς και (β) στον Πρόεδρο Εξεταστικής Επιτροπής ημερ. 6.8.18 (Τεκμ.6), ο οποίος απάντησε με επιστολή ημερ. 20.8.18 ότι θα προβούν σε έρευνα, (Τεκμ.7) και (γ) στο ΤΑΕ Λεμεσού στις 13.9.
- Παρούσα Αίτηση Με την υπό κρίση αίτηση τους οι Εναγόμενοι ζητούν άδεια παρουσίασης δικής τους συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (της δικηγόρου κας Mishenkina) με σκοπό να απαντήσουν στα γεγονότα που προσέθεσαν οι Ενάγουσες και τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης. Βασικό τους επιχείρημα είναι ότι στη συμπληρωματική δήλωση των Εναγουσών περιέχονται ισχυρισμοί παραπλανητικοί ή ελλιπείς, οι οποίοι χρήζουν απάντησης ενώ έχουν αποκρυβεί σημαντικά γεγονότα. Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α (στα Αγγλικά) και ως Τεκμήριο Β (στα Ελληνικά) στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της κας Mishenkina, που συνοδεύει την αίτηση για άδεια. Ένσταση Με την ένσταση τους οι Ενάγουσες προέβαλαν 16 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι εστιάζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση άδειας και κυρίως στο ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί συμπληρωματική δήλωση. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων των Εναγουσών, κα Τρεμούρη, αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και την ύπαρξη καλού λόγου, με βασικό επιχείρημα ότι αυτοί επιδιώκουν να απαντήσουν στις παραγράφους 6-16 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Εναγουσών ούτως ώστε «να καλύψουν ηθελημένα κενά και να προσθέσουν ισχυρισμούς που οι ίδιοι παρέλειψαν να συμπεριλάβουν εξ υπαρχής στην Ειδοποίηση Ένστασης τους ημερομηνίας 12.9.18» και τα οποία περίτεχνα απέκρυψαν. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η εισαχθείσα κατά το 1999 πιο πάνω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις, των οποίων πολλές φορές η ακρόαση μετατρέπετο σε δίκη επί της ουσίας. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Απλώς πλέον δεν απαιτείται από το μέρος που έχει το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού σε αίτηση να το αποσείσει με προφορική μαρτυρία (όπως παλιά), αλλά δύναται να το πράξει με ένορκη δήλωση, (ενώ γενικότερα διατηρεί και το δικαίωμα αντεξέτασης για ισχυρισμούς της άλλης πλευράς). Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Γενικότερα όμως, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το συμπέρασμα είναι πως δεν απαγορεύεται εκ προοιμίου η προσκόμιση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ακόμα και μετά την ένσταση της άλλης πλευράς. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο εν σχέσει με κρινόμενα ως αναγκαία στοιχεία, διευκρινίσεις, ισχυρισμούς και θέματα τα οποία προέβαλε ο ενιστάμενος στην ένσταση του, με σκοπό να δοθεί η σφαιρική εικόνα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και να υποστηριχθεί ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Εν πάση δε περιπτώσει η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστρατηγείται μέσω αυτού του δικαιώματος η άλλη υποχρέωση, του εκάστοτε αιτητή σε ex parte αίτηση, προς πλήρη αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Εννοείται συναφώς πως ακόμα και αν μετά την καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης διαπιστωθεί (κατά την εξέταση της διατήρησης ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος) ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, το δικαστήριο διατηρεί την ίδια εξουσία για ακύρωση του διατάγματος ακόμα και μόνο για αυτό τον λόγο (Demstar ν. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597). Δυστυχώς στην παρούσα περίπτωση, με τη συνδρομή και των Εναγομένων, οι οποίοι συμφώνησαν, παρεισέφρησαν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγουσών κάποια γεγονότα τα οποία αφενός ήταν μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος και αφετέρου, κυρίως, δεν ήταν αυστηρώς ομιλούντες, αναγκαία για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτό βέβαια οδήγησε και στην υποβολή αντίστοιχου αιτήματος από πλευράς Εναγομένων. Κατά την εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο αναμένεται να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα, πιθανότητα επιτυχίας και κίνδυνος αποξένωσης και εάν αυτά υπάρχουν, κατά πόσον είναι δίκαιο να οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα. Κατά την εξέταση αυτή δεν αναμένεται να έχουν οποιαδήποτε ή ιδιαίτερη σημασία ούτε οι λόγοι απαγόρευσης εξόδου του Εναγομένου 1 ούτε οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες καταγγελίες της Ενάγουσας 1 στις οποιεσδήποτε αρχές, τα πορίσματα ή οι αποφάσεις των οποίων δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο. Συνεπώς, έστω και αν έχει παρεισφρήσει σχετική μαρτυρία των Εναγουσών, δεν θεωρώ ότι υπάρχει καλός λόγος να επιτραπεί να πράξουν το ίδιο και οι Εναγόμενοι επιδεινώνοντας έτσι περαιτέρω την υφιστάμενη κατάσταση, αυξάνοντας το κόστος και δαπανώντας αχρείαστα πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Άλλωστε πλείστα όσα από τα θέματα αυτά καλύπτονται ούτως ή άλλως από την αρχική ένορκη δήλωση των Εναγομένων όπως παραδέχονται και οι ίδιοι (π.χ. οι παραγράφοι 7, 8 και 11 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τους). Παρά ταύτα, διαπιστώνεται ότι οι Ενάγουσες με τη συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση προέβαλαν κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι σχετίζονται με τα ζητήματα τα οποία θα κληθεί δεόντως να εξετάσει το Δικαστήριο. Κρίνεται ότι θα ήταν δίκαιο να επιτραπεί στους Εναγόμενους να παραθέσουν και τις δικές τους θέσεις σε σχέση με αυτά υπό την έννοια ότι υπάρχει αναγκαιότητα να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του τις εκατέρωθεν θέσεις και μια σφαιρική εικόνα, όπως εξηγείται κατωτέρω. Θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για τα ακόλουθα τμήματα της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και πρέπει να επιτραπούν:
- i)Οι παράγραφοι 1-4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης ως εισαγωγικοί ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας.
- ii)Η τρίτη πρόταση της παραγράφου 8 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης η οποία αρχίζει με τη λέξη «Περαιτέρω» και τελειώνει με τη λέξη «μετέπειτα» (ως παράγραφος αρ.5). Με την προσθήκη αυτή θα μπορέσουν οι Εναγόμενοι να παρουσιάσουν την επιστολή που έλαβαν από τους διαχειριστές της επίμαχης ιστοσελίδας, ούτως ώστε να συνεκτιμηθεί το περιεχόμενο της σε σχέση με τον κίνδυνο αποξένωσης. iii) Η παράγραφος 10 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (ως παράγραφος αρ.6). Με αυτή θα επιτραπεί ο σχολιασμός και ή η απάντηση των Εναγομένων στη θέση ότι ο συμβολαιογράφος δεν εντόπισε πληρεξούσιο της Ενάγουσας 1.
- iv)Η παράγραφος 13 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (ως παράγραφος αρ.7). Η Ενάγουσα 1 προέβαλε και στις δύο ένορκες δηλώσεις τη θέση ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο και η έκθεση εμπειρογνώμονα, η οποία προέκυψε μετά την αρχική ένσταση των Εναγομένων, θα συνεκτιμηθεί επίσης, κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης και υπ' αυτή την έννοια υπάρχει καλός λόγος να δοθεί άδεια για την προσθήκη της πιο πάνω παραγράφου. Κατάληξη Πέραν των πιο πάνω τμημάτων κανένα άλλο μέρος δεν κρίνεται αναγκαίο όπως παρουσιαστεί υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως έχει εξηγηθεί τα υπόλοιπα μέρη κρίνονται ως μη αναγκαία και ως αχρείαστες επαναλήψεις και γι' αυτό δεν χορηγείται άδεια για την προσκόμιση τους. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται εν μέρει και δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, εντός 10 ημερών από σήμερα, στην οποία θα περιέχονται με την κατάλληλη αναρίθμηση τα πιο πάνω και συγκεκριμένα:
- i)Οι παράγραφοι 1-4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης.
- ii)Η τρίτη πρόταση της παραγράφου 8 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης η οποία αρχίζει με τη λέξη «Περαιτέρω» και τελειώνει με τη λέξη «μετέπειτα» (ως παράγραφος αρ.5). iii) Η παράγραφος 10 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (ως παράγραφος αρ.6).
- iv)Η παράγραφος 13 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (ως παράγραφος αρ.7). Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης επιδικάζεται προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος των Εναγουσών το ½ των εξόδων, ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο