← Κύπρος

ΣΟΦΟΥ ν. ΚΤΗΜΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1069/2018, 7/1/2019

ΣΟΦΟΥ ν. ΚΤΗΜΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1069/2018, 7/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1069/2018 Μεταξύ: xxxxx ΣΟΦΟΥ Ενάγουσα και

  1. ΚΤΗΜΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΤΔ
  2. xxxxxxx ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση ημερομηνίας 04/07/2018 από εναγόμενο 2) Ημερομηνία: 07 Ιανουαρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Παλάοντας για Ν. Μουκταρούδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα- Καθ' ης η Αίτηση: κ. Θεοτή για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς που υπέστη ενόσω βρισκόταν σε γαμήλια δεξίωση σε χώρο που κατά τον ισχυρισμό της κατέχει, διαχειρίζεται και χρησιμοποιεί η εναγόμενη 1 εταιρεία για το σκοπό αυτό. Διευθυντής της εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος
  3. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι κατά τη διάρκεια της νόμιμης παρουσίας της στον επίδικο χώρο, «σκουντούφλησε σε μη ευδιάκριτο και/ή μη σεσημασμένο και/ή αναπάντεχο σκαλοπάτι με αποτέλεσμα να πέσει και να τραυματιστεί». Θεωρεί δε η ενάγουσα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της, ότι «το ως άνω ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της επιδειχθείσας αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας των εναγομένων και/ή παράβασης από τους εναγόμενους των εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων και/ή θέσμιων καθηκόντων τους» και προχωρεί και παραθέτει διάφορες «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών Απορρεόντων Καθηκόντων των Εναγομένων». Σημειώνω εδώ ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες δικογραφούνται να συνίστανται ουσιαστικά σε παράλειψη των εναγομένων να λάβουν τα δέοντα μέτρα ασφαλείας ώστε να μην εκτεθεί η ενάγουσα σε κίνδυνο. Μετά που αμφότεροι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση, αυτοί προχώρησαν και καταχώρησαν την κοινή υπεράσπιση τους στις 04/07/18, ισχυριζόμενοι προδικαστικά ότι η αγωγή, στο βαθμό που στρέφεται εναντίον του εναγόμενου 2 θα πρέπει να απορριφθεί και/ή ανασταλεί, ως μη αποκαλύπτουσα οποιοδήποτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εν λόγω εναγόμενου. Είναι συνεπώς εναντίον του η αγωγή, ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, επιπόλαια, ενοχλητική αλλά και καταχρηστική. Άνευ βλάβης βέβαια της προδικαστικής αυτής ένστασης, προχωρεί το δικόγραφο των εναγομένων και προβάλλει και ισχυρισμούς επί της ουσίας της υπόθεσης ως συνιστούντες την κοινή υπεράσπιση των εναγομένων στις αξιώσεις της ενάγουσας. Δύο μήνες αργότερα και χωρίς να έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε απάντηση, ο εναγόμενος 2 καταχώρησε την παρούσα αίτηση, ζητώντας, στη βάση των Δ.9 Θ.1-11, Δ.19 Θ.26, Δ.25 Θ.1-6 και Δ.27 Θ.1-4, την απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής στο βαθμό που αυτή στρέφεται εναντίον του, για τους ίδιους λόγους που αναφέρει και στην δικογραφημένη προδικαστική ένσταση του. Ότι δηλαδή, «.στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά ή ισχυρισμός για προσωπική μου αμέλεια ή προσωπική μου εμπλοκή στο περιστατικό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα.(αφού) από μιαν απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα συνδέει τους ισχυρισμούς περί δικής μου προσωπικής αμέλειας με μόνη την ιδιότητα μου ως διευθυντή της Εναγομένης 1». Είναι δε η θέση του ότι ο ίδιος καμία προσωπική ευθύνη μπορεί να έχει για την όλη υπόθεση, εφόσον πέραν του ότι καμία τέτοια προσωπική ευθύνη δεν του καταλογίζεται στην έκθεση απαίτησης, ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος, βρισκόταν με την οικογένεια του στην Ελλάδα. Στην αντίπερα όχθη η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση του εναγόμενου 2, προβάλλοντας εφτά συνολικά λόγους για τους οποίου θεωρεί ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι δε η θέση της ενάγουσας, ότι η υπό κρίση αίτηση έχει ανεπίτρεπτα καταχωρηθεί μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητα καθυστερημένα, ότι δεν καταδεικνύει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εφαρμογή του δραστικού μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τέλος ότι με αυτή ουσιαστικά επιχειρείται κακόπιστα και καταχρηστικά η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής από αυτό το πρώιμο στάδιο. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι συνήγοροί την ανέπτυξαν ενώπιον με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον μου. Σημειώνω κατά πρώτο ότι: «.κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφων συνιστά, από τη φύση του και λόγω των επιπτώσεων που ενέχει εξαιρετικό μέτρο. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, απόφαση προς διαγραφή δικαιολογείται μόνο όταν χωρίς καμία αμφισβήτηση το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Στην πορεία εξέτασης αιτήματος για διαγραφή το υπό κρίση δικόγραφο αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (In Re Pelmaco Development Ltd

(1991)1 ΑΑΔ 246) . η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο εάν αυτό κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. ΄Αλλως, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση δικαιώματος του διαδίκου προς αναζήτηση θεραπείας από δικαστήριο στο οποίο δικαιούται να προσφύγει, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το ΄Αρθρο 30.1 του Συντάγματος.» (έμφαση δική μου). (βλ. OM INVESTMENTS FINANCE LIMITED κ.α. ν. LAPWING LIMITED, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 195/2012 και 196/2012, 17/10/2018). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην επίσης πρόσφατη υπόθεση CYPROMAN SERVICES LTD ν. ΜARTIN JOHN COWARD, ECLI:CY:AD:2018:A162, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 140/2012, 4/4/2018: «Η παράθεση και ανάλυση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των αρχών που διέπουν το ζήτημα της διαγραφής δικογράφου δυνάμει της Δ.27,θ.3 είναι ορθή. Η δικονομική αυτή πρόνοια επιτρέπει την εξέταση του ζητήματος ως προκαταρκτικού, με βάση τη δικογραφία, ειδικότερα την έκθεση απαίτησης ή την ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίπτωση. Πρόκειται δε για εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο σε απλές και έκδηλες περιπτώσεις («plain and obvious cases ») (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 573 κ.ε. σε σχέση με την ταυτόσημη πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών O.25, r.4.) όπου το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο και που το ελάττωμα δεν μπορεί να θεραπευθεί με εύλογη τροποποίηση. . Εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα ερωτήματα που εγείρονται προς απάντηση με την επίκληση της Δ.27,θ.3 δεν απαντούνται με αναφορά μόνο στην αιτούμενη θεραπεία αλλά στο σύνολο του περιεχομένου του δικογράφου που αποτελεί το αντικείμενο αίτησης για διαγραφή.» (έμφαση δική μου) Κατά δεύτερο σημειώνω ότι εφόσον πρόκειται για αγωγή στη βάση αμέλειας κατόχου περιουσίας (occupier's liability), η οποία στρέφεται εναντίον εταιρείας και του διευθυντή της, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση ΚΥΠΡΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. KN ZOO BAR RESTAURANT LTD, ECLI:CY:AD:2016:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 447/2011, 15/12/2016, όπου το Ανώτατο απασχόλησε ρητά αυτό ακριβώς το θέμα της ευθύνης του διευθυντή μιας εταιρείας κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας. Επειδή η τελική απόφαση σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε με πλειοψηφία, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα των αποφάσεων και της πλειοψηφίας υπό Ναθαναήλ Δ. αλλά και της μειοψηφίας υπό Παρπαρίνο Δ. Απόφαση Ναθαναήλ Δ. «Η δικογραφηθείσα εκ μέρους του εφεσείοντος αμέλεια περιείχε λεπτομέρειες τόσο εναντίον των εφεσιβλήτων 1, 2 και 3, όσο και εναντίον του εφεσίβλητου 4. Μέρος των λεπτομερειών αμελείας των πρώτων συνίστατο στην κατ΄ ισχυρισμόν παράλειψη διατήρησης του ανελκυστήρα σε ασφαλή λειτουργία, ενώ στη γνώση τους αυτός χρησιμοποιείτο σε αυξημένο βαθμό, παρατηρείτο συνωστισμός ή ανεξέλεγκτη είσοδος στον ανελκυστήρα, υπήρχε αυξημένος κίνδυνος υπερβολικής και ενίοτε κακής χρήσης λόγω του προχωρημένου της ώρας και της κατάστασης των ευρισκομένων ή αποχωρούντων από το κέντρο ατόμων, του ενδεχόμενου χρήσης βίας ήδη παρατηρούμενης από βουλώματα και κτυπήματα στις θύρες, ενώ γνώριζαν και το γεγονός ότι και στο παρελθόν υπήρξε πρόβλημα με το μάνταλο εσωτερικά της θύρας.. Οι λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζονταν στους εφεσίβλητους 2-3, ήταν οι ίδιες με αυτές για τους εφεσίβλητους 1, ότι, δηλαδή, ήταν και αυτοί αμελείς. Στα ιδιάζοντα γεγονότα της υπόθεσης, η εφεσίβλητη 1 εταιρεία λειτουργούσε υπό τις οδηγίες των διευθυντών της εφόσον η εταιρεία δεν έχει δικό της σώμα ή νου, (Lennard's Carrying Co Ltd v. Asiatic Petroleum Co Ltd
(1915)AC 705)..Η υπόθεση δεν συζητήθηκε από την άποψη του διαχωρισμού της ευθύνης μεταξύ εταιρείας και διευθυντών της, ούτε κατ΄ έφεση απασχόλησε το θέμα. Επομένως δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε συζήτηση. Αρκεί να λεχθεί ότι από όλη τη δικογραφία και τη μαρτυρία, οι διευθυντές ήταν εξ ίσου αμελείς, ενεργώντας εκ μέρους της εφεσίβλητης εταιρείας. Έτσι διαπιστώνεται χωριστή ευθύνη για αμέλεια, η οποία δεν αποκλείεται από τη νομολογία, εφόσον σε κάθε περίπτωση αποκτούν σημασία τα όλα δεδομένα, (Street on Torts 11η έκδ. σελ. 642-646).» Απόφαση Παρπαρίνου Δ. «Η Εφεσίβλητη 1 ενοικίαζε το χώρο όπου στεγάζετο η επιχείρηση της από τους συνιδιοκτήτες Εφεσίβλητους 5-
  1. Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 ήταν καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους μέτοχοι και Διευθυντές της Εφεσίβλητης
  2. Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται είναι κατά πόσο οι ιδιότητες τους αυτές μπορούσαν στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης να τους αποδώσουν οιαδήποτε ευθύνη αναφορικά με το ατύχημα υπό εξέταση.. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω και τη δοθείσα μαρτυρία επί του θέματος, οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την πρόκληση του ατυχήματος υπό εξέταση μόνο λόγω της ιδιότητας τους ως άνω. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ακριβώς αυτό προβάλλουν ότι δηλαδή την κατοχή του χώρου είχε η Εφεσίβλητη 1 η οποία και τον ενοικίαζε και ότι λανθασμένα κινήθηκε η αγωγή εναντίον τους με μόνη την ιδιότητα τους αυτή των Διευθυντών και Μετόχων. Επίσης ότι ο ανελκυστήρας εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Εφεσίβλητης 1 και όχι των Εφεσίβλητων 2 και 3 οι οποίοι ήταν Διευθυντές και Μέτοχοι της. (βλ. §2, 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους). Ουδεμία δε μαρτυρία δόθηκε η οποία έστω και κατ΄ ελάχιστον να τους αποδίδει οτιδήποτε πέραν του ότι ήταν οι Μέτοχοι και Διευθυντές της Εφεσίβλητης 1 και ότι υπό την ιδιότητα τους αυτή υπέγραψαν τη συμφωνία εγκατάστασης και συντήρησης του ανελκυστήρα. Τα στοιχεία αυτά από μόνα τους, σύμφωνα με τη νομολογία (αγγλική και ελληνική), δεν είναι αρκετά για να αποδώσουν οιανδήποτε ευθύνη στους δύο Διευθυντές-Εφεσίβλητους 2 και 3.» (έμφαση δική μου) Καθοδηγούμενος από όλες τις αποφάσεις που έχω παραθέσει ανωτέρω, παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση, η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας, όπως αυτή προβάλλει από την έκθεση απαίτησης της, καταλογίζει κοινή και την ίδια αμέλεια σε αμφότερους τους εναγόμενους - «.το ως άνω ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της επιδειχθείσας αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας των εναγομένων και/ή παράβασης από τους εναγόμενους των εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων και/ή θέσμιων καθηκόντων τους». Οι παρατεθείσες δε λεπτομέρειες αμέλειας είναι κοινές και παρουσιάζονται επίσης να αφορούν και στους δύο εναγόμενους - «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών Απορρεόντων Καθηκόντων των Εναγομένων» και περιστ΄ρεφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό παράλειψη των εναγομένων να λάβουν τα δέοντα μέτρα ασφαλείας ώστε να μην εκτεθεί η ενάγουσα σε κίνδυνο. Περιλαμβάνει δηλαδή το δικόγραφο της ενάγουσας ισχυρισμούς αμέλειας και εναντίον της εναγομένης 1 αλλά και εναντίον του εναγόμενου 2, έστω κατά γενικό τρόπο. Αν τώρα ο εναγόμενος 2 θεωρεί ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι σαφείς ή ξεκάθαροι ως προς το πώς ο ίδιος προσωπικά ευθύνεται για τον όποιο τραυματισμό της ενάγουσας ή όπως υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 2 στην αγόρευση του «.η ενάγουσα δεν περιγράφει σε τι συνίσταται το καθήκον επιμέλειας του εναγόμενου 2 . (και) δεν δίδει ούτε τις αναγκαίες λεπτομέρειες.», μπορεί να επιχειρήσει να ζητήσει τις εν λόγω λεπτομέρειες. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί ότι το δικόγραφο της ενάγουσας στερείται σε σχέση με τον εναγόμενο 2, αδιαμφισβήτητα νομικού ή πραγματικού ερείσματος ώστε να διαγραφεί από αυτό το στάδιο κατ' εφαρμογή του εξαιρετικού μέτρου της Δ.
  3. Όπως άλλωστε καταδεικνύουν όλες οι αποφάσεις στη ZOO ανωτέρω, καθοριστικό ρόλο για το αν θα μπορέσει να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον εναγόμενο 2 στη βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, θα αποτελέσει η μαρτυρία που θα προσκομισθεί στην υπόθεση εφόσον τότε είναι και που θα αποφασιστεί κατά πόσο πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να επιτύχει η ενάγουσα και να της χορηγηθούν οι αξιούμενες θεραπείες εναντίον αμφότερων των εναγομένων. Άλλωστε, όπως και στη ZOO ανωτέρω έτσι και στην παρούσα περίπτωση, με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος 2 προβάλλει ρητά ότι την κατοχή του χώρου είχε η εναγόμενη 1 και ότι λανθασμένα κινήθηκε η αγωγή εναντίον του με μόνη την ιδιότητα του αυτή του διευθυντή και αυτό είναι ένα από τα θέματα που θα αποφασιστούν στο τέλος της υπόθεσης. Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει την τύχη της αίτησης καθιστώντας αχρείαστη την ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγόμενου 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο., Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ). ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.