ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ κ.α. ν. STALION FUND LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3342/2016, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A106 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3342/2016 Μεταξύ:
- ΧΧΧ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
- ΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ Εναγόντων και
- STALION FUND LIMITED
- ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
- ORATIOUS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO
- ΧΧΧ ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 2,3 και 4-Aιτητές: Η κα Λ. Νικολάου για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: Η κα Χρ. Θεοδώρου για Πρωτοπαπά & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερ. 28.11.2018 για αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσου διατάγματος) Στις 15.11.2018 με ενδιάμεση απόφαση του το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε και/ή οριστικοποίησε διάφορα διατάγματα εναντίον των εναγομένων 1 -
- Στις 28.11.2018 οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, αιτητές στην παρούσα, αιτήθηκαν και πέτυχαν μονομερώς την αναστολή εκτέλεσης ενός από αυτά, του Διατάγματος της παραγράφου (Β) της αίτησης (αρ. 2 όπως αριθμήθηκε στο συνταχθέν κείμενο), μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης που είχε καταχωριστεί την ίδια ημερομηνία εναντίον της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα το ως άνω διάταγμα αρ. 2 αφορούσε διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Παραθέτω ευθύς αμέσως το λεκτικό του αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα που να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 - 4 όπως, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (15.11.2018), παρουσιάσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και/ή εκτός Κύπρου που υπερβαίνουν τις €5,000 αναφέροντας τη συγκεκριμένη τοποθεσία, είτε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ανήκουν εξ' ολοκλήρου σε αυτές ή από κοινού ή κεχωρισμένα, στο σύνολο τους ή δυνάμει εμπιστεύματος ή με άλλη μορφή ιδιοκτησίας, ή άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, και περαιτέρω να επισυνάψουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση όλα τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη και την τοποθεσία αυτών των περιουσιακών στοιχείων». Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 θ.18, θ.19, Δ.48 θ.θ.1 - 8 (ee), στο άρθρο 25 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση τoυ ο εναγόμενος 4 κ. ΧΧΧ Παντελή, αιτητής ο ίδιος και διευθυντής της εναγομένης 3 και αιτήτριας και εξουσιοδοτημένος από όλους τους αιτητές να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, ο οποίος δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της προσωπικής του εμπλοκής στην υπόθεση ή/και από πληροφόρηση που έτυχε δεόντως από τους δικηγόρους τους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 15.11.2018 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση (Τεκμ. Α), με την οποία οριστικοποίησε προσωρινά εκδοθέν διάταγμα και εξέδωσε άλλα. Εναντίον της απόφασης αυτής καταχωρίστηκε έφεση (Τεκμ. Β), από τους εδώ αιτητές με την οποία προσβάλλεται μέρος της ορθότητας της εκδοθείσας απόφασης και/ή διατάγματος του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών εκφράζει την ειλικρινή του πίστη και με συμβουλή των δικηγόρων του εισηγείται ότι λόγω της φύσης του διατάγματος - τύπου Norwich Pharmacal - εκκρεμούσης της εκδίκασης της έφεσης θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση μέρους τής ως άνω απόφασης καθότι τυχόν επιτυχία στην έφεση, η οποία έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, κατά τους δικηγόρους τους, και προς τούτο παραπέμπει στους λόγους έφεσης (Τεκμ. Β), θα την καθιστούσε άνευ αντικειμένου εάν δεν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της διαταχθείσας αποκάλυψης δυνάμει του εκδοθέντος διατάγματος Norwich Pharmacal. Ως εκ της φύσεως του εκδοθέντος διατάγματος, εισηγείται ότι συντρέχουν όλες οι νομοθετικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής. Υπό τις περιστάσεις, εισηγείται ότι, είναι επάναγκες όπως μέχρι την εκδίκαση και την πλήρη αποπεράτωση της έφεσης διατηρηθεί το υφιστάμενο Status Quo και αυτό θα επιτευχθεί με την αναστολή της ισχύος μέρους της ως άνω απόφασης ήτοι του διατάγματος αρ.
- Περαιτέρω εισηγείται ότι η αναστολή εκτέλεσης του, κανένα απολύτως κίνδυνο δεν εμπεριέχει ενώ η μη αναστολή του εμπεριέχει κινδύνους ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Σε κάθε περίπτωση εάν ήθελε κριθεί απαραίτητο οι αιτητές είναι διατεθειμένοι όπως καταθέσουν σχετική ασφάλεια προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν στην ως άνω αίτηση των αιτητών. Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη Δ.35 Θ.18 και 19, στη Δ.48 Θ.1, 2, 4 και 8, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Άρθρα 29 - 32 και 47, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην οικεία Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση: «
- Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και/ή νομικού υποβάθρου και/ή η νομική της βάση είναι ελλιπής και ανεπαρκής και/ή η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν βρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή νομολογία και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος.
- Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος με το οποίο είναι επιφορτισμένοι προς απόδειξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους και/ή η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κρινόμενη αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή ανεπαρκής και/ή δεν δικαιολογεί επαρκώς τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν επαρκές και/ή ικανοποιητικό υπόβαθρο για την έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το οποίο πρέπει εκ της φύσεως του να δίδεται σε κάθε περίπτωση με φειδώ.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειάς κλίνει υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος καθότι ο παράγοντας της προσδοκίας των Καθ' ων η Αίτηση να επωφεληθούν των καρπών της επιτυχίας τους υπερισχύει του παράγοντα να διασφαλιστεί ότι ενδεχόμενη επιτυχία στην έφεση θα παραμείνει άνευ αντικρίσματος.
- Άνευ βλάβης του προαναφερόμενου λόγου, η έφεση που έχει καταχωρηθεί έναντι της απόφασης ημερομηνίας 15/11/2018 δεν συγκεντρώνει σοβαρές και/ή καθόλου πιθανότητες επιτυχίας και/ή οι Αιτητές δεν έχουν δικαιολογήσει επαρκώς και/ή καθόλου την θέση ότι η έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και ότι η έφεση θα παραμείνει χωρίς αντικείμενο σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης.
- Οι Αιτητές δεν θα υποστούν καμία ανεπανόρθωτη ζημιά από την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος ενώ αντίθετα οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την οριστικοποίηση του και/ή θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο.
- Δεν συντρέχουν και/ή δεν έχουν προβληθεί και/ή δεν έχουν προβληθεί επαρκώς τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση και/ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος.
- Η κρινόμενη αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά καθότι αποσκοπεί και/ή οδηγεί στην πρόκληση καθυστέρησης και παρακώλυσης της διαδικασίας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι επηρεάζει συνταγματικά κατοχυρωμένα και/ή θεμελιώδη δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση.
- Οι Αιτητές δεν είναι σε θέση να παρέχουν αποτελεσματική εγγύηση σε περίπτωση οριστικοποίησης της αναστολής εκτέλεσης.
- Δεν υπάρχει νομική αρχή η οποία να περιορίζει και/ή να διαφοροποιεί την ευχέρεια του Δικαστηρίου όταν το αντικείμενο της προσβαλλομένης απόφασης είναι διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Κυπριανού ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και πέραν της ιδιότητας του και της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης και της συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους τους, υιοθετεί τους λόγους ένστασης και δηλώνει ότι διαφωνεί και απορρίπτει την αίτηση και τους λόγους που την υποστηρίζουν ως κατά νόμο και ουσία αβάσιμη. Αναφέρεται και αυτός στο εκδοθέν διάταγμα και ότι έχει καταχωριστεί έφεση εναντίον της συνέχισης ισχύος του. Απαντώντας στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος κ. Παντελή αναφέρει ότι η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού περιεχομένου καθότι στην ένορκη δήλωση του δεν γίνεται ικανοποιητική αναφορά στους λόγους για τους οποίους επιζητείται η αναστολή, ως επίσης δεν αναπτύσσονται επαρκή και ικανοποιητικά τέτοια στοιχεία έτσι ώστε το Δικαστήριο να πειστεί ότι η αναστολή των εκδοθέντων διαταγμάτων βρίσκει έρεισμα στις οικείες νομολογιακές αρχές. Όπως δε τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους δεν υπάρχει νομική αρχή η οποία να περιορίζει και/ή να διαφοροποιεί την ευχέρεια του Δικαστηρίου όταν το αντικείμενο της προσβαλλομένης απόφασης είναι διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Διαφωνεί και απορρίπτει τη θέση του κ. Παντελή ότι η έφεση έχει πιθανότητες επιτυχίας, λόγος που παραμένει γενικός και αόριστος χωρίς να παραθέτει απτό ισχυρισμό για τον οποίο η έφεση θα πετύχει. Σε σχέση με την προστασία των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, υποστηρίζει ότι μεταξύ των δικαιωμάτων των αιτητών και αυτών των καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι θα υποστούν ζημιά εάν δεν ανασταλεί το εκδοθέν διάταγμα ενώ οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε αντίθετη περίπτωση, αφού, θα παραμείνει άνευ αντικρίσματος το εκδοθέν διάταγμα. Από την άλλη, δεν έχει καταδειχθεί καμία εξαιρετική ή ιδιάζουσα περίσταση από τους αιτητες έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Αντίθετα με τη μη κατάδειξη εξαιρετικών ή ιδιαζουσών περιστάσεων το Δικαστήριο δύναται, όπως εισηγείται, να απορρίψει την κρινόμενη αίτηση με έξοδα κατά των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με αγορεύσεις υποστηρίζοντας ο καθένας με παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογιακές αρχές τη θέση του. Τις έχω μελετήσει με προσοχή. Σε σχέση με τη νομολογία και τις αρχές που προκύπτουν από αυτή υπήρξε σχεδόν ταυτόσημη παραπομπή σε αποφάσεις δίδοντας όμως η κάθε πλευρά τη δική της ερμηνεία σε αυτές ως προς την εφαρμογή τους στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με τους αιτητές να υποστηρίζουν ότι η μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας τους στην έφεση τους δίδει το δικαίωμα να εισηγούνται την αναστολή με αντίθετη άποψη εκ μέρους της άλλης πλευράς. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές τις εισηγήσεις και επιχειρήματα που ανέπτυξαν όπως και στις αρχές που με παρέπεμψαν, οι οποίες ομολογουμένως μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές εφόσον η έρευνα τους, όπως ήταν και η δική μου διαπίστωση, κάλυψε όλο το φάσμα από πλευράς αρχών που καθιερώθηκαν τόσο από δική μας όσο και από αγγλική νομολογία μέρος της οποίας θα παρατεθεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η πορεία της υπόθεσης πιστεύω ότι θα ήταν χρήσιμη και προς τούτο παρατίθεται συνοπτικά: Στις 17.11.2016 καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες/ καθ' ων η αίτηση η αγωγή σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα εναντίον τεσσάρων εναγομένων εκ των οποίων η εναγομένη 1 είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα της τις Νήσους Κέϋμαν, οι εναγόμενοι 2 και 4 (φυσικά πρόσωπα) έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο και η εναγομένη 3 είναι κυπριακή εταιρεία. Ταυτόχρονα με την αγωγή καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal για αποκάλυψη πληροφοριών και αποκάλυψη της περιουσίας τους και έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης της. Το Δικαστήριο στις 21.11.2017, όταν ορίστηκε αρχικά η αίτηση ενώπιον του, εξέδωσε μονομερώς διάταγμα εναντίον μόνον της εναγομένης 1 για παγοποίηση της περιουσίας της ως το αιτητικό Γ της αίτησης. Σε σχέση με τους εναγομένους 2,3 και 4 το αιτητικό Γ δεν είχε εγκριθεί. Τα υπόλοιπα αιτητικά παρέμειναν για επίδοση. Οι εναγόμενοι όταν τους επιδόθηκε η αίτηση ζήτησαν χρόνο και καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο στις 15.11.2018 οριστικοποίησε το προσωρινό ως άνω εκδοθέν διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 και εξέδωσε και τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης καθορίζοντας ως χρόνο συμμόρφωσης των εναγομένων 10 ημέρες από την έκδοση τους. Όλοι οι εναγόμενοι διατάχθηκαν ως το αιτητικό Α της αίτησης να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο τους και τα οποία αφορούν ή έχουν σχέση με τη μεταξύ τους συμφωνία αντιπροσώπευσης και/ή εκπροσώπησης σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εναγομένων εταιρειών 1 και 3 και/ή το πραγματικό και/ή τελικό δικαιούχο (ultimate beneficial owner) των εναγομένων 1 και τα άτομα και/ή πρόσωπα τα οποία διαχειρίζονται/ ή εκμεταλλεύονται και/ή κατέχουν τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια/ ή κεφάλαια των καθ' ων η αίτηση 1 και ως το αιτητικό Β της αίτησης, σε ένορκη αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων άνω των €5.000,00 στην Κύπρο και το εξωτερικό. Σ' αυτό το πλαίσιο υποχρεώνονται να αποκαλύψουν έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds), τραπεζικούς λογαριασμούς και άλλα σχετικά έγγραφα. Την ως άνω απόφαση ως το αιτητικό Β που αφορά την ένορκη αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων οι αιτητές 2,3 και 4 εφεσίβαλαν και παράλληλα αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μόνο όσο αφορά το διάταγμα ως το αιτητικό Β μέχρι την ακρόαση της έφεσης και εκδόθηκε μονομερώς σχετικό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος αρ. 2 της απόφασης της 28.11.2018 και αφού υπογράφηκε εγγύηση εκ μέρους των αιτητών ύψους €50.000,
- Η πιο πάνω μονομερής αίτηση και το διάταγμα αναστολής επιδόθηκε στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνει τη Δ.35, κ.κ. 18 και 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίοι προνοούν τα ακόλουθα: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.
- Wherever under these rules an application may be made either to Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below.» Σε μετάφραση: «
- Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
- Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Η ως άνω νομική βάση καλύπτει το αίτημα και επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος ένστασης των καθ' ων η αίτηση ότι δηλαδή η αίτηση στερείται νομικού υποβάθρου και/ή η νομική της βάση πάσχει, χωρίς να προτείνεται τι έχει παραληφθεί που θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί ως νομική βάση, παραμένει αόριστος και ανεπαρκής λόγος και επομένως δεν γίνεται αποδεκτός. Επιδιώκεται η αναστολή διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Η περίπτωση είναι γεγονός ότι δεν είναι η συνηθισμένη όπου διατάσσεται με περεμπίπτον διάταγμα η διαφύλαξη ενός περιουσιακού στοιχείου (κινητού ή ακινήτου). Η υπόθεση Penderhil Holdings Limited κ.ά. ν. Ιωάννη Κλουκίνα κ.ά.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921, την οποία επικαλούνται και οι δύο πλευρές προς υποστήριξη των θέσεων τους, είναι καθοδηγητική επί του θέματος και δεν αποκλείει ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος μέχρι την ακρόαση της εφέσεως που καταχωρίστηκε εναντίον της έκδοσης του. Στην ως άνω απόφαση Penderhil που αφορούσε παρόμοιο αίτημα, αποφασίστηκε ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής άλλες αρχές από τις καθιερωμένες από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης, επισημαίνοντας ότι η φύση της υπό έφεση απόφασης (διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal) είναι τέτοια που καθιστά πιο εύκολη την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Περαιτέρω στην ίδια ως άνω απόφαση Penderhill λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Με βάση τη νομολογία που ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη (βλ. μεταξύ άλλων Katarina Shipping Inc. v. The Cargo on Board the Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 355, Essex Overseas Trade Services Ltd v. Legend Shipping Co. Ltd. a.o.
(1981)1 C.L.R. 263, "Phoenix" Greek General Insurance Co. S.A. v. Al Khalaf Exhibition
(1981)1 C.L.R. 673, Μavrochanna a.o. v. Μichael
(1984)1 C.L.R. 760, Αristidou v. Αristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Ε.Y.R.I.K. a.o. v. Κotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, A.B.P. Holdings Ltd. κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Aρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Θωμά v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 797 και Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης (αρ. 1)
(2002)1 Α.Α.Δ. 195) το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης: (α) Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεση του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας τους. (β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του». Περαιτέρω ότι: «Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας. (Bλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, πιο πάνω). Στην υπόθεση Ιωσηφάκη v. Αριστοδήμου, πιο πάνω σελ. 288, ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Πικής διατύπωσε τους πιο κάνω παράγοντες ως εξής»: «Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτο, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου και την παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι δυο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντας της δικαιοσύνης». Η νομολογία μας συγκλίνει σε ένα σημείο για να γείρει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν πρέπει να στερείται της αποτελεσματικότητας του, πρέπει σύμφωνα με αυτή να αποδεικνύεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων (βλ. Χ'' Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others,
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Σε σχέση με το ζήτημα αυτό η κυπριακή νομολογία βρίσκεται σε πλήρη σύμπλευση με την αγγλική νομολογία, αφού, και στην αγγλική υπόθεση Shaw v. Holland,
(1900)2 Ch. 305, που αφορούσε την Δ.58 θ.16 των παλιών Αγγλικών Θεσμών που είναι η αντίστοιχη της Δ.35 θ.18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποφασίστηκε ότι, αναστολή εκτέλεσης διατάγματος για ένορκη αποκάλυψη πληροφοριών εκκρεμούσης έφεσης μπορεί να διαταχθεί μόνο κάτω από πολύ ειδικές περιστάσεις. Ειδικότερα, η ύπαρξη βλάβης, μπορεί να καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, αλλά ως τέτοια, πρέπει να αποδεικνύεται μέσω επαρκών λεπτομερειών από τον αιτητή, που επιζητεί την αναστολή εκτελέσεως δικαστικής απόφασης επειδή εκκρεμεί έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. Εάν η βλάβη δεν αποδεικνύεται τότε δεν αποδεικνύονται παράλληλα και οι εξαιρετικές περιστάσεις και ως εκ τούτου αιτήσεις, ως η παρούσα, είναι καταδικασμένες σε απόρριψη. H ως άνω απόφαση Penderhill, όπως είναι αυτονόητο, αλλά και όπως ορίζεται και στην ίδια την απόφαση, δεν αποτελεί άκαμπτο κανόνα από τον οποίον δεν χωρεί καμία παρέκκλιση. Αυτό προκύπτει και από ανάγνωση αποσπάσματος της απόφασης στη σελ. 10 αυτής, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω προκύπτει ότι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Οι αιτητές διατείνονται ότι εάν δεν δοθεί η αναστολή και οι αιτητές υποχρεωθούν να αποκαλύψουν τις πληροφορίες που διατάχθηκαν να δώσουν με την απόφαση που έχει εφεσιβληθεί, τότε η έφεση τους καθίσταται άνευ αντικειμένου. Η εκτέλεση του διατάγματος θα δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις, ενώ αντίθετα με την αναστολή του διατάγματος η βλάβη των καθ' ων η αίτηση είναι πολύ περιορισμένη και μάλλον τυπική και θεωρητική αφού δεν έχει εκδοθεί οιονδήποτε διάταγμα παγοποίησης το οποίο να αφορά τα περιουσιακά στοιχεία των ίδιων των εναγομένων/ αιτητών 2,3 και 4 τα οποία να καλούνται να αποκαλύψουν. Ως εκ τούτου, εισηγούνται ότι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την οριστικοποίηση του διατάγματος δεν μπορεί να ευσταθεί. Από την άλλη, όπως εισηγούνται, οι λόγοι που υποστηρίζουν την έφεση δεν μπορεί να λεχθεί εκ προοιμίου ότι είναι αβάσιμοι. Η πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να αποκλειστεί και έτσι θα πρέπει να ληφθεί και αυτός ο παράγων υπόψη για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Εκείνο δε που θα συμβεί αν οριστικοποιηθεί το διάταγμα θα είναι κάποιου βαθμού καθυστέρηση στην εξασφάλιση των στοιχείων των περιουσιακών τους στοιχείων άνω των €5.000,00, από την άλλη αν η αίτηση απορριφθεί και οι αιτητές υποχρεωθούν (γιατί διαφορετικά θα βρίσκονται σε παρακοή διατάγματος), να δώσουν τα στοιχεία που διατάχθηκαν, τότε τυχόν επιτυχία της έφεσης τους θα είναι άνευ αντικειμένου. Κατά την άποψη μου ο λόγος ένστασης ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας δεν ευσταθεί, καθώς οι αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο συμφώνως των όσων διαλαμβάνονται και τους το επιτρέπουν ρητά οι Καν. 18 και 19 της Δ.35. Στην υπόθεση Αρ. Αγ. 579/2015 Ε.Δ. Λεμεσού η κα Ρ. Λιμνατίτου, (Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε), στη σελ. 7 ανάφερε τα ακόλουθα τα οποία κρίνονται σημαντικά και για τους σκοπούς της παρούσας και με τα οποία συμφωνώ: «Είναι σαφές ότι η απόφαση Penderhill δεν εισάγει πάγια αρχή δικαίου ότι σε σχέση με κάθε διάταγμα τύπου Norwich πρέπει να εκδίδεται και διάταγμα αναστολής εκκρεμούσης της έφεσης και όπως αναφέρθηκε στην απόφαση ¨προκύπτει ότι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου¨. Κατά συνέπεια η Αίτηση θα εξεταστεί στη βάση των αρχών της Δ.35 με βάση τα δικά της γεγονότα και όπως έχει νομολογηθεί μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να οδηγήσει ώστε η δεύτερη αρχή να υπερσκελίσει την πρώτη. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει θέματα που έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα και δεν θα υποκαταστήσει σε σχέση με την ουσία του διατάγματος το Εφετείο. Τα θέματα που έχουν τεθεί και αποφασιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο εκδίκασης της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα δεν μπορούν να αποτελούν και αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας». Είναι γεγονός ότι τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Penderhill ως προς το ότι ούτε και εκεί είχε εκδοθεί διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Η ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων από τις οποίες προκύπτει ότι έχει καθιερωθεί ως βασική αρχή όπως ακόμα και από την ως άνω υπόθεση Penderhill την οποία επικαλούνται και οι εδώ αιτητές ότι κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται στα δικά της περιστατικά[1]. Επιβάλλεται επομένως όπως προχωρήσω περαιτέρω την ανάλυση μου και επισημάνω τα διακριτά στοιχεία αυτής της υπόθεσης και κατά πόσο αυτά αποδεικνύουν την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραγνωριστούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά. Τον τρόπο και βαθμό εμπλοκής ενός εκάστου των εναγομένων σε αυτή, τις παραστάσεις που είχαν γίνει προς τους ενάγοντες για να επενδύσουν χρήματα τους στην εναγομένη 1, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στην απόφαση μου της 15.11.2018 στις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επανέλθω στα πλαίσια της παρούσας και οι οποίες με είχαν οδηγήσει στην έκδοση του επίδικου εδώ διατάγματος. Η μη έκδοση, επαναλαμβάνω, διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 2,3 και 4 τα οποία εξάλλου είναι άγνωστα στους ενάγοντες και για τούτο επιζητείται η αποκάλυψη τους, δεν μπορεί να παρέχει έρεισμα για την μη συνέχιση ισχύος του υπό αναφορά διατάγματος αποκάλυψης. Το Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας, επιλέγει πως θα δράσει κατόπιν εξισορρόπησης 2 γραμμών. Από τη μια, ο διάδικος που έχει πετύχει στην υπόθεση του (οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα περίπτωση) να μην στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του χωρίς ουσιαστικό λόγο και από την άλλη η έφεση που έχει καταχωρηθεί (των εδώ αιτητών) να μην αποστερείται της αποτελεσματικότητας της. Όπως όμως καθορίζει η ανωτέρω Νομολογία (βλ. Χ'' Ευαγγέλου ανωτέρω) για να γείρει η πλάστιγγα υπέρ του ένδικου μέσου της εφέσεως πρέπει να αποδεικνύονται εξαιρετικές περιστάσεις. Το κριτήριο επομένως που έθεσαν οι αιτητές, της ύπαρξης δηλαδή διατάγματος παγοποίησης στο οποίο επικουρικά θα συνδράμει το διάταγμα αποκάλυψης, δεν είναι το μόνο ή έστω το καθοριστικό. Μελέτη της ένορκης δήλωσης του κ. Παντελή δεν αναδεικνύει οποιανδήποτε εξαιρετική περίσταση με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση, δηλαδή δεν καταδεικνύει κανένα γεγονός εξαιρετικό, η ύπαρξη του οποίου να οδηγεί το Δικαστήριο στην οριστικοποίηση του εκδομένου διατάγματος. Είναι ξεκάθαρο από την ανωτέρω νομολογία ότι η ύπαρξη βλάβης για την πλευρά των εδώ αιτητών μπορεί να καταδείξει εξαιρετική περίσταση, ικανή να οδηγήσει στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Όμως, η επίκληση βλάβης δεν μπορεί να είναι γενική και αόριστη από τους αιτητές. Αντίθετα πρέπει να είναι συγκεκριμένη, να δίδονται σαφείς και επαρκείς λεπτομέρειες για αυτήν και να προσφέρεται από αυτόν που την επικαλείται συμπαγής και ανθεκτική μαρτυρία υπέρ της εν λόγω θέσης. Καμία τέτοια μαρτυρία δεν έχει δοθεί μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης του κ. Παντελή. Υπάρχουν κατά την αντίληψη μου γενικόλογοι και αόριστοι ισχυρισμοί ότι θα υποστούν ζημιά οι αιτητές εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αλλά ποια είναι αυτή η ζημιά δεν αναφέρουν. Ο δε ισχυρισμός περί μη πρόκλησης βλάβης στην άλλη πλευρά δεν αρκεί. Από την άλλη το γεγονός επιτυχίας ή όχι στην έφεση που έχει καταχωρηθεί, πρέπει και αυτό να καταδειχθεί από τους ίδιους τους αιτητές. Εδώ οι αιτητές, περιορίζονται στο να αναφέρουν μέσω της Ε/Δ Παντελή ότι θεωρούν ότι η έφεση τους έχει πιθανότητες επιτυχίας και προς τούτο παραπέμπουν στους λόγους έφεσης αντίγραφο της οποίας επισυνάπτουν ως τεκμήριο δίχως τίποτε άλλο. Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι αιτητές είναι επιφορτισμένοι με το βάρος να αποδείξουν οι ίδιοι ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί θα έπρεπε να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία την οποίαν να μπορεί να χρησιμοποιήσει ως έρεισμα το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος τους. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως συμβαίνει εδώ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν δίδεται για τον ισχυρισμό ότι η έφεση έχει πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμη, όμως και εάν, για σκοπούς συζήτησης, γινόταν δεκτό ότι υπάρχουν ή έχουν αποδειχτεί πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, τότε τα πρωτοβάθμια δικαστήρια έχουν δείξει τον δρόμο δια μέσου του οποίου άτομα τα οποία βρίσκονται στη θέση των αιτητών, να νιώθουν ασφαλείς, ότι δηλαδή τα στοιχεία των περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία αφορά το υπό αναφορά διάταγμα, δεν θα χρησιμοποιηθούν για αλλότριους σκοπούς και/ή δεν θα χρησιμοποιηθούν γενικότερα πέραν των σκοπών της παρούσας υπόθεσης ή διαφοράς. Το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση έχει τη δυνατότητα να διατάξει ανάλογα έτσι που διασκεδάζονται οι οποιοιδήποτε φόβοι εκ μέρους των αιτητών περί πρόκλησης ζημιάς σε αυτούς από την τυχόν αποκάλυψη τους. Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης και τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του προσωρινά εκδοθέντος διατάγματος. Επομένως η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας γέρνει υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος της 28.11.2018 και στην απόρριψη της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης με το υπ' αριθμό 2 διάταγμα, όπως αυτό εκδόθηκε στις 15.11.2018, παρατείνεται για περαιτέρω 10 ημέρες από σήμερα. Τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκαλυφθούν δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο στα πλαίσια και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και διαφοράς. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι αυτά επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. [1] Η εν λόγω γραμμή των πρωτόδικων Δικαστηρίων παρέμεινε ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης Oneworld Ltd v. OJSC Bank of Moscow, Πολιτική Έφεση Ε. 32/15, απόφαση ημερομηνίας 02/02/20/16.Βλ. ενδεικτικά αγωγή αρ. 5204/14 Ε.Δ. Λ/σου, απόφαση ημ/νιας 23/09/2016, αγωγή αρ. 579/15, απόφαση ημ/νιας 03/03/2017, αίτηση αρ. 479/16, απόφαση ημ/νιας 31/07/17 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο