VANORA INDUSTRIES LTD ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 400/2018, 18/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 400/2018 Μεταξύ: VANORA INDUSTRIES LTD Ενάγουσας και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 20/04/2018 Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κα Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση: κ. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η ενάγουσα - αιτήτρια με την παρούσα αίτηση, επιζητεί, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: α) να απαιτεί την κάλυψη της κατ' ισχυρισμό υπέρβασης του τρεχουμένου λογαριασμού που παραχωρήθηκε σ' αυτήν από την καθ' ης η αίτηση, β) να τερματίσει τον πιο πάνω λογαριασμό, γ) να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης των υποθηκών με αρ. Υχχχ/90 και Υχχχ/00 και τέλος δ) να κοινοποιεί στοιχεία της ενάγουσας και των εγγυητών αυτής στο σύστημα Άρτεμις μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
- Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στην Δ.48 θ1-4, 7 και 8 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας κ. χχχ Najera. Αναφέρεται ότι η αιτήτρια συνεργαζόταν με την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η τράπεζα) για αρκετά χρόνια και δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης. Οι διάδικοι σε διάφορες ημερομηνίες κατάρτισαν συμφωνίες με τις οποίες η τράπεζα παρείχε στην αιτήτρια πιστωτικές διευκολύνσεις και ειδικότερα η τελευταία διατηρούσε τρεχούμενους λογαριασμούς [βλ. Τεκ. 1, 2(α)(β) και (γ)]. Κατά την 27.05.09 κατόπιν σχετικής συμφωνίας αυξήθηκε το όριο τρεχούμενου λογαριασμού της αιτήτριας από €239.204,20 σε €290.000 [βλ. Τεκ. 3(α)]. Ισχυρίζεται ότι του παρουσίασαν ότι αύξηση του ορίου θα γινόταν με τους ίδιους όρους και το συνολικό επιτόκιο θα παρέμενε το ίδιο και δεν θα διαφοροποιείτο. Όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ήταν στα ελληνικά και βασιζόταν σε αυτά που του ανάφεραν οι υπάλληλοι της τράπεζας αφού ο ίδιος δυσκολεύεται να διαβάσει την ελληνική γλώσσα. Ακολούθως η χορήγηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων επανεγκρίθηκε την 06.09.2010 [βλ. Τεκ. 3(β)] ως επίσης κατόπιν σχετικού αιτήματος συνομολογήθηκαν συμφωνίες ενοικιαγοράς. Επισημαίνει ότι από το 2011 υπήρχε πτώση των εσόδων της εταιρείας με αποκορύφωμα το 2013 λόγω της οικονομικής κρίσης. Παρά ταύτα, η αιτήτρια κάλυπτε οποιαδήποτε ισχυριζόμενη υπέρβαση ώστε ο λογαριασμός της να λειτουργεί μέσα στο όριο. Ακολούθως την 24.05.12, κατόπιν σχετικού αιτήματος, το όριο αυξήθηκε από €290.000 σε €330.000 [βλ. Τεκ. 3(γ)]. Η τράπεζα επέβαλε χρέωση 2% τόκο υπερημερίας για όλη τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής αύξησης. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι θα έπρεπε να παρουσιάσει ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις πλην όμως ουδέποτε του επεξηγήθηκε παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι δεν μπορούσε να διαβάσει τη συμφωνία ενόψει του γεγονότος ότι ήταν συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Έτσι από την 01.10.12 η τράπεζα χρέωνε τον λογαριασμό με επιπλέον 3% τόκο καθότι η αιτήτρια δεν είχε παραδώσει τους λογαριασμούς που περιγράφονται πιο πάνω. Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε για το πιο πάνω γεγονός [βλ. Τεκ. 4 και 5)] και επακολούθησε σχετική αλληλογραφία [βλ. Τεκ. 6 και 7)]. Η τράπεζα τον Ιούνιο του 2015 χρέωσε τον λογαριασμό με τους τόκους του τριμήνου με αποτέλεσμα να υπάρξει υπέρβαση του λογαριασμού ύψους €4.987,
- Η αιτήτρια αρχικά αρνήθηκε να καλύψει την υπέρβαση. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι η τράπεζα απέστειλε επιστολή με την οποία γνωστοποιούσε ότι θα προχωρούσε με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και κοινοποίηση των στοιχείων τους στο σύστημα Άρτεμις, η αιτήτρια κάλυψε την πιο πάνω υπέρβαση (βλ. Τεκ. 8). Η αιτήτρια συνέχιζε να διαμαρτύρεται και έτσι αρχικά η τράπεζα συμφώνησε να πιστώσει, στο λογαριασμό, το ποσό των €10.000 και ακολούθως πρότεινε να τον πιστώσει με επιπλέον ποσά (βλ. Τεκ. 9 και 10). Η αιτήτρια όμως είχε πλέον χάσει την εμπιστοσύνη της στην τράπεζα και έτσι απευθύνθηκε στον ορκωτό ελεγκτή κ. χχχ Τάλλη, ο οποίος την ενημέρωσε ότι από μελέτη που διενήργησε, ο πιο πάνω λογαριασμός μέχρι την 31.12.16 υπερχρεώθηκε με το ποσό των €116.742,34 και ότι το πραγματικό υπόλοιπο μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία ανέρχεται σε €178.123,58 αντί των €294.865,91 [βλ. Τεκ. 11(α)]. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχθηκε την πρόταση της τράπεζας. Ακολούθως την 31.12.17 η τράπεζα χρέωσε τον πιο πάνω λογαριασμό με τους τόκους του τριμήνου με αποτέλεσμα να υπάρξει υπέρβαση στο λογαριασμό ύψους €5.013,
- Επισημαίνει ότι η αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει το πιο πάνω ποσό και έτοιμη να το πράξει, νοουμένου ότι η Τράπεζα θα αφαιρούσε τις υπερχρεώσεις (βλ. Τεκ. 12 και 13). Η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 29.01.18 την καλούσε, μεταξύ άλλων, να προβεί σε αναδιάρθρωση εντός 120 ημερών διαφορετικά θα προχωρούσε με τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων (βλ. Τεκ. 14). Στη συνέχεια επακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων (βλ. Τεκ. 15, 16 και 17). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ότι στην πραγματικότητα δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπέρβαση και το ποσό που περιγράφεται πιο πάνω είναι αποτέλεσμα των υπερχρεώσεων που επέβαλε η τράπεζα. Επισημαίνει ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση την εκτιμήση του Κτηματολογίου ανέρχεται στο ποσό των €987.700 (βλ. Τεκ. 19) ενώ η τράπεζα ως αναφέρει «. απειλεί με εκποίηση. λόγω της ισχυριζόμενης και υπό αμφισβήτηση υπέρβασης για μόλις €5.013,28.». Ενόψει των πιο πάνω αλλά και του γεγονότος ότι η τράπεζα κοινοποίησε στοιχεία στο σύστημα Άρτεμις η αιτήτρια, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη τράπεζα παρά το γεγονός ότι τους επεξηγήθηκε ότι η υπέρβαση ήταν υπό αμφισβήτηση. Επισημαίνει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου και στην περίπτωση που το πραγματικό υπόλοιπο κατά την 31.12.16 ανέρχεται σε €178.123,58 τότε καμία υπέρβαση δεν υφίσταται και έτσι η τράπεζα δεν νομιμοποιείται να τερματίσει, τη λειτουργία του λογαριασμού, να απαιτεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού, να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκών και να κοινοποιεί σχετικά στοιχεία στο πιο πάνω σύστημα.
- Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας, ως αναφέρεται, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Περαιτέρω δε στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η τράπεζα θα βρεθεί σε αμηχανία και δεν θα μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της και ειδικότερα να κοινοποιεί, ως οφείλει με βάση τον Νόμο, στο σύστημα Άρτεμις τα στοιχεία των πελατών της, οι λογαριασμοί των οποίων παρουσιάζουν καθυστερήσεις ή/και υπερβάσεις. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. χχχ Αδάμου, υπαλλήλου της τράπεζας. Αναγνωρίζει ότι πράγματι παραχωρήθηκε στην αιτήτρια τρεχούμενος λογαριασμός με όριο και κατόπιν απαίτησης της τελευταίας, το όριο τον Μάϊο του 2012 αυξήθηκε σε €330.000 το οποίο επανήλθε στις €290.000 την 01.12.
- Για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων η αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. Υχχχ/90 και Υχχχ/00 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 1 και 2 της ένστασης). Η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε ότι η αιτήτρια είχε υποχρέωση να παρουσιάσει τους εξελεγμένους λογαριασμούς και αν δεν το έπραττε το επιτόκιο θα αυξανόταν σε ποσοστό 0.5% μέχρι την παρουσίαση τους. Δεν το έπραξε και έτσι ενεργοποιήθηκε η σχετική πρόνοια της συμφωνίας. Προβάλλεται ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπερχρέωση στον επίδικο λογαριασμό. Επισημαίνει ότι στην ελληνική γλώσσα καταρτίστηκαν όχι μόνο οι επίδικες συμφωνίες αλλά και οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας, τις οποίες μάλιστα υπογράφει ο διευθυντής της. Έτσι ως αναφέρει ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούσε να κατανοήσει τα έγγραφα που υπέγραφε και ότι στηριζόταν στις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της τράπεζας είναι τουλάχιστον αβάσιμος. Αναγνωρίζει ότι η τράπεζα, με καλή πίστη και ευελπιστώντας στη συνέχιση της συνεργασίας της, προχώρησε στη διαγραφή και επιστροφή κάποιων ποσών στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις ότι η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν και ότι θα μετέφερε σε αυτήν καταθέσεις που είχε σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η αιτήτρια με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 07.12.15 πρότεινε την μετατροπή του ποσού των €140.000 του τρεχούμενου λογαριασμού σε δάνειο τακτής προθεσμίας το οποίο θα εξοφλείτο παράλληλα με την καταβολή των δόσεων για τον τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. Τεκ. 3). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €309.950,33 και υπέρβαση ύψους €19.950,33 (βλ. Τεκ. 4 της ένστασης). Έτσι η τράπεζα, με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας αλλά και των επιτακτικών οδηγιών της κεντρικής τράπεζας, απέστειλε επιστολές και εισήγαγε το όνομα και στοιχεία της αιτήτριας στο διατραπεζικό σύστημα Άρτεμις. Προβάλλεται ότι η αιτήτρια παραδέχεται ότι οφείλει στην τράπεζα το ποσό των €178.123,
- Ακόμη και στην περίπτωση που υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, πράγμα που δεν συμβαίνει, δεν τέθηκε από την αιτήτρια οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα να την αποζημιώσει. Αντιθέτως ως προβάλλει, η τράπεζα διαθέτει επαρκή αποθέματα και μπορεί να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις ακόμη και στην περίπτωση που διαφανεί στο τέλος της διαδικασίας ότι η αιτήτρια υπέστηκε οποιεσδήποτε ζημιές.
- Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος μεταξύ άλλων επισήμανε ότι η συμπεριφορά του αιτητή οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης και επίσης με τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποφασίζεται η ουσία της αγωγής. Περαιτέρω, ως ανέφερε, δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στην περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην τράπεζα να κοινοποιεί στοιχεία στο διατραπεζικό σύστημα Άρτεμις, η τελευταία θα παραβιάσει τις νομοθετικές της υποχρεώσεις όπως καθορίζονται στο άρθρο 28(δ) του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66
(1)/97) αλλά και την σχετική οδηγία της κεντρικής τράπεζας του 2015 με τον τίτλο «περί του ορισμού λειτουργίας συστήματος ή μηχανισμού ανταλλαγής, συγκέντρωσης και παροχής δεδομένων». Έτσι στην περίπτωση που εκδοθεί το συγκεκριμένο διάταγμα η τράπεζα θα βρεθεί σε αμηχανία αφού αν δεν συμμορφωθεί θα βρεθεί αντιμέτωπη με αίτηση παρακοής διατάγματος ενώ αν συμμορφωθεί με αυτό θα βρεθεί αντιμέτωπη με ποινική δίωξη λαμβανομένου υπόψη των προνοιών του άρθρου 43 του Νόμου αλλά και με διοικητικές κυρώσεις. 5. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 6.1 Η ενάγουσα αιτήτρια με την αγωγή της αξιώνει, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των συμφωνιών με τις οποίες παραχωρήθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγομένη να επαναυπολογίσει το υπόλοιπο, το επιτόκιο, ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπέρβαση, ότι οι συγκεκριμένες ρήτρες είναι καταχρηστικές, ως επίσης και διάταγμα ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι €178.123,58 πλέον τόκους αφαιρουμένων των ποσών που καταβλήθηκαν. Περαιτέρω αξιώνει και το ποσό των €116.742,34 το οποίο αντιπροσωπεύει τις κατ΄ ισχυρισμό υπερχρεώσεις της τράπεζας, για το οποίο δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι καταβλήθηκε από την ενάγουσα. 6.2 Με την παρούσα αίτηση επιζητείται, μεταξύ άλλων, η έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη να κοινοποιεί στοιχεία της ενάγουσας και των εγγυητών αυτής στο σύστημα Άρτεμις. Το άρθρο 28(Δ)
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66
(1)/97) ρητά προνοεί ότι όλα τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούται να συμμετέχουν και να παρέχουν δεδομένα στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων Άρτεμις. Τα δεδομένα που παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων Άρτεμις καθορίζονται με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και περιλαμβάνουν στοιχεία για όλες τις χορηγήσεις του πελάτη, εξυπηρετούμενες ή μη (βλ. άρθρο 28(Δ)
(2)του πιο πάνω Νόμου). Ως εκ των πιο πάνω υφίσταται εκ του Νόμου υποχρέωση της τράπεζας να παρέχει τις πιο πάνω πληροφορίες και η παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσης συνιστά ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 43 του πιο πάνω Νόμου. Εκείνο δε που επιζητείται είναι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναιρεί τις εκ του Νόμου επιτακτικές υποχρεώσεις της τράπεζας όπως με λεπτομέρεια έχουν καθοριστεί πιο πάνω, πράγμα ανεπίτρεπτο υπό τις περιστάσεις. Συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. (Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Αίτ. 150/18 ημερ. 29.11.2018). 6.3 Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του. Έτσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 6.4 Ακολούθως θα εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις όπως έχουν τεθεί πιο πάνω. Προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση ότι κατόπιν σχετικών συμφωνιών η τράπεζα παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην αιτήτρια με την μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο. Οι πιο πάνω συμφωνίες ημερομηνίας 23.5.2002 (βλ. Τεκ.2(α)), 5.8.2005 (βλ. Τεκ.2(γ)) και 27.5.2009 (βλ. Τεκ.3(α)) τις οποίες παρουσίασε η αιτήτρια, προνοούσαν μεταξύ άλλων ότι η τράπεζα δύναται να τερματίσει όποτε επιθυμεί τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση. Με τη τελευταία συμφωνία το όριο αυξήθηκε από €239.204 σε €290.000 και ως προβάλλει παρουσίασαν στον διευθυντή της αιτήτριας ότι η πιο πάνω αύξηση θα γινόταν με τους ίδιους όρους και το συνολικό επιτόκιο θα παρέμενε το ίδιο και δεν θα διαφοροποιείτο. Τα σχετικά έγγραφα ήταν στα Ελληνικά και ως ισχυρίζεται δυσκολεύεται να διαβάσει την Ελληνική γραφή. Η αιτήτρια συμφώνησε και υπέγραψε την πιο πάνω συμφωνία ημερ. 27/5/09 στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων. Οι προηγούμενες συμφωνίες όμως ρητά διαλάμβαναν ότι η Τράπεζα δύναται να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού οποτεδήποτε. Στη συνέχεια κατόπιν σχετικού αιτήματος το όριο του τρεχουμένου λογαριασμού αυξήθηκε από €290.000 σε €330.000 το οποίο επανήλθε στις €290.000 την 1.12.
- Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια εκείνο που επισύναψε είναι την επιστολή της τράπεζας με την οποία την πληροφορούσε ότι εγκρίθηκε το πιο πάνω αίτημα τους με τους όρους που αναγράφονται σ΄ αυτή (βλ. Τεκ.3(γ)). Με βάση την πιο πάνω, σε περίπτωση υπερβάσεων η πιστωτική διευκόλυνση θα επιβαρυνόταν επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας 3% και περαιτέρω μέχρι την 27.4.2012 θα έπρεπε να προσκομίσει ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις όχι παλαιότερες των 18 μηνών από την 24.5.
- Σε αντίθετη περίπτωση το επιτόκιο θα αυξανόταν κατά 0,5%. Η αιτήτρια προβάλλει ότι και πάλι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι στην Ελληνική γλώσσα και ουδέποτε επεξηγήθηκε στον διευθυντή αυτής ότι όφειλε να παρουσιάσει τους πιο πάνω λογαριασμούς. Αντιθέτως τον διαβεβαίωσαν ότι τα έγγραφα ήταν αναγκαία να υπογραφούν για να εγκριθεί το πιο πάνω ποσό και ότι σ΄ αυτά αναγράφονταν τα όσα του δήλωσαν προφορικά ότι και δεν υφίστατο λόγος ανησυχίας. Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. Υχχχ/90 και Υχχχ/00 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η τράπεζα από την 1.10.2012 χρέωνε τον λογαριασμό με επιπλέον 3% τόκο καθότι η αιτήτρια δεν παρέδωσε τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις που προνοούσε η συμφωνία. Η αιτήτρια σε κάποιο στάδιο απευθύνθηκε σε ορκωτό ελεγκτή ο οποίος μετά από μελέτη που διενήργησε διαπίστωσε ότι ο πιο πάνω λογαριασμός μέχρι την 31.12.2016 χρεώθηκε με το ποσό των €116.742, 34 και ότι το πραγματικό υπόλοιπο μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία ανέρχεται σε €178.123,58 αντί €294.865,
- Ακολούθως την 1.12.2017 η τράπεζα χρέωσε τον λογαριασμό με τους τόκους του τριμήνου με αποτέλεσμα να υπάρξει υπέρβαση ύψους €5.013,
- Η αιτήτρια, ως αναφέρει, παρά το γεγονός ότι έχει την δυνατότητα να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, αρνείται να το πράξει καθότι η Τράπεζα αρνείται να αφαιρέσει τις υπερχρεώσεις. Επίσης θεωρεί ότι δεν υφίσταται υπέρβαση ενόψει των πιο πάνω υπερχρεώσεων. Ακολούθως η τράπεζα απέστειλε επιστολή ημερ. 29.1.2018 και την καλούσε μεταξύ άλλων να προβεί σε αναδιάρθρωση εντός 120 ημερών διαφορετικά θα προχωρούσε με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητείται, μεταξύ άλλων, είναι ότι δεν υφίσταται υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό και γενικότερα αμφισβητείται το ποσό που θεωρείται ως οφειλόμενο ως επίσης και συγκεκριμένες πρόνοιες της συμφωνίας που σχετίζονται με την επιβολή τόκων όπως με λεπτομέρεια έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Και κάτι ακόμη σημαντικό. Δεν αμφισβητείται το κύρος των συμβάσεων υποθηκών που παραχώρησε η αιτήτρια στην τράπεζα. Όπως έχει νομολογηθεί η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλουριώτισσας 1997 1Γ Α.Α.Δ. 1771). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναγνωρίζεται ότι το πραγματικό υπόλοιπο κατά την 31.12.2016 ήταν €178.123,58 και μεταξύ των θεραπειών που επιζητείται με την αγωγή είναι η έκδοση σχετικού διατάγματος ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό αφαιρουμένων οποιωνδήποτε ποσών καταβλήθηκαν. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η αιτήτρια κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του πιο πάνω ποσού που αναγνωρίζει. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, τα όσα προβάλλει η αιτήτρια θα μπορούν να εξεταστούν και όταν η τράπεζα αποφασίσει να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και να αξιώσει το οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Κατ΄ εκείνο το στάδιο θα μπορεί να εξεταστεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο τερματισμός είναι νομότυπος υπό τις περιστάσεις και κατά πόσο οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Σε τέτοια περίπτωση το βάρος απόδειξης θα βρίσκεται στους ώμους της τράπεζας. Αντ' αυτού η αιτήτρια δικαιωματικά καταχώρισε την παρούσα αγωγή, επιζητώντας τις θεραπείες που περιγράφονται πιο πάνω και αξιώνοντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως περιγράφονται. Στην περίπτωση που αυτά εκδοθούν η τράπεζα δεν θα μπορεί να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και να απαιτήσει τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν οφείλονται ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταται υπέρβαση. Το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό θα παραμείνει οφειλόμενο και η τράπεζα δεν θα είναι σε θέση να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για την είσπραξη του μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
- Στη συνέχεια για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι είναι αδήριτη ανάγκη να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί σε αντίθετη περίπτωση λόγω της έλλειψης χρηματοδότησης θα οδηγηθούν στην οικονομική καταστροφή αφού θα απωλέσουν πελάτες, φήμη και αξιοπιστία στην αγορά. Τα όσα σχετικά περί τούτου αναφέρει πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται ακόμη και στο στάδιο αυτό, γεγονότα που να δικαιολογούν το πιο πάνω συμπέρασμα του. Ανεξάρτητα όμως με τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη επισημανθεί η ίδια η αιτήτρια αναγνωρίζει ότι το πραγματικό υπόλοιπο κατά την 31.12.2006 ανερχόταν στο ποσό των €178.123,
- Προβάλλει όμως ότι υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €116.724,
- Συνεπώς οι όποιες βλάβες υποστούν οι αιτητές. εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι χρηματικής φύσης. Περαιτέρω η αιτήτρια όταν παραχωρούσε προς όφελος της τράπεζας τις πιο πάνω υποθήκες γνώριζε ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων στην περίπτωση που δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της, θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση της ενάγουσας και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις.
- Στην προκείμενη περίπτωση για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η αιτήτρια παρέλειψε να παρουσιάσει στο στάδιο αυτό επαρκή μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων και καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
- Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο