← Κύπρος

Ηρακλέους κ.α. ν. Astrobank Limited, Αγωγή Αρ. 3027/2017, 6/2/2019

Ηρακλέους κ.α. ν. Astrobank Limited, Αγωγή Αρ. 3027/2017, 6/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3027/2017 Μεταξύ:

  1. XXXX Ηρακλέους, από τη Λεμεσό
  2. XXXX XXXX Ηρακλέους, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Astrobank Limited, από την Λευκωσία Εναγομένης ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 14.11.2018 Ημερ.: 6.2.2019 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Κ. Χατζηιωάννου για Karapatakis Pavlides LLC Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 26.10.
  3. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 15.2.
  4. Έκθεση Υπεράσπισης την 21.3.2018 και Απάντηση την 26.3.
  5. Την 28.6.2018 δόθηκαν οδηγίες για την καταχώριση Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων και για την κατάθεση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων με σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου. Η αγωγή παρέμεινε για έκδοση οδηγιών ως προς τη μαρτυρία την 31.10.
  6. Την 7.9.2018 καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής 148/2014 Ε.Δ. Λεμεσού αίτηση για συνένωση με την παρούσα. Ενάγουσα στην 148/2014 είναι η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και εναγόμενοι οι Ενάγοντες στην παρούσα. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ήταν η ονομασία της Εναγομένης μέχρι και την 30.3.
  7. Η παρούσα είχε παραμείνει για οδηγίες την 6.12.2018 αναμένοντας την έκδοση απόφασης στην αίτηση για συνένωση. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης με Συμφωνία Δανείου ημερ. 30.6.2010 η Εναγόμενη Τράπεζα παραχώρησε δάνειο ύψους Ελβ. Φρ. 4.110.000 στους Ενάγοντες. Με την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ΥXXXX/2010 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερ. 2.7.2010 ο Ενάγοντας 1 υποθήκευσε περιουσία του προς όφελος της Τράπεζας και προς εξασφάλιση του δανείου, για το ποσό των €1.650.000 πλέον τόκους. Η Συμφωνία Δανείου ημερ. 30.6.2010 αντικαταστάθηκε ή και τροποποιήθηκε με νέα Συμφωνία Δανείου ημερ. 12.6.2012 με την οποία το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου μετατράπηκε σε ευρώ. Με την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ΒΥXXXX/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερ. 15.6.2012 ο Ενάγοντας 1 υποθήκευσε την ίδια περιουσία του προς όφελος της Τράπεζας και προς εξασφάλιση του δανείου, για το ποσό των €1.875.000 πλέον τόκους. Την ίδια ημέρα και για τον ίδιο σκοπό ο Ενάγοντας 1 δήλωσε και την υποθήκη ΥXXXX/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για το ποσό των €700.000 πλέον τόκους. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η Συμφωνία Δανείου ημερ. 30.6.2010 είναι άκυρη ή ακυρώσιμη λόγω ασάφειας, γιατί παραβαίνει τη Νομοθεσία και τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας και λόγω απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και παράβασης θέσμιου καθήκοντος της Τράπεζας. Προσβάλλεται η Συμφωνία και για τους όρους της που αφορούν στον καθορισμό και τροποποίηση του επιτοκίου και ότι οι όροι της είναι παράνομοι, καταχρηστικοί και καταπιεστικοί. Παραπονούνται ακόμα οι Ενάγοντες ότι δεν τους επεξηγήθηκαν επαρκώς και λεπτομερώς οι κίνδυνοι και οι πιθανές επιπτώσεις από την επιλογή λήψης δανείου σε Ελβετικό Φράγκο. Και τούτο παρά το ότι δικογραφούν ότι την ίδια ημέρα υπόγραψαν δήλωση ότι τους είχε επεξηγηθεί το ρίσκο και η επικινδυνότητα που ενδέχετο να αντιμετώπιζαν ένεκα του ότι το δάνειο λήφθηκε σε Ελβετικό Φράγκο. Είναι η περαιτέρω θέση τους ότι ο επίδικος δανεισμός συνιστούσε επενδυτική δραστηριότητα και η Τράπεζα δεν είχε συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 (αρ.144(Ι)/2007). Οι ίδιες θέσεις προβάλλονται και σε σχέση με τη Συμφωνία ημερ. 12.6.2012, για την οποία προβάλλεται η περαιτέρω θέση ότι καταρτίστηκε συνεπεία εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης των Εναγόντων από την Τράπεζα που εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα της θέση εναντίον τους. Σε σχέση με τις υποθήκες δικογραφούν ότι εφόσον αυτές εκτελέστηκαν ως εξασφαλίσεις για το πιο πάνω δάνειο, η ακυρότητα των σχετικών συμφωνιών συμπαρασύρει και αυτές σε ακυρότητα. Προβάλλεται περαιτέρω ότι αυτές είναι άκυρες γιατί ο Ενάγοντας ουδέποτε τις εκτέλεσε ή εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να τις εκτελέσει εκ μέρους του και ότι τυχόν πληρεξούσιο έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε ήταν άκυρο ή ακυρώσιμο καθότι δεν υπογράφηκε από τον ίδιο και δεν πιστοποιήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Προβάλλεται ακόμα η θέση ότι η υποθήκη Υ7043/2010 δόθηκε και εξασφάλιζε μόνο τις υποχρεώσεις δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 30.6.
  8. Σημειώνεται ότι στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά και στην υποθήκη ΥXXXX/2012, ωστόσο, στο σώμα της αγωγής κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται σε σχέση με υποθήκη με τέτοιο αριθμό. Ως εκ τούτου η υποθήκη ΥXXXX/2012 δεν συνιστά επίδικο ζήτημα της αγωγής. Την 8.11.2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση εξαιτούμενοι διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκών ΥXXXX/2010, ΥXXXX/2012 και ΥXXXX/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως
  9. Η Αίτηση απορρίφθηκε με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 13.11.
  10. Με δεδομένο ότι ο πλειστηριασμός ήταν ορισμένος για την 7.3.2019 κρίθηκε ότι δεν είχε καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Την επομένη 14.11.2018 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση, με κλήση, με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνται την ίδια θεραπεία. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.11.2018 του Ενάγοντα
  11. Η Εναγόμενη καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 12 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.1.2019 του Μάριου Κυριάκου, υπαλλήλου της, συμβούλου πελατών στο υποκατάστημα της Τράπεζας στον Άγιο Ιωάννη στη Λεμεσό. Αναφέρει ο Ενάγοντας 1 ότι την 7.10.2017 ο ίδιος και η Ενάγουσα 2 παρέλαβαν επιστολή από την Τράπεζα στην οποία επισυναπτόταν Ειδοποίηση κατά τον τύπο «Θ», Ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι» και έγγραφο ημερ. 27.9.2017, τιτλοφορούμενο «Κατάσταση Λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους» σε σχέση με την υποθήκη ΥXXXX/2010 (ΑΗ 8). Την 15.10.2018 ο ίδιος και η Ενάγουσα 2 παρέλαβαν από δύο επιστολές ημερ. 4.10.2018 από την Τράπεζα. Στην πρώτη επισυναπτόταν Ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» και στη δεύτερη επισυναπτόταν Ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΒ» (ΑΗ 9). Οι πιο πάνω Ειδοποιήσεις αποστάληκαν δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως
  12. Τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας 1 σε σχέση με τις Ειδοποιήσεις που ο ίδιος και η Ενάγουσα 2 παρέλαβαν δεν είναι ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της διαδικασίας έφεσης όπως προνοείται στο Μέρος VIA των Νόμων. Αναφέρει ο Ενάγοντας 1 ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε σύντομα μετά την παραλαβή από τους Ενάγοντες της Ειδοποίησης κατά τον τύπο «Ι» και ότι ο λόγος της καταχώρισης ήταν το γεγονός της παραλαβής της Ειδοποίησης. Προδήλως η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε για να γίνει επίκληση της εκκρεμοδικίας της που σύμφωνα με τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 έως (Αρ.8) του 2015, δηλαδή πριν τις τροποποιήσεις που επέφερε ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, συνιστούσε λόγο έφεσης ενάντια σε ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ». Ο τροποποιητικός Νόμος επέφερε διάφορες αλλαγές στο Μέρος VIA των Νόμων. Μια σημαντική αλλαγή ήταν ότι η πρόνοια του άρθρου 44Γ

(3)(δ) που καθιστούσε ως λόγο έφεσης για τον παραμερισμό ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» την εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι» καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με πρόνοια που καθιστά ως λόγο έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Πρόδηλα, εννοείται διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση του ακινήτου ή των ακινήτων που αναφέρονται στην ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι». Η νέα πρόνοια δεν προσθέτει ουσιαστικά στα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, αφού ο ενυπόθηκος οφειλέτης προς όφελος του οποίου έχει εκδοθεί σχετικό παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα είναι κατοχυρωμένος ότι τα υπό αναφορά ακίνητα του δεν μπορούν να εκποιηθούν και δεν έχει την ανάγκη να εφεσιβάλει την ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» και να καταφύγει στη νέα πρόνοια του άρθρου 44Γ
(3)(δ) ως λόγο έφεσης. Εάν, παρά την ύπαρξη διατάγματος, η ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν εφεσιβληθεί και παραμεριστεί, θα παραμείνει ισχυρή και ίσως αυτό να έχει σημασία εάν στη συνέχεια ακυρωθεί το διάταγμα. Όμως, καθ' ον χρόνο υφίσταται διάταγμα που απαγορεύει την εκποίηση συγκεκριμένου ακινήτου, αυτό δεν μπορεί να εκποιηθεί, έστω και αν η σχετική ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν εφεσιβληθεί. Αυτό συνέβαινε και πριν την εισαγωγή της νέας πρόνοιας στους Νόμους. Επομένως, η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης που τροχιοδρομείται με την επίδοση ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» για τον παραμερισμό της οποίας ο νομοθέτης προνόησε το ένδικο μέσο της έφεσης και που πρέπει να καταχωριστεί εντός προθεσμίας 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, μπορεί και πάντα μπορούσε να εκτροχιαστεί ακόμα και χωρίς την καταχώριση έφεσης. Η διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσε να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός που έχει οριστεί είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ό,τι μπορεί να εκδοθεί είναι διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση οιασδήποτε υποθήκης που η αγωγή αφορά. Επαναλαμβάνεται ότι η υποθήκη ΥXXXX/2012 δεν συνιστά επίδικο ζήτημα της αγωγής και συνεπώς κανένα διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί σε σχέση με αυτή. Η ουσία δεν διαφοροποιείται αφού τέτοιο διάταγμα θα καθιστά οιονδήποτε πλειστηριασμό ανέφικτο. Ωστόσο, η υπό κρίση Αίτηση δεν είναι ασύνδετη με τις διατάξεις του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως
  1. Καταχωρίστηκε μετά που οι Ενάγοντες παρέλαβαν τις Ειδοποιήσεις κατά τον τύπο «ΙΑ» και κατά τον τύπο «ΙΒ». Προηγουμένως, και από την 26.10.2017 που καταχωρίστηκε η αγωγή δεν ένιωσαν την ανάγκη να αποταθούν στο Δικαστήριο για διατάγματα που να απαγορεύουν την εκποίηση των ακινήτων τους. Οι Ενάγοντες έχουν την 14.11.2018 καταχωρίσει την Έφεση 318/
  2. Οι Ειδοποιήσεις επιδόθηκαν την 15.10.2018 και η προθεσμία για την καταχώριση της εξέπνεε δύο ημέρες μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης που ορίστηκε για επίδοση 4.12.
  3. Ζήτημα κατάχρησης των διαδικασιών, όπως εγείρεται από την Τράπεζα, δεν υφίσταται. Μπορεί η διαδικασία της Έφεσης και η παρούσα Αίτηση να έχουν τον ίδιο απώτερο στόχο, όμως άλλη είναι η θεραπεία που επιζητείται με την Έφεση και άλλη με την παρούσα Αίτηση. Άλλωστε η εξασφάλιση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που προνοείται ως λόγος έφεσης στο Νόμο, προϋποθέτει την καταχώριση προς τούτο αίτησης σε σχετική αγωγή. Είναι αμφίβολο κατά πόσο η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος θα μπορούσε να επιδράσει στη διαδικασία της Έφεσης που οι Ενάγοντες καταχώρισαν. Άλλωστε κατά το χρόνο καταχώρισης της Έφεσης, αλλά και μετά που εξέπνευσε η προθεσμία για την καταχώριση της, τέτοιο διάταγμα δεν βρισκόταν σε ισχύ. Τέτοιο απαγορευτικό διάταγμα ενδεχομένως να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λόγος έφεσης για τον παραμερισμό των Ειδοποιήσεων κατά τον τύπο «ΙΑ», συνιστά όμως αυτοτελή θεραπεία. Άλλωστε στην Αίτηση περιλαμβάνονται και δύο υποθήκες (ΥXXXX/2012 και ΒΥXXXX/2012) που δεν εμπεριέχονται στις σχετικές Ειδοποιήσεις. Επομένως η σημασία της αναφοράς στις διαδικασίες του Μέρους VIA των Νόμων περιορίζεται στο γεγονός ότι επίκειται πλειστηριασμός για την πώληση του ακινήτου που οι υποθήκες ΥXXXX/2010 και ΒΥXXXX/2012 αφορούν. Η θέση των Εναγόντων ότι η Αίτηση τους είναι εμπρόθεσμη και η θέση της Τράπεζας ότι είναι εκπρόθεσμη είναι αμφότερες άκαιρες. Τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον διαφανεί πως η μη έκδοση των διαταγμάτων θα προξενήσει βλάβη στον ενάγοντα που θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποκατασταθεί στο μέλλον. Προβάλλεται από την Τράπεζα η θέση ότι δεν υπήρξε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων από πλευράς των Εναγόντων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην παρ.52 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 1 και διατυπώνεται η θέση ότι έγινε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ότι ο πλειστηριασμός θα λάμβανε χώρα την 15.11.
  1. Τέτοια ζητήματα δεν υφίστανται. Η Αίτηση καταχωρίστηκε με κλήση προς την Εναγομένη που είχε τη δυνατότητα να προβάλει το όποιο γεγονός θεωρούσε ουσιώδες προτού το Δικαστήριο αποφανθεί επί της Αιτήσεως. Ούτε και η αναφορά στην παρ.52 θα μπορούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τέθηκαν τα στοιχεία που αποκάλυπταν με σαφήνεια ότι ο πλειστηριασμός είναι προγραμματισμένος για την 7.3.
  2. Είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η αξίωση ότι οι Συμβάσεις Δανείου είναι άκυρες ή ακυρώσιμες και πως τούτο συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις υποθήκες που δηλώθηκαν προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου είναι σοβαρό ζήτημα για το Δικαστήριο να αποφανθεί. Σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας της αγωγής διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Σε σχέση με το επιτόκιο που επιβαλλόταν κατά καιρούς στο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αναφορά. Η διαπίστωση χρέωσης τόκων πέραν των συμβατικά ή και δια νόμου επιτρεπόμενων, θα είχε σημασία εάν η προβληθείσα θέση ήταν ότι το αρχικό δάνειο ή έστω σημαντικό μέρος του είχε αποπληρωθεί και η αξίωση της Τράπεζας εδραζόταν στους συσσωρευθέντες αντισυμβατικούς ή και παράνομους τόκους. Δεν είναι αυτή η περίπτωση. Στην περίπτωση που οι Συμφωνίες Δανείου ήταν κατά τη σύναψη τους έγκυρες η χρέωση επιτοκίου αντισυμβατικά ή παράνομα δεν θα τις καθιστούσε ακυρώσιμες, αλλά ο παράνομος ή αντισυμβατικός τόκος θα έπρεπε να διαγραφεί. Χρέος θα εξακολουθούσε να υφίσταται και οποιοδήποτε διάταγμα απαγόρευσης εκποίησης των υποθηκών θα συνιστούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στα δικαιώματα της Τράπεζας ως ενυπόθηκου δανειστή. Το ζήτημα είναι κατά πόσο καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα να διαφανεί ότι οι Συμφωνίες Δανείου είναι άκυρες ή ακυρώσιμες. Ο Ενάγοντας 1 προβάλλει στην Ένορκη του Δήλωση την εκδοχή των Εναγόντων για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι δύο Συμφωνίες καταρτίστηκαν. Κατά πόσο η εκδοχή αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα θα κριθεί κατά το στάδιο της εκδίκασης της αγωγής. Αναφέρει ο Ενάγοντας 1 ότι κατά τη σύναψη της Συμφωνίας ημερ. 30.6.2010 δεν επεξηγήθηκε στους Ενάγοντες το ρίσκο και η επικινδυνότητα της λήψης δανείου σε Ελβετικό Φράγκο. Ουσιαστικά διατείνεται ότι το περιεχόμενο της δήλωσης περί του αντιθέτου που οι Ενάγοντες υπόγραψαν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε σχέση με την προβαλλόμενη θέση ότι η Συμφωνία ημερ. 30.6.2010 είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στη βάση ότι ως επενδυτική δραστηριότητα θα έπρεπε να προταθεί από πρόσωπο που θα κατείχε την απαραίτητη, σύμφωνα με τη νομοθεσία, άδεια προβάλλεται η θέση ότι η Τράπεζα και οι υπαλλήλοι της δεν κατείχαν την απαραίτητη άδεια και δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο των προσώπων που ασχολούνται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Σε σχέση με την Συμφωνία ημερ. 12.6.2012, επικαλείται ο Ενάγοντας 1 ότι ετοιμάστηκε αυθαίρετα από την Τράπεζα και υπογράφηκε από τους Ενάγοντες υπό το καθεστώς απειλών για διακοπή των διευκολύνσεων, όπως και οι υποθήκες που δηλώθηκαν την περίοδο εκείνη. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι μέσα από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 αναδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στο διαπιστωθέν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και όταν το ζήτημα είναι κατά πόσο θα πρέπει να εμποδιστεί η εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου, η δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση, εδώ της Τράπεζας, να προσφέρει χρηματική αποζημίωση εάν η αγωγή επιτύχει και διαφανεί ότι το ακίνητο δεν θα έπρεπε να εκποιηθεί, δεν είναι καταλυτικής σημασίας. Και τούτο γιατί η ακίνητη ιδιοκτησία είναι μοναδική. Ιδιαίτερα όταν η γη δεν κατέχεται για σκοπούς εμπορίας, για παράδειγμα από μια εταιρεία ανάπτυξης γης, αλλά συνιστά περιουσία φυσικών προσώπων όπου, ενδεχομένως, να υπάρχουν και συναισθηματικοί δεσμοί. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για την κατοικία τους. Η δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση δεν θα αποκατασταθεί πλήρως εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους ενώ η ενυπόθηκη περιουσία του Ενάγοντα 1 θα έχει ήδη πωληθεί και περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου, έστω και αν ο Ενάγοντας 1 αποζημιωθεί από την Τράπεζα με την αξία της περιουσίας που εκποιήθηκε. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας διαπιστώνεται ότι αυτό κλίνει εμφαντικά υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία (βλ. Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227). Εάν εκδοθεί το διάταγμα και η αγωγή απορριφθεί η Τράπεζα θα μπορεί άμεσα να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκών. Η βλάβη της θα είναι περιορισμένη και θα προκύψει μόνο στην περίπτωση που υπάρξει τέτοια μείωση στις τιμές των ακινήτων ώστε το σύνολο των εξασφαλίσεων της να μη καλύπτει το χρέος των Εναγόντων. Εάν όμως δεν εκδοθεί το διάταγμα και η αγωγή επιτύχει ο Ενάγοντας 1 δεν θα μπορέσει να ανακτήσει την εκποιηθείσα περιουσία του. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η εκποίηση των υποθηκών ΥXXXX/2010 και ΒΥXXXX/2012 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η νομολογία δεν είναι σαφής ως προς το ζήτημα της εγγύησης σε περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα σε αίτηση δια κλήσεως. Ωστόσο, εφόσον τέτοιες αιτήσεις εκδικάζονται σε επίπεδο ισχυρισμών και τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται τελεσίδικα υφίστανται οι ανάλογοι κίνδυνοι για ζημιά στον καθ' ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση επιβάλλεται η διασφάλιση της Εναγομένης από τέτοιες ζημιές. Ο Ενάγοντας 1 να υπογράψει εγγύηση ύψους €300.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος αυτού άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.