← Κύπρος

Σε ότι αφορά την υπό διαχείριση εταιρεία PAVAR ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 253/2017, 18/1/2019

Σε ότι αφορά την υπό διαχείριση εταιρεία PAVAR ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 253/2017, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 253/2017 Σε ότι αφορά την υπό διαχείριση εταιρεία PAVAR ENTERPRISES LIMITED και Σε ότι αφορά τον περί Εταιρειών Νόμο ΚΕΦ. 113 και Σε ότι αφορά τους Διευθυντές και Γραμματέα της υπό διαχείριση εταιρείας PAVAR ENTERPRISES LIMITED ---------------------- Αίτηση από τον ... Χριστοδούλου - παραλήπτη και διαχειριστή της PAVAR ENTERPRISES LIMITED ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.1.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή: κα Χαραλάμπους, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Έφορο Εταιρειών: καμιά εμφάνιση Για καθ' ου η αίτηση 1: κα Κάττου, για κ. Μ. Μιχαήλ Για καθ' ου η αίτηση 2: καμιά εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής, με την υπό κρίση αίτηση ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απαλλαγή του αιτητή από την υποχρέωση να παραδώσει για εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών το αντίγραφο της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της υπό διαχείριση εταιρείας PAVAR ENTERPRISES LIMITED με αριθμό εγγραφής HE 133258 (στο εξής η «Εταιρεία»), και/ή Β. Οδηγίες και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η διαχείριση της Εταιρείας και η εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας συνεχισθούν χωρίς να απαιτείται η παράδοση για εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών του αντιγράφου της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο κ. ... Ιωάννου ως διευθυντής της Εταιρείας και ο κ. ... ... Κροκάτσης ως διευθυντής και γραμματέας της Εταιρείας, χωρίς εύλογη αιτία, παρέλειψαν να υποβάλουν στον Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία έκθεση περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας επαληθευμένη με ένορκη δήλωση. Δ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου όπως μην επιτραπεί η περαιτέρω παράταση της προθεσμίας υποβολής από τους διευθυντές και/ή γραμματέα της Εταιρείας στον Παραλήπτη - Διαχειριστή της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας και όπως η διαχείριση της Εταιρείας συνεχιστεί υπό το πρίσμα των προαναφερόμενων στην παράγραφο Α και/ή Β διαταγμάτων και/ή οδηγιών. Ε. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και πρόσφορη την παράταση της προθεσμίας υποβολής από τους διευθυντές και/ή γραμματέα της Εταιρείας στον Παραλήπτη - Διαχειριστή της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της Εταιρείας, διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ο κ. ... Ιωάννου και ο κ. ... ... Κροκάτσης υποβάλουν στον Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας την εν λόγω έκθεση περιουσιακής κατάστασης επαληθευμένη με ένορκη δήλωση εντός 7 ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος, και ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως σε περίπτωση που ο κ. ... Ιωάννου και/ή ο κ. ... ... Κροκάτσης παραλείψουν να συμμορφωθούν με το διάταγμα διατυπωμένο στην παράγραφο Ε πιο πάνω, καταβάλουν πρόστιμο των €85,00 για κάθε μέρα που συνεχίζεται η παράλειψη. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως ο κ. ... Ιωάννου και ο κ. ... ... Κροκάτσης παραδώσουν στον Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας όλα τα έγγραφα και του κοινοποιήσουν όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με την Εταιρεία και/ή τις εργασίες της Εταιρείας.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 209, 337, 340, 341 και 344 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Κανονισμούς 3, 4

(1)και
(6)(w) των περί Εταιρειών Κανονισμών, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 και Δ.64 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ... Χατζηκωνσταντή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση 1 και εκ των διευθυντών της υπό αναφορά εταιρείας, ... Ιωάννου. Αποτελείται από 4 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι ο Έφορος Εταιρειών, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας έχει εμφανιστεί. Το ίδιο ισχύει και για το καθ' ου η αίτηση 2, διευθυντή επίσης καθώς και γραμματέα της υπό αναφορά εταιρείας, ... ... Κροκάτση, με τη διαφορά ότι σ' αυτόν, η αίτηση δεν έχει επιδοθεί. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων του αιτητή. Να σημειωθεί ότι, κατά την ακρόαση της αίτησης, η ευπαίδευτη δικηγόρος που εμφανίστηκε για τον καθ' ου η αίτηση 1 περιορίστηκε στην εξής δήλωση: «Εμάς η θέση μας είναι ότι καλύπτεται αυτό που θέλουμε από την ένσταση και ένορκη δήλωση. Δεν έχει να προσθέσει κάτι άλλο ο συνάδελφος» Στη συνέχεια - και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο -, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Τα ακόλουθα θα πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένα: Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι διευθυντές της υπό αναφορά εταιρείας PAVAR ENTERPRISES LIMITED (στο εξής (στο εξής «εταιρεία»). Ο καθ' ου η αίτηση 2 είναι και γραμματέας της. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Γλάδστωνος στη Λεμεσό. Το ονομαστικό κεφάλαιό της είναι €17.000,00, διαιρημένο σε 10.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας €1,71, έκαστη και το εκδοθέν και πληρωθέν κεφάλαιό της €171,00, διαιρημένο σε 100 μετοχές, ονομαστικής αξίας €1,71, έκαστη. Την 1/11/2007, η εταιρεία, προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που της παρείχε και και/ή θα συνέχιζε να της παρέχει η Ελληνική Τράπεζα (στο εξής «Τράπεζα») εξέδωσε προς όφελός της ομόλογο επιβάρυνσης («στο εξής «Ομόλογο») με το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και όλη την περιουσία της κάθε μορφής και οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, παρούσα ή μελλοντική, συμπεριλαμβανομένων και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της. Το ποσό που εξασφαλίζεται με το Ομόλογο (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) - το οποίο γράφτηκε δεόντως στον Έφορο Εταιρειών - δεν υπερβαίνει το ποσό των €170.860,00 (£100.000,00). Δυνάμει των όρων 7 και 8 του Ομολόγου, σε περίπτωση που η εταιρεία παραλείψει να εκτελέσει οποιαδήποτε υποχρέωσή της δυνάμει του Ομολόγου, η τράπεζα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη της κρίση να διορίσει γραπτώς οποιοδήποτε πρόσωπο ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας της. Επειδή σε σχέση με δυο διευκολύνσεις που της είχε παραχωρήσει η τράπεζα παρέλειψε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της και κατέστη υπερήμερη, η τράπεζα, με την επιστολή της προς αυτή, ημερομηνίας 18/9/2012 (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) τερμάτισε τη λειτουργία των σχετικών λογαριασμών (παρατραβήγματος και δανείου, αντίστοιχα) και απαίτησε την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων, εντός 7 ημερών. Επειδή η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί, η τράπεζα, δυνάμει του όρου 8 του Ομολόγου, με την απόφασή της, ημερομηνίας 12/8/2014 (τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) διόρισε τον αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή, ολόκληρου του ενεργητικού και/ή ολόκληρης της επιχείρησης της εταιρείας και όλης της περιουσίας της για να ασκήσει όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες του παραλήπτη και διαχειριστή που παρέχονται από το Ομόλογο και/ή από οποιοδήποτε συναφή Νόμο ή έθιμο. Την ίδια μέρα, η τράπεζα ετοίμασε σχετική ειδοποίηση διορισμού παραλήπτη και διαχειριστή, η οποία, στις 3/9/2014 επιδόθηκε στην εταιρεία και συγκεκριμένα στο διευθυντή της - καθ' ου η αίτηση 2 (βλ. το τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του αιτητή, η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης με επισυνημμένη την ειδοποίηση). Ο διορισμός του αιτητή, ως παραλήπτη και διαχειριστή, στις 19/8/2014 γνωστοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών με το έντυπο ΗΕ35 (τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του αιτητή). Ο αιτητής, με την επιστολή του προς το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, ημερομηνίας 13/8/2014, η οποία επιδόθηκε και πάλι στον καθ' ου η αίτηση 2, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της εταιρείας (βλ. το τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του αιτητή, η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης με επισυνημμένη την επιστολή), μεταξύ άλλων παρακάλεσε να τον προμηθεύσουν άμεσα με κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, κατά την 12/8/2014, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστών και πιστωτών της εταιρείας. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους του διοικητικού συμβούλιου της εταιρείας, στην παραπάνω επιστολή του αιτητή, οι δικηγόροι του, με την επιστολή τους προς τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ημερομηνίας 5/3/2015 (τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του αιτητή), τους κάλεσαν όπως υπό την ιδιότητά τους ως διευθυντών της εταιρείας, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 7 ημερών, υποβάλουν την έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 340 του περί Εταιρειών Νόμου. Ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση στην παραπάνω επιστολή των δικηγόρων του αιτητή, ο οποίος, στις 18/1/2017 έλαβε την επιστολή του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 10 στη ένορκη του δήλωση), με την οποία του επισύρεται η προσοχή στις πρόνοιες του άρθρου 340
(1)(β) και (γ) και
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - για την υποχρέωση υποβολής περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Ο αιτητής, με την - χωρίς ημερομηνία - επιστολή του προς τον Έφορο Εταιρειών (τεκμήριο 11 στη ένορκη του δήλωση), αφού αναφέρει το λόγο για τον οποίο κατέστη αδύνατο να υποβληθεί περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας καθώς και το λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι η έκδοση δικαστικού διατάγματος που θα εξανάγκαζε τους διευθυντές της εταιρείας να την ετοιμάσουν δε θα βοηθούσε, καταληκτικά, εισηγείται στον Έφορο Εταιρειών να αποδεχθεί την υποβολή των ΗΕ 37, χωρίς την υποβολή της κατάστασης ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας. Όλα τα παραπάνω γεγονότα καθώς ήδη έχει αναφερθεί θα πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένα. Και τούτο, επειδή, στο σύνολό τους σχεδόν τεκμηριώνονται από αριθμό εγγράφων - τεκμηρίων στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι ο καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι αγνοεί και αρνείται όλα όσα αναφέρονται στην αίτηση, αφού δεν είναι και δεν ήταν υπεύθυνος για την υπό διαχείριση εταιρεία και κακώς του έχει επιδοθεί η αίτηση, με την ένορκη δήλωση στην οποία προέβη προς υποστήριξη της ένστασής του, ενώ από τη μια, ουδέν στοιχείο προσκομίζει και τίποτε δεν αναφέρει που να αναιρεί ή καταρρίπτει οποιοδήποτε από τα παραπάνω γεγονότα, από την άλλη, θα έλεγα πως, έστω έμμεσα, τα παραδέχεται. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα εξής: Αναφορικά με τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση (τα οποία επομένως δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αγνοεί και αρνείται) αναφέρει ότι ουδέποτε ασχολήθηκε προσωπικά ως διευθυντής της εταιρείας, ούτε κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα για να βοηθήσει τον αιτητή να παρουσιάσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας (παράγραφος 2). Ο μόνος και αποκλειστικά χειριζόμενος όλα τα θέματα που αφορούσαν τη λειτουργία της εταιρείας ήταν ο ... ... Κροκάτσης, ο οποίος κατείχε όλα τα έγγραφα και οτιδήποτε σχετικό που αφορούσε την εταιρεία και ο ίδιος ήταν ο χειριζόμενος οποιεσδήποτε δοσοληψίες με τράπεζες και άλλες αρχές (παράγραφος 3). Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται, το εν λόγω άτομο έχει εγκαταλείψει την Κύπρο και έχει μεταβεί στην Αγγλία σε άγνωστη στον ίδιο διεύθυνση και δεν έχει καμιά επικοινωνία μαζί του (παράγραφος 4). Ακολουθεί ότι ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του καθ' ου η αίτηση, επειδή το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο να την εκδικάσει. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου (στο εξής «Νόμος»): «Στον Νόμο αυτό εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά οι ακόλουθες εκφράσεις έχουν τις έννοιες που αποδίδονται στο Νόμο αυτό (δηλαδή):- ..... "το Δικαστήριο" χρησιμοποιούμενο σε σχέση με εταιρεία σημαίνει το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για τη διάλυση της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 209˙» Το άρθρο 209 του Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση.» (η υπογράμμιση είναι δική μου.) Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Και με δεδομένο ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας σε σχέση με την οποία καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση βρίσκεται στη Λεμεσό, κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την αίτηση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ακολουθεί ότι και ο 2ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι άλλοι δυο λόγοι ένστασης είναι συναφείς μεταξύ τους, επομένως, θα συνεξεταστούν. Με τον 3ο λόγο υποβάλλεται ότι ο καθ' ου η αίτηση, ποτέ δεν είχε και ούτε έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε έγγραφα, αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Με τον 4ο - και τελευταίο - λόγο υποβάλλεται ότι ο αποκλειστικά υπεύθυνος «και την υπό διαχείριση» εταιρεία, ήταν ο καθ' ου η αίτηση 2, με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση 1, σήμερα, δεν έχει καμιά επαφή. Παρατηρώ τα εξής: Και οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης - οι οποίοι ουσιαστικά επαναλαμβάνονται από τον καθ' ου η αίτηση και στην ένορκη του δήλωσή - είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, νομιμοποιητικό βάθρο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης από τον αιτητή αποτελεί το άρθρο 337 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει για το δικαίωμα του παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο - επομένως και σε Ομόλογο, όπως στην προκειμένη περίπτωση - να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες για οποιοδήποτε θέμα εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, οπότε, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει ανάλογες οδηγίες ή να εκδώσει ανάλογο, κατά περίπτωση, διάταγμα. Το άρθρο 340
(1)(α) του Νόμου διαλαμβάνει για την υποχρέωση του παραλήπτη ολόκληρης της περιουσίας εταιρείας (όπως είναι ο αιτητής στην υπό κρίση αίτηση), όπως αποστείλει αμέσως - μετά το διορισμό του - στην εταιρεία σχετική ειδοποίηση. Ακολούθως, το εδάφιο
(1)(β) του ίδιου άρθρου προνοεί ότι εντός 14 ημερών μετά τη λήψη της παραπάνω ειδοποίησης από την εταιρεία ή εντός μεγαλύτερης περιόδου που θα επιτραπεί από το Δικαστήριο ή τον παραλήπτη, θα πρέπει να ετοιμαστεί και υποβληθεί στον παραλήπτη, έκθεση της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, την οποία αυτός, δυνάμει του εδαφίου
(1)(γ)(i) του ίδιου άρθρου, θα πρέπει εντός δυο μηνών από τη λήψη της να παραδώσει για εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών και στο Δικαστήριο. Τέλος το άρθρο 341 του Νόμου διαλαμβάνει ότι η εν λόγω έκθεση πρέπει να υποβληθεί και επαληθευτεί με ένορκη δήλωση από ένα ή περισσότερους από τους διευθυντές της εταιρείας κατά την ημερομηνία διορισμού του παραλήπτη καθώς και από το γραμματέα της εταιρείας, κατά την ίδια ημερομηνία ή από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη συνέχεια, στις παραγράφους (α) μέχρι (δ) του εδαφίου
(2)του ίδιου, πάντοτε, άρθρου. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: Θεωρούμενα ως αληθή όσα υποβάλλει με τους υπό κρίση λόγους ένστασης ο καθ' ου η αίτηση - τα οποία επαναλαμβάνει και στην ένορκη του δήλωση - ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης, στο βαθμό τουλάχιστον που με αυτή, ο αιτητής ζητά διάταγμα με το οποίο να απαλλάσσεται της υποχρέωσης να παραδώσει στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή, την έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Απ' εκεί και πέρα και πάλι, ομολογώ πως δε θεωρώ πειστική την εξήγηση που δίδει ο καθ' ου η αίτηση, για τη δική του παράλειψη να ανταποκριθεί στις δυο επιστολές του αιτητή, με τις οποίες ζητούσε και από τον ίδιο την υποβολή έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Ο ίδιος - καθώς και ο καθ' ου η αίτηση 2 - κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αίτηση, ήταν διευθυντής της εταιρείας. Εάν ίσχυαν όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει ήταν το εξής: όταν οι δικηγόροι του αιτητή, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 5/3/2015 (τεκμήριο 9, ανωτέρω), αφού είχαν πληροφορήσει τόσο αυτόν όσο και τον καθ' ου η αίτηση 2 για το διορισμό του αιτητή ως παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας (στις 12/8/2014), ακολούθως ζητούσαν και από τους δυο, υπό την ιδιότητά τους ως διευθυντών της εταιρείας, όπως εντός 7 ημερών υποβάλουν έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 340 του Νόμου, με την υπόδειξη ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προέβαιναν στη λήψη νομικών μέτρων, ως οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου, για να επαναλάβω, εάν ίσχυαν όσα ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή του να συμμορφωθεί σε ό,τι του ζητήθηκε να κάνει, όφειλε να ενημερώσει σχετικά τον αιτητή από τότε και όχι να τα εγείρει ως λόγο ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, δυόμισι και πλέον χρόνια αργότερα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Παρότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι, εντούτοις υπάρχει συγκεκριμένος λόγος - δικαιοδοτικής φύσης - τον οποίο θεωρώ ότι καθηκόντως οφείλω να αναδείξω και στη βάση του να απορρίψω την αίτηση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών - ο οποίος περιλαμβάνεται στη νομική βάση υπό κρίση αίτησης -, οι κανονισμοί του Δικαστηρίου που θα είναι σε ισχύ σχετικά με πολιτικές αγωγές (δηλαδή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας) και η γενική πρακτική και διαδικασία στα Δικαστήρια, θα εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τις διαδικασίες που σχετίζονται με αιτήσεις που έχουν σχέση αυτοί οι κανονισμοί όσο είναι πρακτικό, εκτός αν ο Νόμος ή αυτοί οι κανονισμοί προνοούν διαφορετικά. Δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι δια κλήσεως και ούτε ο Νόμος μα ούτε και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί προνοούν διαφορετικά είναι σαφές, ότι σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση ισχύει η Δ.48 Θ.3, η οποία προνοεί ότι όπου μια αίτηση γίνεται δια κλήσεως, επίσημο αντίγραφό της θα πρέπει να επιδίδεται σ' όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση, όπως αναφέρεται και στον τίτλο της είναι αναφορικά με την εταιρεία, αλλά και με τους διευθυντές και γραμματέα της. Διευθυντές της είναι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και γραμματέας της, ο καθ' ου η αίτηση
  1. Ο λόγος της αίτησης - σύμφωνα με τα γεγονότα - έγκειται στο γεγονός, ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, μολονότι κλήθηκαν από τον αιτητή - υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας - να υποβάλουν - ως όφειλαν - έκθεση ως προς την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Εξ' ου και το γεγονός, ότι με το τρίτο αιτούμενο διάταγμα, ο αιτητής ζητά από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, υπό την ιδιότητά τους ως διευθυντών της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 και ως γραμματέας της εταιρείας, χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψαν να του υποβάλουν την προβλεπόμενη από το Νόμο, έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, επαληθευμένη με ένορκη δήλωση. Των παραπάνω λεχθέντων είναι φανερό, ότι και οι δυο καθ' ων είναι επηρεαζόμενα πρόσωπα, αλλά και αναγκαίοι διάδικοι, επομένως, σε εφαρμογή της Δ.48 Θ.3, η αίτηση θα έπρεπε να είχε επιδοθεί και στους δυο για να συμμετάσχουν στη σχετική διαδικασία και να ακουστούν προτού αποφασίσω επί της αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση, προφανώς, τίθεται θέμα παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Το τι έγινε στην παρούσα υπόθεση είναι το εξής: Παρότι η αίτηση αφορά και τους δυο καθ' ων η αίτηση και ο αιτητής - πολύ ορθά - την έστρεψε εναντίον και των δυο, εν τέλει την επέδωσε μόνο στον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος συμμετείχε κανονικά σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος δεν κλήθηκε για να συμμετάσχει και δε συμμετείχε καθόλου στη διαδικασία, τα δεδομένα έχουν ως εξής: Στις 6/7/2017 καταχωρήθηκε - χωρίς άδεια του Δικαστηρίου - συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον ιδιώτη επιδότη, ... Χατζηκωνσταντή σύμφωνα με την οποία, στις 9/5/2017 μετέβηκε σε συγκεκριμένη διεύθυνση (η οποία αναφέρεται) στη Λεμεσό με σκοπό να επιδώσει την αίτηση στον καθ' ου η αίτηση 2, όπου και ενημερώθηκε ότι έχει εγκαταλείψει την εν λόγω διεύθυνση. Η νέα του διεύθυνση, προστίθεται, είναι άγνωστη. Όπως αναφέρεται καταληκτικά από τον επιδότη, γι' αυτό το λόγο, η αίτηση δεν επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση
  2. Ο αιτητής, στις 18/10/2017 καταχώρησε μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης, στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας και διαζευκτικά, με δημοσίευση σε μια εφημερίδα, Παγκύπριας κυκλοφορίας. Στις 19/4/2018, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Στις 23/4/2018, ο αιτητής καταχώρησε νέα μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση της υπό κρίση αίτησης, στον υιό του καθ' ου η αίτηση 2, ... Κροκάτση ή στο δικηγόρο κ. ... Μαστορούδη, στο δικηγορικό του γραφείο. Και αυτή η αίτηση, στις 27/4/2018 που ήταν ορισμένη για εξέταση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Τέλος, κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, στις 25/10/2018, η ευπαίδευτη δικηγόρος που εμφανίστηκε για τον αιτητή προσέθεσε και τα εξής - μεταξύ άλλων - πέραν όσων αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του αιτητή: Η παρούσα αίτηση στρέφεται εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας, από τη συμπεριφορά των οποίων, ο παραλήπτης - διαχειριστής (δηλαδή ο αιτητής) παρεμποδιζόταν να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Το άρθρο 190
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, πρόσθεσε, αναφέρει ότι οποιαδήποτε αλλαγή στα στοιχεία του γραμματέα και του διευθυντή της εταιρείας πρέπει να κοινοποιείται στον Έφορο Εταιρειών εντός 14 ημερών από την εν λόγω αλλαγή. Επειδή δεν έχει καταχωρηθεί στον Έφορο Εταιρειών τέτοια αλλαγή από τον καθ' ου η αίτηση 2, αυτή η συμπεριφορά του επιβεβαιώνει το γεγονός, ότι ο αιτητής δεν μπορεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του και αυτός είναι επίσης ο λόγος που η αίτηση δεν έχει επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση
  1. Καταληκτικά, η κα Καρυπίδου ανάφερε ότι ο αιτητής ζητά μόνο τα 4 πρώτα από τα αιτούμενα διατάγματα, προσθέτοντας ότι η έκδοσή τους, δεν επηρεάζει το γεγονός, ότι η αίτηση δεν επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση
  2. Παρατηρώ τα εξής: Τίποτε από τα παραπάνω που ανάφερε η κα Καρυπίδου νομιμοποιούν τον αιτητή από το να αποστεί της υποχρέωσής του να επιδώσει την υπό κρίση αίτηση και στον καθ' ου η αίτηση 2 και το Δικαστήριο, της υποχρέωσής του να την απορρίψει, δοθέντος ότι, ο καθ' ου η αίτηση 2, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί είναι αναγκαίος διάδικος, επομένως, σε περίπτωση που εξέδιδα τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία του και τούτο, επειδή δεν κλήθηκε για να συμμετάσχει στην προηγηθείσα διαδικασία η οποία θα οδηγούσε στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, θα υπήρχε θέμα παραβίασης της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης έναντι του. Το άρθρο 190 και ειδικά το εδάφιο
(2)του Νόμου ούτε βοηθά τον αιτητή για το λόγο που το επικαλείται η δικηγόρος του μα ούτε και λέει αυτά που ανάφερε η κα Καρυπίδου κατά την ακρόαση της αίτησης, ενώ, το γεγονός ότι ο αιτητής, ουσιαστικά απέσυρε την αίτηση σε σχέση με τα τρία - τελευταία - αιτούμενα διατάγματα, δε διαφοροποιεί τα πράγματα ως προς το λόγο για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Το άρθρο 190 του Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Είναι καθήκον οποιουδήποτε συμβούλου εταιρείας να δίνει στην εταιρεία ειδοποίηση για τέτοια θέματα που σχετίζονται με τον εαυτό του που δυνατό να είναι αναγκαίο για τους σκοπούς των άρθρων 187, 188 και 189 εκτός κατά την έκταση που σχετίζεται με δάνεια που παραχωρήθηκαν, από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με βάση εγγύηση ή ασφάλεια από την εταιρεία, σε αξιωματούχο της.
(2)Οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση που δίνεται για τους σκοπούς του άρθρου 187 πρέπει να είναι γραπτή και, αν δεν δίνεται σε συνεδρίαση των συμβούλων, ο σύμβουλος που τη δίνει λαμβάνει εύλογα μέτρα για να εξασφαλίσει την παρουσίαση και ανάγνωση της κατά τη συνεδρίαση των συμβούλων που ακολουθεί εκείνη στην οποία δόθηκε.
(3)Το εδάφιο
(1)εφαρμόζεται- (α) για τους σκοπούς του άρθρου 189, σχετικά με αξιωματούχους που δεν είναι σύμβουλοι· και (β) για τους σκοπούς των άρθρων 188 και 189, σχετικά με πρόσωπο που είναι ή κατά οποιοδήποτε χρόνο στη διάρκεια των προηγούμενων πέντε χρόνων ήταν αξιωματούχοι, όπως εφαρμόζεται σχετικά με συμβούλους.
(4)Οποιοδήποτε πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με τις προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα λίρες.» Από το παραπάνω άρθρο και ειδικά από το εδάφιο
(2)αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 187 του Νόμου - με το οποίο αυτό συναρτάται - δεν προκύπτει αυτό που ισχυρίστηκε η κα Καρυπίδου ότι αναφέρεται στο εδάφιο
(2). Ωστόσο, ακόμη και ν' αναφερόταν κάτι τέτοιο, πουθενά στο άρθρο 190 αναφέρεται ότι σε περίπτωση μη κοινοποίησης στον Έφορο Εταιρειών οποιασδήποτε αλλαγής στα στοιχεία των αξιωματούχων εταιρείας και δη, με αναφορά στη διεύθυνσή τους, τεκμαίρεται και μάλιστα αμάχητα, ότι η διεύθυνσή τους είναι η ήδη καταχωρημένη στον Έφορο Εταιρειών. Πολύ περισσότερο, δεν αναφέρεται ότι οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία στην οποία ο αξιωματούχος που παρέλειψε να κοινοποιήσει στον Έφορο Εταιρειών τη νέα του διεύθυνση, είναι αναγκαίος διάδικος, η διαδικασία μπορεί να διεξαχθεί στην απουσία του και χωρίς να λάβει γνώση για την ύπαρξή της έτσι ώστε να εμφανιστεί - αν επιθυμεί - για να ακουστεί κι αυτός προτού το Δικαστήριο εκδώσει την ετυμηγορία του. Προστίθενται και τα εξής: Το τι συνεπάγεται η παράλειψη οποιουδήποτε πρόσωπου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 190 του Νόμου διαλαμβάνεται στο εδάφιο
(4)αυτού και είναι η επιβολή προστίμου. Για να καταλήξω, όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1506 (απόφαση Πλήρους Ολομέλειας) - τηρουμένων των αναλογιών - θεωρώ ότι τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση: «.το Εφετείο παρέπεμψε το θέμα στην Πλήρη Ολομέλεια για να εξεταστεί στη βάση της σύμφυτής της εξουσίας κατά πόσο η υπό κρίση απόφαση του Εφετείου ήταν άκυρη εξ υπαρχής, λόγω της απουσίας της μίας πλευράς από τη διαδικασία, και της συνακόλουθης παράβασης της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης. Η κύρια αυθεντία στο θέμα αυτό είναι η υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060. Στην υπόθεση εκείνη, εκ παραδρομής, η έφεση δεν επιδόθηκε σε ένα από τους διαδίκους, ο οποίος έτσι δεν είχε γνώση της διαδικασίας και δεν παρέστη για να ακουστεί κατά την ακρόαση. Όταν το γεγονός αυτό περιήλθε στη γνώση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με σχετική επιστολή του επηρεαζόμενου μέρους, η Πλήρης Ολομέλεια επελήφθη του θέματος και κήρυξε την απόφαση άκυρη, δίδοντας οδηγίες για επανεκδίκαση της Έφεσης. Η βάση στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση στην υπόθεση αυτή ήταν η παραβίαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, αφού στερήθηκε ενδιαφερόμενος του δικαιώματος να ακουστεί προτού εκδοθεί απόφαση που επηρέαζε τα δικαιώματά του. Στη Sofocli, as Administration of the Estate of Sofoclis Karayiannides, deceased v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583 επισημάνθηκε ότι ενυπάρχει σύμφυτη δικαιοδοσία για θεραπεία ατέλειας σε δικαστική διαδικασία, όπου αυτό επιβάλλεται από τη διασφάλιση της λειτουργίας του Δικαστηρίου ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης. Όπως επισημάνθηκε στην Πουλλή (πιο πάνω), η αρχή της ακρόασης και των δύο μερών πριν το Δικαστήριο προέλθει σε κρίση «διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς σαν ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου». Στην υπόθεση Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.), στην οποία παραπέμπει η απόφαση στην Πουλλή, λέχθηκε πως παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας όπου αυτή απαιτείται, καθιστά άκυρη την διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί και ότι το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει τέτοια διαταγή κατά την ενάσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του, χωρίς την ανάγκη να υποβληθεί έφεση εναντίον της. Περαιτέρω, στην Πουλλή, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1066: «Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v. Lower Maisonette [1972] 2 All ER 737. Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v. Αli [1983] 3 All E.R. 615: (σελ. 616)». ...... Είναι σαφώς η άποψη μας πως στην περίπτωση αυτή έχει παραβιασθεί το δικαίωμα διαδίκου να ακουστεί η θέση του προτού κριθεί το ζήτημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου και θα πρέπει η υπό κρίση απόφαση, για το λόγο αυτό, να κηρυχθεί άκυρη,.» Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Δεδομένου ότι η αίτηση απορρίφθηκε εκ μέρους μου, αυτεπάγγελτα και όχι επειδή κρίθηκε βάσιμος οποιοσδήποτε από τους λόγους ένστασης που εγείρει σ' αυτή ο καθ' ου η αίτηση θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη και ορθή διαταγή ως προς τα έξοδα - την οποία εκδίδω - είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final/Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση από παραλήπτη - διαχειριστή εταιρείας για οδηγίες και/ή διάταγμα δυνάμει του άρθρου 337 του περί Εταιρειών Νόμου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.