← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4787/2015, 17/1/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4787/2015, 17/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4787/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ

  1. XXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Iανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους/αιτητές: Ο κ. Α. Χ. Κυπρίζογλου Για τους ενάγοντες/ καθ' ων η αίτηση: Η κα Στ. Πολυβίου μαζί με κα Δημητρίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η προγραμματισμένη πώληση ενυπόθηκου ακινήτου διά ιδιωτικού πλειστηριασμού) Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής η οποία ηγέρθη εκ μέρους των εναγόντων/ καθ' ων η αίτηση στην παρούσα (στη συνέχεια «οι καθ' ων η αίτηση»), αξιώνοντας από τους εναγόμενους/αιτητές στην παρούσα το ποσό των €3.136.808,75σ. πλέον τόκους προς 8,10% από 26.11.2013 επί ποσού €3.078,623,76 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.
  2. και 31.12 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας παροχής δανείου με ημερομηνία 22.12.2004 της εναγομένης 1 την οποία εγγυήθηκε ο εναγόμενος
  3. Επιπρόσθετα αξιώνει την έκδοση διατάγματος για την πώληση σειράς ενυπόθηκων κτημάτων που περιγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως (Τεκμ.3). Εκ μέρους των εναγομένων καταχωρίστηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία προτάσσοντας διάφορους ισχυρισμούς αρνούνται τις εκ μέρους των εναγόντων αιτούμενες θεραπείες ή οποιεσδήποτε από αυτές, αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και η εναγόμενη 1 ανταξιώνει εναντίον τους μεταξύ άλλων το ποσό των Λ.Κ.90.000,00 ή το ισόποσο του σε Ευρώ ως γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση της Συμφωνίας τους της 16.12.2004 και επιπρόσθετα το ποσό των Λ.Κ.500,000 ή το ισόποσο του σε Ευρώ ως γενικές και /ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας της 28.11.
  4. Με την παρούσα αίτηση η οποία συμπεριλαμβάνει δύο αιτητικά ουσιαστικά επιδιώκεται η αναστολή για δύο μήνες του προγραμματισμένου για σήμερα πλειστηριασμού με σκοπό να δοθεί η ευκαιρία τους Αιτητές 1 και 2 να εξοφλήσουν το τίμημα της υποθήκης XXX, που ενεγράφη υπέρ των εναγόντων/ καθ' ων η αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού σε σχέση με το ακίνητο με αρ. εγγραφής XXX, Τεμ.XX, Φ/Σχ. 2-XXX-335, Ενορία: Κολόσσι, Τοποθεσία: Φασούρι, Είδος: Χωράφι, Έκταση: 10,000 τ.μ, Μερίδιο όλο, Υποθηκευμένο μερίδιο το όλο (στη συνέχεια «το ενυπόθηκο ακίνητο») κατά τρόπο που θα εξαλειφθεί η ως άνω υποθήκη σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI και/ή του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65, (στη συνέχεια «ο Νόμος») και/ή άλλως πως. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο Άρθρο 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα Άρθρα 1,2,3,4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 Κ.Κ. 1-9, Δ.39,Κ.Κ 1-2, επί της Δ.64 Κ.Κ 1-2, στα Άρθρα 37 - 44 ( Μέρος VI) και στα Άρθρα 37-44, και 44 A - 44ΙΑΑ (Μέρος VIA) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65στα Άρθρο 15, 23 και 26 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στις αρχές της επιείκειας (equity), στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην ακολουθούμενη πρακτική και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 2 και αιτητής 2 κ. XXX Αναστασίου ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένας από τους διευθυντές της Εναγόμενης 1 εταιρείας και εκτελεστικός της διευθυντής και ο οποίος δηλώνει περαιτέρω ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση υπό τις πιο πάνω ιδιότητες του έχοντας εξουσιοδοτηθεί προς τούτο δεόντως από την Αιτήτρια
  5. Δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης της αγωγής και της παρούσας αίτησης. Σε ότι δε αφορά τους αμιγώς νομικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην ένορκη του δήλωση, δηλώνει ότι έλαβε νομική συμβουλή από το δικηγόρο του κ. Ανδρέα X. Κυπρίζογλου. Αναφέρεται στη σύναψη δανείου από τους ενάγοντες στις 22.12.2004, προκειμένου να λάβει πιστωτικές διευκολύνσεις από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα, ύψους Λ.Κ.1.252,000.00 που ισούται με €2.139,169.
  6. Κάνει περαιτέρω αναφορά στις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν για το εν λόγω δάνειο μεταξύ των οποίων και η υποθήκη με αρ. XXX για το επίδικο κτήμα του οποίου τον πλειστηριασμό επιδιώκουν να αναστείλουν. Ισχυρίζεται ότι μεταξύ των καθ' ων η αίτηση και της αιτήτριας 1, προέκυψε οικονομική διαφορά σε σχέση με την προαναφερόμενη συμφωνία δανείου. Αυτό το γεγονός, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία αξιώνουν ως ανωτέρω και η πλευρά των αιτητών καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ως επίσης έχει καταγραφεί πιο πάνω. Η αγωγή όπως μπορεί να διαπιστωθεί και από το φάκελο της υπόθεσης έχει ήδη οριστεί για ακρόαση στις 25.09.
  7. Αναφέρεται στις ειδοποιήσεις που έχουν αποσταλεί από τους καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου σύμφωνα με τις οποίες το ως άνω ακίνητο θα τεθεί σε πλειστηριασμό σήμερα 17.01.
  8. Προτάσσουν ως ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους αιτούνται ως η αίτηση τους την εκκρεμοδικία της αγωγής στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο ως ένα από τα ενυπόθηκα ακίνητα των οποίων επιδιώκεται και με την αγωγή η έκδοση διατάγματος εκποίησης του διά πλειστηριασμού. Ότι σε ανύποπτο χρόνο, το Καλοκαίρι του 2018, είχαν ενημερώσει τους καθ' ων η αίτηση μετά από δική τους σχετική πρόσκληση ότι ήταν σε θέση να εξοφλήσουν την υποθήκη που βάρυνε το ενυπόθηκο κτήμα τους. Δυστυχώς όμως, ουδέποτε τους απάντησαν επί αυτού του αιτήματος τους. Αναφέρεται δε και σε μεταγενέστερο γραπτό τους αίτημα ημερ. 11.01.2019 στο οποίο τους απάντησαν θετικά μεν, δίδοντας τους όμως περιθώριο εξόφλησης της υποθήκης μέχρι και σήμερα 17.01.2019 δηλαδή την ημερομηνία του πλειστηριασμού. Δηλώνει ότι ο χρόνος αυτός δεν είναι αρκετός καθότι χρειάζονται 2 μήνες προκειμένου να είναι έτοιμοι να εξοφλήσουν πλήρως την εν λόγω υποθήκη. Σε αυτό το γεγονός αποδίδει το επείγον του χαρακτήρα του αιτήματος του εξ ού και καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία εξαιτούνται τα ως άνω. Σε σχέση με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 ισχυρίζεται ότι έχουν καλή βάση και ότι δικαιούνται σε θεραπεία και θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα, καθότι, η πώληση μέσω πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου, εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και η μη παροχή δυνατότητας σε αυτούς εξόφλησης της εν λόγω υποθήκης και διατήρησης του ακινήτου τους, πέραν όλων των άλλων, αποτελεί και παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου τους δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Τέλος, καθίσταται σαφές πως το ισοζύγιο της ευχέρειας υπό τας περιστάσεις κλείνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης, καθ' ότι, με τον τρόπο αυτό, θα παραμείνει αναλλοίωτο το status quo του εν λόγω ακινήτου, το οποίο δε θα πωληθεί μέσω πλειστηριασμού που είναι προγραμματισμένος σήμερα 17.1.2019 και θα κριθεί η τύχη του, είτε μέσω της εξόφλησης της εν λόγω υποθήκης εκ μέρους τους και τη διατήρηση του ακινήτου τους, είτε μέσω της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Για τους πιο πάνω λόγους εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο καθώς πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να εγκριθεί η αίτηση τους. Για το ιστορικό της υπόθεσης καταγράφω ότι στις 31.12.2018 είχε καταχωριστεί μονομερώς αίτηση με την οποία επιδιωκόταν η απαγόρευση του ορισθέντος πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου μέχρι της αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής. Η αίτηση αυτή στις 3.01.2019 όταν τέθηκε μονομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του επείγοντος και διατάχθηκε από αυτό όπως επιδοθεί. Προς τούτο ορίστηκε στις 8.01.
  9. Στην παρουσία πλέον της πλευράς των καθ' ων η αίτηση δόθηκαν οδηγίες όπως καταχωριστεί ένσταση μέχρι τις 11.01.2019 και ορίστηκε για ακρόαση στις 14.01.
  10. Το Δικαστήριο πληροφορήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών ότι είχαν πρόθεση, ενόψει της ένστασης που είχε καταχωριστεί και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε αυτή, να αποσύρουν την αίτηση και ότι θα καταχωρούσαν άλλη επίσης μονομερή αίτηση. Έτσι καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση και όταν αργότερα εμφανίστηκαν και οι δύο πλευρές ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώθηκε ότι θα αποσυρόταν η αίτηση ημερομηνίας 31.12.2018 και η πλευρά των αιτητών καλούσε το Δικαστήριο να επιληφθεί της νέας αίτησης. Η άλλη πλευρά ζήτησε χρόνο μέχρι την επόμενη για να τοποθετηθεί τόσο επί της αίτησης αυτής όσο και για το ζήτημα της απόσυρσης της προηγούμενης αίτησης και με σκοπό επιπρόσθετα να ενημερώσουν τους πελάτες τους για συγκεκριμένη πρόταση που εισηγείτο η πλευρά των αιτητών με σκοπό την αναστολή του πλειστηριασμού για περίοδο 2 μηνών, ως ήταν και το αίτημα, χωρίς τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση να παραβλάπτονταν αν αποδέχονταν την αίτηση για αναστολή. Την επόμενη ημέρα δηλώθηκαν τα ίδια με αποτέλεσμα να παραμείνει ξανά η αίτηση για την επόμενη. Έτσι στις 14.01.2019 ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αιτήθηκε να αποσύρει την αίτηση ημερομηνία 31.12.2018 και να επιληφθεί το Δικαστήριο τη μονομερή αίτηση τους με ημερομηνία 14.01.2019 μονομερώς πλέον λόγω των στενών χρονικών περιθωρίων με δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουστούν εφόσον έλαβαν γνώση αυτής. Παρόλο ότι αρχικά υπήρξε ένσταση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση να αποσυρθεί η αίτηση με ημερομηνία 31.12.2018 καθώς όπως δηλώθηκε ήταν έτοιμη η πλευρά τους για την ακρόαση της την ημερομηνία που αυτή είχε οριστεί προς τούτο ήτοι την 14.01.2019, στη συνέχεια υπήρξε συγκατάθεση με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Το Δικαστήριο στη συνέχεια αφού άκουσε τις δύο πλευρές ως προς τα ζητήματα που προ έκυπταν, ενόψει των οριακών πλέον προθεσμιών και της μη παροχής της δυνατότητας καταχώρησης γραπτής ένστασης από μέρους των καθ' ων η αίτηση, αποφάσισε εν τέλει ακριβώς λόγω του επικείμενου προγραμματισμένου πλειστηριασμού, ορισμένου για σήμερα, να ακούσει την αίτηση ωσάν αυτή να είναι μονομερής, ακούγοντας όμως και την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ούτως ή άλλως έλαβαν γνώση αυτής εφόσον τους είχε επιδοθεί, χωρίς όμως να έχουν το χρονικό περιθώριο των τεσσάρων ημερών για να καταχωρήσουν την ένσταση τους, οι οποίοι και δήλωσαν έτοιμοι να αγορεύσουν μέσω της κας Στ. Πολυβίου που τους εκπροσώπησε και επιχειρηματολογήσουν εναντίον της αποδοχής της αίτησης από το Δικαστήριο. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών ήταν σύντομες και περιεκτικές. Καταπιάστηκαν επί των ουσιωδών σημείων τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει. Καταγράφω αυτές τις εισηγήσεις αυτούσιες όπως ειπώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου: Ο κ. Α. Κυπρίζογλου στη δική του εισήγηση ανέφερε ότι: «.Θα πρέπει να σας εγείρω ακόμα ένα ζήτημα και βεβαίως είναι στη συνάδελφο να τοποθετηθεί εφόσον δεν είχε τη δυνατότητα να ακούσει αυτό που θα πω, η υπόθεση αυτή φαίνεται από τον φάκελο, ο οποίος είναι ενώπιόν σας ότι είναι ορισμένη για ακρόαση τον Σεπτέμβρη. Στην έκθεση απαίτησης στο παρακλητικό της αγωγής ζητά η τράπεζα ότι αν πετύχει με την αγωγή της, ζητά εκποίηση μεταξύ άλλων ακινήτων και αυτού που καλείστε σήμερα να αποφασίσετε, καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και ανταπαίτηση και είναι ορισμένη τον Σεπτέμβρη για ακρόαση, ενδιαμέσως και στη βάση της νομοθεσίας 9/65 η τράπεζα προωθεί διαδικασία πλειστηριασμού. Το ζήτημα είναι, κύριε Πρόεδρε, ότι αυτήν τη στιγμή εσείς έχετε να αποφασίσετε μεταξύ των τυπικών διαδικασιών που προνοούνται στα άρθρα τα σχετικά της συγκεκριμένης νομοθεσίας από τη μία και βεβαίως και στη βάση του Άρθρου 32 που εγείρω εγώ με την αίτησή μου, αλλά έχετε να κρίνετε αυτήν την αίτηση και σε μια άλλη βάση του υπέρτατου νόμου που είναι το Σύνταγμα και συγκεκριμένα, κύριε Πρόεδρε, στη βάση του Άρθρου 30.2 που αναφέρει ότι τα αστικά δικαιώματα καθενός εκ των διαδίκων πρέπει να διαγιγνώσκονται σε εύλογο χρόνο και ως επίσης στη βάση του Άρθρου 25 του Συντάγματος που κάνει αναφορά της ακίνητης περιουσίας των ατόμων. Από τη μία αυτά, κύριε Πρόεδρε, τα άρθρα του Συντάγματος και από την άλλη η ίδια υπόθεση του 1995 Τζιενάρο Περέλλα, αριθμός 2, η οποία ξεκάθαρα στη διευρυμένη σύνθεση του Εφετείου δεν μπορούν να προωθούνται με παράλληλα μέσα ο ίδιος σκοπός. Η συνάδελφός μου κατά την προηγούμενη εμφάνιση ενώπιόν σας ήγειρε τα ζητήματα, τα οποία αφορούν καθαρά αυτήν τη νομοθεσία 9/65 και εγώ σας λέω, κύριε Πρόεδρε, ακόμα και να αποφασίσετε όπως θα εκάνετε σε κάθε άλλη αίτηση, η κυρία Πολυβίου από τη συγκεκριμένη αίτηση έχει το δικαίωμα να εγείρει ένσταση, εξ αυτοδικαίως το Δικαστήριό σας. Και κατά την ταπεινή μου άποψη, χωρίς να θέλω να προσβάλω το Δικαστήριο ή τη συνάδελφο, επιβεβλημένα από μόνο του θα πρέπει να εγείρει κατάχρηση διαδικασίας, αν δεν είναι αυτή κατάχρηση διαδικασίας τότε τι καθιστά κατάχρηση διαδικασίας να είναι ορισμένη να ακουστούν τα μέρη και παράλληλα να προωθείται ο πλειστηριασμός είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλου ενδιαφερόμενου και συγκεκριμένα όπως είχα αναφέρει της εταιρείας και να αγοράσει πίσω το ακίνητο «θέλω δύο μήνες για να το αγοράσω» «είτε θα έρθεις να το αγοράσεις μέχρι αύριο διότι έκανες λάθος και πού ήσουν τόσο καιρό, διαφορετικά θα το πουλήσουμε». Και το ζήτημα δεν υπάρχει εδώ επίκληση συναισθήματος ή οτιδήποτε άλλο, είναι καθαρά νομική αρχή που θέτω στο Δικαστήριό σας αυτοδίκαιο στη βάση της νομολογίας που ανέφερα, αλλά και το υπέρτατο του Νόμου της Δημοκρατίας καλείται να αποφασίσει αν θα επιτρέψει αυτήν τη διαδικασία να εξελιχθεί αύριο. Είναι η θέση μας ότι δεν θα πρέπει να το επιτρέψετε.» Η κα Στ. Πολυβίου από την άλλη εισηγήθηκε τα ακόλουθα: «Κύριε Πρόεδρε, μου ετοίμασαν από το γραφείο μία σύντομη γραπτή αγόρευση, αλλά θα σας πω τρία σημεία. Το πρώτο θέμα, η ίδια η αίτηση είναι ανυπόστατη διότι πάσχει η νομική της βάση και δεν υπάρχει δικαιοδοσία έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Απλά θα πω κύριε Πρόεδρε, ότι η μοναδική ευχέρεια για επάλειψη υποθήκης είναι αν ο ενυπόθηκος οφειλέτης εξοφλήσει την υποθήκη και η τράπεζα αρνηθεί να επαλείψει την υποθήκη. Ως εκ τούτου πιστεύω ότι η ίδια η αίτηση πάσχει η νομική της βάση και δεν έχετε εξουσία να εκδώσετε τα ζητούμενα διατάγματα. Δεν υπάρχει επαναλαμβάνω δικαιοδοτικό υπόβαθρο με βάση, το οποίο να μπορεί το Δικαστήριό σας να εκδώσει διάταγμα, με το οποίο να αναγκάζεται ο ενυπόθηκος δανειστής, δηλαδή η τράπεζα, να αποδεχθεί εξόφληση του τμήματος υποθήκης σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η μόνη δυνατότητα με βάση τον Νόμο και ειδικότερα τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου 9/65 είναι η καταχώρηση αίτησης για εξάλειψη της υποθήκης, εάν και εφόσον έχει καταβληθεί το εξασφαληθέν από την υποθήκη ποσό. Επομένως και ο ενυπόθηκος οφειλέτης αρνηθεί να εξαλείψει την υποθήκη αυτό είναι το πρώτο σημείο. Επομένως η ίδια η αίτηση δεν έχει ορθή νομική βάση. Το δεύτερο σημείο και το πιο σημαντικό είναι ότι κατά και την παραδοχή και ομολογία και φαίνεται και από το περιεχόμενο του φακέλου έλαβαν γνώση οι Αιτητές για τον αυριανό πλειστηριασμό 17/01/2019 από το Σεπτέμβρη του 2018 αυτό είναι δεδομένο. Δεν έκαναν κανένα διάβημα πάρα μόνο προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου μονομερώς 31/12/2018 δηλαδή πέραν των δύο μηνών μετά την επίδοση του, λίγες μέρες μετά την επίδοση του δελτίου Α και ζητούσαν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για τον πλειστηριασμό 17/01/
  11. Άρα λέω ότι είναι σαφέστατο ότι η παρούσα αίτηση 14/01/2019 καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση από την ημερομηνία γνώσης του επίδικου πλειστηριασμού που ήταν τον Σεπτέμβρη του
  12. Υπάρχουν πάρα πολλές αποφάσεις, να μην τις αναφέρω και επομένως γι' αυτό και μόνο τον λόγο δηλαδή η υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι κατά την άποψη μας καταλυτικός παράγοντας που πρέπει να οδηγήσει δίχως άλλο στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Εάν απορρίψετε τις προηγούμενες δύο θέσεις μου, τότε λέω ότι εν πάση περιπτώσει δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος, το πιο σοβαρό, διότι τα λέω στην αγόρευση κύριε Πρόεδρε, είναι ότι και υπάρχουν πάρα πολλές αποφάσεις περί τούτου, στις οποίες παραπέμπω. Η τρίτη προϋπόθεση είναι ότι δεν ικανοποιείται, δεν έχει διαφανεί ότι αν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και απλά να πω κάτι, διότι υπάρχει σωρεία αποφάσεων, τον τελευταίο καιρό ο ενυπόθηκος οφειλέτης από τη στιγμή που υπογράφει υποθήκες γνωρίζει ότι σε αυτές οι συμβατικές υποχρεώσεις θα οδηγήσουν σε απώλεια του περιουσιακού του στοιχείου, για το οποίο έχει συμβληθεί. Επομένως η μοναδική του θεραπεία είναι η αποζημίωση, δεν έχει τεθεί ενώπιόν σας ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα. Επομένως η θέση μας είναι ότι υπάρχει ευχέρεια για πληρωμή αποζημιώσεων. Επομένως η τρίτη προϋπόθεση δεν στοιχειοθετείται. Συνοψίζοντας λέω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και ιδιαίτερα η τρίτη, οι αξιώσεις των Αιτητών μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Η αίτηση έχει υποβληθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση που σας στερεί το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για αίτηση του αιτήματος. Κατά την άποψη μου η αίτηση έχει καταστεί διά κλήσεως, αλλά σέβομαι το Δικαστήριο, αλλά υπάρχει σαφής διάταξη διαδικασιών, διότι για τους λόγους που γνωρίζουμε η αίτηση για ακύρωση του πλειστηριασμού ημερομηνία 31/12 αποσύρθηκε σήμερα και η παρούσα αίτηση 14/01/2019 καταχωρήθηκε τη Δευτέρα εκκρεμούσης πανομοιότυπης αίτησης ως προς το αιτητικό.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΩΝ: Υποστηρίχθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και συμφωνώ με την εισήγηση τους, ότι η αίτηση δεν αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές νομοθετικές διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)που προβλέπουν ότι η ειδοποίηση σκοπούμενης πώλησης μπορεί να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί μόνο με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και/ή η διαδικασία εκποίησης δεν δύναται να τερματισθεί και/ή απαγορευθεί ή και ανασταλεί με την έκδοση συντηρητικού διατάγματος στα πλαίσια συγκεκριμένα της παρούσας αγωγής. Η παράλειψη της αιτήτριας να καταχωρίσει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Γ

(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965), κρίνω ότι την εμποδίζει να ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω πώλησης εκ των υστέρων και δη με διαφορετικό ένδικο μέσο. Το Άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) παρέχει τη δυνατότητα στον εκάστοτε ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προσβάλει την σκοπούμενη πώληση που του ανακοινώνεται με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με την καταχώρηση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Οι λόγοι επί των οποίων μπορεί να βασιστεί η έφεση καθορίζονται στις υποπαραγράφους (α)-(στ) και η έφεση μπορεί να καταχωριστεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ. Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη καθορίζει λοιπόν με σαφή και εξαντλητικό τρόπο: (α) το ένδικο μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης, (β) το χρονικό περιθώριο εντός του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί και (γ) τις περιστάσεις που μπορούν να το ενεργοποιήσουν. Το άλλο ζήτημα που ετέθη, κατά πόσο δηλαδή ο εναγόμενος 2 μπορεί να είναι αιτητής στην παρούσα αίτηση, συμφωνώ ότι εφόσον ο εναγόμενος 2 δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση, η υπαγωγή των προϋποθέσεων του αρ. 32 μπορεί να γίνει μόνο σε σχέση με την ανταπαίτηση της εναγομένης 1 και ότι αυτός είναι λόγος απόρριψης της Αίτηση σε σχέση με τον Εναγόμενο 2. Όπως αναφέρθηκε από τον κ. Μ. Νικολάτο, Δ (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Igor Zhigachov κ.ά.
(2013)1 ΑΑΔ 133, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα εναντίον εναγόντων και προς όφελος εναγομένων όπου δεν υπάρχει ανταπαίτηση ή ανταγωγή. Ο αιτητής 2 επομένως δεν έχει δικαίωμα και/ή έννομο συμφέρον να ζητά τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα και/ή να ζητά αναστολή πώλησης ακινήτου το οποίο δεν του ανήκει και/ή στο οποίο δεν έχει συμφέρον ή εμπράγματη εξασφάλιση και/ή να εμποδίζει εκτέλεση σύμβασης υποθήκης στην οποία δεν είναι μέρος. Προκύπτει από τα δικόγραφα ότι ο αιτητής 2 δεν είναι πράγματι συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη σύμβαση υποθήκης. Είναι επομένως αδύνατο για τον ίδιο να ζητά τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον δεν είναι μέρος και να επηρεάσει δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας και εμπράγματης εξασφάλισης στις οποίες δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον. Για τούτο και στη συνέχεια της απόφασης μου, εφόσον κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να προωθείται από τον εναγόμενο 2 μόνο η εναγομένη 1 θα αναφέρεται στο εξής ως η αιτήτρια. Προβλήθηκε από πλευράς της αιτήτριας ότι οι καθ' ων η αίτηση καταχρώνται τις δικαστικές διαδικασίες, σε παραπομπή στη γνωστή υπόθεση Δ/ντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 για τον λόγο ότι οι καθ' ων η αίτηση προωθούν δύο παράλληλες διαδικασίες που αποσκοπούν στον ίδιο σκοπό. Σύμφωνα με την νομολογία μας η προώθηση δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα αποτελεί την κλασική μορφή κατάχρησης της διαδικασίας, την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία αλλά και καθήκον να αποτρέπει εκτός από την πιο πάνω απόφαση βλ. επίσης την Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248. Η διαδικασία που ακολούθησαν οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι αποτρεπτική στη βάση του Νόμου και έτσι κατά την άποψη μου δεν είναι καταχρηστική, καθώς οι καθ' ων η αίτηση κινήθηκαν στη βάση των προνοιών του Νόμου παρόλο ότι και με την αγωγή διεκδικούσαν την πώληση με πλειστηριασμό μεταξύ άλλων και του επίδικου ακινήτου. Το Άρθρο 44 Α
(2)του Νόμου παρέχει αυτή την ευχέρεια στον ενυπόθηκο δανειστή. Προς τούτο οι καθ' ων η αίτηση απέστειλαν τις Ειδοποιήσεις κατά τον τύπο ΙΑ και ΙΒ και όσων ακόμα προνοούνται προς ολοκλήρωση της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού ορίζοντας την διεξαγωγή του σήμερα. Η διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου προσβάλλεται και μπορεί να αναχαιτιστεί με τους τρόπους που αναφέρονται στον ίδιο το Νόμο τους οποίους οφείλει να ακολουθήσει τόσο αυτός όσο και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Κρίνω ότι το παρόν διαδικαστικό διάβημα της αιτήτριας δεν εδράζεται επί του σχετικού ειδικού νόμου, τις πρόνοιες του οποίου όφειλε να είχε ακολουθήσει ενασκώντας τα δικαιώματα του εάν αυτά θίγονταν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως εξ αυτού και μόνο του λόγου θα απέρριπτα το αίτημα. Και μάλιστα καθηκόντως ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι παρόμοια απόφαση εκδόθηκε και υπό του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στα πλαίσια της παρούσας, όταν τέθηκε ενώπιον του παρόμοια αίτηση με ημερομηνία 23.05.2017 στην οποία αποφάσισε στις 26.05.2017 και η οποία αφορούσε και το επίδικο κτήμα ότι δεν μπορούσε να προωθηθεί παρόμοιο αίτημα με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Επομένως η επιχειρηματολογία περί κατάχρησης των διαδικασιών κατά την άποψη μου αντιστρέφεται και αυτή χαρακτηρίζει την υπό κρίση αίτηση της αιτήτριας και μάλιστα λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη και την αμέσως προηγηθείσα διαδικασία, αυτή δηλαδή της αίτησης με ημερομηνία 31.12.2018 τα γεγονότα της οποίας κατέγραψα πιο πάνω, και λέγοντας αυτά κατά την αντίληψη μου δεν έχει σημασία η διαφοροποίηση του αιτήματος, σημασία έχει το νομικό πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε και στο οποίο στηρίχθηκε η αίτηση που ξεφεύγει αυτού που θα έπρεπε εντός τον προθεσμιών που καθορίζει ο Νόμος να είχαν ακολουθηθεί. Για τον ως άνω λόγο θα απέρριπτα την αίτηση. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΕΙΓΟΝ ΤΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα παρατηρώ τα ακόλουθα: Όπως διαπιστώνεται και από το Τεκμ. 5 της αίτησης ο Τύπος ΙΑ σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στις 24.09.2018 και με αυτή πληροφορούνταν ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προχωρούσαν σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 17.01.2019. Η αιτήτρια δεν καταχώρισε έφεση εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 30 ημερών, χωρίς όμως να δώσουν οποιαδήποτε λογική κατά την άποψη μου δικαιολογία. Επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την πάροδο του χρόνου ότι: «σε ανύποπτο, το Καλοκαίρι του 2018, ενημερώσαμε την Καθ' ης η Αίτησις τράπεζα μετά από δική της σχετική πρόσκληση ότι, είμασταν σε θέση να εξοφλήσουμε την υποθήκη με αρ. XXX. Δυστυχώς όμως, ουδέποτε μας απάντησε η τράπεζα επί του αιτήματος μας αυτού.» Πρόκειται για αόριστο ισχυρισμό και δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για την παράλειψη της αιτήτριας που την αφορούσε η διαδικασία να ενεργήσει εντός της προθεσμίας που η νομοθεσία προβλέπει. Ούτε όμως και μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας ενήργησε προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία και καταφρόνηση προς τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και στις προθεσμίες. Άφησε το χρόνο να κυλά και προέβη, καταχρώμενη, όπως κρίνω, τις δικαστικές διαδικασίες, σε διάβημα σε εντελώς οριακό χρόνο και εξ' ου η σημερινή απόφαση σε βάρος του προγράμματος - προγραμματισμού των υποθέσεων του Δικαστηρίου. Τα όσα λέχθηκαν επί του προκειμένου πρόσφατα από τον κ. Τ. Οικονόμου, Δ στην υπόθεση C.M.K. Mental Construction Ltd κ.ά. Πολ. Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ.7.11.2018 τοποθετούν το ζήτημα στην ορθή του βάση: «Εν προκειμένω οι αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν την έφεση μέχρι και το τελευταίο λεπτό της προβλεπόμενης προθεσμίας. Εφόσον όμως είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να είχε καταχωρίσουν την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ΄αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, θέματα στα οποία αναφέρθηκε αγορεύοντας σήμερα ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών. Θα μπορούσε σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο να εκδικάσει την ενδιάμεση αίτηση με την απαιτούμενη ταχύτητα ή να κατέληγαν τα μέρη σε εκ συμφώνου αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού με μια πρακτική μεταξύ τους διευθέτηση μέσα από συναινετικές προσεγγίσεις. Αυτές όμως οι ορθές και δίκαιες δυνατότητες εξουδετερώθηκαν από τον χειρισμό των αιτητών να καταχωρίσουν την αίτησή τους στον ύστατο χρόνο που επέλεξαν να την καταχωρίσουν. Η αντιμετώπιση του θέματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν ορθή. Ορθά θεώρησε πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ίδιων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημία της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών.» Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι χρονικές προθεσμίες που προβλέπουν οι νόμοι και οι διαδικαστικοί κανονισμοί πρέπει να τηρούνται ενώ οποιαδήποτε καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά (βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) ΛΤΔ ν. Λάμπρου Αδάμου Χ" Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470 και Αίτηση/Έφεση αρ.299/2018 Aldecor Trading Ltd v. Astrobank Ltd, ημερ.22/10/2018) κάτι που ελλείπει εδώ κατ' ελάχιστον ικανοποιητικά. Με την πάροδο της ανατρεπτικής προθεσμίας των 30 ημερών, η διαδικασία πώλησης δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί και η έφεση που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)δεν είναι πλέον διαθέσιμη για την αιτήτρια. Η αιτήτρια ουσιαστικά επιδιώκει τώρα να αναβιώσει το δικαίωμα της να προσβάλει την σκοπούμενη πώληση προσπαθώντας στην ουσία να υποκαταστήσει το ένδικο μέσο της έφεσης που ο νομοθέτης έχει καθορίσει ως το μοναδικό διαθέσιμο ένδικο μέσο με τη θέσπιση ενός ειδικού νομοθετήματος, με τη γενική εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει προσωρινές θεραπείες βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από τα Δικαστήρια μας, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη του ειδικού νόμου του Ν. 9/1965 που παρέχει και ρυθμίζει τη δυνατότητα παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της έφεσης να μην μπορεί να υποκατασταθεί από το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι η διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου να μην μπορεί να τερματισθεί ή διακοπεί ή ανασταλεί για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ως η αίτηση, με την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ως εισηγείται η πλευρά της αιτήτριας. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νομοσχεδίου (Αρ. 225) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 5.11.2014 (βλ. σελ.1259), «Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων.» Ο σκοπός δηλαδή του Νόμου είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας και όχι η καθυστέρηση της με επιπρόσθετες δικαστικές διαδικασίες. Οι καθ' ων η αίτηση μπορεί να αποδέχθηκαν στις 11.01.2019 με επιστολή μέσω των συνηγόρων τους (βλ. Τεκμ. 6 της αίτησης) όπως ανασταλεί ο πλειστηριασμός νοουμένου όμως ότι θα έχει στο μεταξύ εξοφληθεί η υποθήκη και καταβληθεί το τίμημα πώλησης, όπως προνοεί η νομοθεσία. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει και η αιτήτρια αντί αυτού καταχώρησε την παρούσα αίτηση με προφανή σκοπό την αναβολή του πλειστηριασμού. Στην ουσία η αιτήτρια προέβη στην παρούσα αίτηση σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αναβάλει για άλλη μια φορά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος που «να επιτρέπει» στην αιτήτρια να εξοφλήσει την υποθήκη. Η μόνη δυνατότητα που υπάρχει είναι η εξόφληση ενός ενυπόθηκου χρέους. Είναι δε γεγονός ότι δεν υπάρχει δικαίωμα καταχώρησης 'Εφεσης για ακύρωση του Δελτίου Α, ενώ ενδεχόμενη Έφεση θα ήταν εκπρόθεσμη και θα στρεφόταν εναντίον μη εφέσιμης ειδοποίησης. Επομένως σύμφωνα με τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή ούτε κατάχρηση διαδικασιών από πλευράς των καθ' ων η αίτηση ούτε και παραβίαση οποιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματος της αιτήτριας και οι σχετικοί προβαλλόμενοι λόγοι προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΗΘΗΚΑΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΑ: Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία,[1] οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Κατά την εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων - κριτηρίων τονίζεται από τη νομολογία μας ότι κατά την εξέταση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «... παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225) Σύμφωνα με την νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» κατά την τρίτη προϋπόθεση, υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για να παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο Ενάγων ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. ν Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς ενός αιτητή, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο Ενάγοντας να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, την συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael ν. Brevinos
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν Χατζηκυπρή
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd ν Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Έχοντας υπόψη της πιο πάνω αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία μας προχωρώ με την εξέταση καθεμιάς από τις πιο πάνω προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος νια εκδίκαση/Συζητήσιμη υπόθεση: Το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Διατάγματα» των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016)σελ.123 είναι διαφωτιστικό ως προς την ανάγκη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου. (.) Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη δήλωση του. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. Αν για παράδειγμα, προβάλλεται ισχυρισμός για την ύπαρξη δόλου ή συνωμοσίας, απαιτείται, ιδιαίτερα αν δεν έχει ακόμη καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης, να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό. Η απλή προβολή του ισχυρισμού δεν είναι αρκετή.» Το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγομένου. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης που μπορεί να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd ν Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Helleaic Bauk Public Compauy Ltd v Alpha Pauareti Public Co Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235). (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας: Στο παρόν στάδιο και για να πληρωθεί η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τους Αιτητές να δείξουν ότι η υπόθεση τους, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία (ήτοι κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Αννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides ν. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid ν. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας» Εξετάζοντας τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις τέθηκε από πλευράς της αιτήτριας το ζήτημα της εκκρεμοδικίας της αγωγής όπου εκτός από την Υπεράσπιση έχει καταχωριστεί και Ανταπαίτηση. Όπως και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (παρ. 5 και 6) έτσι και στην Υπεράσπιση των εναγομένων γίνεται παραδοχή της σύναψης συμφωνίας δανείου και του ύψους του όπως και της εξασφάλισης του μεταξύ άλλης και με το ενυπόθηκο ακίνητο. Εκείνο που υποστηρίζεται από την αιτήτρια είναι ότι προέκυψε διαφορά σε σχέση με την ως άνω συμφωνία τους που οδήγησε στην παρούσα αγωγή στα πλαίσια της οποίας, αξιώνουν ανάκτηση του δανεισθέντος ποσού πλέον τους τόκους και την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων μεταξύ των οποίων και το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο (βλ. παρ. 7 της ένορκης δήλωσης). Ουσιαστικά με την επόμενη παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης γίνεται παραπομπή στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις οποίες και πάλι δεν αμφισβητείται η επίδικη συμφωνία και η παροχή του δανείου, ανταξιώνονται όμως κάποια ποσά από τους ενάγοντες τα ποσά των οποίων είναι σαφώς μικρότερα από ό,τι αξιώνεται από τους ενάγοντες. Παρόλο που όπως αναφέρεται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της αγωγής, η αγωγή δεν αμφισβητεί τη σύναψη των συμβάσεων δανείων, αλλά αναφέρεται μάλιστα και σε τροποποιητικές συμφωνίες σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής της σύμβασης δανείου. Τα όσα αναφέρονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αφορούν άλλες συμφωνίες, οι οποίες δεν φαίνεται να έχουν υλοποιηθεί ποτέ, με σκοπό την απομείωση του χρέους. Επομένως, δεν υπάρχει καν θέμα προς συζήτηση, καθώς η αιτήτρια δεν αμφισβητεί την οφειλή της αν και προβάλλει ισχυρισμούς περί ανταξιώσεως που διατηρεί εναντίον των εναγόντων σύμφωνα με τη δική της αντίληψη των πραγμάτων. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης του κ. Τ. Αναστασίου με την οποία υποστηρίζει την αίτηση περί ενδεχόμενου εξωδικαστηριακής διευθέτησης της υπόθεσης της αιτήτριας αυτός ο ισχυρισμός παραμένει αόριστος και δεν τέθηκε κάτι ενώπιον μου συγκεκριμένο και απτό. Εν πάση περιπτώσει, οι συζητήσεις για εξωδικαστηριακή διευθέτηση αντιλαμβάνομαι ότι γίνονται άνευ βλάβης και με καλή πίστη και δεν επηρεάζουν το κύρος άλλων παράλληλων δικαστικών και θεσμικών διαδικασιών. Με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό, θεωρώ ότι η αγωγή δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Παρόμοια ζητήματα είχαν εγερθεί στην πρόσφατη Αίτηση ημερ. 10/10/2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ V. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α[2]. όπου ειπώθηκαν από την Έντιμη Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ στην απόφαση της ημερ. 07/11/2018 τα εξής: «...είναι παραδεκτή η οφειλή της Αιτήτριας πλην όμως απομένει ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου ποσού. Τέτοιες όμως τοποθετήσεις αναιρούν ή τουλάχιστον αποδυναμώνουν τους λοιπούς ισχυρισμούς και τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντος στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αλλά και της ανταπαίτησης περί ακυρότητας όλων των επίδικων συμφωνιών και κατ' επέκταση περί μη δυνατότητας απαίτησης και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει αυτών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως η ίδια η Αιτήτρια περιορίζει τις δικές της θέσεις και αξιώσεις αφενός στην αναγνώριση της οφειλής και αφετέρου στην αμφισβήτηση μόνο του ύψους αυτής. [...] τελικώς το μόνο επίδικο θέμα στην Αγωγή διαφαίνεται να είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. [...] Από τα πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο πως οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 επί αυτού του ζητήματος ουσιαστικά άπτονται της νομιμότητας των συγκεκριμένων όρων και της ορθότητας του υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως να συνδέονται και αφορούν στην ακυρότητα του συνόλου της όποιας συμφωνίας και στην παρεμττόδιση της Τράπεζας να αξιώνει οποιοδήττοτε ποσό και ή στην απάλειψη της όποιας οφειλής και απαίτηση της Τράπεζας δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Πέραν του γεγονότος πως οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 για το θέμα του τόκου απολήγουν τελικώς στον υπολογισμό του τελικού οφειλόμενου ποσού, σημειώνω πως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη μελέτη από ειδικό... [...] Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αναφορικά με τις αξιώσεις για ακυρότητα των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και υποθήκης παρά μόνο αναφορικά με το θέμα του υπολογισμού του τόκου και του ακριβούς ύψους της τελικής οφειλής». Επίσης, στην απόφαση του Έντιμου Π.Ε.Δ. Παναγιώτου ημερ. 06/08/2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της υπόθεσης F.K.S. Trading Company Ltd κ.α V. Hellenic Bank,[3] όπου ειπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «...ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύφος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Με τις ανωτέρω προσεγγίσεις συμφώνησε και ο αδελφός κ. Δ. Κίτσιος Α.Ε.Δ. Πάφου στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 08/01/2019 μέσα στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 389/2017 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντωνίου Αγαμέμνων κ.α. Λαμβάνοντας υπόψη και την αξία του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου και το ύψος του ποσού που οι καθ' ων η αίτηση ζήτησαν από την αιτήτρια όπως καταβάλει προς εξόφληση της υποθήκης (βλ. Τεκμ. 6 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τ. Αναστασίου προς υποστήριξη της αίτησης) που είναι επιστολή δικηγόρων καθ' ων η αίτηση με ημερομηνία 11.01.2019, κρίνω ότι ουσιαστικά δεν προβάλλεται ο,τιδήποτε το οποίο θα εκπλήρωνε τις ως άνω δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Επομένως κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται τα δύο ως άνω κριτήρια. (γ) Η πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Δεν έχει διαφανεί ότι εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σύμφωνα με το ακόλουθο σκεπτικό που πηγάζει από τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι αξιώσεις στην ανταπαίτηση της αιτήτριας είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στην αιτήτρια, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή αφορά στην υπογραφή και σύναψη συμβάσεως δανείου και δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η αιτήτρια έλαβε τα ποσά της δανειοδότησης της. Η αιτήτρια δεν αναφέρει τι θα γίνει με την απαίτηση των καθ' ων η αίτηση και το ποσό που έλαβε η αιτήτρια, παρά μόνο ισχυρίζεται ότι έπρεπε να είχαν αποκοπεί κατά τους ισχυρισμούς τους ορισμένα ποσά. Για την πρόταση της για εξόφληση της υποθήκης ήδη έκανα λόγο πιο πάνω. Επομένως, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει σοβαρή υπόθεση και καλές πιθανότητες επιτυχίας, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το όλο θέμα είναι καθαρά χρηματικής φύσεως και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αιτήτριας στην ανταπαίτησή της, θα της επιστραφεί το ποσό το οποίο αξιώνει ή θα συμψηφισθεί με το ποσό που θα πρέπει να της καταβάλουν οι καθ' ων η αίτηση. Έστω και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως η αιτήτρια τυχόν υπέστη ή θα υποστεί ζημιά αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο οι καθ' ων η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλουν. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκαν από την αιτήτρια ισχυρισμοί ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι. Περαιτέρω θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή, από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση δίδοντάς τους έτσι το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων Υποθηκών να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του κ. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. στην Αίτηση- Έφεση αρ. 182/2018[4], όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Σχετική είναι η F.K.S. Trading Company Ltd κ.α V. Hellenic Bank[5], όπου ειπώθηκαν από τον κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η Τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύφος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων» Με τα πιο πάνω ευθυγραμμίστηκε και η κα Στ. Χ¨ Γιάννη Π.Ε.Δ. σε πρόσφατη απόφασή της στην 1885/18 Λατομεία Τοχίνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Limited ημερ. 02.11.2018, όπου το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση, καθώς οι Αιτητές μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα, παρόλο που οι ισχυρισμοί που προέβαλαν στην αγωγή τους αφορούσαν υπερχρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφασή του ημερ. 08.01.2019, ο κ. Κίτσιος Α.Ε.Δ. στην αγωγή αρ. 389/2017 Ε. Δ. Πάφου μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντωνίου Αγαμέμνων κ.α. ανέφερε τα εξής: «Τέλος, επί του -έωλου- ισχυρισμού τους, ότι σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, η θέση μου είναι η εξής: Από την ώρα που υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες, για το δάνειο που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν - εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει». Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή η αιτήτρια θα πρέπει να αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο παρατηρώ ότι οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής μπορεί να καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση ενώ οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η αιτήτρια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποζημιωθεί. Για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Βέβαια, το Δικαστήριο δεν προχωρά στην εξέταση αυτού του κριτηρίου αν δεν ικανοποιηθεί πρώτα ότι οι δύο προηγούμενες προϋποθέσεις ικανοποιούνται, κάτι που εν προκειμένω δεν συμβαίνει όπως εξήγησα και πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, οι αιτήτρια με τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει δεν έχει ικανοποιήσει ούτε αυτό το κριτήριο. Το ενυπόθηκο ακίνητο σημειώνω ότι δεν χρησιμοποιείται από την αιτήτρια ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως κατοικία. Είναι χωράφι με και η πώληση του δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία, αδικία ή απώλεια κερδών ή άλλης προοπτικής που δεν είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όλες οι αξιώσεις της αιτήτριας με την παρούσα αγωγή σε περίπτωση που επιτύχουν θα είναι χρηματικές αποζημιώσεις αποτιμημένες σε χρήμα και η καθ' ης η αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να τις ικανοποιήσει, κάτι που δεν αμφισβητείται. Σε περίπτωση που η αιτήτρια πετύχει στην αξίωση της η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της. Από την άλλη οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί προς όφελος της με το πέρας της αγωγής ή οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως κριθεί ότι πρέπει να της επιστραφεί από το εκπλειστηρίασμα της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου θα είναι αποτιμημένο σε χρήμα και θα της καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι ούτε η 3η προϋπόθεση πληρείται. Τα προσωρινά διατάγματα, σύμφωνα με τη νομοθεσία μας είθισται να εκδίδονται με φειδώ, και ένεκα του γενικού και πρακτικά χρονικά απεριόριστου λεκτικού του αιτήματος, τυχόν έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, θα πλήξει τους καθ' ων η αίτηση ανεπανόρθωτα, εφόσον το ποσό το δανείου έχει καταβληθεί στην αιτήτρια, αλλά δεν έχει εξοφληθεί. Επί της ουσίας η αιτήρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή η νομολογία. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής μπορεί να καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν αποδείχθηκε από αυτή η αδυναμία τους να το πράξουν, ενώ οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η αιτήτρια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποζημιωθεί. Κρίνω περαιτέρω ότι η καταχώρηση και/ή προώθηση της αίτησης είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή επιδιώκει μόνο την καθυστέρηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται δια Νόμου και/ή την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση των καθ' ων η αίτηση να εισπράξουν τα χρήματα που τους οφείλονται και/ή να εξασφαλίσουν το λαβείν τους και από την άλλη η αδικαιολόγητη και υπέρμετρη ολιγωρία που έχει επιδείξει η αιτήτρια συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση και/ή θα τους προκαλέσει βλάβη και/ή ζημιογόνα καθυστέρηση και/ή θα της αφαιρέσει το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με άμεση εκτέλεση της συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης τους και/ή θα της αποστερήσει το δικαίωμα ενάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους και/ή της εξασφάλισης του λαβείν τους. Ενόψει της μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία για να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω πιστεύω ότι έχουν απαντηθεί όλες οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλουν οι αιτητές με σκοπό την ακύρωση της εκποίησης του επίδικου κτήματος στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Καταλήγω να απορρίψω την αίτηση με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η πώληση διά ιδιωτικού πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου Odysseos ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 & KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ
  1. [2] Αριθμός Αγωγής: 3299/
  2. [3] Αριθμός Αγωγής: 1417/
  3. [4] Αίτηση-Έφεση αρ. 182/2018 Vatikano Pizza Ltd ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 17.08.
  4. [5] Αριθμός Αγωγής: 1417/2018 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.