ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6044/2013, 4/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6044/2013 ΜΕΤΑΞΥ: xxxxx ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Ενάγουσας και xxxxx ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 04 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Πιριλίδης για Ν. Πιριλίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Θρασυβούλου για Νικόλα Θρασυβούλου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ενάγουσα και εναγόμενος, σήμερα ηλικίας πέραν των 70 και 80 ετών αντίστοιχα, διατηρούσαν από τη δεκαετία του 1960 ερωτικό δεσμό, εξωσυζυγικής όμως φύσης, εφόσον αμφότεροι ήταν παντρεμένοι με άλλα πρόσωπα. Περί το 2008 οι σχέσεις τους κλονίστηκαν όταν ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα να του καταβάλει ποσοστό επί της πώλησης μιας εκ των κατοικιών της λόγω του ότι την είχε βοηθήσει με τις διαπραγματεύσεις. Αρχικά η τελευταία, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα, έθεσε υπό τον έλεγχο του εναγόμενου ποσό ΛΚ100.000 από το ποσό που εισέπραξε. Στην πορεία όμως, μετά και από νομική συμβουλή που έλαβε από το νυν δικηγόρο της ο οποίος την εκπροσωπούσε και τότε, καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου και της θυγατέρας του την αγωγή υπ' αρ. 3729/2008 στο Ε.Δ. Λεμεσού ισχυριζόμενη ότι είχε εξαπατηθεί και αξίωσε την επιστροφή του ποσού των ΛΚ. 100,
- Στην αγωγή της ενάγουσας ο εναγόμενος αντέδρασε και καταχώρησε ανταπαίτηση εναντίον της, αξιώνοντας ποσό ΛΚ.300,000 ως προσυμφωνημένη αμοιβή για τις υπηρεσίες που ισχυρίζεται ότι της παρείχε. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε πλήρη ακρόαση και στις 31/10/2013, αδελφός Δικαστής εξέδωσε απόφαση με την οποία επιδίκασε προς όφελος της ενάγουσας ποσό ΛΚ.100,000 (€170,860.14) και απέρριψε την ανταπαίτηση του Εναγομένου (Τεκ 1). Η εν λόγω απόφαση δεν βρήκε σύμφωνο τον εναγόμενο, ο οποίος στις 11/12/13 καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί (Τεκ.5). Τα όσα ακολούθησαν της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 3729/08 στις 31/10/2013 και τα οποία συνιστούν τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους κοινώς αποδεκτά. Τα παραθέτω: Κατά την διάρκεια της περιόδου Νοεμβρίου μέχρι και 15/12/2013, ο εναγόμενος έστειλε στο κινητό της ενάγουσας τα πιο κάτω γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα (sms): 15.11.2013 - 9.28 π.μ. «Θέλω να βρεθούμε για να μου δώσεις τα χρήματα που μου χρωστάτε, τα έχω ανάγκη τώρα». 17.11.2013 - 6.49 π.μ. «Πρωινό ξύπνημα θα έχεις τακτικά μέχρι να με πληρώσεις». 19.11.2013 - 12.28 μ.μ. «Γιατί δεν απαντάτε το τηλέφωνο;» - 5.16 μ.μ. «Ξέρεις εκ πείρας ότι υπάρχουν δύο τρόποι είσπραξης χρεών! Μην με αναγκάσεις να εφαρμόσω εκείνο που εφάρμοσες εσύ» 22.11.2013 - 3.40 π.μ. «Οι ψεύτες και οι κλέπτες τον πρώτο χρόνο χαίρονται, ο δικός σου χρόνος τελείωσε, συνετίσου ή αλλιώς δεν θα τα χαρείτε». 22.11.2013 - 7.55 μ.μ. «Πρωινό ξύπνημα θα έχεις τακτικά μέχρι να με πληρώσεις» 25.11.2013 - 8.42 μ.μ. «Δεν σου συμφέρει που δεν μου μιλάς, ο σύμβουλος σε έβαλε σε μπελάδες, αν θέλω θα σου πάρει πίσω η Pafilia ΛΚ.2,000,000». 03.12.2013 - 1.20 μ.μ. «Αν νομίζεις ότι θα σώσει από τον εισπράκτορα ο απατεώνας, λανθάνεσαι». 04.12.2013 - 6.35 π.μ. «Αν νομίζεις ότι θα σώσει από τον εισπράκτορα ο απατεώνας, ξέρεις ποιος λανθάνεσαι πάρα πολύ, θα το δεις συντόμως, περίμενε. Είπαμε ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται». 12.12.2013 - 12.15μ.μ. «Your time for friendly solution of our accounts expires this Friday midnight, 13.12.2013 I hope that you understand that I am serious! And we meet». 15.12.2013 - 8.47 π.μ. «Δεν αντρεπόσουνα που έλεγες τόσο καιρό ότι σε έκλεβα; Και νομίζετε ότι ο κόσμος σε πίστευε; Σε αποκαλούσα μία αχάριστη, μία πρόστυχη και ψεύτρα. Είπαμε τέλος η εξυπνάδα από ηλίθια οικογένεια Μαυρόπουλου, εδώ θα πληρωθούν όλα». (η σύνταξη και ορθογραφία έχουν διατηρηθεί αυτούσιες) Πρόσθετα των πιο πάνω μηνυμάτων, σε κάποια ημερομηνία εντός Δεκεμβρίου του 2013, ο εναγόμενος επισκέφθηκε την ενάγουσα στην οικία της. Αν και οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης και το ύφος της συζήτησης που έλαβε χώρα μεταξύ τους, αμφότεροι στην ουσία συμφωνούν ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, ο μεν εναγόμενος ζήτησε να πληρωθεί τα ποσά που θεωρούσε ότι δικαιούτο από την πώληση της κατοικίας της ενάγουσας, η τελευταία δε αρνήθηκε και πάλι να ικανοποιήσει το αίτημα του. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Στην βάση της πιο πάνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, ήτοι τα μηνύματα που αυτός της έστειλε και τα όσα έλαβαν χώρα κατά την επίσκεψη του στο σπίτι της, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή, ισχυριζόμενη ότι ο εναγόμενος διέπραξε σε βάρος της το αστικό αδίκημα της παράνομης επίθεσης αξιώνοντας από αυτόν «γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επίθεση» καθώς και διηνεκή διατάγματα με τα οποία να του απαγορεύεται αφενός να την παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο και αφετέρου από του να πλησιάζει και/ή να επεμβαίνει (trespass) τόσο στην ίδια όσο και στην κατοικία της. Σημειώνω εδώ ότι με την καταχώρηση της αγωγής στις 23/12/13, η ενάγουσα αιτήθηκε και εξασφάλισε μονομερώς τα εν λόγω διατάγματα ως προσωρινές θεραπείες, τα οποία, ένεκα της μη εμφάνισης του εναγόμενου την ημέρα που είχαν οριστεί ως επιστρεπτέα, κατέστησαν απόλυτα. Η ουσία της δικογραφημένης εκδοχής της ενάγουσας, την οποία υποστήριξε η ίδια ενόρκως στο Δικαστήριο ως ΜΕ1 με την κυρίως εξέταση της να λαμβάνει τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), είναι ότι τα πιο πάνω μηνύματα του εναγόμενου, αρκετά από τα οποία είχαν σταλεί σε ακατάλληλες ώρες, ήταν χυδαία και απειλητικά και ότι αυτά, σε συνδυασμό με την παράνομη είσοδο του στην οικία της στις 18/12/2013 και ώρα 10:30πμ σε «εξαγριωμένη» κατάσταση, βρίζοντας και απειλώντας την ίδια, την οικογένεια και την περιουσία της, τής προκάλεσαν φόβο για την σωματική της ακεραιότητα και την περιουσία της εξ' ου και ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε σε βάρος της το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι μετά το τελευταίο μήνυμα της 15/12/2013, επισκέφθηκε το δικηγόρο της, ήτοι τον κ. Πιριλίδη, ο οποίος ανέθεσε στην προσωπική του βοηθό να καταγράψει τα εν λόγω μηνύματα οπόταν και η τελευταία κατάρτισε το Τεκ.
- Προς επιβεβαίωση της αυθεντικότητας και ορθότητας του εν λόγω τεκμηρίου, κατέθεσε η υπάλληλος του κ. Πιριλίδη, ήτοι η xxxx Αβραάμ (ΜΥ2), η οποία ισχυρίστηκε ότι πέραν του Τεκ. 2 που συνέταξε η ίδια καταγράφοντας τα μηνύματα από το κινητό της ενάγουσας, κατέγραψε σε άλλο έγγραφο ακόμη δύο μηνύματα τα οποία ο εναγόμενος έστειλε στην ενάγουσα και την κόρη της αντίστοιχα μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, περί τον Ιούνιο 2014 (Τεκ.6): «ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΣ ΝΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΗΣ ΩΣ ΑΝΗΘΙΚΗ ΠΡΟΣΤΙΧΗ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΕ ΠΑΣΤΑΡΤΗ ΚΟΡΗ, ΘΑ ΣΕ ΒΟΗΘΕΙΣΟ ΑΜΕΣΟΣ, ΞΕΚΙΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΝΙ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΗΣ xxxxxx ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΗΣ ΤΗΝ ΙΔΕΙΑ ΤΗΝ xxxxxx ΤΟ ΚΛΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΜΑΣ ΔΙΟΤΙ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΜΕΣΩΣ, xxxxx» «Ο ΑΠΑΤΕΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΣΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΑΡΜΕΒΗ/ΓΑΛΕΒΗ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΝ ΣΤΥΛΟΙ ΦΙΛΑΚΙ, ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΠΛΗΡΩΣΗ ΜΕΡΙΚΑ ΕΚΑΤΟΜΥΡΙΑ ΑΝ ΤΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙΣΟ ΝΟΜΙΜΑ ΠΟΥ ΜΕ ΠΡΟΚΑΛΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝ ΝΑ ΠΡΑΞΩ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΠΡΑΞΩ ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΝΑ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΚΟΥΣΕΙ». (η σύνταξη και ορθογραφία έχουν διατηρηθεί αυτούσιες) Κατά τη μαρτυρία της ενάγουσας κατατέθηκαν επίσης και τα εξής μηνύματα που σύμφωνα με την ενάγουσα ο εναγόμενος έστειλε διαδοχικά στον κ. Πιριλίδη περί τον Δεκέμβριο 2017: «Σας εύχομαι καλά χριστούγεννα και Καλό και ευτυχισμένο το 2018, παρέα με τον Ρίκο, τον Νεοκλέους κ.ά. αδίστακτους διεφθαρμένους απατεώνες δικηγόρους κ V.P.s του ύψους του Τίτου» «Γιατί δεν μου στείλατε γραπτός αυτά που είπατε γραπτός βρε δειλέ δικηγόρε, γιατί φοβάστε κ μόνο με απειλήτε κ με βρίζετε, ξέρετε ότι δεν σας φοβάμαι και ξέρεται ότι θα βρεθείς στο κελλί με το συνδικάτο των απατεώνων που θα σε στίλλω νόμιμα κ χωρίς δουλειά. Όσο για τη συνεργώ σας την xxxxx θα γλυτώση την φιλάκι» «Επειδή έτσι μέρες ο κόσμος όλος εύχεται σε αυτούς που δεν τους ξεχνά, ειδικά σε αυτούς τους απατεώνας που τον πρόδωσαν και τον ξεγέλασαν, που είσθε δύο δολοπλοκί και βλάκες. Σας εύχομαι πολλά έτη και καλά στας φυλακάς δια V.I.P.sπου θα σας στείλω εγώ κ κ xxxxx κα Τίτο». «I want my money that I gave you on 10.09.2007, I intend to charge you and your lawyers for fraud misrepresentation embezzlement and perjury unles s you a Pirilides will give my money back by the 25.12.
- All above crimes are by punished by prison fines money damages plus other relief. Also DISBARMENT of The lawyers a The judge!» (η σύνταξη και ορθογραφία έχουν διατηρηθεί αυτούσιες) Σημειώνω εδώ ότι δεν αμφισβητείται ότι όπου ο εναγόμενος κάμνει αναφορά στα μηνύματα του σε «XXXXX», «απατεώνα», «δικηγόρο» και «σύμβουλο που γαλέβη/αρμεύει», αυτός αναφέρεται στον κ. XXXXX Πιριλίδη, ενώ οι αναφορές του σε «Ρίκο» και «Νεοκλέους», αφορούν στους τέως Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα Ρ. Ερωτοκρίτου και δικηγόρο Π. Νεοκλέους οι οποίοι είχαν τότε καταδικασθεί σε φυλάκιση για οικονομικής φύσεως αδικήματα. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι κατά την πώληση της κατοικίας της ενάγουσας ενεπλάκη και κάποιος κτηματομεσίτης, άσχετος με την παρούσα υπόθεση, ο οποίος παρουσιάζεται να ενήργησε και αυτός ως «σύμβουλος» της ενάγουσας (Τεκ.9). Ισχυρίστηκε επίσης η ενάγουσα ότι πέραν των μηνυμάτων του εναγόμενου, στις 24/11/13 παρέλαβε μέσω ταχυδρομείου «επιστολή - τιμολόγιο» από τον τελευταίο αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό υπηρεσίες του. Την ίδια επιστολή ισχυρίζεται ότι είχε βρει και στην είσοδο της οικίας της σύντομα μετά (Τεκ.3). Στην εν λόγω επιστολή του εναγόμενου, ανέφερε η ενάγουσα, απάντησε ο δικηγόρος της γραπτώς στις 25/11/13, ο οποίος, αναφέροντας ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας, έγραψε στον εναγόμενο ότι «το περιεχόμενο της επιστολής σας είναι επιεικώς απαράδεκτο και απορρίπτεται στην ολότητα του. Η προσπάθεια δημιουργίας ανύπαρκτων νομικών ερεισμάτων από το πουθενά, δεν θα σας βοηθήσει» (Τεκ.4). Αναφορικά με τα μηνύματα του εναγόμενου, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία στις 17/12/2013 ενώ σε σχέση με την παράνομη είσοδο στην οικία της, ότι προέβη σε δεύτερη καταγγελία την ίδια ημέρα που κατ' εκείνη έγινε το περιστατικό, ήτοι στις 18/12/
- Συνεπεία δε της όλη συμπεριφοράς του εναγόμενου, η ενάγουσα τρομοκρατήθηκε ως ισχυρίστηκε, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τοποθετήσει διάφορα μέτρα ασφαλείας στο σπίτι της. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι άρχισε να φοβάται για τη ζωή της και την περιουσία της συνεπεία της συμπεριφοράς του εναγόμενου από το 2008 που ξεκίνησαν οι μεταξύ τους οικονομικές διαφορές. Έκτοτε, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, ο εναγόμενος διεκδικεί εκβιαστικά, εκφοβιστικά και ενοχλητικά να πληρωθεί τα λεφτά που αδικαιολόγητα θεωρεί ότι δικαιούται, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου στη σχετική αγωγή. Η κατάσταση κορυφώθηκε, σύμφωνα με την ενάγουσα, με τα επίδικα μηνύματα που «δεν ήταν λογικού ανθρώπου» καθώς επίσης και με τα επίμονα τηλεφωνήματα που ο εναγόμενος της έκανε παράλληλα, καθιστώντας έτσι τη ζωή της «μια κόλαση» ως ανέφερε. Ρωτήθηκε η ενάγουσα για ποιο λόγο «έμεινε» να λαμβάνει μηνύματα από τον εναγόμενο για ένα ολόκληρο μήνα και δεν τον κατήγγειλε στην Αστυνομία μετά το πρώτο μήνυμα στις 15/11/13, ιδιαίτερα εφόσον ένιωθε από πριν, ως ισχυρίζεται, ότι απειλείτο η σωματική της ακεραιότητα και η περιουσία της. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι αν και τα παιδιά της την είχαν παροτρύνει από την αρχή να καταγγείλει το θέμα στην Αστυνομία, εντούτοις αυτή είχε υποστεί «σοκ» και φοβήθηκε για το τι μπορούσε να της κάνει ο εναγόμενος αν νευρίαζε. Απέρριψε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της υπεράσπισης ότι στην αστυνομία κατέφυγε μόνο μετά που τη συμβούλεψε ο δικηγόρος της να το πράξει ως αντίποινο στην ενέργεια του εναγόμενου να καταχωρήσει στις 11/12/13 έφεση εναντίον της απόφασης της αγωγής 3729/
- Επανέλαβε η ενάγουσα ότι και στην αστυνομία αποτάθηκε αλλά και στο δικηγόρο της πήγε, ο οποίος, αφού είδε τα μηνύματα, καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Της υπεβλήθη επίσης ότι τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η καταγγελία της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πρόφαση της ιδίας και του δικηγόρου της για να ασκηθεί πίεση στον εναγόμενο αναφορικά με την έφεση που καταχώρησε, πίεση του είδους που η ίδια και ο δικηγόρος της χρησιμοποίησαν ανυπόστατα και στο παρελθόν, όταν ο δικηγόρος της καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου όχι μία αλλά δύο διαδικασίες πτώχευσης, τις οποίες όμως δεν προώθησε αφού ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένες σε απόρριψη, εφόσον και ανταπαίτηση είχε ο εναγόμενος και έφεση είχε καταχωρήσει εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στην 3729/08 (Τεκ. 12 και 13). Η ενάγουσα απέρριψε και αυτή την υποβολή αποδίδοντας όμως το νομικό χειρισμό των υποθέσεων της στις συμβουλές του δικηγόρου της. Αντεξετάσθηκε επίσης η ενάγουσα ως προς τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά την αντεξέταση της ότι πέραν των μηνυμάτων υπήρχαν και ενοχλητικά τηλεφωνήματα από τον εναγόμενο, ως ισχυρισμό τον οποίο ουδέποτε προηγουμένως είχε προβάλει, είτε στην αστυνομία είτε στην αγωγή της. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι είχε θεωρήσει τα μηνύματα του εναγόμενου ως πιο σοβαρά και ότι σε κάθε περίπτωση, πλην «τελευταίως», δεν απαντούσε το τηλέφωνο στον εναγόμενο επειδή ήξερε για ποιο λόγο της τηλεφωνούσε, ήτοι για να ζητήσει χρήματα. Η ενάγουσα αντεξετάστηκε και σε σχέση με ένα έκαστο των επίδικων μηνυμάτων και ειδικότερα ως προς τα κατ' ισχυρισμό αισθήματα φόβου και τρομοκρατίας που ένιωσε όταν τα έλαβε. Δέχτηκε ότι δεν είχαν όλα τα μηνύματα σταλεί σε ακατάλληλες ώρες ούτε και ήταν όλα χυδαία. Συνιστούσαν όμως, ως ισχυρίστηκε, μια συνολική εκφοβιστική και εκβιαστική απαίτηση του εναγόμενου να πληρωθεί. Αντεξεταζόμενη ως προς το περιεχόμενο του μηνύματος της 19/11/13 στις 5.16μ.μ. - «Ξέρεις εκ πείρας ότι υπάρχουν δύο τρόποι είσπραξης χρεών! Μην με αναγκάσεις να εφαρμόσω εκείνο που εφάρμοσες εσύ» - η ενάγουσα ανέφερε ότι το αντιλήφθηκε να σημαίνει ότι ο εναγόμενος την απειλούσε ότι θα την «πάρει» Δικαστήριο όπως τον «πήρε» και αυτή, γεγονός που επίσης τη φόβισε. Για τις μεταγενέστερες αναφορές του εναγόμενου σε «εισπράκτορα» (03/12/13 και 04/12/13), η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι αν και δεν τις αντιλήφθηκε να σημαίνουν κάτι καλό, παρέπεμψε στον εναγόμενο να εξηγήσει τι εννοούσε με αυτές. Αναφορικά με την επίσκεψη του εναγόμενου στην οικία της, η ενάγουσα ήταν κατηγορηματική κατά την αντεξέταση της ότι το εν λόγω περιστατικό συνέβη στις 18/12/13 και απέρριψε υποβολές που της έγιναν ότι η επίσκεψη έγινε σε άλλη ημερομηνία και ότι κανένα αστικό αδίκημα είχε διαπραχθεί ως αυτή ισχυρίζεται. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα τα εξής: «Ήταν εκεί και η βοηθός μου και σκούπιζε, εγώ ήμουν πίσω από το σπίτι με τον περβολάρη και ενώ της είχα πει να μην ανοίγει, δεν ξέρω τι της είπε και την έπεισε και μπήκε μέσα και ήρτεν η κοπέλα μου πίσω που ήμουν μαζί με τον περβολάρη και μου είπε στα αγγλικά ελάτε και κάποιος σας θέλει και της λέω ποιου άνοιξες και περπατούσα και βρέθηκα στο γκαράζ απέναντι στον κύριο Ανδρονίκου, έναν κύριο Ανδρονίκου έξαλλο, σε μια κατάσταση τι να σας πω, να μου φωνάζει και να απειλεί, να θέλει τα λεφτά του. Του είπα εγώ τα λεφτά που σου έδωσα τι τα έκαμες, τις 170 χιλιάδες ευρώ που πήρες και μου είπε και του είπα να βγει έξω που το σπίτι μου γιατί θα πάω στην Αστυνομία..Εκείνος με ύβρισε και εμένα και τους δικηγόρους και τους δικαστές, με είπε με χυδαίες λέξεις, πάρα πολύ χυδαίες λέξεις.. Μπορώ να πω ότι δεν μπήκε παράνομα βεβαίως, αλλά υποτίθεται ότι είχε από το Δικαστήριο να μην έρχεται στο σπίτι μου, ούτε να περνά που τον δρόμο. Εγώ φοβήθηκα πάρα πολύ και άρχισε να βρίζει τους πάντες και φωνές και εμένα να μου λέει και πάλι ότι θα ερχόταν να μου καταστρέψει το σπίτι.. Φαινόταν εξαγριωμένος, τα μούτρα του, τα μαλλιά του, τα χέρια του, κρατούσε και στο χέρι του, τι κρατούσε και μου το έκαμνε.... κόλλες. φεύγοντας πάλι με απείλησε για να μου καταστρέψει το σπίτι μου. Τζιείνην την ώρα άκουα ό,τι μου έλεγε μαζί με τις βρισιές και με τις άσχημες εκφράσεις. Το αυτοκίνητο του δεν το έβαλε έξω που το σπίτι του αλλά μακριά, αρκετά μακριά που το σπίτι μου. (Άρα την ώρα που ήσασταν φάτσα οι δύο σας ούτε σας έβρισε, ούτε σας απείλησε, ούτε τίποτε. Την ώρα που έφευγε που σας τα είπε τούτα;) Όχι, καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν στο σπίτι και εγώ του φώναζα και του έλεγα μην φωνάζεις και σε ακούν οι γειτόνοι.» Αντεξεταζόμενη ως προς την πιο πάνω εκδοχή της, η ενάγουσα ανέφερε ότι, αντίθετα με τα όσα ισχυρίστηκε στη κυρίως εξέταση της, ο εναγόμενος εκείνη την μέρα δεν της είπε τίποτε για «εισπράκτορα» ενώ αναφορικά με τις χυδαίες εκφράσεις που ισχυρίστηκε ότι της είπε ο εναγόμενος, παρέπεμψε στο περιεχόμενο του μηνύματος της 15/12/13 - («Δεν αντρεπόσουνα που έλεγες τόσο καιρό ότι σε έκλεβα; Και νομίζετε ότι ο κόσμος σε πίστευε; Σε αποκαλούσα μία αχάριστη, μία πρόστυχη και ψεύτρα. Είπαμε τέλος η εξυπνάδα από ηλίθια οικογένεια Μαυρόπουλου, εδώ θα πληρωθούν όλα»). Της υπεδείχθη από το συνήγορο του εναγόμενου ότι το διάταγμα στο οποίο αναφέρθηκε ότι υπήρχε εναντίον του εναγόμενου, δεν υπήρχε στις 18/12/13 που ισχυρίζεται ότι έγινε το περιστατικό αφού αυτό εκδόθηκε μεταγενέστερα, ήτοι στις 23/12/
- Ήταν η θέση της ενάγουσας ότι υπήρχε διάταγμα από άλλη υπόθεση όμως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποια υπόθεση ήταν. Απαντώντας καταφατικά σε ερώτηση του συνηγόρου κατά πόσο φοβήθηκε και θίχτηκε από τις αναφορές του εναγόμενου για την οικογένεια της, τής υποδείχθηκε ότι εναντίον αυτών ακριβώς των οικογενειακών της μελών, η ίδια είχε καταχωρήσει την αγωγή υπ. αρ.2261/09, στην οποία μάλιστα έδωσε η ίδια μαρτυρία και με την οποία αγωγή απέδιδε στα εν λόγω πρόσωπα οικειοποίηση της περιουσίας του πατέρα της που είχε αποβιώσει. Αν και δέχτηκε η ενάγουσα ότι όντως είχε καταχωρήσει την εν λόγω αγωγή στη βάση των ισχυρισμών που της υποδείχθηκαν και ότι οι σχέσεις της με την οικογένεια της δεν ήταν οι καλύτερες, ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε να τους αγαπά εξ' ου και θίχτηκε από τις βρισιές του εναγόμενου. Όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας που ισχυρίστηκε ότι εγκατέστησε μετά από όλη την πιο πάνω συμπεριφορά του εναγόμενου για να προστατεύσει τον εαυτό της και την περιουσία της, η ενάγουσα ρωτήθηκε κατά πόσο τα εν λόγω μέτρα υπήρχαν στις 18/12/13 που ισχυρίζεται ότι την επισκέφθηκε ο εναγόμενος και αυτή απάντησε καταφατικά. Της υπεβλήθη τότε ότι τα εν λόγω μέτρα ασφαλείας προφανώς δεν εγκαταστάθηκαν συνεπεία της συμπεριφοράς του εναγόμενου αλλά στην πραγματικότητα αυτά είχαν εγκατασταθεί προ πολλού και μάλιστα με τη βοήθεια του εναγόμενου, όταν αυτή είχε δεχτεί στο παρελθόν επίθεση με μαχαίρι από κάποιο γνωστό της πρόσωπο. Αν και η ενάγουσα δέχτηκε ότι όντως έγινε το εν λόγω περιστατικό στο παρελθόν, αρνήθηκε ότι ήταν αυτός ο λόγος που εγκατέστησε τα μέτρα ασφαλείας ή ότι τη βοήθησε ο εναγόμενος να τα εγκαταστήσει. Η ενάγουσα αντεξετάστηκε και ως προς το κατά πόσο, παρά το ότι φοβόταν τον εναγόμενο ως ισχυρίστηκε, συνέχισε να έχει επαφές μαζί του και μετά τα επίδικα μηνύματα και το περιστατικό στην οικία της. Ανέφερε η ενάγουσα ότι με τον εναγόμενο μίλησαν στο τηλέφωνο μετά την καταχώρηση της αγωγής αλλά και «τελευταίως» καθώς και ότι βρέθηκαν και για φαγητό οι δύο τους, δύο με τρεις φορές. Πρόσθετα αυτών των επαφών, η ενάγουσα ανέφερε ότι έτυχε και σε δύο άλλες περιπτώσεις να βρεθεί με τον εναγόμενο και να του δώσει χρήματα, μία φορά λίγες μέρες μετά το περιστατικό στην οικία της όπου του έδωσε €3000 σε μετρητά και μία φορά το 2014, όταν του έδωσε επιταγή για €20.000, για ανθρωπιστικούς όμως λόγους ως ισχυρίστηκε, εφόσον ο εναγόμενος της είχε αναφέρει ότι είχε πρόβλημα με την υγεία του και χρειαζόταν χρήματα να μεταβεί στο εξωτερικό. Παρόμοιο αίτημα, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, ο εναγόμενος της έκανε και πρόσφατα (βλ. Τεκ.7). Παραθέτω αυτούσια την επί του προκειμένου μαρτυρία της: «(Είχατε οποιανδήποτε άλλη επαφή με τον Εναγόμενο μετά;) Μόνο όταν ήθελε λεφτά.Ζητούσε λεφτά.Τώρα και αμέσως.Έτυχε και τηλεφωνικώς να μου ζητήσει λεφτά..Μπορεί να του απαντούσα, μπορεί να σήκωνα το τηλέφωνο και ήταν ο xxxx στο τηλέφωνο γιατί δεν έβλεπα τον αριθμό..Του έλεγα «τι θέλεις xxxx»;.Του έλεγα «τι θέλεις xxxx και επιμένεις»;.Πολλές φορές ήθελε λεφτά..Τον βοηθούσα.Ο κύριος Ανδρονίκου από την εποχή που κηρύχθηκε η εταιρεία και ο ίδιος σε πτώχευση το μόνο που έκαμνε ήταν να μου ζητά λεφτά και για την εταιρεία του. Τότε του έδωσα πάρα πολλά λεφτά.Όποτε είχε ανάγκη έκτοτε εγώ πάντα τον βοηθούσα τον κύριο Ανδρονίκου και την οικογένεια του.Από το '13 και μετά του έδωσα ένα τσιέκκι 20 χιλιάδες το '14 και του είχα δώσει και πριν αυτά, λίγο καιρό άλλες 3 χιλιάδες cash.Τσιέκκι του έδωσα.Ναι, νομίζω έξω που το σπίτι..Cash οι 3 χιλιάδες, οι 20 χιλιάδες ήταν τσιέκκι.Για ανθρωπιστικούς λόγους και μόνο διότι μου έλεγε ότι θα πεθάνει και ότι θέλει να κάνει εγχείρηση την καρδία του.. Δεν φάγαμε πολλές φορές, 1 2 φορές και ήταν για να τον καθησυχάσω διότι ήταν έξαλλος.» Η αντεξέταση της ενάγουσας επεκτάθηκε και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η τελευταία έδωσε στον εναγόμενο επιταγή για €20.000 το 2014, η οποία επιταγή σημειώνω ότι κατατέθηκε ως Τεκ.
- Δέχτηκε η ενάγουσα αντεξεταζόμενη ότι μάλλον αυτή ήταν που τηλεφώνησε στον εναγόμενο μετά που της ζήτησε λεφτά για την υγεία του και του είπε να περάσει από το σπίτι της για να πάρει την επιταγή. Δέχτηκε επίσης ότι αφού τηλεφώνησε στον εναγόμενο και του είπε να έρθει από το σπίτι της για να παραλάβει τα χρήματα που της ζήτησε, του άφησε ένα φάκελο μέσα στον οποίο ήταν η επιταγή των €20.000 καθώς και μία κάρτα στην οποία του είχε η ίδια γράψει «Με όλες μου τις ευχές. xxxxx». Η εν λόγω χειρόγραφη κάρτα με τις ευχές της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, η οποία συνόδευε την επιταγή των €20.000, κατατέθηκε ως Τεκ.
- Ρωτήθηκε η ενάγουσα πώς γίνεται να συνάδει από τη μια ο ισχυρισμός της ότι από το 2008 και ειδικότερα μετά την επίδικη περίοδο Νοεμβρίου 2013 - 15/12/13 φοβόταν τον εναγόμενο και ταυτόχρονα προσπαθούσε να ανακτήσει από αυτόν το εξ' αποφάσεως χρέος των ΛΚ100.000 καταχωρώντας μάλιστα εναντίον του δύο αιτήσεις πτώχευσης και από την άλλη, όχι μόνο να μιλά μαζί του στο τηλέφωνο και να συναντιούνται για φαγητό οι δύο τους, αλλά και να του ζητά τηλεφωνικώς να περάσει από το σπίτι της ώστε να του δώσει €20.000 και μάλιστα «με τις ευχές της». Η ενάγουσα επανέλαβε τη θέση της ότι για το νομικό χειρισμό των υποθέσεων της αρμόδιος ήταν ο δικηγόρος της, ενώ για τις δικές της ενέργειες, ότι αυτές οφείλονταν καθαρά σε ανθρωπιστικούς λόγους: «Του την έδωσα την επιταγή για ανθρωπιστικούς λόγους και να με αφήσει ήσυχη. Επειδή ήξερα ότι ο κύριος Ανδρονίκου δεν μπορούσε ούτε εκείνες τις 100 χιλιάδες να μου τις δώσει. Σας είπα ότι ήταν ανθρώπινο, μπορεί να τον βοηθούσα όταν μου έλεγε ότι θα πεθάνει και μου έλεγε ότι θα με έχεις στην αυτή σου ότι πέθανα και δεν μου έδωσες να κάνω την εγχείρηση. Συμφωνώ ότι του έδωσα τα λεφτά αυτά βεβαίως, αλλά και πάλι είναι για ανθρωπιστικούς σκοπούς. Τον λυπόμουν που ήταν απένταρος.» Δέχτηκε τέλος η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της ότι, σε μια από τις φορές που βρέθηκε με τον εναγόμενο για φαγητό μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η συνάντηση τους έγινε, κατόπιν εισήγησης του εναγόμενου την οποία εκείνη αποδέχτηκε, κατά τις απογευματινές ώρες, σε κάποια ταβέρνα έξω από τη Λεμεσό, μετά το Παραμάλι, όπου εκεί έκατσαν και συνομίλησαν ωσάν να και ήταν «όλα μέλι γάλα». Ισχυρίστηκε όμως η ενάγουσα ότι η εν λόγω συμπεριφορά της ήταν καθαρά προσποιητή - «θέατρο», γιατί στην πραγματικότητα «και φοβόμουν και δεν ήξερα τι να σκεφτώ γενικά». Στρέφομαι τώρα στην εκδοχή του εναγόμενου. Αρχικά ο εναγόμενος εμφανίστηκε στην αγωγή χωρίς δικηγόρο και καταχώρησε υπεράσπιση από μόνος του με την οποία αρνείται ότι διέπραξε το αστικό αδίκημα της επίθεσης ως του καταλογίζει η ενάγουσα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, εκπροσωπούμενος πλέον από δικηγόρο, ο ίδιος έδωσε μαρτυρία ως ΜΥ
- Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του εναγόμενου αναλώθηκε στο δικαιολογημένο ή μη των οικονομικών απαιτήσεων που έχει από την ενάγουσα, θέμα βέβαια άσχετο με την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επί του προκειμένου μαρτυρία του. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ο εναγόμενος επανέλαβε ότι απαιτεί από την ενάγουσα σημαντικά ποσά και ότι ένιωθε και συνεχίζει να νιώθει πολύ έντονα, αφενός για την άρνηση της να του τα καταβάλει και αφ' ετέρου για την καθοριστική εμπλοκή που ο κ. Πιριλίδης είχε στο όλο θέμα. Δέχεται ο εναγόμενος ότι έστειλε τα μηνύματα που παρουσίασε η ενάγουσα και ότι αυτά δεν ήταν φιλικού περιεχομένου, δεν δέχεται όμως ότι αυτά ήταν χυδαία ή απειλητικά, τουλάχιστο με τον τρόπο που τα παρουσιάζει η τελευταία. Τα εν λόγω μηνύματα, σύμφωνα με τον εναγόμενο, αφορούσαν καθαρά στην αδικαιολόγητη και παράνομη άρνηση της ενάγουσας και του κ. Πιριλίδη να του πληρωθούν τα λεφτά που θεωρούσε ότι νόμιμα του οφείλονταν και τα οποία είχε άμεση ανάγκη λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Ουσιαστικά, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, τα μηνύματα του δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια «έντονη προειδοποίηση», όπως αυτή που δίνει κάποιος σε κάποιον άλλο που του οφείλει χρήματα και δη μέσω δικηγόρου, ήτοι ότι αν δεν πληρωθούν τα οφειλόμενα θα ληφθούν δυναμικά δικαστικά μέτρα, ως ήταν άλλωστε και τα μέτρα που η ενάγουσα και ο δικηγόρος της είχαν ήδη λάβει εναντίον του και τα γνώριζαν (η αγωγή 3729/08, ένταλμα κινητών με επιδότη («εισπράκτορας»), αιτήσεις πτώχευσης και την παρούσα αγωγή) - «Ξέρεις εκ πείρας ότι υπάρχουν δύο τρόποι είσπραξης χρεών! Μην με αναγκάσεις να εφαρμόσω εκείνο που εφάρμοσες εσύ»(βλ. sms 19/11/13). Σκοπός του εναγόμενου ήταν συνεπώς, ως ισχυρίστηκε, να προειδοποιηθεί η ενάγουσα ότι αν δεν του καταβάλει τα χρήματα που δικαιούται, αυτή θα βρεθεί δικαστικά εκτεθειμένη απέναντι του και όσο και να προσπαθήσει ο δικηγόρος της με ψέματα και αναλήθειες, δεν θα μπορέσει να την απαλλάξει από το χρέος που θα βρεθεί να του οφείλει. Είναι γι' αυτό που την προειδοποίησε να μην «χαρεί» τα χρήματα που του «έκλεψε» με την απόφαση της 3729/08 ,διότι στο τέλος, όταν θα κερδίσει αυτός, θα της στείλει όπως του έστειλε και εκείνη, επιδότη («bailiff») για να «εισπράξει» - «Είναι ο εισπράκτορας άμαν κινήσεις αγωγή και δεν θα πληρώσει ο άλλος, πάει ο εισπράκτορας να εισπράξει. Πάει ο εισπράκτορας του Δικαστηρίου ποιος πάει ξέρω εγώ, πώς τον λέεις, ο sheriff του Δικαστηρίου γιατί δεν με πληρώνει. Αν δεν πληρώσεις κατευθείαν θα τον στείλει. Αυτό εννοώ. Υπάλληλο του Δικαστηρίου». Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι η αρνητική στάση της ενάγουσας, η οποία ήταν και ο λόγος για την επιμονή του, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον «απατεώνα» δικηγόρο της που της «τρώει λεφτά», πείθοντας την ότι ενεργεί προς το συμφέρον της ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ευσταθεί αφού το δίκαιο δεν είναι με το μέρος της αλλά με το δικό του. Ως εκ τούτου, οι αναφορές στα μηνύματα του σε «απατεώνα», αφορούν, σύμφωνα με τον εναγόμενο, τον κ. Πιριλίδη και αυτόν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω δικηγόρος πείθει την ενάγουσα να μην τον πληρώσει και να προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς, καταχωρώντας, έναντι ανάλογης χρέωσης βέβαια, όλες αυτές τις δικαστικές διαδικασίες εναντίον του - «Εσύ της πήρες από αυτά τα ποσά. Πόσα της πήρες; Πόσα της πήρες ότι την έσωσες; Πόσα της πήρες; Άρα επήρες της λεφτά, αρκετά λεφτά για να με τραβάς εμένα στα Δικαστήρια. Από αυτά τα λεφτά, από αυτά τα λεφτά πόσα της πήρες; Πόσα της πήρες; Ρωτώ. Πόσα της πήρες κύριε; .Εσύ της είπες ότι είπα ψέματα. Είπες της ψέματα ότι ήθελα 100.
- Η Pafilia ήθελε 3 εκατομμύρια, η ίδια ήθελε να γράψει 3.
- Αν βρεις λογική φκάλε.». Αναφορικά με τα μηνύματα που έστειλε στον κ. Πιριλίδη, ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι όντως έστειλε τα εν λόγω μηνύματα, κάλεσε όμως τον κ. Πιριλίδη, όπως τον κάλεσε και στα μηνύματα του ως ισχυρίστηκε, να μην παραπέμπει μόνο στα μηνύματα αλλά να αναφέρει και τα όσα λέχθηκαν κατά την μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία, στα πλαίσια της οποίας ο κ. Πιριλίδης, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, και τον απείλησε αλλά και τον έβρισε λέγοντας του ότι είναι «πρόστυχος» και «κολόπαιδο» - «Γιατί δεν μου στείλατε γραπτός αυτά που είπατε γραπτός βρε δειλέ δικηγόρε, γιατί φοβάστε κ μόνο με απειλήτε κ με βρίζετε, ξέρετε ότι δεν σας φοβάμαι και ξέρεται ότι θα βρεθείς στο κελλί με το συνδικάτο των απατεώνων που θα σε στίλλω νόμιμα κ χωρίς δουλειά. Όσο για τη συνεργώ σας την xxxxx θα γλυτώση την φιλάκι» (βλ. sms Δεκ.17). Νιώθει δε έντονα ο εναγόμενος για την όλη εμπλοκή του κ. Πιριλίδη στις σχέσεις του με την ενάγουσα, εμπλοκή η οποία σύμφωνα με τον εναγόμενο δεν περιορίστηκε μόνο στην νομική αντιπροσώπευση της ενάγουσας αλλά επεκτάθηκε και σε διάπραξη σωρείας πειθαρχικών αλλά και ποινικών αδικημάτων για τα οποία προτίθεται, ως ανέφερε και στο μήνυμα του το Δεκ.2017, να προβεί σε ανάλογες καταγγελίες όταν ολοκληρωθεί η υπόθεση - «.I intend to charge you and your lawyers for fraud misrepresentation embezzlement and perjury unles s you a Pirilides will give my money back by the 25.12.
- All above crimes are by punished by prison fines money damages plus other relief. Also DISBARMENT of The lawyers a The judge!...». Ο εναγόμενος ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε παράπονο εναντίον του στην αστυνομία για τα μηνύματα που της έστειλε όταν κάποιος αστυνομικός επικοινώνησε μαζί του και τον κάλεσε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Εκεί, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, αφού τον ρώτησαν αν γνωρίζει την ενάγουσα και αυτός τους απάντησε ότι «είχε σχέσεις μαζί της» και τους εξήγησε τη φύση της σχέσης, του είπαν ότι αυτή τους είχε υποβάλει παράπονο ότι την ενοχλεί και του έκαμαν παρατήρηση να σταματήσει. Έκτοτε, ανέφερε ο εναγόμενος, καμία άλλη ενημέρωση είχε από την αστυνομία ως προς το παράπονο της ενάγουσας ούτε και καταχωρήθηκε εναντίον του οποιαδήποτε ποινική υπόθεση. Υπεβλήθη στον εναγόμενο ότι η όλη συμπεριφορά του απέναντι στην ενάγουσα και στο δικηγόρο της ήταν εκβιαστική και ότι ο λόγος που η ενάγουσα προχώρησε με τις διάφορες δικαστικές διαδικασίες εναντίον του μετά την απόφαση της 3729/08 ήταν ώστε να συνετιστεί και να σταματήσει - «.ο μόνος λόγος που καταχωρήθηκε η πρώτη ειδοποίηση πτώχευσης Τεκμήριο 12, αλλά και η δεύτερη ειδοποίηση πτώχευσης, ήταν για να βάλεις μυαλό και να σταματήσεις να επιδιώκεις να εξεύρεις λεφτά που δεν σου ανήκαν..». Απορρίπτοντας τα περί εκβιασμού, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι αυτή ακριβώς η θέση του κ. Πιριλίδη εκ μέρους της ενάγουσας, επιβεβαιώνουν τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται αναφορικά με τις «νομικές συμβουλές και χειρισμούς» του κ. Πιριλίδη και επανέλαβε τη θέση του ότι όλα τα μηνύματα του συνιστούσαν καθαρά προειδοποιήσεις για τη λήψη δικαστικών μέτρων τόσο εναντίον της ενάγουσας όσο και εναντίον του κ. Πιριλίδη - «Θα σας τα πάρω. Θα διεκδικήσω εκείνα τα λεφτά μου δια της νομίμου οδού, καταγγέλλοντας την υπόθεση διότι με έκλεψε. Τι είναι το πρόβλημα σου; Άμαν κάμω την καταγγελία, θα την κάμω και θα γίνει υπόθεση. Εντάξει; Τώρα είναι απειλή; Είναι απειλή ότι θα σε στείλω εκεί; Θεωρείτε το απειλή ενώ είναι συμβουλή και ότι είναι συμβουλή, θεωρείτε το απειλή. Δηλαδή κάτι που σε συμβούλευσα ότι θα το κάμω, θα πάεις κύριε και θα πας disbar. Σε βλέπω τροχάδι». Υπεβλήθη τέλος στον εναγόμενο ότι τα μηνύματα του προκάλεσαν φόβο στην ενάγουσα, υποβολή την οποία ο εναγόμενος απέρριψε ισχυριζόμενος ότι: «Όχι κύριε Δικαστά. Εκείνο που φοβάται είναι άμαν της τα ζητήσω αυτά (δείχνει τα ποσά που ανέφερε προηγουμένως). Είναι τα ποσά που ανέφερα προηγουμένως. Εκείνο είναι που φοβάται. Τρέμει διότι δεν έχει τα λεφτά αυτά και θα προχωρήσω και θα της πουλήσω όλη την περιουσία που έχει διότι δεν χάνω. Δεν χάνεται. Είναι γεγονότα. Και γι' αυτό δεν την παίρνω Δικαστήριο, διότι μπορεί να πεθάνω ως τότε και οι κληρονόμοι θα προχωρήσουν και θα πτωχεύσουν. Δεν προχωρώ στα Δικαστήρια. Την προστατεύω διότι εγώ δεν θα ζω 100 χρόνια ώσπου να δικαστεί η υπόθεση.» Αναφορικά με την επίσκεψη στην οικία της ενάγουσας, ο εναγόμενος ήταν κατηγορηματικός ότι η εν λόγω επίσκεψη δεν έλαβε χώρα στις 18/12/13 που ισχυρίστηκε η ενάγουσα. Ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι την ενάγουσα την επισκέφθηκε στις 19/12/13, αρνείται όμως ότι της συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που αυτή ισχυρίζεται: «Στις 18/12 του 2013 πότε είναι, δεν πέρασα ούτε από έξω, ούτε στην περιοχή. Μπορεί να μην ήμουν και Λεμεσό..(Πήγατε όμως σπίτι της οποτεδήποτε;).Όχι στις
- Το μεσημέρι μόνο που της έστειλα ένα μήνυμα ότι "θα έρθω να σε επισκεφθώ αύριο".αύριο στις 19, τονισμένη και η ώρα 11:
- Στις 18 αυτό το μήνυμα, "η ώρα 11:00 θα σε επισκεφθώ και ελπίζω να είσαι σπίτι".Στις 19 το μεσημέρι στις 11:00 όπως της υποσχέθηκα ότι θα πάω, πήγα και ήταν η υπηρέτρια της και πότιζε, ράντιζε το parking place πίσω από στο γκαράζ της, επλύνισκε το πάτωμα τζιαι ήταν προς την πόρτα, προς την εξώπορτα, χτύπησα το τηλέφωνο διότι είναι blocked, δεν μπορεί να δεις το...να σας δείξω το σπίτι. Έχω το σπίτι να σας το δείξω..Είναι φράκτης γύρω που το σπίτι, είναι απόρθητο.Ναι, δεν μπορείς ούτε να μπεις, ούτε να δεις, ούτε να φκεις. Άνοιξε μου η κοπέλα και μπήκα μέσα. Ούτε μπήκα μέσα συγκεκριμένα, διότι είναι ηλεκτρικές οι πόρτες και έμεινα εκεί στην ευθεία ώσπου να έρτει. Φώναξε την κυρία Μαυροπούλου, ήταν από πίσω, στο πίσω μέρος στον κήπο της από πίσω, ήρτε μπροστά και μου είπε "έλα μέσα, τι θέλεις"; Λαλώ της "θέλω να μιλήσουμε". "Έλα μέσα". Πήγαμε μέσα στο μπροστινό, πήγαμε στο μπροστινό μπαλκόνι του σπιτιού.Από έξω στο μπροστινό μπαλκόνι του σπιτιού και μιλήσαμε και λέει μου "τι θέλεις"; Και λέω "τα λεφτά μου, τι θέλω; Τι μπορεί να θέλω άλλο";."Τα λεφτά που μου χρωστείς, τις 180.000 ευρώ". Όχι για τις άλλες, τις 100.000..Λαλεί μου "τις 100.000 που σου έδωσα τι τις έκαμες"; "Θα σου πω τι έκαμα; Θα αστειεύεσαι" λέω της.Και λαλεί μου "ξέρεις, πήγα στην αστυνομία" λαλεί μου "και σε κατάγγειλα και να φύγεις" λαλεί μου "από το σπίτι, δεν έχω να σου δώσω τίποτε και σε παρακαλώ να φύγεις από το σπίτι, αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία". Τι ήθελες να κάμω εγώ; Να την δέρω; Τι ήθελες να κάμω; Έφυγα.Ούτε την έβρισα, ούτε της παραφέρθηκα, ούτε την αγρίεψα με τίποτε.Ούτε τον ύψωσα (τον τόνο της φωνής).». Ο εναγόμενος αναφέρθηκε και στις συναντήσεις που είχε με την ενάγουσα μετά την καταχώρηση της παρούσας ΄αγωγής και ειδικότερα στις συναντήσεις όπου η τελευταία του έδωσε χρήματα. Του υπεβλήθη από τον κ. Πιριλίδη ότι ο λόγος που η ενάγουσα του έδωσε τις €3000 ήταν για να απαλλαγεί από τις απειλές του ενώ τις €20.000 του τις έδωσε διότι τον σεβάστηκε ως άνθρωπο μετά που την εκλιπαρούσε ότι χρειαζόταν χρήματα επειγόντως για να μεταβεί στο εξωτερικό για θεραπεία. Αυτός ήταν και ο λόγος, κατά το συνήγορο, που η ενάγουσα άφησε την επιταγή των €20.000 στο γραμματοκιβώτιο της μαζί με την κάρτα Τεκ.11 με την οποία του ευχόταν ουσιαστικά καλή επιτυχία και καλή ανάρρωση, ήτοι καθαρά για ανθρωπιστικούς λόγους. Και αυτές τις υποβολές όμως ο εναγόμενος τις απέρριψε εμμένοντας στις αρχικές του θέσεις ισχυριζόμενος τα εξής: «Με έπιασε η ίδια τηλέφωνο να βρεθούμε. "Πότε θέλεις να βρεθούμε"; "Να βρεθούμε στις αρχές του"... μερικές μέρες από τις 17 βρεθήκαμε και πήγαμε μαζί, συναντηθήκαμε στο My Mall η ώρα 5..Το απόγευμα. Ξεκινήσαμε και πήγαμε στο γνωστό μέρος που πηγαίναμε τακτικά στο Παραμάλι, έχει ένα απόμερο μέρος που πάσιν οι ερωτευμένοι οι κρυφοί που δεν θέλουν να φαίνονται.βρεθήκαμε στο My Mall και ξεκινήσαμε και οι δύο με διαφορετικά αυτοκίνητα, πήγε με το δικό της και πήγα με το δικό μου κλπ. Βρεθήκαμε εκεί, αγκαλιές, φιλιά, λυπήθηκε, έκλαψε, θυμηθήκαμε τα παλιά μας. Αγκαλιές και φιλιά και λαλώ της...είπαμε τα προβλήματα μας.Τα προβλήματα που είχαμε μεταξύ μας με τις δίκες, με τα Δικαστήρια... και μετά μου είπε θέλει να με βοηθήσει σε κάτι "και να σε πληρώσω για κάτι". Λαλώ της "δεν έχω πρόβλημα" και λαλεί μου "να σου δώσω λεφτά να με βοηθήσεις σε κάτι" και... εν θέματα μεταξύ μας τούτα, να την βοηθήσω. Είχε προβλήματα στο σπίτι, το μοτέρ, το πιεστικό της και ήθελε βοήθεια εκεί να την βοηθήσω, να της πω τι να κάμει και κάτι άλλα προσωπικά και μου είπε "να σου δώσω λεφτά για τις συμβουλές σου και να έρτεις να σου δώσω λεφτά" και μου έδωσε 300 ευρώ γι' αυτήν την εξυπηρέτηση που την βοήθησα, διότι την συμβούλευσα κλπ για την εξυπηρέτηση. Την εξυπηρέτησα και έδωσε μου 300 ευρώ για τη δουλειά και πηγαίναμε πολύ καλά μέχρι 2 3 μήνες μετά.. Ήθελε μια εξυπηρέτηση. Είναι δικές μας...δικό μας θέμα. Δικό μας θέμα. Πηγαίναμε τακτικά έξω μετά από εκείνο το αυτό, βρεθήκαμε, έδωσε μου τα λεφτά έξω από το σπίτι της, πηγαίναμε τακτικά και τρώγαμε ψάρι στον ίδιο τόπο που πηγαίναμε, πήγαμε αρκετές φορές και τρώγαμε ψάρι στο Παραμάλι, στον τόπο εκείνο που πηγαίναμε. Πήγαμε 5, 6,10 φορές, δεν θυμούμαι. Μάλιστα, πληρώναμε εναλλάξ. Τη μια φορά πλήρωνε εκείνη και την άλλη φορά πλήρωνα εγώ.Μου τις έδωσε (τις €20.000) διότι στις συναντήσεις που είχαμε, της είπα ότι "μου χρωστείς λεφτά". Λαλεί μου "εξέτασα την υπόθεση τούτη και ήβρα ότι σου αναλογεί αντί 180.000, σου αναλογούν 20.000 και σου δίνω σου 20.000 έναντι τούτης της υπόθεσης"..Μου τηλεφώνησε. Τηλεφωνιόμασταν μεταξύ μας στο διάστημα αυτό και μου τα έδωσε. Λαλεί μου "έλα πάνω στο σπίτι, θα βρεις το ποσό σε έναν φάκελο, θα δεις μια επιταγή που σου έδωσα, που σου άφηκα" και πήγα πάνω στο σπίτι από έξω που το σπίτι, η οποία ήταν εκείνη μέσα από το σπίτι και έπιασα από το κουτί, το ταχυδρομικό κουτί τον φάκελο και δεν βγήκε έξω. Ήταν τότε που είχε κάμερα και φοβόταν να μην την δει ο κόσμος.(.συνεχίσατε να έχετε επαφή με την κυρία Μαυροπούλου;) Μέχρι που πήρα μια νέα αγωγή για πτώχευση, η οποία δεν είχε εντολή να στείλει.» Ως τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση, ΜΥ2, κατέθεσε ο Αστυφ. XXXXX xxxx Μαυρομούστακος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Σύμφωνα με το μάρτυρα και το Ημερολόγιο Παραπόνων και Συμβάντων του Σταθμού το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, η ενάγουσα είχε προσέλθει στο σταθμό και υπέβαλε παράπονο εναντίον του εναγόμενου στις 17/12/13 περί ώρα 0900 και στις 19/12/13 περί ώρα
- Την καταγραφή του παραπόνου της ενάγουσας στις 17/12/13 την είχε αναλάβει άλλος συνάδελφος του που εργαζόταν εκείνη την μέρα ενώ την καταγραφή του παραπόνου της 19/12/13 την έκαμε ο ίδιος. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκ. 15 τη σχετική σελίδα του ημερολογίου που εκτύπωσε και αφού την υιοθέτησε ως πλήρως ανταποκρινόμενη στο αρχείο που τηρείται στο σταθμό, ανέφερε ότι η ουσία των παραπόνων της ενάγουσας είχε καταγραφεί να είναι η «ΕΝΟΧΛΗΣΗ». Παραθέτω τις σχετικές καταγραφές: «17-12-13 12:02 Αρχιαστυφύλακας XXXXX xxxx Παναγίδης ΤΗΝ 17/12/13 ΚΑΙ ΩΡΑ 0900 ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ Η xxxxx ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ (σ.σ. καταγράφονται τα στοιχεία της ενάγουσας) ΚΑΙ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ Ο xxxxx ΑΝΤΡΟΝΙΚΟΥ (σ.σ. καταγράφονται τα στοιχεία του εναγόμενου) ΤΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙ ΣΤΕΛΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ. ΑΥΤΗ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ 140.000 ΕΥΡΩ ΑΥΤΗ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΙ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΘΕΣΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΗΣ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΠΛΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΓΙΝΕΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ. Ο ΑΣΤ XXXXX ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΟΠΟΥ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ. Ο ΑΝΤΡΟΝΙΚΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΕΝΟΧΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΕΛΕ ΑΠΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΘΟΥΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΘΕΜΑ ΛΗΞΑΝ. 19-12-2013 12:13 Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Μαυρομούστακος ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ Π. Η ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ Η xxxx ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ Ο xxxxx ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΠΩΣ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΘΗΚΕ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΕΚ ΝΕΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΑ 19/12/13 ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΩΡΑ
- Η ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΣΥΜΒΑΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΚΑΘΟΤΙ ΘΑ ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ ΑΓΩΓΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΣΥΜΒΑΝ. ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ» (η σύνταξη και ορθογραφία έχουν διατηρηθεί αυτούσιες) Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι με το που γίνεται μια καταγραφή στο ημερολόγιο, αυτή δεν μπορεί ν' αλλάξει και ότι η όποια αλλαγή χρειάζεται να γίνει στη συνέχεια, αυτή καταγράφεται ως νέα και ξεχωριστή καταγραφή έτσι ώστε να υπάρχει πλήρες ιστορικό των καταχωρήσεων. Η απουσία οποιασδήποτε άλλης καταγραφής πέραν των προαναφερόμενων δύο, ανέφερε ο μάρτυρας, δείχνει ότι τα όσα καταγράφηκαν ήταν και τα μόνα που λέχθηκαν από την ενάγουσα κατά τα παράπονα της. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι όταν κάποιος υποβάλλει παράπονο στην αστυνομία, ο παραπονούμενος δύναται να ζητήσει όπως το παράπονο του καταγραφεί απλά ως πληροφορία ενώ αν επιθυμεί να γίνει διερεύνηση τότε θα του ληφθεί κατάθεση. Όταν όμως πρόκειται για ποινικό αδίκημα, ανέφερε ο μάρτυρας, τότε ο σταθμός προχωρεί ούτως η άλλως με λήψη κατάθεσης και διερεύνηση της υπόθεσης ως ποινικής υπόθεσης πλέον. Στην παρούσα περίπτωση, ανέφερε ο μάρτυρας, η ενάγουσα επικαλούμενη υφιστάμενες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ της ιδίας και του εναγόμενου καθώς και την πρόθεση της να προχωρήσει με νέα δικαστικά μέτρα, ζήτησε απλά όπως γίνει παρατήρηση στον εναγόμενο για τα μηνύματα που της έστειλε, όπως και έγινε, ενώ για την επίσκεψη στην οικία της, αυτή ζήτησε απλά όπως το περιστατικό καταγραφεί για σκοπούς ενημέρωσης του σταθμού. Σύμφωνα με το μάρτυρα, επειδή το παράπονο της ενάγουσας ήταν απλά η ενόχληση και επειδή δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε περί παράνομης εισόδου του εναγόμενου στην οικία της ούτε και διαπιστώθηκε να υπάρχει οποιοδήποτε απειλητικό ή υβριστικό μήνυμα που να συνιστά ποινικό αδίκημα, ο σταθμός ακολούθησε τις επιθυμίες της για απλή καταγραφή του παραπόνου της και δεν προχώρησε με διαδικασίες διερεύνησης της υπόθεσης ως ποινικής υπόθεσης και με την παρατήρηση που έγινε στον εναγόμενο, θεώρησε το θέμα λήξαν. Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας ότι αν και ο ίδιος δεν εργαζόταν στις 18/12/13, εντούτοις, αν η ενάγουσα υπέβαλλε παράπονο και σ' εκείνη την ημερομηνία, αυτό λογικά θα είχε καταγραφεί όπως καταγράφηκαν και τα άλλα δύο παράπονα της. Ρωτούμενος ως προς το τι εννοούσε με την αναφορά στην καταγραφή του ότι ο εναγόμενος «προσήλθε εκ νέου στην κατοικία» της ενάγουσας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό του ανέφερε η ενάγουσα και αυτό κατέγραψε. Πιθανόν, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, να είχε προηγηθεί δεύτερη επίσκεψη του εναγόμενου την ίδια μέρα διότι αν η ενάγουσα του έλεγε ότι είχε λάβει χώρα επίσκεψη του εναγόμενου στην οικία της και στις 18/12/13 αυτός θα το κατέγραφε πλήρως. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προβάλλοντας ο καθένας τους ως αξιόπιστη την εκδοχή των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς, και σχολιάζοντας τη νομική πτυχή που διέπει το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Σημειώνω εδώ ότι συνιστά θέση του κ. Θρασυβούλου ότι, εφόσον η αγωγή της ενάγουσας έχει ως κεντρικό πυρήνα της το αστικό αδίκημα της επίθεσης και εδράζεται σχεδόν αποκλειστικά επί της απλής αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων τα οποία δεν αφορούν σε απειλές για τη σωματική ακεραιότητα της ενάγουσας ή την περιουσία της και τα οποία δεν συνοδεύονταν από οποιαδήποτε επιπρόσθετη πράξη μέσω της οποίας να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος εύλογα δημιούργησε στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι είχε και πρόθεση αλλά και ικανότητα να πραγματώσει οποιαδήποτε τέτοια απειλή, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενη κάθε ερείσματος. Στην αντίπερα όχθη βέβαια, κάμνοντας αναφορά στην συμπεριφορά του εναγόμενου ως ένα ενιαίο εκφοβιστικό και εκβιαστικό σύνολο, ο κ. Πιριλίδης υπέβαλε ότι η νομολογία αναγνωρίζει ότι ακόμη και απλά λόγια δύναται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να στοιχειοθετήσουν το επίδικο αστικό αδίκημα, εφόσον καταδεικνύεται το κριτήριο του φόβου που προκαλείται στο θύμα από την συμπεριφορά του εναγόμενου, όπως έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση όπου ο εναγόμενος έχει τρομοκρατήσει την ενάγουσα. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειώσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου, ειδικότερα κατά την αντεξέταση του από τον κ. Πιριλίδη, αναλώθηκε δυστυχώς στο δικαιολογημένο ή μη των οικονομικών του απαιτήσεων καθώς επίσης και στην προσωπική «κόντρα» που φαίνεται να ξέσπασε μεταξύ του εναγόμενου και του κ. Πιριλίδη λόγω των αναφορών που έκαμε ο πρώτος για τον δεύτερο στα επίδικα αλλά και στα υπόλοιπα μηνύματα του. Τα εν λόγω θέματα είναι βέβαια άσχετα με τα επίδικα γεγονότα αν και κατανοώ ότι το εγχείρημα του κ. Πιριλίδη αφορούσε στο να καταδειχθεί ο χαρακτήρας του εναγόμενου. Παρά ταύτα, εφόσον δεν είναι ο κ. Πιριλίδης που παρουσιάζεται ως παραπονούμενος αλλά η πελάτιδα του και τα μόνα μηνύματα που αυτή ισχυρίζεται ότι στοιχειοθετούν επίθεση είναι τα μηνύματα που στάληκαν μεταξύ 15/11/13 και 15/12/13, δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με τα επί του προκειμένου θέματα πέραν του να σημειώσω ότι συνιστά κοινό έδαφος ότι σε αντίθεση με την ενάγουσα, ο εναγόμενος θεωρεί ότι δικαιούται στα χρήματα που αξιώνει και ότι στα μηνύματα του εκφράστηκε με βαριούς χαρακτηρισμούς εναντίον του κ. Πιριλίδη για λόγους που αυτός θεωρεί δικαιολογημένους (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Σημειώνω τέλος ότι λαμβανομένης υπόψη αφ' ενός της παραδοχής του εναγόμενου ότι όντως επισκέφθηκε την οικία της ενάγουσας σε κάποια ημερομηνία εντός του Δεκεμβρίου 2013, έστω άλλης από αυτή που ισχυρίζεται η ενάγουσα και αφ' ετέρου ότι η εκδοχή αμφότερων των μερών ως προς το τι έλαβε χώρα κατά την εν λόγω επίσκεψη είναι σε μεγάλο βαθμό κοινή, η ακριβής ημερομηνία της επίσκεψης καθίσταται δευτερεύουσας αν όχι μηδαμινής σημασίας. Δεν αγνοώ βέβαια ότι η ακριβής ημερομηνία της επίσκεψης αποτελεί θέμα συνδεδεμένο με την αξιοπιστία των εκατέρωθεν εκδοχών, θέμα για το οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω, εντούτοις, αυτό που προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι αμφότεροι, ενάγουσα και εναγόμενος, συμφωνούν ότι τα επίδικα μηνύματα στάληκαν ως έχουν, ότι ο εναγόμενος επισκέφθηκε την οικία της ενάγουσας, ότι η είσοδος του στην κατοικία δεν ήταν παράνομη και ότι με το που του ζήτησε η ενάγουσα να φύγει αυτός το έπραξε αμέσως. Αμφότεροι συμφωνούν επίσης ότι οι όλες οι επίδικες ενέργειες του εναγόμενου περιστράφηκαν αποκλειστικά γύρω από την απαίτηση του να πληρωθεί και την άρνηση της ενάγουσας να τον πληρώσει καθώς και ότι πέραν των μηνυμάτων και της επίσκεψης στην οικία της ενάγουσας, ο εναγόμενος ούτε βιαιοπράγησε και ούτε επιχείρησε να βιαιοπραγήσει εναντίον της ενάγουσας ή της περιουσίας της. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης το ότι η ενάγουσα υπέβαλε παράπονο στην αστυνομία εναντίον του εναγόμενου σε δύο περιπτώσεις και ότι πλην μιας παρατήρησης που του έγινε, καμία ποινική υπόθεση προωθήθηκε εναντίον του. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Το ερώτημα που προκύπτει συνεπώς, είναι κατά πόσο το ύφος, περιεχόμενο και οι περιβάλλουσες συνθήκες της συμπεριφοράς του εναγόμενου, είτε η εν λόγω συμπεριφορά ήθελε ιδωθεί χωριστά σε σχέση με τα μηνύματα και την επίσκεψη στην οικία της ενάγουσας είτε ως ένα ενιαίο σύνολο, εύλογα προκάλεσαν, αν όντως προκάλεσαν στην τελευταία, τα αισθήματα φόβου για άσκηση βίας εναντίον της και της περιουσίας της ως ισχυρίστηκε. Θέση βέβαια του εναγόμενου είναι ότι τα μηνύματα του συνιστούσαν καθαρά έντονες προειδοποιήσεις προς την ενάγουσα ότι θα ληφθούν εναντίον της δυναμικά δικαστικά μέτρα αν δεν τον πληρώσει, μέτρα από τα οποία η τελευταία δεν θα μπορεί να απαλλαχτεί ούτε με τη βοήθεια του δικηγόρου της, ενώ για την επίσκεψη στην οικία της ενάγουσας, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι αυτή διεξήχθη σε ήπιο τόνο και κλίμα και χωρίς ποτέ αυτός να υψώσει τον τόνο της φωνής του. Προτού προχωρήσω με τις προαναφερόμενες εκδοχές της ενάγουσας και του εναγόμενου, κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ με τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ2, ήτοι της προσωπικής βοηθού του κ. Πιριλίδη και του αστυφύλακα που υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό που υπέβαλε τα παράπονα της η ενάγουσα και οποίος είχε καταγράψει το ένα εκ των δύο παραπόνων της. Όσον αφορά τη ΜΕ2, ενόψει της παραδοχής του εναγόμενου ότι όντως έστειλε όλα τα μηνύματα που η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι μετέφερε στα Τεκ.2 και 6, η μαρτυρία της, η οποία περιορίστηκε στην επιβεβαίωση της αυθεντικότητας των εν λόγω τεκμηρίων, ως η συντάκτης τους, κατέστη άνευ σημασίας. Όσον αφορά το ΜΥ2, ο μάρτυρας κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα όσα ο ίδιος βίωσε από την προσωπική του εμπλοκή στην συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης για την οποία κλήθηκε να καταθέσει. Υπενθυμίζω ότι η όλη εμπλοκή του μάρτυρα στην υπόθεση ήταν απλά αυτή του αστυνομικού, ο οποίος, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του δέχτηκε παράπονο από ένα πολίτη σε σχέση με τη συμπεριφορά ενός άλλου πολίτη. Κανένα λόγο συνεπώς είχε ο μάρτυρας να μην καταγράψει ακριβώς όσα του ανέφερε η ενάγουσα ή να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και ούτε του υποβλήθηκε οτιδήποτε το αντίθετο κατά την αντεξέταση του. Επεχείρησε βέβαια η πλευρά της ενάγουσας, εμμέσως πλην σαφώς, να πλήξει την επιμέλεια του μάρτυρα αλλά και των υπόλοιπων αστυνομικών του σταθμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Θεωρώ όμως ότι το εν λόγω εγχείρημα έπεσε στο κενό εφόσον ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια και συνοχή τόσο τις διαδικασίες καταγραφής και προώθησης ενός παραπόνου από την αστυνομία όσο και τις δικές του ενέργειες όταν κατέγραψε το παράπονο της ενάγουσας στις 19/12/13. Ο μάρτυρας θεωρώ ήταν ειλικρινής καθ' όλη τη μαρτυρία του. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα όσα παρουσιάζεται να κατέγραψε ο μάρτυρας στις 19/12/13 φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τις κοινές θέσεις των διαδίκων εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο εναγόμενος επισκέφθηκε την οικία της ενάγουσας, ότι η είσοδος του στην εν λόγω οικία δεν ήταν παράνομη, ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό βίας και τέλος ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μόλις τέσσερεις μέρες μετά τις 19/12/13 που ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε το δεύτερο παράπονο της η ενάγουσα, γεγονός που επιβεβαιώνει αυτό που εκείνος κατέγραψε ότι του ανέφερε η τελευταία, ήτοι ότι «.ΘΑ ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ ΑΓΩΓΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΣΥΜΒΑΝ.». Σημειώνω τέλος ότι αναφορικά με το Τεκ.15 που κατέθεσε ο μάρτυρας, ήτοι το σχετικό απόσπασμα από το ηλεκτρονικό ημερολόγιο καταγραφής παραπόνων και συμβάντων του αστυνομικού σταθμού Γερμασόγειας, η πλευρά της ενάγουσας είχε τη δυνατότητα αν επιθυμούσε, εφόσον αμφισβήτησε την ακρίβεια των όσων είχαν εκεί καταγραφεί, να ζητήσει όπως κλητευθεί ως μάρτυρας για σκοπούς αντεξέτασης δυνάμει του αρ. 26 Κεφ.9, ο αστυφύλακας XXXXX ο οποίος παρουσιάζεται με πλήρη στοιχεία στο τεκμήριο να ήταν ο αστυνομικός που κατέγραψε το πρώτο παράπονο της ενάγουσας. Τίποτα τέτοιο όμως ζήτησε η πλευρά της ενάγουσας η οποία περιορίστηκε σε γενικές υποβολές και ατεκμηρίωτα υπονοούμενα περί ενδεχόμενης λανθασμένης ή μη ακριβούς καταγραφής των όσων είχαν λεχθεί. Κρίνω συνεπώς ως πλήρως αξιόπιστο το ΜΥ2 και αποδέχομαι το Τεκ.15 και τα όσα εκεί καταγράφονται στο σύνολο τους, ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της ενάγουσας και του εναγόμενου. Σημειώνω κατ' αρχή ότι και των δυο η μαρτυρία και στάση (demeanour) στο εδώλιο καταδείκνυε περισσότερο παρά οτιδήποτε άλλο ότι ο καθένας τους ένιωθε πληγωμένος και ενοχλημένος, όχι τόσο λόγω των οικονομικών τους διαφορών, όσο για το ότι διαπίστωσαν και οι δύο τους ότι έφτασαν στην κατάσταση αυτή λόγω του ότι το χρήμα ήταν τελικά αυτό που έσπασε ένα ερωτικό δεσμό που άντεξε όλα αυτά τα χρόνια και στη μυστικότητα, δεσμό μάλιστα τον οποίο οι ίδιοι θεωρούσαν αδύνατο να σπάσει. Αν και η μαρτυρία τους ήταν διάχυτη από αυτά τα συναισθήματα, φανερά ήταν και τα αισθήματα αγάπης που ένιωθαν παλιά και ίσως ακόμη νιώθουν ο ένας για τον άλλο. Σίγουρα, οι οικονομικές τους διαφορές τους οδήγησαν να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με τη ψυχρή ιδιότητα του πιστωτή - χρεώστη αντίστοιχα, ήταν όμως έκδηλο κατά τη μαρτυρία τους ότι δεν είναι αυτή ολόκληρη η πραγματικότητα. Προχωρώντας στην εκδοχή τους αναφορικά με τα επίδικα μηνύματα και την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου, επισημαίνω ότι το τι εννοούσε ο εναγόμενος όταν συνέτασσε και έστελλε τα επίδικα μηνύματα ή το πώς ένιωθε ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στην οικία της ενάγουσας, είναι μεν στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, δεν είναι όμως καθοριστικά για το πώς τα εν λόγω μηνύματα και συμπεριφορά έγιναν ή μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον αποδέκτη τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η σχετική αγγλική νομολογία, είναι σημαντικό όπως οι επίδικές πράξεις ή παραλείψεις εξετασθούν και αντικειμενικά αλλά και «μέσα από τα μάτια του θύματος» (from the victim's eyes) (βλ. Tort Law, Texts and Materials by Lunney & Oliphant, 2nd ed, p.g. 42 και τις αναφορές που εκεί γίνονται στις υποθέσεις R v Ireland [1998] AC 147, R v St. George
(1840)9 C&P 483 Logdon v DPP [1976] Crim LR 121). Των πιο πάνω λεχθέντων, αν κάποιο τρίτο πρόσωπο, άσχετο με τους διαδίκους και τις υποθέσεις τους αναγνώσει τα επίδικα μηνύματα, δεν θα μπορεί θεωρώ να καταλήξει άμεσα στο συμπέρασμα ότι αυτά σημαίνουν τα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι εννοούσε. Σίγουρα από τα επίδικα μηνύματα προκύπτει ότι ο εναγόμενος έχει κάποια χρηματική απαίτηση εναντίον της ενάγουσας την οποία θέλει όπως ικανοποιηθεί άμεσα, ότι θεωρεί ότι η ενάγουσα είπε ψέματα και ότι τον έκλεψε και ότι είναι διατεθειμένος να την ενοχλεί συστηματικά μέχρι αυτή να τον πληρώσει - «πρωινό ξύπνημα θα έχεις τακτικά μέχρι να με πληρώσεις» (βλ. sms 17/11/13). Στη συνέχεια όμως τα μηνύματα γίνονται πιο σοβαρά, αρχής γενομένης του μηνύματος της 19/11/13 και ώρα 5.16μ.μ. - «Ξέρεις εκ πείρας ότι υπάρχουν δύο τρόποι είσπραξης χρεών! Μην με αναγκάσεις να εφαρμόσω εκείνο που εφάρμοσες εσύ». Τα όσα μηνύματα ακολουθούν του μηνύματος της 19/11/13 είναι είτε λιγότερο είτε περισσότερο έντονα, κυλούν όμως πάνω στις ίδιες τελεσιγραφικές γραμμές - «ο δικός σου χρόνος τελείωσε.συνετίσου», «αν νομίζεις ότι θα σώσει από τον εισπράκτορα», «your time for friendly solution of accounts expires this Friday midnight». Όπως όμως ανέφερα, το καθοριστικό κριτήριο δεν είναι το πώς ο άγνωστος τρίτος δυνατό να αντιληφθεί την επίδικη συμπεριφορά αλλά το πώς την αντιλήφθηκε ο αποδέκτης της και κατά πόσο εύλογα την αντιλήφθηκε με τον τρόπο που ισχυρίζεται. Από την αρχή των μηνυμάτων του, ο εναγόμενος κάμνει την εξής αναφορά - «Ξέρεις εκ πείρας . εκείνο που εφάρμοσες εσύ» (βλ. sms 19/11/13). Αυτό προφανώς παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση που έχει ο παραλήπτης των μηνυμάτων, ήτοι η ενάγουσα, η οποία δεν είναι κάποιο άσχετο τρίτο πρόσωπο αλλά άμεσα εμπλεκόμενη και γνώστης του τι είχε προηγηθεί μεταξύ της και του εναγόμενου. Το νόημα και οι συνέπειες συνεπώς των μηνυμάτων του εναγόμενου προς στην ενάγουσα, θα πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες στάληκαν αλλά και μέσα από τα μάτια της ίδιας της ενάγουσας η οποία έδωσε μαρτυρία ως προς το τι αυτή αντιλήφθηκε. Για τους λόγους που προχωρώ να εξηγήσω, θεωρώ ότι τα αισθήματα απογοήτευσης, και πικρίας που αναφέρω ανωτέρω ότι διακατείχαν τους διαδίκους, καθώς και το συναισθηματικό «σοκ» και ενόχληση που ανέφερε η ενάγουσα ότι ένιωσε όταν ο εναγόμενος εκδηλώθηκε με τον τρόπο που εκδηλώθηκε οπόταν και αυτή «κατάλαβ(ε) τι είναι ο κύριος xxxxx Ανδρονίκου.», ήταν και τα μόνα πραγματικά συναισθήματα που δημιουργήθηκαν στην ενάγουσα από την όλη επίδικη συμπεριφορά του εναγόμενου και χωρίς ουδέποτε αυτά να ανάχθηκαν σε φόβο ή τρομοκρατία ως ισχυρίζεται. Σημειώνω κατά πρώτο ότι, αντεξεταζόμενη η ενάγουσα ως προς το πώς αντιλήφθηκε το πρώτο «έντονο» μήνυμα του εναγόμενου ημερ. 19/11/13 - «Ξέρεις εκ πείρας ότι υπάρχουν δύο τρόποι είσπραξης χρεών! Μην με αναγκάσεις να εφαρμόσω εκείνο που εφάρμοσες εσύ» - η ίδια ανέφερε ότι το αντιλήφθηκε να αφορά σε απειλή του εναγόμενου ότι «.ήθελε να με πάρει Δικαστήριο» όπως τον «πήρε» και αυτή. Με άλλα λόγια, ενώ το εν λόγω μήνυμα θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευτεί από κάποιο άσχετο πρόσωπο ότι παραπέμπει σε απειλή για τη «χρήση» κάποιου αθέμιτου και βίαιου τρόπου «είσπραξης χρεών», στα μάτια της ίδιας της ενάγουσας έγινε αντιληπτό κατά πολύ διαφορετικό τρόπο και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο που το εννοούσε και ο εναγόμενος, ήτοι ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη απειλή λήψης δικαστικών μέτρων. Από την αρχή συνεπώς των μηνυμάτων, η ενάγουσα είχε αντιληφθεί ότι τα τελεσίγραφα του εναγόμενου και οι αναφορές του σε «είσπραξη χρεών», αναφορές και τελεσίγραφα τα οποία επαναλαμβάνονται με διάφορες μορφές στα μηνύματα που ακολουθούν το μήνυμα της 19/11/13, δεν αφορούσαν στην άσκηση βίας αλλά καθαρά σε δικαστικά μέτρα. Κανένας επομένως εύλογος φόβος για χρήση βίας δεν δημιουργήθηκε ή μπορούσε να δημιουργηθεί στην ενάγουσα, η οποία μπορεί να φοβήθηκε για την απειλή λήψης δικαστικών μέτρων, όπως άλλωστε ανέφερε, όμως αυτό, όπως θα διαφανεί πιο κάτω κατά την νομική ανάλυση του επίδικου αδικήματος, δεν μπορεί να αναχθεί σε «επίθεση». Κατά δεύτερο, υπενθυμίζω ότι η εκδοχή της ενάγουσας στο Δικαστήριο ήταν ότι είναι από το 2008 που άρχισε να φοβάται τον εναγόμενο, με την όλη κατάσταση να κορυφώνεται όταν άρχισαν να στέλλονται τα επίδικα μηνύματα στις 15/11/
- Παρά την εν λόγω κορύφωση του φόβου της όμως, παραδόξως δεν καταγγέλλει από την αρχή το θέμα στην αστυνομία και αυτό παρά τις συμβουλές των παιδιών της ως η ίδια ανέφερε. Ισχυρίστηκε βέβαια ότι δεν ήθελε να εξαγριώσει τον εναγόμενο. Κρίνει όμως στη συνέχεια ότι κάτι θα πρέπει να γίνει, παραδόξως όμως και πάλι δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να καταγγείλει ότι απειλείται η ζωή της ή ότι είναι τρομοκρατημένη. Θεωρεί μόνο ότι κάποιο παράπονο της θα πρέπει να καταγραφεί απλά από την αστυνομία και αυτό για σκοπούς ενημέρωσης - «.ένιωθα τόσο άσχημα που το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να πάω να κάνω μια απλή κατάθεση, τίποτε άλλο, για να υπάρχει κάτι μέσα στην Αστυνομία σχετικό με αυτήν την κατάσταση..». Αυτό όμως ήταν και το μόνο που έκανε η ενάγουσα όταν όντως πήγε στην αστυνομία στις 17/12/
- Από τα όσα καταγράφηκαν από τον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, η ενάγουσα ουδέποτε κατήγγειλε ότι ένιωσε φόβο για την ζωή και την περιουσία της όπως, ισχυρίζεται στην παρούσα αγωγή, αλλά αντίθετα δήλωσε ότι το μόνο της παράπονο ήταν η πρόκληση ενόχλησης από τον εναγόμενο και ότι το μόνο που επιθυμούσε, ήταν να του γίνει παρατήρηση. Σίγουρα, το τελευταίο που θα αναμένετο από κάποιον που φοβάται για τη ζωή και την ασφάλεια του και ο οποίος, ως ισχυρίστηκε η ενάγουσα, αναγκάζεται να βρει το θάρρος να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία παρά τους φόβους του για τις συνέπειες που μια τέτοια καταγγελία ενδεχομένως να συνεπάγεται - «.Δεν ήθελα να του επιτρέψω ή να του κάμω κάτι που να τον εξαγριώσω παραπάνω γιατί φοβόμουν. .» - είναι, όταν τελικά προσφύγει στην αστυνομία, να παραλείψει αφ' ενός, να εκφράσει τους φόβους του και αφ' ετέρου, να ζητήσει όπως το όλο θέμα τύχει τυπικού χειρισμού. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της ενάγουσας, αυτή η συμπεριφορά δεν αντικατοπτρίζει άνθρωπο που σύμφωνα με την ενάγουσα, «.Σε κάθε μήνυμα φοβόμουν. Για να μην έρτει να μου κάνει κακό.» Κατά τρίτο, ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι στο δικηγόρο της αποτάθηκε μετά το τελευταίο μήνυμα στις 15/12/
- Το Τεκ. 4 όμως, το οποίο η ίδια η ενάγουσα κατέθεσε, ήτοι την επιστολή που ο κ. Πιριλίδης έστειλε «με οδηγίες» της ενάγουσας στον εναγόμενο στις 25/11/13, καταδεικνύει ότι η εμπλοκή του κ. Πιριλίδη αναζητήθηκε από την ενάγουσα πολύ πιο πριν και μάλιστα εκκρεμούντων των επίδικων μηνυμάτων (15/11/13 - 15/12/13). Προκύπτει συνεπώς ο εξής προβληματισμός. Μέχρι τις 25/11/13 που ο δικηγόρος της ενάγουσας έστειλε το Τεκ. 4 στον εναγόμενο, η ενάγουσα είχε ήδη λάβει τουλάχιστο τα έξι από τα δέκα επίδικα μηνύματα. Το ένα μάλιστα, αυτό της 22/11/13 και το οποίο στάληκε πριν την επιστολή του κ. Πιριλίδη, είχε τη μορφή έντονου τελεσίγραφου - «Οι ψεύτες και οι κλέπτες τον πρώτο χρόνο χαίρονται, ο δικός σου χρόνος τελείωσε, συνετίσου ή αλλιώς δεν θα τα χαρείτε». Λίγες μέρες μετά, η ενάγουσα «ανακαλύπτει» την «επιστολή τιμολόγιο» στην πόρτα της οικίας της, η οποία επιστολή, σύμφωνα με την ενάγουσα, είχε αφεθεί εκεί χωρίς αυτή να γνωρίζει το πότε. Αναζητά τότε τη βοήθεια του κ. Πιριλίδη και του δίνει οδηγίες όπως απαντήσει στον εναγόμενο οπόταν και ο πρώτος συντάσσει και στέλλει την επιστολή της 25ης/11/
- Στην εν λόγω επιστολή του όμως, ο κ. Πιριλίδης, «εντεταλμένος από την ενάγουσα» ως αναφέρει, περιορίζεται να απορρίψει τις απαιτήσεις που ο εναγόμενος πρόβαλε μέσω της «επιστολής τιμολόγιο» (Τεκ.3) και καμία αναφορά κάμνει στα όσα επίδικα έλαβαν χώρα μέχρι εκείνη τη μέρα ή στις απειλές και το φόβο που υποτίθεται ότι ο εναγόμενος είχε ήδη προκαλέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και συνέχιζε να προκαλεί στην πελάτιδα του. Για το μέγεθος του εν λόγω φόβου της μάλιστα, η ενάγουσα ισχυρίστηκε χαρακτηριστικά τα εξής - «.Ξέρετε τι σημαίνει να φοβάμαι; Ζω μόνη μου στο σπίτι μου με την οικιακή βοηθό. Ξέρετε τι; Έβαλα αυτές τις κάμερες, έβαλα σίδερα στις πόρτες και τα διάφορα και ως τώρα με αυτά τα μηνύματα έχω στη ψυχή μου φόβο και τη νύχτα που βγαίνω έξω και είναι σκοτεινά φοβάμαι και σε όλη τη ζωή μου έκτοτε έχω φόβο. Δεν ξέρετε τι σημαίνει φόβος για τη ζωή μου και για το σπίτι μου και για τα παιδιά μου και για τα εγγόνια μου έχω φόβο. Αυτό δεν είναι λογικού ανθρώπου αυτές οι καταστάσεις. Δεν είναι λογικός άνθρωπος αυτός που έστελλε αυτά τα μηνύματα.». Γιατί όμως ο κ. Πιριλίδης στην εν λόγω επιστολή του να μην αναφερθεί καθόλου στα επίδικα μηνύματα και στη θέση που ένα μήνα αργότερα η ενάγουσα παρουσιάστηκε να προβάλλει, όταν μέσω του καταχώρησε την παρούσα αγωγή, ήτοι ότι ο εναγόμενος της «επιτίθετο» από τις 15/11/13; Μήπως η ενάγουσα δεν ενημέρωσε καθόλου τον κ. Πιριλίδη για την επίθεση που ήδη λάμβανε χώρα; Ποιο λόγο όμως είχε τότε η ενάγουσα να μην αναφέρει στο δικηγόρο της οτιδήποτε για την εκφοβιστική, απειλητική και χυδαία συμπεριφορά που ήδη επεδείκνυε ο εναγόμενος, η οποία συμπεριφορά μάλιστα την έκανε να νιώθει τόσο έντονα ως αναφέρεται ανωτέρω; Σίγουρα δεν τίθεται θέμα να φοβόταν ακόμη την αντίδραση του εναγόμενου αφού είχε ήδη αποφασίσει να εμπλέξει το δικηγόρο της. Για ποιο λόγο επομένως να περιοριστεί η ενάγουσα να δώσει οδηγίες στον κ. Πιριλίδη να απορρίψει τις οικονομικές απαιτήσεις του εναγόμενου και δεν του έδωσε οδηγίες και για το σοβαρότερο θέμα που κατ' εκείνη υπήρχε τη δεδομένη στιγμή, ήτοι την «επιθετική» συμπεριφορά του εναγόμενου; Αν από την άλλη όμως η ενάγουσα όντως ανέφερε από τότε κάτι στο δικηγόρο της, τότε γιατί ο τελευταίος να μην κάμει καμία σχετική αναφορά στην επιστολή του; Σίγουρα, αν η συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστούσε από τότε επίθεση με τον τρόπο που προβλήθηκε ένα μήνα αργότερα με την παρούσα αγωγή, τότε αυτό δεν ήταν κάτι το επουσιώδες ώστε να αγνοηθεί ή να θεωρηθεί, έστω νομικά, υποδεέστερο των οικονομικών διαφορών των μερών. Την ίδια ώρα όμως, έστω και αν δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε η ενάγουσα στο δικηγόρο της, η «ανακάλυψη» της «επιστολής τιμολόγιο» του εναγόμενου στην οικία της ενάγουσας καθιστούσε πλέον αντιληπτό ότι ο εναγόμενος είχε επισκεφθεί την οικία της ενάγουσας, σε ανύποπτο χρόνο και μάλιστα «ακάλεστος» ενέργεια η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα μέσω της γραπτής της δήλωσης να συνιστά μέρος της όλης κατ' ισχυρισμό επιθετικής συμπεριφοράς του εναγόμενου. Μυστηριωδώς όμως, ούτε και γι' αυτό το θέμα γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή του κ. Πιριλίδη. Κοντολογίς, είτε η ενάγουσα δεν ένιωθε το μεγάλο φόβο για τη ζωή της που ισχυρίζεται σήμερα ότι ένιωθε λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου εξ' ου και δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στο δικηγόρο της, είτε το μόνο που ένιωθε ήταν απλά μια ενόχληση, ως ήταν και το παράπονο που υπέβαλε στη συνέχεια στην αστυνομία, οπόταν και δικαιολογημένα κρίθηκαν πιο σημαντικές οι οικονομικές της διαφορές με τον εναγόμενο. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η ουσία είναι ότι η όλη στάση της ενάγουσας απέναντι στα μηνύματα του εναγόμενου, τα οποία υπενθυμίζω ότι, ως η ίδια ανέφερε, τα αντιλήφθηκε να σημαίνουν αυτό ακριβώς που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι σήμαιναν, ήτοι ότι θα λάβει εναντίον της δικαστικά μέτρα όπως έλαβε και εκείνη, σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύει πρόσωπο που έχει τρομοκρατηθεί για τη ζωή του ως τέτοιο πρόσωπο ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι ήταν. Κατά τέταρτο, ήταν η θέση της ενάγουσας ότι το περιστατικό στην οικία της στις 18/12/13 ενέτεινε ακόμη περισσότερο το φόβο που κατ' ισχυρισμό ένιωθε εξ' αιτίας του εναγόμενου, κυρίως λόγω της «εξαγριωμένης» κατάστασης στην οποία αυτός βρισκόταν εκείνη τη μέρα. Επί αυτής της εκδοχής όμως παρατηρώ τα εξής. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι σύμφωνα με την ενάγουσα, αυτή πληροφορήθηκε για την άφιξη του εναγόμενου στο σπίτι της, από την οικιακή της βοηθό, εντελώς ξαφνικά στις 18/12/
- Εκείνη τη στιγμή, εκτός από τη βοηθό της, μαζί της βρισκόταν και ο «περβολάρης» της. Ο εναγόμενος, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, ήταν εξαγριωμένος, φώναζε, ύβριζε και κουνούσε κάποιες «κόλλες» απειλώντας την ότι θα της καταστρέψει το σπίτι. Τον εναγόμενο η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ήδη τον φοβόταν από το 2008 και ιδιαίτερα ότι από τις 15/11/13 η «ψυχή της είχε φόβο» τόσο για την ίδια όσο και για την οικογένεια της. Είχε μάλιστα καταγγείλει τον εναγόμενο στην αστυνομία την προηγούμενη μέρα και αυτό παρά το ότι φοβόταν ότι αυτός θα αντιδρούσε αν το μάθαινε. Εκκρεμούσης όμως όλης αυτής της κατάστασης και των κατ' ισχυρισμό συναισθημάτων της, η ενάγουσα, με το που βλέπει τον εναγόμενο δεν του ζητά άμεσα να φύγει, ούτε ζητά βοήθεια από τα άλλα δύο πρόσωπα που ήταν μαζί της για να τον διώξουν ή έστω να ειδοποιήσουν την αστυνομία και ούτε επιχειρεί να κλειδωθεί στο σπίτι της για να προφυλαχθεί. Σίγουρα μια από αυτές τις ενέργειες θα ήταν υπό τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι βρισκόταν, η εύλογα αναμενόμενη. Αντιθέτως, ως η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε, ξεκίνησε πρώτα να απαντά στον εναγόμενο και εκείνη με φωνές, άνοιξε διάλογο μαζί του σε σχέση με τα λεφτά που αυτός απαιτούσε ζητώντας του μάλιστα να της δώσει και εξηγήσεις για το τι έκαμε με τα λεφτά που ήδη του έδωσε και παράλληλα του ζήτησε να μη φωνάζει γιατί θα τον ακούσουν οι γείτονες. «.Του είπα εγώ τα λεφτά που σου έδωσα τι τα έκαμες, τις 170 χιλιάδες ευρώ που πήρες και μου είπε και του είπα να βγει έξω που το σπίτι μου γιατί θα πάω στην Αστυνομία . καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν στο σπίτι και εγώ του φώναζα και του έλεγα μην φωνάζεις και σε ακούν οι γειτόνοι». Με άλλα λόγια η ενάγουσα όχι μόνο δεν φοβήθηκε για τη ζωή και την ασφάλεια της αλλά τουναντίον την απασχολούσε περισσότερο να πείσει τον εναγόμενο ότι είχε άδικο και ταυτόχρονα να μην αντιληφθεί κανένας το τι γινόταν. Αυτή σίγουρα δεν είναι η εύλογα αναμενόμενη αντίδραση κάποιου που ζει μέσα στο φόβο για τη ζωή και την ασφάλεια του, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι για τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να προστρέξουν προς βοήθεια της, αν χρειαζόταν, ήτοι τους γείτονες της, η ίδια δεν τους ήθελε ν' αντιληφθούν οτιδήποτε. Πρόσθετα όμως τούτου, σύμφωνα και πάλι με την ίδια την ενάγουσα, μόλις αυτή ζήτησε από τον εναγόμενο να φύγει από το σπίτι της αυτός συμμορφώθηκε, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι το περιστατικό στην οικία της ουδέποτε εξελίχθηκε σε οτιδήποτε περισσότερο από μια έντονη και από τις δύο πλευρές συζήτηση. Το πιο πάνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από τα όσα ο ΜΥ2 κατέγραψε στο Τεκ.15 ότι του ανέφερε η ενάγουσα στις 19/12/13, όπου η τελευταία, όχι μόνο δεν κατήγγειλε οποιαδήποτε απειλή ή φόβο για τη ζωή της κατά το επίδικο περιστατικό αλλά ζήτησε μάλιστα όπως το σχετικό παράπονο της καταγραφεί απλά για σκοπούς ενημέρωσης και μη διερευνηθεί περαιτέρω. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν αποδέχομαι τη θέση του εναγόμενου ότι κατά το εν λόγω περιστατικό αυτός ήταν εντελώς ήρεμος και ότι ουδέποτε ύβρισε ή ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Τα μηνύματα του καταδεικνύουν ότι μέχρι εκείνη την ημέρα ένιωθε έντονα για το όλο θέμα, είχε ήδη αποκαλέσει πλειστάκις την ενάγουσα ψεύτρα, κλέφτρα και αχάριστη, ενώ δυσανασχετούσε ολοένα και περισσότερο από τη μη ανταπόκριση της- «Γιατί δεν απαντάτε το τηλέφωνο;» - «Your time for friendly solution of our accounts expires this Friday midnight, 13.12.2013 I hope that you understand that I am serious! And we meet» (βλ. sms 12/12/13). Η διαδοχικότητα δε των μηνυμάτων του καταδεικνύει και το μέγεθος της επιμονής του. Με γνώμονα όλα αυτά, ο ισχυρισμός του ότι, όταν αποφάσισε να επισκεφτεί την ενάγουσα για να ξανά-υποβάλει την απαίτηση του, αυτοπροσώπως πλέον, αντέδρασε ήρεμα όταν η τελευταία όχι μόνο αρνήθηκε και πάλι να τον πληρώσει αλλά μάλιστα επεχείρησε να του αποδείξει ότι είχε άδικο, δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής. Σίγουρα ο εναγόμενος και θύμωσε αλλά και φώναξε και σίγουρα επανέλαβε τις απειλές του για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της ενάγουσας. Σίγουρα επανέλαβε επίσης έντονα ότι η ενάγουσα είπε ψέματα, ότι μαζί με τον δικηγόρο της τον έκλεψαν μέσω της απόφασης στην 3729/08 καθώς επίσης και το ότι θεωρεί αχάριστη την ενάγουσα, επίθετα άλλωστε που χρησιμοποίησε εναντίον της τελευταίας και κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Όπως όμως ήδη ανέφερα, δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου επεκτάθηκε σε οτιδήποτε περισσότερο από μια έντονη συζήτηση η οποία κανένα φόβο προκάλεσε στην ενάγουσα για τη ζωή ή την περιουσία της. Άλλωστε, μόλις το απαίτησε η ενάγουσα, ο εναγόμενος έφυγε αμέσως. Κατά πέμπτο, και να υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι κανένα φόβο για τη ζωή και την ασφάλεια της ένιωσε η ενάγουσα από τον εναγόμενο, τέτοια αμφιβολία εξαλείφτηκε πλήρως από την μετέπειτα συμπεριφορά και στάση της. Όπως επεσήμανε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου, δεν συνάδει από τη μια ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι από το 2008 και ειδικότερα μετά την επίδικη περίοδο Νοεμβρίου 2013 - 15/12/13, αυτή ήταν τρομοκρατημένη από τις απειλές του εναγόμενου και από την άλλη ότι, μετά την καταχώρηση της αγωγής και την εξασφάλιση των απαγορευτικών διαταγμάτων στις 23/12/13 γι' αυτόν ακριβώς το φόβο που ισχυρίστηκε ότι ένιωσε και νιώθει, ξεκίνησε να μιλά μαζί με τον εναγόμενο στο τηλέφωνο, να συναντιέται μαζί του σε ταβέρνες για φαγητό κατά τις απογευματινές ώρες χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, όπου συμπεριφερόταν, έστω προσποιητά ως ισχυρίστηκε, ωσάν να ήταν «όλα μέλι γάλα», να του δίνει €3000 σε μετρητά απλά επειδή της το ζήτησε και τέλος να του ζητά τηλεφωνικώς να περάσει από το σπίτι της ώστε να του δώσει ακόμα €20.000 και μάλιστα «με τις ευχές της». Ήταν βέβαια η θέση της ενάγουσας ότι οι μεν €3000 δόθηκαν για να σταματήσει τις απειλές του ο εναγόμενος ενώ οι €20.000 δόθηκαν για ανθρωπιστικούς λόγους. Επί αυτής της θέσης όμως σημειώνω τα εξής. Η επί του προκειμένου στάση της ενάγουσας, η οποία προφανώς δεν συνάδει με την όλη τρομοκρατημένη εικόνα που αυτή επιχείρησε να παρουσιάσει, αποκαλύφθηκε μόνο κατά την αντεξέταση της. Έστω και αν η ίδια δέχτηκε ευθέως τις σχετικές υποβολές του συνηγόρου του εναγόμενου, αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση της, η ενάγουσα επέλεξε να μην αποκαλύψει αυτές τις ουσιώδεις για την υπόθεση πληροφορίες. Περαιτέρω, ουδέποτε ισχυρίστηκε η ενάγουσα πριν τεθεί αντιμέτωπη με τις εν λόγω υποβολές, ότι ο εναγόμενος πέτυχε να εξασφαλίσει χρήματα από αυτήν με την εκβιαστική και εκφοβιστική συμπεριφορά του. Κάτι τέτοιο άλλωστε, ενδεχομένως να συνιστούσε ποινικό αδίκημα για το οποίο η ενάγουσα όμως ουδέποτε υπέβαλε παράπονο είτε στην αστυνομία είτε με τροποποίηση της παρούσας αγωγής της. Τέλος, όποιος και να ήταν ο λόγος που η ενάγουσα έδωσε λεφτά στον εναγόμενο και ειδικότερα την επιταγή των €20.000 με την ευχετήρια κάρτα που τη συνόδευε, η εν λόγω ενέργεια της δεν συνάδει με τα έντονα αισθήματα φόβου που ισχυρίζεται ότι ένιωθε τη δεδομένη στιγμή και εξακολουθεί να νιώθει. Αν μη τι άλλο, εφόσον αναγκάστηκε, ως ισχυρίστηκε, να καταγγείλει τον εναγόμενο για την επίσκεψη του στην οικία της καθώς και να εγκαταστήσει μέτρα ασφαλείας για να προφυλαχθεί από τυχόν απροειδοποίητες επισκέψεις του, το τελευταίο που θα αναμένετο να πράξει όταν αποφάσισε, ανεξήγητα βέβαια, να τον χρηματοδοτήσει καθαρά για «ανθρωπιστικούς λόγους», θα ήταν να του ζητήσει να περάσει από αυτό ακριβώς το σπίτι της για να παραλάβει τα χρήματα που ζήτησε. Αυτό βέβαια χωρίς να αγνοείται και το όλο παράλογο της επιλογής της να συνοδεύσει τα χρήματα με «τις ευχές της» ωσάν να και δεν είχε συμβεί τίποτα προηγουμένως. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι συνεπεία της όλης επίδικης συμπεριφοράς του εναγόμενου, αυτή αναγκάστηκε να εγκαταστήσει μέτρα ασφαλείας στο σπίτι της, όχι μόνο αναιρέθηκε από την ίδια κατά την αντεξέταση της αλλά ούτε και φαίνεται να ευσταθεί. Η επί του προκειμένου δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας, την οποία προώθησε κατά την κυρίως εξέταση της, ήταν ότι το επίδικο περιστατικό της 18/12/13 συνιστούσε έναν από τους κύριους λόγους που την ανάγκασαν να προχωρήσει με την εγκατάσταση των επίμαχων μέτρων ασφαλείας ώστε να προφυλαχθεί από τον εναγόμενο. Κατά την αντεξέταση της όμως διαφάνηκε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της στερείται ερείσματος, αφού σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, τα εν λόγω μέτρα ήταν ήδη εγκατεστημένα όταν έλαβε χώρα το περιστατικό στην οικία της στις 18/12/13 ενώ το μόνο που είχε μεσολαβήσει ως τότε, ήταν τα μηνύματα του εναγόμενου, για τα οποία όμως το μόνο παράπονο που υπέβαλε η ενάγουσα ήταν ότι συνιστούσαν απλά μια ενόχληση και τίποτε περισσότερο. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της συνεπώς δύναται να θεωρηθεί ως αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, βρίσκω περαιτέρω ότι, από πλευράς ενάγουσας, τα μόνα συναισθήματα που της δημιουργήθηκαν από την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου ήταν η πικρία, η απογοήτευση και η ενόχληση, κυρίως λόγω του ότι ο άνθρωπος για τον οποίο έτρεφε έντονα αισθήματα αγάπης για τόσα χρόνια της συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας της ουσιαστικά ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα χρήματα. Κάθε φορά που ο τελευταίος της έστελλε μήνυμα από τις 15/11/13 μέχρι και τις 15/12/13, απαιτώντας να τον πληρώσει για «τις υπηρεσίες του» και κάθε φορά που της έδειχνε έντονα ότι μόνο αυτό τον ενδιέφερε, η ενάγουσα ενοχλείτο και ένιωθε περισσότερο προδομένη. Δεν φοβόταν όμως για τη ζωή της αφού όταν αποφάσισε να παραπονεθεί στην αστυνομία για τα μηνύματα του εναγόμενου, ίσως κατόπιν νομικής συμβουλής ίσως και από μόνη της, ανέφερε μόνο ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου την ενοχλούσε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Τα μηνύματα βέβαια του εναγόμενου ήταν άκρως ενοχλητικά. Ζήτησε όμως η ενάγουσα όπως στον εναγόμενο γίνει μόνο μια απλή παρατήρηση, προφανώς διότι τόσο σοβαρό θεωρούσε το όλο θέμα και ήλπιζε ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να σταματήσει ο εναγόμενος να την ενοχλεί για το θέμα των λεφτών και θα επανέρχετο στον παλιό του εαυτό. Ακολούθησε το περιστατικό στην οικία της στις 19/12/
- Ακόμη και τότε όμως, η ενάγουσα δεν φοβήθηκε για τη ζωή ή την ασφάλεια της αφού θεώρησε ότι μπορούσε να συνομιλήσει μαζί με τον εναγόμενο και να του αποδείξει ότι δεν είχε δίκιο ενώ ταυτόχρονα η ανησυχία της ήταν μήπως και αντιληφθούν οι γείτονες ποια η σχέση της με τον εναγόμενο, ο οποίος φώναζε θυμωμένα ότι την θεωρούσε ψεύτρα και αχάριστη για τα όσα της προσέφερε κατά τα χρόνια που είχαν δεσμό. Εν τω μεταξύ, ο τελευταίος είχε από τις 11/12/13 καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης στην αγωγή 3729/08 η οποία είχε ήδη επιδοθεί στην ενάγουσα και στους δικηγόρους της. Ακολούθως η ενάγουσα, προφανώς κατόπιν νομικής συμβουλής εφόσον έκαμε αναφορά στο δικηγόρο της, μετέβηκε στην αστυνομία για να παραπονεθεί για δεύτερη φορά. Και πάλι όμως δεν φοβόταν για τη ζωή της αφού περιορίστηκε να αναφέρει απλά ότι ο εναγόμενος συνέχιζε να την ενοχλεί για τα λεφτά και ζήτησε όπως το παράπονο της απλά καταγραφεί διότι προτίθετο να προχωρήσει δικαστικώς με το δικηγόρο της και μη προωθηθεί περαιτέρω. Αυτή ήταν η σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Σύντομα μετά όμως, καταχωρείται η παρούσα αγωγή μέσω του δικηγόρου για τον οποίο επίσης ο εναγόμενος αναφέρθηκε στα μηνύματα του, αγωγή με την οποία, για πρώτη φορά, η ενάγουσα παρουσιάζεται να ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος της επιτίθετο από τις 15/11/13, προκαλώντας της φόβο για τη ζωή και την ασφάλεια της. Τέτοιο φόβο όμως στην πραγματικότητα η ενάγουσα δεν ένιωθε ούτε και νιώθει, ενώ τα αισθήματα αγάπης που ένιωθε παλιά για τον εναγόμενο προφανώς δεν τα ξεπέρασε. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι αρχίζει και πάλι να μιλά με τον εναγόμενο στο τηλέφωνο, δέχεται να τον συναντά μόνη της για φαγητό σε διάφορες περιπτώσεις, συνομιλεί μαζί του κατά τις εν λόγω συναντήσεις χωρίς να επιδεικνύει οποιαδήποτε αισθήματα φόβου ή ανησυχίας και τέλος δέχεται και του δίνει χρήματα όταν της το ζητά, με τις τελευταίες μάλιστα €20.000 να του τις δίνει με τις ευχές της. Κανένα συνεπώς φόβο ένιωθε ή νιώθει η ενάγουσα. Σίγουρα το ύφος του εναγόμενου κατά την επίδικη περίοδο δεν ήταν ούτε κόσμιο, ούτε φιλικό και η επιμονή του ενοχλητική. Σε καμία όμως περίπτωση ο εναγόμενος δεν απείλησε τη σωματική ακεραιότητα και ασφάλεια της ενάγουσας ενώ από την όλη συμπεριφορά της τελευταίας, επιβεβαιώνεται ότι αυτή, όσο ενοχλημένη και να ένιωθε από τη συμπεριφορά του εναγόμενου και όσο και να φοβήθηκε τα δικαστικά μέτρα που ο τελευταίος απειλούσε ότι θα λάβει, ουδέποτε ένιωσε την ασφάλεια και σωματική της ακεραιότητα να απειλούνται από τον εναγόμενο. Προχωρώ τώρα με τη νομική πτυχή του θέματος. Κεντρικός άξονας της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επίθεσης, στο οποίο αφορούν οι πρόνοιες του αρ. 26 του Κεφ.148: «Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν σε πληθώρα αγγλικής νομολογίας και συγγράμματα. Όλες οι εν λόγω αποφάσεις και νομολογία αναφορικά με τη νομική πτυχή του υπό κρίση αδικήματος, συνοψίζονται πολύ εύστοχα θεωρώ, στα εξής αποσπάσματα από τα συγγράμματα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις
(2003)σελ. 93 και Clerk & Lindsell On Torts 22st ed
(2018)αντίστοιχα, τα οποία επίσης παραπέμπουν στις εν αποφάσεις που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι: «Το αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Τα συστατικά του αδικήματος είναι
- i)η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας
- ii)η ύπαρξη πρόθεσης και (iii) έλλειψη συναίνεσης. Απειλή χρήση βίας. Αν κάποιος, με οποιαδήποτε πράξη ή χειρονομία αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας εναντίον άλλου ώστε να του δημιουργείται εύλογα η πεποίθηση ότι έχει αυτός την πρόθεση και ικανότητα πραγμάτωσης του σκοπού του, τότε διαπράττεται το αδίκημα Λόγια από μόνα τους όμως δεν συνιστούν επίθεση γιατί η πρόθεση πρέπει να εκδηλώνεται μέσα από πράξεις (με παραπομπή στην υπόθεση Wilson ν Pringle
(1986)2 All ER 440.» (έμφαση δική μου) «15-12 Assault "An assault is an act which causes another person to apprehend the infliction of immediate, unlawful, force on his person". The defendant's act must also be coupled with the capacity of carrying the intention to commit a battery into effect. Although in popular language an assault includes a battery, a person may be liable for an assault without being liable for a battery. Thus, "[i]f you direct a weapon, or if you raise your fist, within those limits which give you the means of striking, that may be an assault". However, where defendants are in close proximity to the claimant but cannot actually carry out their threats because the claimant is under police guard, there is no assault. The defendants lack the means to commit the threatened battery. Threats and vile abuse per se do not constitute a tortious assault even though conduct designed to cause psychiatric harm constitutes a criminal assault. Accordingly, the claim for harassment created by the Protection from Harassment Act 1997 may, in many cases, offer the claimant a more favourable remedy than the tort of assault. Threatening conduct . As the substance of an assault is an act causing reasonable apprehension of a battery, it is submitted that if an unloaded firearm is aimed in such circumstances that, had it been loaded, its discharge would have been likely to cause injury, that is an assault, unless the person at whom it is pointed knows that it is empty. By contrast, a mere gesture, however menacing, is not actionable if it appears at the time that there is no intention to put the menace into immediate effect. In Tubervell v Savage, for example, the defendant put his hand to his sword and said: "If it were not assize time I would not take such language from you". It was held to be no assault. Similarly, mere threatening words do not constitute an assault.» Παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση τα όσα αγγλικά έχω τονίσει σε μαύρο φόντο ανωτέρω: «Απειλές και χυδαία κακομεταχείριση δεν συνιστούν αφ' εαυτού αστική επίθεση αν και η συμπεριφορά που έχει σκοπό να προκαλέσει ψυχιατρική βλάβη συνιστά ποινική επίθεση. Ως εκ τούτου, η αξίωση για παρενόχληση που δημιουργήθηκε με τον νόμο Protection from Harassment Act 1997 μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να προσφέρει στον ενάγοντα μια καλύτερη θεραπεία από το αστικό αδίκημα της επίθεσης.. Απειλητική συμπεριφορά . μια απλή χειρονομία, όσο απειλητική και να είναι, δεν είναι αγώγιμη αν φαίνεται κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι δεν υπήρχε πρόθεση να υλοποιηθεί άμεσα η απειλή . Παρομοίως, απλά απειλητικά λόγια δεν συνιστούν επίθεση» Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα στα οποία έχω προβεί στην παρούσα υπόθεση, είναι θεωρώ ξεκάθαρο ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος διέπραξε το αστικό αδίκημα της επίθεσης σε βάρος της ενάγουσας. Ούτε βιαιοπράγησε εναντίον της, ούτε την απείλησε με βία, ούτε εκδήλωσε τέτοια πρόθεση και ούτε η ενάγουσα φοβήθηκε ή ένιωσε να απειλείται με τέτοια βία. Μπορεί τα λόγια και η συμπεριφορά του εναγόμενου να ήταν έντονα και υβριστικά, όμως μόνο στα λόγια έμεινε μέχρι τέλους και οι μόνες απειλές που έκαμε, αυτές αφορούσαν καθαρά και έτσι τις αντιλήφθηκε και η ενάγουσα να αφορούν, στη λήψη δικαστικών μέτρων και συνεπώς εκτός της εμβέλειας του επίδικου αστικού αδικήματος. Στο βαθμό συνεπώς που η αγωγή της ενάγουσας εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της επίθεσης, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Έχω παρά ταύτα προβληματιστεί κατά πόσο η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου, την οποία έκρινα ως άκρως ενοχλητική, θα δικαιολογούσε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε να μην παρενοχλεί την ενάγουσα και αυτό στη βάση των αρχών που υιοθετήθηκαν στην Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400. Σύμφωνα με την εν λόγω αυθεντία, έστω και αν το εν λόγω διάταγμα ζητείται ως θεραπεία στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει την εν λόγω θεραπεία επί άλλης βάσης, εφόσον τέτοια θεραπεία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που εκτίθενται στο σώμα της έκθεσης απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και ιδιαίτερα την όλη στάση και συμπεριφορά της ενάγουσας μετά την καταχώρηση της αγωγής και δη μετά που εξασφάλισε ένα τέτοιο απαγορευτικό διάταγμα ως προσωρινή θεραπεία, ήτοι με το να προβεί σε όλες ακριβώς τις ενέργειες τις οποίες το εν λόγω διάταγμα, κατόπιν δικής της αίτησης, εκδόθηκε για να αποτρέψει, κρίνω ότι δεν θα ήταν ούτε ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία και να παράσχω μια τέτοια τελική θεραπεία. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι μέχρι του σημείου που ο εναγόμενος εκπροσωπούσε τον εαυτό του, μόνο στα πραγματικά του έξοδα θα δικαιούται. (Υπ). ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο