ΖΗΝΩΝΟΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 459/17, 9/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 459/17 Μεταξύ: XXXX ΖΗΝΩΝΟΣ, εκ Λεμεσού Ενάγων και XXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λεμεσού Εναγόμενος ------------------ Ημερομηνία: 09.01.2019 Για τον Ενάγοντα: κα Κωνσταντίνου Για τον Εναγόμενο: κ. Παναγιωτίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €1.495,74 λόγω ισχυριζόμενης αμέλειας του τελευταίου κατά τη διαδικασία επιδιόρθωσης ελαστικού του οχήματος του. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αντικρούονται από τον Εναγόμενο ο οποίος με την Υπεράσπισή του αρνείται ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια κατά την επιδιόρθωση του ελαστικού του οχήματος του Ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι εκτέλεσε την εν λόγω εργασία με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά. Η αγωγή εκδικάσθηκε με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης εφόσον η κλίμακα της αγωγής δεν υπερβαίνει τις €3.000. Συνεπώς, η ακρόαση της αγωγής διεξάχθηκε στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Προς απόδειξη της απαίτησης καταχωρήθηκε έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα και τον XXXX (Μ.Ε.2). Στο αντίπαλο στρατόπεδο για την υπεράσπιση καταχωρήθηκε επίσης έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Εναγόμενο και τον XXXX (Μ.Υ.2). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγων στην έγγραφη μαρτυρία του ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά ή περί τις 07.02.2016 επισκέφθηκε το συνεργείο που διατηρεί ο Εναγόμενος για επιδιόρθωση ελαστικού του οχήματος του. Η εργασία εκτελέστηκε αμελώς και/ή αντικανονικά με αποτέλεσμα το όχημα του να πέσει στο έδαφος και να υποστεί ζημιές στις οπίσθιες κόντρα σούστες. Ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής αφού τοποθέτησε τον κρίκο ανυψώσεως σε λανθασμένο σημείο του οχήματος. Συγκεκριμένα τοποθετήθηκε κάτω από το αμάξωμα αντί κάτω από την ανάρτηση, με αποτέλεσμα ο τροχός να αιωρείται προς τα κάτω επιμηκύνοντας την κόντρα σούστα η οποία ως εκ τούτου καταστράφηκε και έχασε την κανονική της λειτουργία σε συνδυασμό με την αερόπομπα με την οποία λειτουργούν ταυτόχρονα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το όχημα, όταν αφέθηκε να κατέβει από τον κρίκο, να πέσει με φόρα στο έδαφος αφού η κόντρα σούστα δεν λειτουργούσε πλέον σωστά. Μετά την προαναφερόμενη ζημιά επισκέφθηκε τον εκτιμητή XXXX, Μ.Ε.2, ο οποίος αφού επιθεώρησε τις ζημιές του οχήματος επιβεβαίωσε ότι αυτές προήλθαν από την απότομη πτώση του ως εκ της λανθασμένης τοποθέτησης του κρίκου κατά την επιδιόρθωση του ελαστικού του. Ο εν λόγω εκτιμητής ετοίμασε σχετική εκτίμηση (Τεκμήριο Β) και ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των €100 για την εργασία που προσέφερε ο Μ.Ε.
- Οι ζημιές του οχήματος επιδιορθώθηκαν εντέλει με χαμηλότερο κόστος από αυτό της εκτίμησης και συγκεκριμένα καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €1.275,74 για τα εξαρτήματα και τα εργατικά. Ο Ενάγων παρουσίασε ως Τεκμήριο Γ το τιμολόγιο ημερομηνίας 22.04.2016 για το ποσό των €1.244,65 και πιστωτική σημείωση εκ ποσού €88,90 ως έκπτωση στα εξαρτήματα. Συνεπώς για τα εξαρτήματα πλήρωσε μόνο το ποσό των €1.155,74 και ως εργατικά έξοδα το ποσό των €
- Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του παρουσίασε ως Τεκμήριο Δ την απόδειξη εξόφλησης του τιμολογίου - Τεκμήριο Γ και ως Τεκμήριο Ε το τιμολόγιο και την απόδειξη είσπραξης σε σχέση με τα εργατικά έξοδα. Ο Μ.Ε.2 στη δική του γραπτή μαρτυρία ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων και ασφαλιστικών αξιώσεων. Στις 09.02.2016 κλήθηκε από τον Ενάγοντα για να επιθεωρήσει τις ζημιές που υπέστη το όχημα του. Την ίδια ημερομηνία ετοίμασε σχετική έκθεση εκτίμησης την οποία παρέδωσε στον Ενάγοντα κατά ή περί την 21.03.
- Αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο Α και ως Τεκμήριο Β κατατέθηκε αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής του ποσού των €100 που αφορούσε την αμοιβή του για την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης. Στις 09.02.2016 ο Ενάγων του ανέφερε ότι κατά την οδήγηση του οχήματος το τελευταίο αναπηδούσε συνεχώς στο οπίσθιο μέρος του ενώ κυκλοφορούσε σε ομαλό δρόμο. Επίσης του ανέφερε ότι δύο μέρες προηγουμένως επιδιορθώθηκε ελαστικό του οχήματος από τον Εναγόμενο. Η άποψη του είναι ότι ο Εναγόμενος τοποθέτησε λανθασμένα τον κρίκο ανυψώσεως κάτω από το αμάξωμα αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο τον τροχό να αιωρείται προς τα κάτω επιμηκύνοντας την κόντρα σούστα σε σημείο που αυτή καταστράφηκε και έχασε την κανονική της λειτουργία σε συνδυασμό με την αερόπομπα με την οποία δουλεύουν ταυτόχρονα. Όταν αφέθηκε το όχημα να κατέβει από τον κρίκο, αυτό έπεσε με φόρα λόγω της λανθασμένης λειτουργίας της κόντρα σούστας. Για τις πιο πάνω ζημιές εκτίμησε ότι χρειαζόταν αλλαγή της κόντρα σούστας - αερόπομπας στην αριστερή πίσω πλευρά. Ωστόσο, επειδή δεν είναι ασφαλές να οδηγείται το όχημα με μία καινούργια και μία μεταχειρισμένη κόντρα σούστα, εισηγήθηκε όπως αλλαχθεί και η κόντρα σούστα στην πίσω δεξιά πλευρά. Εκτίμησε ότι το κόστος των πιο πάνω εργασιών θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €
- Ο Εναγόμενος στη δική του μαρτυρία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι διατηρεί επιχείρηση ελαστικών τα τελευταία 40 χρόνια και διαθέτει μεγάλη εμπειρία στον τομέα των ελαστικών και ειδικότερα στα θέματα αλλαγής ελαστικών. Κατά την αλλαγή του ελαστικού του οχήματος του Ενάγοντα τοποθέτησε το όχημα στο σημείο που ορίζει ο κατασκευαστής. Κάθε όχημα διαθέτει το δικό του σημείο από όπου μπορεί να αναρτηθεί για να γίνει η αλλαγή ελαστικού. Όπως πράττει πάντοτε, έτσι έπραξε και με το όχημα του Ενάγοντα τοποθετώντας το εκεί όπου όφειλε για οχήματα αυτού του είδους. Με την ολοκλήρωση αλλαγής του ελαστικού ο Ενάγων τον πλήρωσε και αποχώρησε. Έκτοτε δεν επικοινώνησε ξανά μαζί του παρά μόνο μετά πάροδο μίας με δύο εβδομάδων περίπου από την αλλαγή του ελαστικού παραπονούμενος ότι προκλήθηκε ζημιά στο όχημα του. Απάντησε στον Ενάγοντα ότι δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για όποια τυχόν ζημιά υπέστη το όχημα του, καθώς αποκλείεται να προκλήθηκε ζημιά κατά την αλλαγή του ελαστικού. Σε περίπτωση που έσπαζε η κόντρα σούστα το όχημα θα είχε εμφανή κλίση προς την πλευρά που αλλάχθηκε το ελαστικό. Επίσης από τα πρώτα κιόλας μέτρα που θα διένυε το όχημα του Ενάγοντα θα γινόταν αντιληπτή η κλίση και η ύπαρξη του προβλήματος, καθώς αυτό είναι εμφανές κατά την οδήγηση του οχήματος. Δύο μήνες μετά το παράπονο του Ενάγοντα έλαβε επιστολή ημερομηνίας 20.04.2016 από τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα (Τεκμήριο 1). Έδωσε εντολή στους δικηγόρους του να απαντήσουν την εν λόγω επιστολή πράγμα το οποίο έγινε με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 04.05.2016 (Τεκμήριο 2). Μετά την εν λόγω επιστολή θεώρησε το θέμα ως λήξαν, καθώς ο Ενάγων δεν τον ενόχλησε ξανά μέχρι τον Νοέμβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017 οπότε και επανήλθε με νέες επιστολές από άλλους δικηγόρους αυτήν την φορά επισυνάπτοντας και την έκθεση εκτίμησης του Μ.Ε.
- Σχολιάζοντας την έκθεση εκτίμησης του Μ.Ε.2, ο Εναγόμενος, μεταξύ άλλων παρατηρήσεων του, επισημαίνει ότι σε αυτήν δεν καταγράφεται η ηλικία του οχήματος επισημαίνοντας ότι πρόκειται για παλαιό όχημα το οποίο θα μπορούσε λόγω φυσικής φθοράς να υποστεί την επίδικη ζημιά. Τέλος, επαναλαμβάνει ότι εκτέλεσε την εργασία του με τη δέουσα επιμέλεια λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας τόσο για το όχημα όσο και για τον ίδιο προσωπικά εφόσον εάν γινόταν ανάρτηση του οχήματος από λάθος σημείο θα διακινδύνευε και η δική του ασφάλεια. Η δεύτερη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την υπεράσπιση προέρχεται από τον XXXX (Μ.Υ.2). Ο τελευταίος στην έγγραφη μαρτυρία του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διπλωματούχος Μηχανολόγος από το 1983 και διετέλεσε για 12 έτη service manager σε συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων μεγάλης εταιρείας εισαγωγής οχημάτων στη Λεμεσό. Τα τελευταία 20 χρόνια είναι εκπαιδευτής σε τεχνικά σεμινάρια για την εκπαίδευση και ενημέρωση των μηχανικών αυτοκινήτων σε σχέση με την καινούρια τεχνολογία των οχημάτων. Λόγω της προαναφερόμενης εμπειρίας του και των γνώσεων του, ο Εναγόμενος του ζήτησε να εκφέρει τη γνώμη του σε σχέση με το όχημα του Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.2 ισχυρίζεται ότι με βάση την πείρα του όταν πρόκειται να αφαιρεθεί τροχός τα οχήματα ανυψώνονται σε ύψος περί τα 200mm από συγκεκριμένα σημεία που καθορίζει ο κατασκευαστής. Για όχημα του τύπου του οχήματος του Ενάγοντα, ούτε ο κατασκευαστής, αλλά ούτε και οι μηχανικοί συστήνουν την ανύψωση του από την ανάρτηση. Αυτό διότι υπάρχει ο κίνδυνος το όχημα να γλιστρήσει από το ανυψωτικό. Επίσης αν το όχημα ανυψωθεί από άλλο σημείο από αυτό που καθορίζει ο κατασκευαστής, τότε είναι πιθανό να προκληθεί ζημιά στο αμάξωμα. Σε περίπτωση που υπήρχε πρόβλημα στην ανάρτηση στον συγκεκριμένο τροχό, τότε αυτό θα ήταν εμφανές αμέσως μετά την κάθοδο του οχήματος από το ανυψωτικό. Από την άλλη, η απότομη πτώση του τροχού στο έδαφος από ύψος περίπου 200mm δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την επίδικη ζημιά. Περαιτέρω, οι κόντρα σούστες και ο κομπρεσόρος είναι ανεξάρτητα εξαρτήματα της ανάρτησης στον συγκεκριμένο τύπο οχήματος. Εάν υποστεί βλάβη η μία κόντρα σούστα και πρέπει να αλλαχθεί, τότε αλλάζεται μόνο αυτή που υπέστη τη βλάβη. Συστήνεται να αλλάζονται και οι δύο κόντρα σούστες όταν το όχημα είναι κάποιας ηλικίας και έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα. Καταληκτικά ο Μ.Υ.2 ισχυρίζεται ότι για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους η ζημιά που υπέστη το όχημα δεν μπορεί να οφείλεται στην αλλαγή του ελαστικού. Η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να γίνει πιστευτή για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Ο Ενάγων αποδίδει τη ζημιά του οχήματος του στη λανθασμένη εκτέλεση της εργασίας αντικατάστασης του ελαστικού από τον Εναγόμενο προβάλλοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν εκτεθεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Επιπλέον, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του παρουσίασε και σχετική έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο Α της μαρτυρίας του Μ.Ε.2). Καταρχάς, σημειώνω ότι στη μαρτυρία του δεν διευκρινίζει κατά πόσο ήταν παρών και παρακολουθούσε τη διαδικασία αλλαγής του ελαστικού του οχήματος του. Αυτό, στη βάση των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, έχει ιδιαίτερη σημασία διότι ο ισχυρισμός που προβάλλει ο Ενάγων συνίσταται στο ότι ο κρίκος ανυψώσεως τοποθετήθηκε σε λάθος σημείο του οχήματος και προκλήθηκε ζημιά στην κόντρα σούστα με αποτέλεσμα κατά την κατάβαση του οχήματος, το τελευταίο να πέσει με φόρα στο έδαφος. Συνεπώς, εάν η όλη διαδικασία έγινε στην παρουσία του Ενάγοντα, τότε θα μπορούσε άμεσα και επί τόπου να διαπιστώσει τη λανθασμένη εκτέλεση της εργασίας αλλαγής του ελαστικού από τον Εναγόμενο. Ακόμα όμως και αν δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι ο κρίκος τοποθετήθηκε σε λανθασμένο σημείο, διότι ενδεχομένως κάτι τέτοιο να απαιτεί ειδικές γνώσεις, θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να αντιληφθεί ότι το όχημα του κατά την κατάβαση από τον κρίκο έπεσε με φόρα. Εάν λοιπόν η όλη διαδικασία έγινε ενώπιον του Ενάγοντα, εγείρεται εύλογα το ερώτημα για ποιο λόγο ο Ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε άμεσα στον Εναγόμενο, είτε για τη λανθασμένη τοποθέτηση του κρίκου, είτε για το ότι το όχημα του έπεσε με φόρα στο έδαφος αντί να κατέβει ομαλά από τον κρίκο. Από την άλλη, αν δεν ήταν παρών κατά την εκτέλεση της εργασίας από τον Εναγόμενο, τότε ασφαλώς δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τον λανθασμένο τρόπο εκτέλεσης της εργασίας. Ωστόσο με την οδήγηση του οχήματος μετά την αντικατάσταση του ελαστικού θα μπορούσε να αντιληφθεί το πρόβλημα. Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και την έκθεση του - Τεκμήριο Α, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι ο Ενάγων τον πληροφόρησε ότι το όχημα παρουσίαζε προβλήματα κατά την οδήγηση. Επομένως, το πρόβλημα ήταν φανερό κατά την οδήγηση του οχήματος. Το ερώτημα που και πάλι εύλογα, κατά την κρίση μου, εγείρεται είναι γιατί ο Ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε στον Εναγόμενο όταν οδήγησε το όχημα του και διαπίστωσε το πρόβλημα. Παραλαμβάνοντας το όχημα από το συνεργείο και διαπιστώνοντας ότι παρουσίαζε πρόβλημα στην οδήγηση του, η αναμενόμενη αντίδραση του Ενάγοντα θα ήταν η άμεση αναφορά του προβλήματος στον Εναγόμενο. Είτε λοιπόν στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση, το λογικά αναμενόμενο ήταν ο Ενάγων να αντιδράσει άμεσα αναφέροντας το πρόβλημα που διαπίστωσε στον Εναγόμενο. Τέτοιος ισχυρισμός ωστόσο δεν προβάλλεται. Αντιθέτως, η πρώτη αντίδραση του Ενάγοντα εκδηλώνεται δύο μέρες μετά την αλλαγή του ελαστικού, όταν πλέον αποτάθηκε στον Μ.Ε.
- Θεωρώ ότι πρόκειται για ετεροχρονισμένη αντίδραση η οποία αντιστρατεύεται την κοινή λογική θέτοντας εν αμφιβόλω τη γνησιότητα των ισχυρισμών του. Παρεμβάλλω ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το πρόβλημα που προκλήθηκε στο όχημα από την ισχυριζόμενη λανθασμένη εκτέλεση της εργασίας του Εναγόμενου χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να εκδηλωθεί κατά την οδήγηση του οχήματος. Ούτε ο Ενάγων, αλλά ούτε και ο Μ.Ε.2 ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Επίσης, σημειώνω ότι ο Ενάγων δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που δεν διαμαρτυρήθηκε άμεσα στον Εναγόμενο μετά την αντικατάσταση του ελαστικού και την οδήγηση του οχήματος, οπότε και προφανώς έγινε αντιληπτό το πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο Α αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, το πρόβλημα ήταν αντιληπτό κατά την οδήγηση του οχήματος εφόσον η κόντρα σούστα υπέστη ζημιά κατά την αντικατάσταση του ελαστικού με αποτέλεσμα έκτοτε να μην λειτουργεί κανονικά. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, καταρχάς παρατηρώ ότι η εν λόγω μαρτυρία εντάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν μπορώ να αποδεχθώ την άποψη που διατύπωσε σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης της επίδικης ζημιάς. Αυτό διότι αφενός δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την άποψη που εξέφρασε. Συνεπώς δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα κριτήρια στη βάση των οποίων θα μπορούσε να ελεγχθεί η ορθότητα της εκτίμησης του Μ.Ε.2, ενώ παράλληλα δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα δεδομένα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Αφετέρου η άποψη που εξέφρασε ο Μ.Ε.2 στηρίζεται αποκλειστικά στα όσα του μετέφερε ο Ενάγων, η μαρτυρία του οποίου όμως απορρίφθηκε για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η έκθεση του - Τεκμήριο Α δεν είναι πλήρης και επομένως και για αυτό τον λόγο δεν θα μπορούσε να της δοθεί βαρύτητα. Είναι φανερό μέσα από τη μαρτυρία του, αλλά και το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης που ετοίμασε (Τεκμήριο Α), ότι η έρευνα του περιορίστηκε στη βάση των ισχυρισμών του Ενάγοντα ότι η ζημιά προκλήθηκε λόγω της αντικατάστασης του ελαστικού. Η εκτίμηση του επομένως είναι ελλιπής, εφόσον δεν εξέτασε οποιοδήποτε άλλο σενάριο το οποίο θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει στην πρόκληση της επίδικης ζημιάς, ούτε και αναφέρει ότι η εν λόγω ζημιά μπορεί να προκληθεί αποκλειστικά και μόνο λόγω της λανθασμένης εκτέλεσης της εργασίας αντικατάστασης του ελαστικού. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η γνώμη που διατυπώνει σε σχέση με την αιτία πρόκλησης της επίδικης ζημιάς. Η μαρτυρία τώρα του Εναγόμενου στο μεγαλύτερο μέρος της αναλώνεται στον σχολιασμό της γνώμης που διατύπωσε ο Μ.Ε.2 ως προς τον τρόπο πρόκλησης της επίδικης ζημιάς στο όχημα του Ενάγοντα. Προς αντίκρουση μάλιστα της γνώμης του Μ.Ε.2, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε άλλες πιθανές αιτίες πρόκλησης της επίδικης ζημιάς στο όχημα του Ενάγοντα. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του όμως συνιστούν υποθετικά σενάρια και προσωπικές απόψεις. Αποτελεί γενική αρχή ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο για τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν τη γνώμη τους, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες όμως εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Επισημαίνω ότι ο Εναγόμενος κατέθεσε ως μάρτυρας γεγονότων και όχι ως εμπειρογνώμονας για να μπορεί να εκφέρει τη γνώμη του ως προς την έκθεση του Μ.Ε.2. Άλλωστε, για αυτό τον σκοπό η υπεράσπιση προσέφερε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2. Μη αποδεκτή επίσης μαρτυρία αποτελούν και οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων ήταν παρών κατά τη διάρκεια αλλαγής του ελαστικού, ότι δεν διαμαρτυρήθηκε φεύγοντας από το κατάστημα του, ότι η πρώτη φορά που παραπονέθηκε ήταν μετά πάροδο μίας ή δύο εβδομάδων από την ημερομηνία αλλαγής του ελαστικού, καθώς και ότι η παράλειψη λήψης των ενδεικνυόμενων μέτρων προστασίας κατά την αλλαγή του ελαστικού θα έθετε σε κίνδυνο και τη δική του προσωπική ασφάλεια. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις του και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Επίσης στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Οι προαναφερόμενες θέσεις του Εναγόμενου αποτελούν ουσιώδη πτυχή της υπεράσπισης του και θα έπρεπε να περιληφθούν στο δικόγραφο του έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Ενάγοντα να απαντήσει. Το ότι οι εν λόγω θέσεις διατυπώθηκαν χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη επηρεάζει την αξιοπιστία του Εναγόμενου αφήνοντας έτσι μετέωρο τον ισχυρισμό του ότι εκτέλεσε επιμελώς την εργασία του (Παπά και D. Stavrinos Constructions Ltd Πολ. Έφεση αρ.217/08 ημερ. 21.02.17). Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Εναγόμενου απορρίπτεται. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 κατατάσσεται επίσης στην κατηγορία των εμπειρογνωμόνων. Επομένως, για την προσέγγιση της ισχύουν όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
- Μελετώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την προσέγγιση και αξιολόγηση μαρτυρίας αυτού του είδους, θεωρώ ότι δεν μπορεί να της δοθεί βαρύτητα. Ο Μ.Υ.2 δεν παρέθεσε στη μαρτυρία του το απαραίτητο υπόβαθρο που θα υποστήριζε τη διατύπωση των απόψεων που καταγράφει. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε η ορθότητα των συμπερασμάτων του, αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα εφόσον ελλείπουν τα εργαλεία που θα του επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο Μ.Υ.2 στηρίζει την άποψη του ότι η ζημιά δεν θα μπορούσε να προκληθεί κατά την αντικατάσταση του ελαστικού διότι στις περιπτώσεις αυτές το όχημα ανυψώνεται περίπου σε ύψος 200 mm. Δεν υπάρχει ωστόσο μαρτυρία εκ μέρους του Εναγόμενου αναφορικά με το ύψος που ανασήκωσε το όχημα. Επίσης, ενώ υποστηρίζει ότι για οχήματα του τύπου του οχήματος του Ενάγοντα ο κατασκευαστής και οι μηχανικοί δεν συστήνουν την ανύψωση του από την ανάρτηση, εντούτοις δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία προς τεκμηρίωση της εν λόγω άποψης του. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι για το συγκεκριμένο μοντέλο οχήματος οι κόντρα σούστες και ο κομπρεσσόρος είναι ανεξάρτητα εξαρτήματα και συστήνεται η αλλαγή και για τις δύο κόντρα σούστες μόνο όταν το όχημα είναι κάποιας ηλικίας και έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα. Για τις τελευταίες του δηλώσεις σημειώνω ότι, πέραν της έλλειψης υποβάθρου, είναι και αφ' εαυτών αόριστες εφόσον δεν προσδιορίζεται ούτε η ηλικία αλλά ούτε και ο αριθμός χιλιομέτρων που θα πρέπει να διανύσει το όχημα. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Νομική πτυχή Η αγωγή του Ενάγοντα εδράζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και ειδικότερα στην επαγγελματική αμέλεια, εφόσον η ζημιά στο όχημα του προέκυψε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος του Εναγόμενου και αφορούσε υπηρεσία που εμπίπτει στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. Το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής «Κεφ.148») προβλέπει τα ακόλουθα: «51. Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Το δε άρθρο 51
(2)(ε) του Κεφ. 148 ρυθμίζει ειδικότερα τις περιπτώσεις επαγγελματικής αμέλειας και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)Υπoχρέωση, vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στις πιo κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- ..................................... (ε) Πρόσωπo πoυ ασκεί με αμoιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλo πρόσωπo υπέχει τέτoια υπoχρέωση έvαvτι κάθε πρoσώπoυ, επί τoυ oπoίoυ ή επί της ιδιoκτησίας τoυ oπoίoυ ασκεί τo επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχoλία ή πρoς στov oπoίo παρέχει τηv υπηρεσία.» Ευρήματα - Συμπεράσματα Έχοντας αξιολογήσει και μελετήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα μοναδικά ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω προέρχονται από τα γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί και επομένως είναι κοινώς αποδεκτά από τους διαδίκους. Συγκεκριμένα ότι ο Ενάγων επισκέφθηκε το κατάστημα του Εναγόμενου στις 07.02.16 προκειμένου να επιδιορθωθεί ένα εκ των ελαστικών του οχήματος του. Ο Εναγόμενος εκτέλεσε την εργασία του επιδιορθώνοντας το ελαστικό του οχήματος του Ενάγοντα και ο τελευταίος, αφού κατέβαλε στον Εναγόμενο την αμοιβή του για την εκτελεσθείσα εργασία, αποχώρησε από το συνεργείο. Μετά πάροδο δύο ημερών και συγκεκριμένα στις 09.02.16 ανέθεσε στον Μ.Ε.2 την ετοιμασία έκθεσης σε σχέση με πρόβλημα που αντιμετώπιζε το όχημα του. Η εν λόγω έκθεση ετοιμάστηκε και παραδόθηκε στον Ενάγοντα στις 21.03.
- Για την ετοιμασία της έκθεσης ο Ενάγων κατέβαλε στον Μ.Ε.2 το ποσό των €100,
- Ο Ενάγων επιδιόρθωσε το όχημα του περί τις 13.05.16 καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €1.275,74 για την αγορά των εξαρτημάτων και την εργατική αμοιβή. Η μαρτυρία του Ενάγοντα για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Κατά συνέπεια ο Ενάγων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεν απέσεισε το σχετικό βάρος με αποτέλεσμα η απαίτηση του να παραμείνει ατεκμηρίωτη. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής κατά την εκτέλεση της εργασίας του, καθώς και ότι η ζημιά του οχήματος του Ενάγοντα συνδέεται με την ισχυριζόμενη αμέλεια που επέδειξε ο Εναγόμενος. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, σε περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγων απέδειξε τις ειδικές ζημιές που αξιώνει. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια (Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α
(1999)1 Α Α.Α.Δ. 687). Σημειώνω ότι ο Ενάγων παρουσίασε μαρτυρία σε σχέση με τις ειδικές ζημιές που αξιώνει, με εξαίρεση την απώλεια χρήσης του οχήματος για 3 μέρες εκ ποσού €120,00 για την οποία δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Για όλες τις υπόλοιπες ζημιές σχετικά είναι τα Τεκμήρια Β - Ε της γραπτής μαρτυρίας του και το Τεκμήριο Β της γραπτής μαρτυρίας του Μ.Ε.2. Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι τα ποσά που αναφέρονται στα εν λόγω Τεκμήρια και τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €1.375,74 καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα. Το μέτρο της αποζημίωσης στις περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων συνίσταται στην υποχρέωση για αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε στον Ενάγοντα ως αποτέλεσμα του ζημιογόνου συμβάντος. Δηλαδή ο Ενάγων θα πρέπει να αποκαθίσταται στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (βλ. μεταξύ άλλων D.C.M. Mastersoft Ltd v. Στυλιανού
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1736 και Clerk & Lindsell on Torts 13th ed. σελ. 221). Στο σύγγραμμα McGregor On Damages 19th edition και συγκεκριμένα στην παράγραφο 35-003 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το κόστος επιδιόρθωσης αποτελεί το ορθό μέτρο των αποζημιώσεων: «In the case of goods other than ships the cost of repair has now become established as, prima facie, the correct measure of the claimant's loss. Accepted some time ago in a number of first instance cases, this was confirmed by the Court of Appeal in Darbishire v. Warran where it was said by Harman L.J. that "it has come to be settled that in general the measure of damage is the cost of repairing the damaged article".» Η ίδια αρχή ως προς το μέτρο αποζημιώσεων σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών συναντάται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 13th ed. σελ. 380: «Damage to goods. The basic rule in the case of damage to goods is that the plaintiff is entitled to recover damages to the extent to which the value of the chattel has been reduced: this will usually be ascertained by reference to the cost of repair.» Επομένως στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, σε περίπτωση που κρινόταν ως αξιόπιστη η μαρτυρία που προσέφερε ο Ενάγων θα δικαιούτο απόφασης για το ποσό των €1.375,74. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που έφερε. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αμελής εκτέλεση εργασίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο