← Κύπρος

Μιχαήλ κ.α. ν. Τσίκκος κ.α., Αρ. Αγωγής: 17/2011, 28/1/2019

Μιχαήλ κ.α. ν. Τσίκκος κ.α., Αρ. Αγωγής: 17/2011, 28/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 17/2011 xxxxx Μιχαήλ Ενάγοντας -ν- 1) xxxxx Τσίκκος 2) xxxxx Νικολάου Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 21/02/2011: xxxxx Ενάγοντας -ν- 1) xxxxx Τσίκκος 2) xxxxx Χατζηβαρνάβας Εναγομένων -------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: κ. Μ. Καραΐσκος Για Ενάγοντα εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο: κα Ν. Δημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 12/102010 και ώρα 15:00, στη διασταύρωση των δρόμων Σπύρου Λάμπρου και Γρηγορίου Ξενοπούλου στη Λεμεσό. Η εικόνα που παρουσίαζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι επίμαχοι οδοί, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Την παραθέτω. Προς στα βόρεια της, η οδός Γρ. Ξενοπούλου εφάπτεται κάθετα με τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή και προς στα νότια εκτείνεται μέχρι την περιοχή του «εναερίου». Η οδός τέμνεται στη μέση από την οδό Σπ. Λάμπρου και στο σημείο που συναντούνται βρίσκεται η διασταύρωση που έγινε το επίδικο ατύχημα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η μεν Σπ. Λάμπρου ήταν τόσο πριν όσο και μετά την επίμαχη διασταύρωση διπλής κατευθύνσεως δρόμος, η δε Γρ. Ξενοπούλου, από την επίμαχη διασταύρωση και προς τα βόρεια, ήτοι προς τη Γρ. Διγενή ήταν μονής κατεύθυνσης ενώ μονής κατεύθυνσης ήταν και προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από την επίμαχη διασταύρωση και προς τα νότια, δηλαδή προς την περιοχή του εναερίου. Ουσιαστικά, είτε από τη Γρ. Διγενή είτε από τον εναέριο, για να φτάσει κάποιος στην επίμαχη διασταύρωση μέσω της οδού Γρ. Ξενόπουλου θα έπρεπε να οδηγήσει μονόδρομο. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος, ο εναγόμενος 2 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα XXXXX13, ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1, επί του οδού Γρ. Ξενοπούλου, με κατεύθυνση από τη Γρ. Διγενή προς την επίμαχη διασταύρωση, ήτοι από βόρεια προς νότια. Οδηγούσε δηλαδή μονόδρομο. Τη δεδομένη στιγμή ο ενάγοντας οδηγούσε επί της οδού Σπ. Λάμπρου με κανονική φορά από δυτικά προς ανατολικά και κατευθύνετο προς τη επίμαχη διασταύρωση όπου υπήρχε σήμα αλτ. Παραδεκτό γεγονός συνιστά επίσης ότι από το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε ζημιά στη μοτοσυκλέτα του εναγόμενου 1 ύψους €6.302,22 (συμπ. ΦΠΑ), το οποίο ποσό ο εναγόμενος 1 το έχει ήδη καταβάλει προς επιδιόρθωση της μοτοσυκλέτας. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Σημειώνω εδώ ότι η παρούσα αγωγή είχε καταχωρηθεί από τον ενάγοντα και στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων στη βάση του ότι αυτοί είναι που ευθύνονται με τις πράξεις και παραλείψεις τους για τη ζημιά που έπαθε ο ενάγοντας από το ατύχημα. Την αγωγή ο ενάγοντας την καταχώρησε μέσω δικηγόρου που διόρισε ο ίδιος προσωπικά. Καταχωρώντας εμφάνιση και υπεράσπιση μέσω του νυν δικηγόρου τους, οι εναγόμενοι απέρριψαν τις θέσεις του ενάγοντα και πρόβαλαν επίσης ανταπαίτηση εναντίον του για τις ζημιές που αυτοί υπέστηκαν από το ατύχημα. Στη πορεία της υπόθεσης, η ασφάλεια των εναγομένων διόρισε εκ μέρους τους ακόμη ένα δικηγόρο, ο οποίος θα τους εκπροσωπούσε από κοινού με τον κ. Καραΐσκο. Συνεπεία της καταχώρησης ανταπαίτησης, ενεπλάκη στην υπόθεση η ασφάλεια του ενάγοντα, η οποία με τη σειρά της διόρισε εκ μέρους του πρώτου δεύτερο δικηγόρο, ήτοι τους νυν δικηγόρους του, ώστε να τον εκπροσωπήσουν από κοινού με τον πρώτο του δικηγόρο. Σε κάποιο στάδιο, η απαίτηση του ενάγοντα αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων ως εξωδίκως διευθετηθείσα οπόταν και παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο η ανταπαίτηση των τελευταίων. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης, ο πρώτος δικηγόρος του ενάγοντα απεσύρθη αφήνοντας πλέον την εκπροσώπηση για σκοπούς ανταπαίτησης στους δικηγόρους της ασφάλειας και το ίδιο έπραξε ο δικηγόρος της ασφάλειας των εναγομένων, αφήνοντας την εκπροσώπηση τους στον κ. Καραΐσκο. Ο λόγος που αναφέρομαι σε αυτή τη πτυχή του ιστορικού της υπόθεσης θα διαφανεί σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Περιορίζομαι όμως εδώ να αναφέρω ότι η εμπλοκή και οι ενέργειες του κάθε εμπλεκόμενου δικηγόρου κατά τα προδικαστικά στάδια της υπόθεσης, περιέπλεξαν την όλη διαδικασία κατά τρόπο που θα εξηγήσω πιο κάτω. Αν και με την ανταπαίτηση των εναγομένων, η οποία ήταν και το μόνο θέμα που προχώρησε σε εκδίκαση, οι ιδιότητες των διαδίκων αντιστράφηκαν, ο ενάγοντας έγινε εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενος και οι εναγόμενοι εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντες, για σκοπούς εύκολης κατανόησης των θεμάτων που εξετάζονται, θα αναφέρομαι στην απόφαση μου στην αρχική ιδιότητα που είχαν οι διάδικοι, ήτοι ενάγοντας για τον κ. Μιχαήλ και εναγόμενοι για τους κ.κ. Τσίκκο και Χατζηβαρνάβα. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων είναι ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη «συνεπεία της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του ενάγοντα». Ισχυρίζονται δε οι εναγόμενοι ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ότι παρέλειψε να σταματήσει στο αλτ προτού εισέλθει στην επίμαχη διασταύρωση, ότι δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ασφαλείας και ότι δεν αντιλήφθηκε τον εναγόμενο 2 ο οποίος προσέγγιζε τη διασταύρωση από την οδό Γρ. Ξενοπούλου, με αποτέλεσμα να εισέλθει αμελώς στη διασταύρωση και να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας του τελευταίου. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών, οι εναγόμενοι αξιώνουν από τον ενάγοντα, ο μεν εναγόμενος 1 ειδικές ζημιές σε σχέση με τα προαναφερόμενα έξοδα επιδιόρθωσης της μοτοσυκλέτας του πλέον €170 έξοδα εκτιμητή, ο δε εναγόμενος 2, γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς και συναφείς ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €3.

  1. Συγκεκριμένα, αξιώνει τα εξής: «
  2. Ο Εναγόμενος 2 που καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 38 χρόνων, απόλυτα υγιής και εργαζόταν στην εταιρεία PRO. BARS CO. LTD με μηνιαίες απολαβές εκ €1.540, υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος σωματικές βλάβες και άλλες ζημίες και απώλειαν. Λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του Εναγόμενου 2 α) Κάκωση - διάστρεμμα αυχένα β)Θλάση οσφυϊκής μοίρας γ)Κάκωση δεξιάς κνήμης δ) Διάστρεμμα - κάκωση δεξιάς ποδοκνημικής ε) Κάκωση κεφαλής - ελαφρά εγκεφαλική διάσειση στ) Ο αυχένας ήταν επώδυνος στην δεξιά πλευρά με τους μυς δεξιά να είναι σε μυϊκό σπασμό και επώδυνους στην ψηλάφηση. Η στροφή της κεφαλής προς τα αριστερά και η κάμψη προς τα δεξιά προκαλούσε πόνο στον τραυματία. ζ) Η οσφυϊκή μοίρα ήταν ελαφρά επώδυνη παρασπονδυλικά στους μυς χωρίς να επηρεάζεται η κινητικότητα της. Ο πόνος ήταν καθαρά τοπικός χωρίς να επεκτείνεται προς τα κάτω άκρα. η) Η δεξιά κνήμη έφερε μώλωπα μεγέθους 3x3 εκ. στην έξω επιφάνεια της η οποία ήταν επώδυνη στην πίεση. Η λειτουργικότητα του γαστροκνημίου μυός ήταν επώδυνη αλλά φυσιολογική. θ) Η δεξιά ποδοκνημική ήταν οιδηματώδης, με το οίδημα να εντοπίζεται στην έξω επιφάνεια της, στην περιοχή του έξω σφυρού. Η κινητικότητα της ποδοκνημικής ήταν επώδυνη χωρίς περιορισμό του τόξου κίνησης της άρθρωσης. Μπορούσε να βαδίζει στα δάκτυλα και στις πτέρνες παρ' όλο τον πόνο από τις κακώσεις. ι) Η κεφαλαλγία και η ζάλη εμφανίστηκαν αμέσως μετά το ατύχημα.
  3. Ο Εναγόμενος 2 έκανε παγοθεραπεία στις τραυματισμένες περιοχές της κνήμης και ποδοκνημικής, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και έκανε φυσιοθεραπεία.
  4. Ο Εναγόμενος 2 υπέφερε και θα υποφέρει πόνο και οδύνη, αναγκάσθηκε να τροποποιήσει τον τρόπο της ζωής του, να πάρει αναρρωτική άδεια από 12/10/2010 μέχρι 31/11/2010 να βαδίζει με ελαφρά χωλότητα και να έχει συχνές κρίσεις αυχεναλγίας με συνοδό κεφαλαλγίας και τα αναφερόμενα ενοχλήματα υπάρχει πιθανότητα να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και μόνιμα σε κάποιο βαθμό. Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Εναγομένου 2 α) Φυσιοθεραπεία €500 β) Ιατρικά έξοδα €350 γ) Απώλεια Εισοδημάτων από 12/10/2010 μέχρι 31/11/2010 εκ €1.540 τον μήνα €2.600 Η δικογραφημένη βέβαια εκδοχή του ενάγοντα είναι άκρως αντίθετη εφόσον ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο εναγόμενος 2, ο οποίος οδηγούσε μονόδρομο, δεν άσκησε τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) οπόταν και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ενάγοντα εισερχόμενος στην επίμαχη διασταύρωση, δεν σταμάτησε ούτε ελάττωσε ταχύτητα θέτοντας έτσι τον ενάγοντα εξ' απροόπτου, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης και γενικά οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά έντεκα μάρτυρες, επτά μάρτυρες από πλευράς εναγομένων, περιλαμβανομένων και των ιδίων, και τέσσερεις από πλευράς ενάγοντα, επίσης περιλαμβανομένου του ιδίου. Οι μάρτυρες προς απόδειξη της ανταπαίτησης ήταν ο εναγόμενος 2 (ΜΕ1), ο εναγόμενος 1 (ΜΕ2), ο φυσιοθεραπευτής xxxx. Λουκά (ΜΕ3), ο xxx. Χατζηβαρνάβας (ΜΕ4), εκτιμητής xxx Μαρκουλής (ΜΕ5), ο ιδιώτης ορθοπεδικός Δρ. xx Σολομωνίδης (ΜΕ6) και ο δικανικός διερευνητής τροχαίων ατυχημάτων xxx Ιωάννου (ΜΕ7). Οι μάρτυρες προς υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ήταν ο ενάγοντας (ΜΕ1), η xxx Στυλιανού (ΜΥ2), ο ιδιώτης Ορθοπεδικός Δρ. xxx Γεωργίου (ΜΥ3) και ο πρώην Ανώτερος Αστυνόμος xxx Λαρδής (ΜΥ4). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν εκτενής εφόσον τα πλείστα επίδικα θέματα τελούσαν υπό αμφισβήτηση. Η εν λόγω μαρτυρία δύναται θεωρώ να διαχωριστεί και αυτό αποκλειστικά για σκοπούς καλύτερης δομής της απόφασης και ευκολότερης και καλύτερης κατανόησης των θεμάτων που εγείρονται, σε μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και μαρτυρία αναφορικά με τα τραύματα και ζημιές των εναγομένων. Επισημαίνω βέβαια ότι για σκοπούς αξιολόγησης, η μαρτυρία θα εξεταστεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά. Ατύχημα (εναγόμενος 2, ΜΕ5, ΜΕ7, ενάγοντας, ΜΥ2 και ΜΥ4) Εναγόμενος 2 Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στην περιοχή του Εναερίου για επαγγελματικούς λόγους. Επειδή προτίθετο να μεταβεί προς την περιοχή της Γρ. Διγενή, όταν αναχώρησε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη Γρ. Ξενοπούλου. Οδήγησε τότε τη μοτοσικλέτα του μονόδρομο κατά μήκος του νότιου μέρους της εν λόγω οδού, με κατεύθυνση προς τα βόρεια, ήτοι προς τη Γρίβα Διγενή. Αφού πέρασε την επίμαχη συμβολή με την οδό Σπ. Λάμπρου, συνέχισε να οδηγεί τη μοτοσικλέτα του, στην κανονική πλέον φορά εκείνου του μέρους της Γρ. Ξενοπούλου, όταν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να επιστρέψει πίσω στην περιοχή του Εναερίου γιατί είχε ξεχάσει κάτι. Έχοντας ήδη καλύψει περί τα 10 - 15 μ. εντός της οδού, αποφάσισε να κάνει επαναστροφή, οπόταν αφού έψαξε και βρήκε «άνοιγμα», έστριψε τη μοτοσικλέτα του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ξεκίνησε στη συνέχεια να οδηγεί και πάλι μονόδρομο, ήτοι με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια, προς την επίμαχη διασταύρωση. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι οδηγούσε μονόδρομο αλλά ούτε και το αντιλήφθηκε εφόσον δεν υπήρχαν οποιαδήποτε σήματα κατά μήκος του δρόμου που να τον προειδοποιούσαν ότι οδηγούσε με αντίθετη φορά. Και να υπήρχαν όμως τέτοια σήματα ισχυρίστηκε, αυτά ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να τα δει, εφόσον ήταν στραμμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Φθάνοντας στην επίμαχη διασταύρωση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, και μη βλέποντας να υπάρχει οποιοδήποτε σήμα αλτ στην κατεύθυνση που οδηγούσε, συνέχισε την πορεία του για να περάσει στο απέναντι μέρος της Γρ. Ξενοπούλου. Οδηγούσε, ως ισχυρίστηκε, με πολύ χαμηλή ταχύτητα εφόσον προσέγγιζε διασταύρωση. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προτού εισέλθει στη διασταύρωση, παρατήρησε ότι επί της τέμνουσας οδού Σπ. Λάμπρου, τόσο στο δεξί όσο και στο αριστερό μέρος, υπήρχαν στο δρόμο γραμμές αλτ σε σχέση με τα αυτοκίνητα που προτίθεντο να εισέλθουν στη διασταύρωση από την εν λόγω οδό. Αντιλήφθηκε τότε, ως ισχυρίστηκε κατηγορηματικά τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, ότι επί της Σπ. Λάμπρου στα δεξιά του, υπήρχε κάποιο όχημα σταματημένο στο αλτ της επίμαχης συμβολής. Επειδή ο ίδιος δεν είχε δει οποιοδήποτε σήμα αλτ στη δική του κατεύθυνση, θεώρησε ότι είχε προτεραιότητα οπόταν και εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει, διατηρώντας όμως χαμηλή ταχύτητα. Τότε, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, το όχημα που είχε δει σταματημένο στο αλτ στα δεξιά του επί της Σπ. Λάμπρου, και το οποίο στη συνέχεια διαφάνηκε να είναι του ενάγοντα, ξεκίνησε και εισήλθε στην διασταύρωση οπόταν και τον κτύπησε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο ενάγοντας ουσιαστικά εμβόλισε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου εκεί που είναι οι πινακίδες εγγραφής, τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του, «στο κέντρο περίπου εκεί που είναι τα πατίδια». Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο προς αναγνώριση «Χ» κάποιο σχεδιάγραμμα, το οποίο φέρεται να παρουσιάζει την επίμαχη συμβολή, την φορά κατεύθυνσης των δύο οδών και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Σημειώνω εδώ ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, ο μονόδρομος του νότιου μέρους της Γρ. Ξενοπούλου παρουσιάζεται αντιστραμμένος. Από τη σύγκρουση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αυτός εκτινάχθηκε αρχικά στο καπό του οχήματος του ενάγοντα και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος και ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ο ίδιος τραυματίστηκε. Υπεβλήθη στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι ούτε εκτινάχθηκε στο καπό ούτε και έπεσε στο έδαφος μετά τη σύγκρουση, αλλά αντίθετα έμεινε επί της μοτοσικλέτας του η οποία έγειρε πάνω στο όχημα του ενάγοντα. Του υπεβλήθη επίσης ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση, αυτός κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει τραυματιστεί, και πλησίασε τον ενάγοντα για να τον ρωτήσει αν ήταν καλά. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι και στο καπό αλλά και στο έδαφος έπεσε και ισχυρίστηκε ότι αν και τραυματίστηκε από τη σύγκρουση δεν ήταν τόσο σοβαρά τραυματισμένος ώστε να μην μπορεί να μιλήσει. Δεν θυμάται όμως αν όντως μίλησε με τον ενάγοντα, ούτε θυμάται σε ποιο ακριβώς σημείο της διασταύρωσης έγινε η σύγκρουση. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι η σύγκρουση έγινε εντός της διασταύρωσης και ότι σίγουρα ο ενάγοντας δεν είχε περάσει τη μέση της συμβολής προτού τον εμβολίσει. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι αν και ο ίδιος δεν επικοινώνησε με οποιαδήποτε ασφάλεια ή αστυνομία, εντούτοις κάποιος φαίνεται είχε ειδοποιηθεί, αφού στη σκηνή έφθασε μετά «κάποιο παιδί της ασφάλειας». Μέχρι να φθάσει όμως ο αντιπρόσωπος της ασφάλειας, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, τόσο η μοτοσικλέτα όσο και το όχημα του ενάγοντα μετακινήθηκαν από την τελική θέση που είχαν λάβει μετά τη σύγκρουση, ώστε να μπορούν να περνούν τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ισχυρίστηκε ότι παρευρισκόμενοι την τοποθέτησαν στην άκρια του δρόμου ενώ το όχημα του ενάγοντα μετακινήθηκε λίγο πιο κάτω από το σημείο σύγκρουσης. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του δέσμη φωτογραφιών (Τεκ.1), στις οποίες ο τελευταίος αναγνώρισε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα και τη σκηνή του ατυχήματος. Ισχυρίστηκε όμως τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του, ότι οι εν λόγω φωτογραφίες πρέπει να λήφθηκαν μετά που μετακινήθηκαν τα οχήματα και προτού φθάσει η ασφάλεια εφόσον δεν απεικόνιζαν τη θέση που είχαν τα οχήματα αμέσως μετά τη σύγκρουση αλλά τη θέση που μετακινήθηκαν. Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, του υποδείχθηκε από τη συνήγορο του ενάγοντα ένα μονοσέλιδο έγγραφο με τίτλο «φιλική δήλωση τροχαίου ατυχήματος», το οποίο έγγραφο ο μάρτυρας το αναγνώρισε ως το έγγραφο που συμπλήρωσε στη σκηνή το «παιδί της ασφάλειας» και το οποίο τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγοντας το υπέγραψαν επί τόπου. Το εν λόγω μονοσέλιδο έγγραφο φέρει τα στοιχεία του επίδικου ατυχήματος και των εμπλεκόμενων και υπογράφεται από τον ενάγοντα καθώς και από κάποιον xxxx Νικολάου ο οποίος δηλώνει ότι δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε τραυματισμό. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι δεν είχε λόγο να μην αναφέρει ότι τραυματίστηκε ενώ κατά την επανεξέταση του, ανέφερε ότι δεν είναι αυτός που συμπλήρωσε το εν λόγω έγγραφο αλλά μόνο ότι το υπέγραψε. Στην κατάθεση του εγγράφου αυτού ο συνήγορος των εναγομένων έφερε ένσταση προβάλλοντας βασικά ότι αυτό αναφέρετο σε κάποιο πρόσωπο με διαφορετικό επίθετο από αυτό του εναγόμενου 2, ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ο συντάκτης του εγγράφου και διότι κατά τον συνήγορο δεν είχε τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο που θα δικαιολογούσε την κατάθεση. Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση και έκαμε δεχτό το έγγραφο ως Τεκ.
  5. Μ.Ε.5 (Εκτιμητής Εναγομένων) Ο μάρτυρας ανέφερε, και αυτό δεν αμφισβητείται, ότι είναι ιδιώτης επαγγελματίας εκτιμητής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα αυτό για 45 χρόνια. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι είχε κληθεί και από τις δύο πλευρές να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εκτιμητής σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ήτοι και από τον ενάγοντα σε σχέση με τις ζημιές στο αυτοκίνητο του αλλά και από τον εναγόμενο 1 σε σχέση με τις ζημιές στη μοτοσικλέτα του. Τις εκατέρωθεν ζημιές, ανέφερε ο μάρτυρας, τις εκτίμησε, για τη μεν μοτοσικλέτα στο ποσό των €6.302,22, για το δε αυτοκίνητο στο ποσό των €3.413,20 (Τεκ. 7 και 10 αντίστοιχα). Για την εκτίμηση του για τη μοτοσικλέτα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι χρέωσε τον εναγόμενο 1 με το ποσό των €
  6. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του, δέσμη φωτογραφιών που ο ίδιος αντιλήφθηκε ως φωτογραφίες που πρέπει να λήφθηκαν στην σκηνή του ατυχήματος (Τεκ.11). Στις εν λόγω φωτογραφίες, ο μάρτυρας αναγνώρισε τα εμπλεκόμενα οχήματα των διαδίκων, ως τα οχήματα που αργότερα εξέτασε και εκτίμησε. Παραπέμποντας στις εν λόγω φωτογραφίες, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι όπως είχε και ο ίδιος διαπιστώσει, οι ζημιές στη μοτοσικλέτα βρίσκονται όλες στη δεξιά πλευρά, ενώ στο όχημα του ενάγοντα αυτές βρίσκονται στο «μέτωπο» του αυτοκινήτου, ήτοι στο μπροστινό του μέρος και προς τα αριστερά και συγκεκριμένα στο αριστερό φανάρι, στο καπό και στον προφυλακτήρα κάτω αριστερά. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, του υποδείχθηκαν διάφορες φωτογραφίες από τα Τεκ.1 και 11 και του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει κατά πόσο φαινόταν και ζημιά στο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου κοντά στο τροχό, διαπίστωση την οποία ο μάρτυρας αρνήθηκε να κάνει ισχυριζόμενος ότι δεν φαίνεται να υπήρξε καμία επαφή της μοτοσικλέτας με τον μπροστινό αριστερό τροχό και φτερό του αυτοκινήτου. M.E.7 Εμπειρογνώμονας εναγομένου Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως φερόμενος επαγγελματίας πραγματογνώμονας ατυχημάτων. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε καταθέτοντας το βιογραφικό του, ότι απέκτησε πτυχίο στατιστικής και ασφαλιστικής επιστήμης το 2013 ενώ το 2015 απέκτησε πιστοποιητικό/δίπλωμα «Δικανικής Διερεύνησης Τροχαίων Συγκρούσεων» από συγκεκριμένο αγγλικό πανεπιστήμιο κατόπιν διετούς φοίτησης με αλληλογραφία. Από το 2015, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, εργοδοτείται σε ιδιωτική εταιρεία που ασχολείται με τη διερεύνηση και αναπαράσταση ατυχημάτων, ενώ από το 2009 παρέχει επιτόπια εξυπηρέτηση πελατών διαφόρων ασφαλιστικών εταιρειών που εμπλέκονται σε οδικές συγκρούσεις. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 20/10/17, ήτοι μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, έλαβε οδηγίες από το νυν δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους όπως προβεί σε διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και ετοιμάσει σχετική έκθεση. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι το προαναφερόμενο δικηγορικό γραφείο τον εφοδίασε με σχετικό υλικό το οποίο αυτός μελέτησε, επισκέφθηκε δύο φορές τη σκηνή, τη φωτογράφησε και τη σχεδιαγράφησε και αφού μίλησε και τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο 2, ετοίμασε σχετική έκθεση με τα ευρήματα και συμπεράσματα του, στην οποία επεσύναψε, μεταξύ άλλων και όλο το υλικό το οποίο ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε. Ειδικότερα, στην έκθεση του ο μάρτυρας επισυνάπτει και αναφέρει ότι μελέτησε τις φωτογραφίες, τις εκτιμήσεις ζημιών των δύο οχημάτων καθώς και το αντίγραφο κάποιας «φιλικής δήλωσης ατυχήματος του xxxxx Μιχαήλ (ενάγοντας)». Ως προς το τελευταίο αυτό έγγραφο, ήτοι τη φιλική δήλωση ατυχήματος του ενάγοντα, ο μάρτυρας επισύναψε στην έκθεση του αντίγραφο του Τεκ. 5, μαζί όμως με ακόμη μία σελίδα που φέρει τίτλο «ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ» και η οποίο φέρεται να περιέχει υπογραμμένη δήλωση του ενάγοντα προς την ασφάλεια του ότι «Κινόμουν στην οδό Σπύρου Λάμπρου με ανατολική κατεύθυνση και όταν έφτασα στο αλτ της οδού ελάττωσα μερικώς και συνέχισα την πορεία μου όταν συγκρούστηκα με τη μοτοσυκλέτα XXXXX13 η οποία κινείτο αντίθετα σε μονόδρομο στην οδό Γρηγορίου Ξενοπούλου». . Λόγω της συμπερίληψης του προαναφερόμενου εγγράφου με τη φερόμενη δήλωση του ενάγοντα στην έκθεση του μάρτυρα, ήτοι το «ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ», η πλευρά του ενάγοντα έφερε ένσταση στην κατάθεση όλης της έκθεσης. Υποστήριξε η συνήγορος ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν Τεκμήριο στη διαδικασία, ότι ο μάρτυρας «δεν μπορεί να μας εξηγήσει ποιος το έκανε, γιατί το έκανε αν είναι μέρος άλλου εγγράφου.» καθώς επίσης και διότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε πού βρήκε το εν λόγω έγγραφο ή κάτω από ποιες συνθήκες αυτό φέρεται να υπογράφτηκε από τον ενάγοντα. Η ένσταση αντικρούστηκε από τον συνήγορο των εναγομένων ο οποίος επισήμανε ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελούσε μέρος της έκθεσης του μάρτυρα, ο οποίος είχε αναφέρει από πού εφοδιάστηκε τα έγγραφα που επεσύναπτε στην έκθεση του καθώς και ότι η εν λόγω έκθεση είχε αποκαλυφθεί εγκαίρως στην άλλη πλευρά. Υποστήριξε περαιτέρω ο κ. Καραΐσκος ότι η ένσταση της συναδέλφου του δεν ήταν δικαιολογημένη, γιατί «.όπως στη φιλική δήλωση τροχαίου δυστυχήματος.φαίνονται κάποια στοιχεία, ως η ίδια επιχείρησε να καταθέσει (η αντίδικη δικηγόρος), κάποιου εμπλεκόμενου οδηγού.ο ένας εκ των οποίων .είναι ο ενάγοντας.και στο πίσω έντυπο φαίνεται η δήλωση του (ενάγοντα) με την υπογραφή του.». Για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η έκθεση έγινε αποδεκτή στο σύνολο της ως Τεκμήριο 12, το θέμα βαρύτητας της όμως έμεινε να αποφασιστεί στο τέλος. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας ρωτήθηκε από τον κ. Καραΐσκο εκ νέου ποια έγγραφα είναι που χρησιμοποίησε για την έκθεση του και από ποιον τα εφοδιάστηκε. Ισχυρίστηκε τότε ο μάρτυρας ότι από τον δικηγόρο των εναγομένων είχε εφοδιαστεί τα Τεκ. 1, 7, 10 και 11 καθώς και με «το μπροστινό μέρος της φιλικής δήλωσης», ήτοι το μονοσέλιδο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκ.
  7. Στην έκθεση του, την οποία ο μάρτυρας υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του, ο τελευταίος αναφέρει ότι αφού προέβη στη προεργασία και μελέτη που ανέφερα ανωτέρω, ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής και κατέληξε σε πέντε συμπεράσματα. Τα συνοψίζω:
  8. Ο εναγόμενος 2 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του σε μονόδρομο και ως εκ τούτου ήταν «φυσικό επακόλουθο στην πορεία του να μη βρει οποιοδήποτε σήμα τροχαίας προ της διασταύρωσης» που να υποδεικνύει υποχρεωτική στάση.
  9. Ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί οδού που είχε σήμα υποχρεωτικής στάσης πριν την επίμαχη διασταύρωση. «Αντ' αυτού, ως αναφέρει και ο ίδιος, ελάττωσε μερικώς και χωρίς να σταματήσει συνέχισε την πορεία του».
  10. Δεν μπορεί να εξεταστεί το θέμα ορατότητας του ενάγοντα γιατί δεν επήλθε ακινητοποίηση του οχήματος του στο σήμα υποχρεωτικής στάσης και «από την στιγμή που δεν σταμάτησε το όχημα του στο εν λόγω σήμα δεν τίθεται θέμα περιορισμένης ή μη ορατότητας.
  11. Από τις ζημιές των δύο οχημάτων, αν και είναι εμφανές ότι αμφότεροι οδηγούσαν με χαμηλή ταχύτητα, «ωστόσο φαίνεται ότι το αυτοκίνητο.εμβόλισε με το μπροστινό του μέρος τη μοτοσικλέτα .στη δεξιά της πλευρά, η οποία κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε ήδη εισέλθει στην διασταύρωση» Το καταληκτικό δε συμπέρασμα του μάρτυρα στην έκθεση του ήταν ότι «το τροχαίο δυστύχημα επεσυνέβη από συνδυασμό λαθών, πράξεων ή παραλείψεων εκ μέρους και των δύο ενεχόμενων οδηγών. Ωστόσο, η παράλειψη στάσης ή αναμονής στο σήμα υποχρεωτικής στάσης, (STOP), από μέρους του (ενάγοντα) είναι και η κύρια αιτία πρόκλησης του. Εάν ο εν λόγω οδηγός ακινητοποιούσε το όχημα του ως του υποδείκνυε το σήμα, και έλεγχε ικανοποιητικά προτού εισέλθει στη διασταύρωση, το δυστύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί». Ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του να εξηγήσει πώς είναι που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πριν τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση και ότι είναι το αυτοκίνητο του ενάγοντα που την εμβόλισε και όχι το αντίθετο. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στο συμπέρασμα του αυτό κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη και τις φωτογραφίες των Τεκ.1 και 11 που δείχνουν τα οχήματα στη σκηνή και τις ζημιές που αυτά υπέστηκαν. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, από τις φωτογραφίες που δείχνουν τη σκηνή από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του ενάγοντα (βλ. Τεκ.12 πρώτη σελίδα έγχρωμων φωτογραφιών, 4η φωτογραφία κάτω δεξιά) «μπορούμε να διακρίνουμε ότι η τελική θέση του οχήματος Mazda είναι σχεδόν σε ευθεία πορεία και η τελική θέση της μοτοσικλέτας εβρίσκεται μπροστά του και ελαφρώς αριστερά.η φωτογραφία αυτή κάτω δεξιά όπου απεικονίζονται οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Αυτό. Στις συγκεκριμένες τελικές θέσεις υποδεικνύω ότι δεν υπάρχει περίπτωση η μοτοσικλέτα, Εντιμότατε, να εμβόλισε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο». Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, αμφισβητήθηκε τόσο η επάρκεια και η εμπειρία του ιδίου να παρουσιάζεται ως διερευνητής ατυχημάτων, όσο και η ακρίβεια της διερεύνησης και της έκθεσης του, στη βάση του ότι αυτές έγιναν εφτά χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα. Του υπεβλήθη επίσης ότι δεν ενήργησε αμερόληπτα και αντικειμενικά εφόσον τόσο η έκθεση του όσο και ο ίδιος φαίνεται να κινούνται μεροληπτικά προς τις θέσεις της πλευράς του εναγόμενου 2 και του δικηγόρου του. Ο μάρτυρας απέρριψε τις υποβολές και επικαλέστηκε την πείρα και τις σπουδές που έχει αποκτήσει στο θέμα και ισχυρίστηκε ότι τα μόνα στοιχεία που χρειάζονταν ήταν τα όσα του ανέφερε ο εναγόμενος 2 και τα όσα δήλωσε ενυπογράφως ο ενάγοντας στο «ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ». Ενάγοντας (ΜΥ1) Στη μαρτυρία του ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα, οδηγούσε το όχημα του κατά μήκος της οδού Σπ. Λάμπρου με ανατολική κατεύθυνση. Στα μέσα περίπου του δρόμου και πριν την επίμαχη διασταύρωση, υπήρχε, σύμφωνα με το μάρτυρα, σταθμευμένο αυτοκίνητο στην πορεία του το οποίο εμπόδιζε την κανονική ροή της κυκλοφορίας. Ως εκ τούτου αναγκάστηκε να σταματήσει πίσω του ώστε να δώσει προτεραιότητα σε αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ότι, στο πεζοδρόμιο δίπλα του περπατούσε προς την ίδια κατεύθυνση με τη δική του, μια πρώην συνάδελφος του, η xxxx Χ''Χριστοφή (Στυλιανού), με την οποία χαιρετίστηκαν και ακολούθως συνέχισε την πορεία του. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ήταν το αλτ της επίμαχης διασταύρωσης. Αφού σταμάτησε κανονικά το όχημα του στη γραμμή του αλτ και έλεγξε δεξιά και αριστερά το δρόμο ώστε να βεβαιωθεί ότι ήταν καθαρός, έστω και αν γνώριζε ότι ήταν και από τις δύο πλευρές μονόδρομος για να προσεγγίσει κάποιος τη διασταύρωση, προχώρησε για να περάσει απέναντι. Εισήλθε στη διασταύρωση και προτού καταφέρει να φτάσει απέναντι, τον χτύπησε η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, την οποία δεν είχε δει ποτέ πριν τη σύγκρουση. Ήταν θέση του ότι κάποιος που οδηγεί στη Γρ. Ξενοπούλου κατευθυνόμενος προς τη Γρ. Διγενή, εύκολα θα αντιληφθεί στο τέρμα της οδού προτού εισέλθει στη Γρ. Διγενή, τις σχετικές απαγορευτικές πινακίδες που καθιστούν μονόδρομο την είσοδο στη Γρ. Ξενοπούλου, εφόσον αυτές βρίσκονται σε πλάγια θέση στο πεζοδρόμιο. Ήταν επίσης ευρέως γνωστό, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ιδιαίτερα σε Λεμεσιανούς, ότι η Γρ. Ξενοπούλου, ως πάροδος της Γρ. Διγενή ήταν μονόδρομος αλλά και σε κάθε περίπτωση, αυτό εύκολα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τη φορά που ήταν σταθμευμένα τα αυτοκίνητα κατά μήκος του δρόμου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, με το που έγινε η σύγκρουση, η μοτοσικλέτα έγειρε για λίγο πάνω στο καπό του ενώ ο οδηγός της, ο εναγόμενος 2 δηλαδή, εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω της. Αμέσως μετά, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο εναγόμενος 2 κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα, τον πλησίασε και αφού ρώτησαν ο ένας τον άλλο αν ήταν καλά και απάντησαν και οι δύο καταφατικά, ο ίδιος, ο ενάγοντας δηλαδή, ειδοποίησε την αστυνομία. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι εφόσον δεν υπήρχαν τραυματισμοί, η αστυνομία τον ενημέρωσε ότι δεν χρειαζόταν η δική της εμπλοκή και ότι ήταν θέμα καθαρά για τις ασφάλειες. Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι φωτογραφίες Τεκ.11 τις οποίες ο μάρτυρας αναγνώρισε ως τις φωτογραφίες που έλαβε ο εκπρόσωπος της Rescueline όταν έφτασε στη σκηνή. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι προτού φτάσει η Rescueline στη σκηνή, η μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 είχε μετακινηθεί λίγα μέτρα πιο κάτω ενώ το αυτοκίνητο του έμεινε εκεί που ήταν και αναγνώρισε στις εν λόγω φωτογραφίες τη θέση του δικού του οχήματος μετά τη σύγκρουση και της μοτοσικλέτας μετά που μετακινήθηκε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης στο Τεκ.5, ήτοι το μονοσέλιδο έγγραφο με τίτλο «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος», το έγγραφο που συμπλήρωσε στη σκηνή ο εκπρόσωπος της Rescueline μετά που μίλησε μαζί του και του εναγόμενου 2 και το οποίο αμφότεροι οι τελευταίοι υπέγραψαν στην παρουσία ο ένας του άλλου. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο εναγόμενος 2 τότε, για άγνωστο λόγο δήλωσε ως επίθετο του το Νικολάου αντί το Χατζηβαρνάβα, επίθετο μάλιστα που χρησιμοποίησε και η ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου 1 για να υποβάλει απαίτηση προς την ασφαλιστική εταιρεία του. Σημειώνω εδώ ότι μετά από αυτήν την τοποθέτηση του μάρτυρα, ο κ. Καραΐσκος δήλωσε εκ μέρους των πελατών του ότι δέχονται ότι οι αναφορές που γίνονται στο εν λόγω έγγραφο σε xxx Νικολάου, αφορούν στον εναγόμενο 2, xxx. Χατζηβαρνάβα. Υποδείχθηκαν στο ενάγοντα κατά την αντεξέταση του τα έγγραφα με τίτλο «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος» και «ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ» που περιέχονταν στο Τεκ.12, ήτοι στην έκθεση του ΜΕ
  12. Ο μάρτυρας αναγνώρισε αμφότερα τα λόγω έγγραφα ως τα έγγραφα που συμπλήρωσε ο εκπρόσωπος της Rescueline στη σκηνή καθώς επίσης και τη δική του υπογραφή επί αυτών. Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο και τη φερόμενη δήλωση του, η οποία κατατέθηκε ως μονοσέλιδο έγγραφο Τεκ.15, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε αναφέρει στον εκπρόσωπο της Rescueline τι είχε γίνει όπως το ανέφερε και στο Δικαστήριο και στη συνέχεια ο τελευταίος συμπλήρωσε μόνος του το εν λόγω έγγραφο και του είπε να το υπογράψει όπως και έπραξε. Ο ίδιος ήταν βέβαια, ως ισχυρίστηκε, αρκετά συγχυσμένος και ταραγμένος από το δυστύχημα. Του υπεβλήθη τότε ότι λόγω αυτής του σύγχυσης, η θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε ότι είχε τραυματιστεί ο εναγόμενος 2 δεν ήταν ορθή, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε παραπέμποντας στη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος 2 στο Τεκ.
  13. Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα υποδείχτηκε στον τελευταίο το σχεδιάγραμμα «Χ» προς αναγνώριση για το οποίο ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και δεν γνώριζε ποιος το είχε ετοιμάσει εντούτοις διαφωνούσε με τη θέση ότι αυτό παρουσίαζε την τελική θέση των δύο οχημάτων και επανέλαβε ότι το δικό του όχημα είχε περάσει το κέντρο της διασταύρωσης πριν να το χτυπήσει η μοτοσικλέτα. Επιχειρήθηκε να αντικρουστεί η θέση του αυτή υποδεικνύοντας του περαιτέρω τις φωτογραφίες Τεκ.
  14. Του υπεβλήθη ότι στις εν λόγω φωτογραφίες παρουσιάζονταν τόσο το δικό του όχημα όσο και η μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 μετά που αυτά είχαν μετακινηθεί μετά το ατύχημα και ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στο μέσο της διασταύρωσης. Του υπεβλήθη επίσης ότι με βάση τις φωτογραφίες των ζημιών των δύο οχημάτων, είναι αυτός που εμβόλισε τη μοτοσικλέτα και όχι το αντίστροφο. Ο μάρτυρας δέχτηκε ότι η μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 είχε μετακινηθεί και ότι οι φωτογραφίες είχαν ληφθεί στη συνέχεια, αρνήθηκε όμως ότι μετακινήθηκε και το δικό του όχημα ή ότι αυτός εμβόλισε την μοτοσικλέτα και επανέλαβε τη θέση του ότι είχε σχεδόν φτάσει στην απέναντι πλευρά της διασταύρωσης πριν να χτυπηθεί. Υπεβλήθη τέλος στο ενάγοντα ότι ήταν αμελής όταν εισήλθε στη διασταύρωση και ότι επειδή γνώριζε ότι τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του ήταν μονόδρομος, δεν κοίταξε το δρόμο και προχώρησε κτυπώντας έτσι τη μοτοσικλέτα του εναγόμενου
  15. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή επαναλαμβάνοντας ότι και στο αλτ σταμάτησε αλλά και το δρόμο έλεγξε πριν να προχωρήσει, όπως απέρριψε επίσης και τη θέση ότι είναι εκείνος που χτύπησε τη μοτοσικλέτα και ότι ο εναγόμενος 2 έπεσε στο καπό του και στη συνέχεια στο έδαφος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. ΜΥ2 Η εν λόγω μάρτυς κλήθηκε να καταθέσει ως η πρώην συνάδελφος του ενάγοντα η οποία ήταν, κατ' ισχυρισμό του τελευταίου, παρούσα τη συγκεκριμένη στιγμή του ατυχήματος. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αυτή γνωρίζει τον ενάγοντα πολύ καλά γιατί ήταν πρώην συνάδελφοι για αρκετά χρόνια σε συγκεκριμένο κατάστημα. Αν και η ίδια σε κάποιο στάδιο εργοδοτήθηκε σε κατάστημα άλλης εταιρείας εντούτοις χρησιμοποιούσαν και οι δύο τους τον ίδιο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στην επίμαχη περιοχή οπόταν συναντιούνταν σχεδόν καθημερινά. Τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα, ισχυρίστηκε η μάρτυς, είχε φύγει από την εργασία της, η οποία βρισκόταν προς τα δυτικά της Σπ. Λάμπρου και περπατούσε κατά μήκος της εν λόγω οδού, με ανατολική όμως κατεύθυνση διότι επέστρεφε στο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν το αυτοκίνητο της ώστε να πάρει το κινητό της τηλέφωνο το οποίο είχε ξεχάσει. Ισχυρίστηκε ότι καθώς περπατούσε κατά μήκος της οδού, την οποία χαρακτήρισε ως πολύ στενό δρόμο, είδε τον ενάγοντα να οδηγεί το όχημα του προς την ίδια κατεύθυνση με τη δική της. Στη συνέχεια, ως ισχυρίστηκε, είδε ότι ο ενάγοντας αναγκάστηκε να σταματήσει πίσω από ένα αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στα αριστερά ώστε να μπορέσει να περάσει άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Ισχυρίστηκε η μάρτυς ότι εκείνη τη στιγμή η ίδια βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του οχήματος του ενάγοντα, στην πλευρά του οδηγού, σχεδόν «κολλημένη» πάνω του εφόσον ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι. Όταν σταμάτησε ο ενάγοντας, οι δύο τους συνομίλησαν για λίγο, ως ισχυρίστηκε, και όταν καθάρισε ο δρόμος ο ενάγοντας προχώρησε προς τη διασταύρωση. Είδε, ως ισχυρίστηκε, τον ενάγοντα να σταματά στο αλτ πριν την διασταύρωση και στη συνέχεια να εισέρχεται στη διασταύρωση για να πάει απέναντι. Ισχυρίστηκε η μάρτυς ότι σχεδόν πριν να φτάσει ο ενάγοντας στην απέναντι πλευρά «ήρτε το παιδί με τη μοτοσικλέτα από μονόδρομο τζιαι τον χτύπησε», περίπου στο σημείο που βρίσκεται το μπροστινό αριστερό φτερό. Ακολούθως, ισχυρίστηκε η μάρτυς, αυτή έτρεξε προς το μέρος του ενάγοντα γιατί τον είδε σοκαρισμένο όπως έκαμαν και άλλοι παρευρισκόμενοι αλλά και ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος ρώτησε τον ενάγοντα αν ήταν καλά. Όταν η μάρτυς βεβαιώθηκε, ως ανέφερε, ότι ήταν όλα εντάξει, έφυγε από τη σκηνή. Υπεβλήθη στη μάρτυρα κατά την αντεξέταση της ότι είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση που περπατούσε εκείνη τη στιγμή, ήτοι προς την εργασία της και ότι αν και είδε τον ενάγοντα, οι δύο τους απλά χαιρετίστηκαν και μετά εκείνη έφυγε χωρίς να δει όλα εκείνα τα οποία ισχυρίστηκε. Της υπεβλήθη επίσης ότι κατασκεύασε τον ισχυρισμό ότι δήθεν επέστρεφε προς το χώρο στάθμευσης γιατί ξέχασε το κινητό της, με σκοπό να τοποθετήσει τον εαυτό της ως αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος για να βοηθήσει τον ενάγοντα, πρώην συνάδελφο και γνωστό της. Η μάρτυς απέρριψε τις υποβολές και επανέλαβε κατηγορηματικά ότι είδε τον ενάγοντα να σταματά στο αλτ και να φτάνει σχεδόν στην απέναντι πλευρά προτού χτυπηθεί από τη μοτοσικλέτα. Η ίδια υπολόγισε ότι η μοτοσικλέτα έτρεχε, διευκρίνισε όμως ότι αυτή ήταν καθαρά η δική της εκτίμηση η οποία και μπορεί να μην ευσταθεί. Ισχυρίστηκε επίσης η μάρτυς ότι δεν είδε ακριβώς σε ποιο σημείο τους είχαν επαφή τα δύο οχήματα όμως εξ' όσων θυμάται, η μοτοσικλέτα χτύπησε το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου. Απέρριψε τέλος και τις υποβολές που της έγιναν σε σχέση με τα κίνητρα της. Ισχυρίστηκε ότι κλήθηκε να καταθέσει αναφορικά με ένα ατύχημα το οποίο έτυχε να γίνει στην παρουσία της και το γεγονός ότι έτυχε να γνωρίζει έναν εκ των εμπλεκομένων, της είναι αδιάφορο. ΜΥ4 - Εμπειρογνώμονας ενάγοντα Ο μάρτυρας, πρώην μέλος της αστυνομίας ο οποίος αφυπηρέτησε με το βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας δυστυχημάτων. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο που ήταν στην αστυνομία υπηρέτησε για τριάντα περίπου χρόνια ως υπεύθυνος στο τμήμα διερεύνησης ατυχημάτων της τροχαίας, διερεύνησε ο ίδιος ένα μεγάλο αριθμό ατυχημάτων, έτυχε σχετικής εκπαίδευσης τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και τέλος ότι δίδασκε και ο ίδιος στην αστυνομική ακαδημία ειδικά μαθήματα αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι διετέλεσε υπεύθυνος οδικής ασφάλειας ανά το παγκύπριο και ότι είχε μεταξύ άλλων ενεργό εμπλοκή τόσο στην εισαγωγή του θεσμού του «άλκοτεστ» όσο και στον καθορισμό των κατευθύνσεων των οδών (μονοδρομήσεις). Μετά που αφυπηρέτησε το 2001, του ζητήθηκε από διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες όπως προβαίνει έναντι αμοιβής σε διερεύνηση ατυχημάτων στα οποία εμπλέκονται ασφαλιζόμενοι οδηγοί τους και τα οποία ατυχήματα πλέον, όταν δεν περιέχουν τραυματισμούς, δεν διερευνά η αστυνομία. Στην παρούσα περίπτωση, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, του δόθηκαν οδηγίες από την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα λίγες μέρες μετά το ατύχημα, όπως προβεί σε σχετική διερεύνηση. Τον εφοδίασαν δε με τα έγγραφα που ετοίμασε ο αντιπρόσωπος της Rescueline που έφτασε στη σκηνή μετά το ατύχημα, ήτοι τη «Φιλική Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος», το «Έντυπο Υποβολής Απαίτησης», το σχεδιάγραμμα Τεκ. Χ και τις φωτογραφίες που ο τελευταίος έλαβε. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, επικοινώνησε ο ίδιος και με τον ενάγοντα αλλά και τον εναγόμενο 2 για να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινήσεις καθώς επίσης και με μια κοπέλα που του αναφέρθηκε ότι βρισκόταν πεζή εκείνη την ώρα στη σκηνή και που είδε το ατύχημα. Σύμφωνα με τις σημειώσεις που κράτησε, ο μεν ενάγοντας του ανέφερε ότι προτού εισέλθει στη διασταύρωση είχε σταματήσει στο αλτ και όταν ξεκίνησε για να πάει απέναντι, ήρθε η μοτοσικλέτα από τα αριστερά, την οποία δεν είχε δει προηγουμένως και τον κτύπησε, ο δε εναγόμενος 2 ότι οδηγούσε μονόδρομο, ότι δεν σταμάτησε σε αλτ και ότι δεν τραυματίστηκε από τη σύγκρουση. Η πεζή τέλος, η οποία εκ των υστέρων διεφάνη ότι ήταν η ΜΥ2, του ανέφερε ότι ήταν στη σκηνή και είδε καθαρά ότι το όχημα του ενάγοντα είχε σταματήσει στο αλτ και ότι η μοτοσικλέτα ερχόταν από μονόδρομο οπόταν και κτύπησαν. Τα όσα τα εν λόγω πρόσωπα του ανέφεραν, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τα κατέγραψε ακριβώς και τα υπέγραψε στις 14/10/10 (Τεκ.17). Κατέθεσε επίσης ως Τεκ. 18, δέσμη με όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα που του είχαν δοθεί μαζί με τις υπογραμμένες σημειώσεις του. Ό μάρτυρας αναγνώρισε στο σχεδιάγραμμα που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο «Χ» προς αναγνώριση, το σχεδιάγραμμα που είχε ετοιμάσει η Rescueline και το οποίο όμως, ως ισχυρίστηκε, ήταν λανθασμένο διότι παρουσίαζε αντίθετα τη μονοδρόμηση του νοτίου μέρους της Γρ. Ξενοπούλου. Η μονοδρόμηση του συγκεκριμένου μέρους της οδού, σύμφωνα με το μάρτυρα, ήταν προς τα νότια και όχι προς τα βόρεια ως παρουσίαζε το σχεδιάγραμμα. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι από τη διερεύνηση που έκαμε και τις πληροφορίες που έλαβε από όλους τους εμπλεκομένους, τα δύο οχήματα εισήλθαν στη διασταύρωση με χαμηλή ταχύτητα και ότι το όχημα του ενάγοντα είχε καλύψει περί τα ¾ της διασταύρωσης από το σημείο του αλτ προτού το μπροστινό μέρος του συγκρουστεί με τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι κανένας δεν μπορεί να πει με ασφάλεια ποιος εμβόλισε ποιον αλλά με δεδομένο τα όσα του αναφέρθηκαν και τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε, εκτιμά ότι το αυτοκίνητο ξεκίνησε να προχωρεί ευθεία και η μοτοσικλέτα μπήκε στη διασταύρωση χωρίς να λάβει κάποιο μέτρο ο οδηγός της για να προστατέψει τη σωματική του ακεραιότητα. Από τις φωτογραφίες των ζημιών δε, εκτιμά ότι δεν μπορεί ο μοτοσικλετιστής να εκσφενδονίστηκε στο καπό του αυτοκινήτου γιατί τότε θα είχε ζημιές όλο το καπό αλλά και ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου και ότι αυτό που εκτιμά να έγινε είναι ότι έγειρε το τιμόνι της μοτοσικλέτας πάνω στο καπό, εξ' ου και προκλήθηκαν οι ζημιές που φαίνονται στις φωτογραφίες. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι κάποιος που οδηγά κατά μήκος της οδού Γρ. Ξενοπούλου δεν μπορεί να δει πινακίδες μονόδρομου εφόσον αυτές βρίσκονται στο τέρμα της οδού, στη συμβολή με τη Γρ. Διγενή. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος επισκέφθηκε την σκηνή μετά που απομακρύνθηκαν τα δύο οχήματα και συνεπώς ο ίδιος δεν ξέρει αν αυτά είχαν μετακινηθεί μετά τη σύγκρουση. Του ζητήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι τα δύο οχήματα χτύπησαν στο κέντρο της διασταύρωσης και όχι μετά που το αυτοκίνητο του ενάγοντα κάλυψε τα ¾ της απόστασης. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν θα μπορούσε να ευσταθεί, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η μοτοσικλέτα δεν οδηγείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου αλλά στο κέντρο και προς τα δεξιά. Σε τέτοια περίπτωση μάλιστα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, οι ζημιές θα ήταν μεγαλύτερες αφού το αυτοκίνητο θα «ετζιλούσε» τη μοτοσικλέτα και ο οδηγός της θα τραυματίζετο ενώ ο εναγόμενος 2 του είχε αναφέρει ότι μετά τη σύγκρουση «έγειρε» απλά η μοτοσικλέτα και ότι ο ίδιος δεν είχε τραυματιστεί. Τέλος ο μάρτυρας απέρριψε υποβολή ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να απαλλάξει την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα από την ευθύνη και επικαλέστηκε την πολύχρονη εμπειρία του στον τομέα διερεύνησης ατυχημάτων. Παρέπεμψε επίσης στα όσα οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι του ανέφεραν ελάχιστο χρόνο μετά το ατύχημα και τα οποία ισχυρίστηκε ότι κατέγραψε με ακρίβεια και επαγγελματισμό. Ζημιές Εναγομένων (εναγόμενος 2, εναγόμενος 1, ΜΕ3, ΜΕ4, ΜΕ6 και ΜΥ3) Εναγόμενος 2 Ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι πριν το ατύχημα ήταν υγιής και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Εργαζόταν τότε στην εταιρεία του αδερφού του, η οποία ασχολείτο με τη διαχείριση snack bar και ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος με γενικά καθήκοντα και λάμβανε μισθό €1540 μηνιαίως. Ήταν η θέση του ότι φορούσε κράνος κατά το ατύχημα. Τραυματίστηκε ως ισχυρίστηκε στο δεξί πόδι, στη μέση και στον αυχένα, τραυματισμούς για τους οποίους επισκέφθηκε το ΜΕ4, ο οποίος αφού τον εξέτασε, του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπεία, για την οποία προέβη σε είκοσι συνεδρίες στο φυσιοθεραπευτή ΜΕ3 ο οποίος τον χρέωσε συνολικά €
  16. Ο ΜΕ4, σύμφωνα με το μάρτυρα, του χορήγησε και αναρρωτική άδεια μέχρι τις 30/11/10 την οποία αυτός χρησιμοποίησε πλήρως, χάνοντας έτσι μισθούς από τις 12/10/10 ως τις 31/11/10 συνολικού ύψους €2.
  17. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το γιατρό του, το ΜΕ4 δηλαδή, τον επισκέφθηκε 4 - 5 φορές και ότι τον πλήρωσε το ποσό των €350 που αναφέρεται στο σχετικό πιστοποιητικό που ο τελευταίος εξέδωσε στις 25/11/
  18. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο μάρτυρας κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ4 ως Τεκ.2, την απόδειξη του φυσιοθεραπευτή ΜΕ3 ως Τεκ.3 και βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως Τεκ.
  19. Σήμερα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κατά την αλλαγή του καιρού και μετά από έντονη εργασία συνεχίζει να νιώθει κάποιους πόνους στη μέση και στον αυχένα. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2 περί τραυματισμών και ζημιών του από το ατύχημα αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του ενάγοντα. Του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό των Κ.Α. που ο ίδιος κατέθεσε, κατά τον Οκτώβριο 2010 δεν φαίνεται να απουσίασε εφόσον φαίνεται να είχαν γίνει οι ανάλογες εισφορές. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι απουσίασε τον εν λόγω μήνα συνεπεία του ατυχήματος και ισχυρίστηκε ότι το πιστοποιητικό των Κ.Α δείχνει απλά τις εισφορές του εργοδότη του, ο οποίος μπορεί να συνεχίσει να συνεισφέρει ωσάν να και ο υπάλληλος εργαζόταν κανονικά. Υπεβλήθη επίσης στο μάρτυρα ότι ο ισχυρισμός του ότι προέβη σε φυσιοθεραπείες δεν ευσταθεί, εφόσον η σχετική απόδειξη που παρουσίασε αναφέρει ότι αφορά σε «θεραπείες για θλάση δεξιού ώμου» και συνεπώς άσχετες με τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του. Ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του ότι έκανε τις φυσιοθεραπείες που του συστήθηκαν, διαφώνησε όμως με την αναφορά του φυσιοθεραπευτή ΜΕ3 στην απόδειξη πληρωμής των €500 ότι υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες ώμου εφόσον ο ώμος του δεν είχε τραυματιστεί. Εναγόμενος 1 Με το ύψος των ζημιών της μοτοσικλέτας του να είναι παραδεκτό, ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα είχε δώσει τη συγκατάθεση του στον εναγόμενο 2 να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα του. Όταν στη συνέχεια πληροφορήθηκε για το ατύχημα, ο δικηγόρος του έκρινε ορθό όπως διοριστεί εκτιμητής, ο ΜΕ5 δηλαδή, ο οποίος τον χρέωσε για την εκτίμηση του το ποσό των €170 το οποίο ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το κατέβαλε πλήρως εξ' ου και το αξιώνει. Ο μάρτυρας απέρριψε υποβολή ότι η εκτίμηση του ΜΕ5 ήταν αχρείαστη διότι η ασφάλεια του ενάγοντα είχε ήδη προβεί σε σχετική εκτίμηση στις 17/12/10 (Τεκ.14). ΜΕ3 - Φυσιοθεραπευτής Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 2 τον είχε επισκεφθεί λόγω διαστρέμματος αυχένα, οσφυϊκής μοίρας, δεξιάς ποδοκνημικής και κνήμης, δεν θυμάται όμως αν ήταν με παραπεμπτικό από το θεράποντα ιατρό του ή όχι. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι υπέβαλε τον εναγόμενο 2 σε είκοσι φυσιοθεραπείες ως αναφέρεται στην σχετική απόδειξη του Τεκ.3, πλην όμως λόγω φόρτου εργασίας, εσφαλμένα είχε γράψει στην εν λόγω απόδειξη ότι αυτές αφορούσαν στο δεξί ώμο αφού τέτοια βλάβη δεν υφίστατο. Προς επίρρωση του αριθμού των φυσιοθεραπειών του εναγόμενου 2, ο μάρτυρας κατέθεσε σχετική κατάσταση που ετοίμασε στον υπολογιστή του (Τεκ. 8) ενώ όσον αφορά την κάρτα ασθενούς που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε σε σχέση με τον εναγόμενο 2, αυτή την άφησε, ως ισχυρίστηκε, στο γραφείο του. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, του υπεβλήθη ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και του υποδείχτηκε ότι αρκετές από τις ημερομηνίες που αναφέρει στο Τεκ.8 προκύπτουν να είναι Κυριακή ενώ ο ίδιος είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του ότι δεν εργάζεται Κυριακή εκτός αν είναι κάτι έκτακτο. Ο μάρτυρας τότε ισχυρίστηκε ότι για να έχουν καταγραφεί Κυριακές τότε σημαίνει ότι χρειάστηκε να κάνει φυσιοθεραπεία στον εναγόμενο 2 και Κυριακή και ισχυρίστηκε επίσης ότι ο αριθμός των είκοσι φυσιοθεραπειών που έκανε δεν ήταν υπερβολικός, εφόσον στην περίπτωση του εναγόμενου 2 είχε να αντιμετωπίσει τρία προβλήματα, ήτοι αυχένα, οσφυϊκή και ποδοκνημική. ΜΕ4 - Εργοδότης εναγόμενου 2 Ο μάρτυρας είναι ο αδελφός του εναγόμενου 2 και κλήθηκε να καταθέσει ως ο εργοδότης του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο εναγόμενος 2 εκτελούσε γενικά καθήκοντα στην εταιρεία του - «γενικά τις δουλειές της ημέρας» και λάμβανε το μισθό που είχε δηλωθεί στις Κ.Α., ήτοι €
  20. Μετά τις 12/10/10 που επεσυνέβη το ατύχημα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι θυμάται ότι ο αδελφός του απουσίασε από την εργασία του με άδεια ασθενείας, δεν θυμάται όμως πότε ακριβώς. Παραπέμποντας στο πιστοποιητικό των Κ.Α. (Τεκ.4) ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε δηλώσει στις Κ.Α. ότι ο εναγόμενος 2 απουσίαζε με άδεια ασθενείας για την περίοδο 04/11/10 με 30/11/10, περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος έλαβε από τις Κ.Α. επίδομα ασθενείας ύψους €668,46 (Τεκ.9). Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο αδερφός του πληρώθηκε κανονικά το μισθό του για τον Οκτώβριο 2010 ενώ δεν πληρώθηκε μισθό για τον μήνα Νοέμβριο
  21. ΜΕ6 - Ορθοπεδικός εναγόμενου 2 Ο μάρτυρας υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία του το Τεκ.2, ήτοι το πιστοποιητικό που συνέταξε μετά που εξέτασε τον εναγόμενο 2 σε τέσσερεις περιπτώσεις ως ισχυρίστηκε, ήτοι την ημέρα του ατυχήματος (12/10/10), στις 19/10/110, στις 10/11/10 και στις 20/04/
  22. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό του μάρτυρα, όταν τον επισκέφθηκε ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι είχε εμπλακεί ως μοτοσικλετιστής σε τροχαίο ατύχημα και του παραπονέθηκε για πόνο στον αυχένα και στην οσφυϊκή μοίρα, πόνο στη δεξιά κνήμη και ποδοκνημική, κεφαλαλγία και ζάλη. Αφού τον εξέτασε, αναφέρει στο πιστοποιητικό του ο μάρτυρας, διαπίστωσε ότι ο αυχένας ήταν επώδυνος στη δεξιά πλευρά με τους μυς δεξιά να είναι σε μυϊκό σπασμό και επώδυνους στη ψηλάφηση με την περιστροφή της κεφαλής να προκαλεί πόνο. Διαπίστωσε επίσης την οσφυϊκή μοίρα να ήταν ελαφρά επώδυνη, καθαρά τοπικά όμως, χωρίς επηρεασμό της κινητικότητας της, επώδυνο μώλωπα στη δεξιά κνήμη και επιφανειακό μώλωπα στη δεξιά ποδοκνημική χωρίς όμως επηρεασμό της κίνησης. Όσον αφορά την κεφαλαλγία και ζάλη, ο μάρτυρας κατέγραψε ότι αυτά εμφανίστηκαν μετά το ατύχημα και ότι η αδρή νευρολογική εξέταση δεν απεκάλυψε οποιοδήποτε παθολογικό εύρημα. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του, ο μάρτυρας κατέγραψε ως διάγνωση του την κάκωση - διάστρεμμα αυχένα, τη θλάση οσφυϊκής μοίρας, την κάκωση δεξιάς κνήμης, το διάστρεμμα - κάκωση της δεξιάς ποδοκνημικής και την ελαφρά εγκεφαλική διάσειση. Σύστησε δε στον εναγόμενο 2, ως αναφέρει στο πιστοποιητικό του, όπως αυτός εξεταστεί από νευρολόγο, όπως προβεί σε παγοθεραπεία στην κνήμη και στην ποδοκνημική και όπως χρησιμοποιήσει αυχενικό κολάρο. Του σύστησε επίσης φαρμακευτική αγωγή, ανάπαυση και αποφυγή σωματικής κούρασης. Όταν εξέτασε τον ενάγοντα μια εβδομάδα αργότερα, στις 19/10/10, διαπίστωσε ότι σταδιακά υποχώρησαν τα ενοχλήματα από τις κακώσεις της κνήμης και της ποδοκνημικής οπόταν αποφασίστηκε όπως τροποποιηθεί η φαρμακευτική του αγωγή και αρχίσουν φυσιοθεραπείες για γρηγορότερη αποκατάσταση των τραυματισμένων περιοχών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν συνηθίζει να συστήνει συγκεκριμένο αριθμό φυσιοθεραπειών και ούτε θυμάται να σύστησε στον εναγόμενο 2 πόσες φυσιοθεραπείες έπρεπε να κάνει. Όταν δε εξέτασε τον εναγόμενο 2 την τελευταία φορά, ήτοι στις 20/04/11, διαπίστωσε, ως ισχυρίστηκε, ότι οι τραυματισμοί του εναγόμενου 2 του είχαν προκαλέσει πόνο, οδύνη και ψυχική αναστάτωση, ότι είχε αναγκαστεί να τροποποιήσει τον τρόπο ζωής του συνεπεία του ατυχήματος, ότι συνεχίζει να βαδίζει με ελαφρά χωλότητα λόγω πόνου και αισθήματος αδυναμίας στο δεξιό κάτω άκρο και να υποφέρει από συχνές κρίσεις αυχεναλγίας ειδικά μετά από γραφειακά καθήκοντα και ότι τα εν λόγω ενοχλήματα διαρκούν 2 - 3 μέρες και χρειάζονται παυσίπονα για να υποχωρήσουν. Ήταν δε η εκτίμηση του ότι όλα αυτά τα ενοχλήματα ενδέχεται να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και μόνιμα αφού είναι «άγνωστος ο μηχανισμός κάκωσης του αυχένα στα ατυχήματα με δίτροχο όχημα». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δέχτηκε ότι οι τραυματισμοί που ισχυρίστηκε ότι διέγνωσε ήταν ελαφριάς μορφής εξ' ου και δεν έκρινε αναγκαίο να ζητήσει ακτινογραφία. Ανέφερε επίσης ότι αυτό που διαπίστωσε στην δεξιά κνήμη ήταν ένα επιφανειακό μώλωπα για τον οποίο θεώρησε ότι ο εναγόμενος 2 θα πρέπει να πονούσε και ότι κατέληξε στη διάγνωση του περί διάσεισης λαμβάνοντας υπόψη την αναφορά του εναγόμενου 2 ότι είχε εμπλακεί σε σύγκρουση οδηγώντας μοτοσικλέτα εξ' ου και τον παρέπεμψε σε νευρολόγο για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της διάσεισης. Ο μάρτυρας τέλος απέρριψε υποβολές που του έγιναν ότι η έκθεση του περιείχε υπερβολές ώστε να βοηθήσει τον εναγόμενο 2 και ότι ο τελευταίος δεν παρουσίαζε τα τραύματα ή τα κατάλοιπα που ο μάρτυρας κατέγραψε. ΜΥ3 - Ορθοπεδικός πλευράς ενάγοντα Ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του την έκθεση που ετοίμασε μετά που εξέτασε τον εναγόμενο 2 στις 11/01/17 για σκοπούς της παρούσας αγωγής (Τεκ. 16). Σύμφωνα με την έκθεση του μάρτυρα, όταν εξέτασε τον εναγόμενο 2 το 2017, ο τελευταίος του ανέφερε ότι γενικά αισθάνεται καλά πλην όμως όταν ο καιρός είναι ψυχρός, αισθάνεται παροδική ήπια ενόχληση στην οσφύ. Από την κλινική εξέταση στην οποία υπέβαλε τον εναγόμενο 2, διαπίστωσε, ως ισχυρίζεται, απόλυτη φυσιολογική λειτουργία χωρίς οποιαδήποτε κατάλοιπα ή πόνο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η απουσία αναφοράς σε απώλεια συνείδησης κατά το ατύχημα ή εμετών ή αμνησίας, αποκλείει εξ' ορισμού την ύπαρξη εγκεφαλικής διάσεισης. Τη θέση αυτή την υποστήριξε σθεναρά κατά την αντεξέταση του απορρίπτοντας υποβολή ότι και ένα απλό ταρακούνημα της κεφαλής, χωρίς οτιδήποτε άλλο, μπορεί να διαγνωσθεί εγκεφαλική διάσειση. Σύμφωνα με το μάρτυρα «.όποιος πει ζαλίζομαι ή έχω πονοκέφαλο δεν αποτελεί διαγνωστικό σημείο εγκεφαλικής διάσεισης.» Όσον αφορά τα διαγνωσθέντα διαστρέμματα και κακώσεις, ο μάρτυρας εκτίμησε ότι και να υπήρξε τέτοια μορφή τραυματισμού, αυτή ήταν ελαφριάς μορφής εφόσον δεν χρειάστηκαν ακτινογραφίες ενώ όσον αφορά τους μώλωπες και τα αιματώματα που κατέγραψε ο ΜΕ6, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να τα διαπιστώσει εφόσον πρόκειται για τραυματισμούς που συνήθως απορροφούνται εντός δύο εβδομάδων από τον οργανισμό και δεν αφήνουν κανένα κατάλοιπο. Στη βάση των πιο πάνω, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι φερόμενοι τραυματισμοί του εναγόμενου 2 δεν δικαιολογούσαν φυσιοθεραπείες παρά μόνο αντιφλεγμονώδη αγωγή αλλά και να κρινόταν αναγκαίο να γίνουν κάποιες φυσιοθεραπείες, ο ίδιος δεν θα σύστηνε περισσότερες από οχτώ οι οποίες είναι και ο συνήθης αριθμός. Όσον αφορά την χορηγηθείσα αναρρωτική άδεια, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι, κατά κανόνα, σε τέτοιας ελαφριάς φύσης τραυματισμούς και μάλιστα επιφανειακούς, δεν συστήνεται αναρρωτική άδεια και ο ίδιος δεν θεωρεί δικαιολογημένη την άδεια που χορήγησε ο ΜΕ
  23. Επειδή στην έκθεση του ο μάρτυρας έκανε αναφορά στην απόδειξη του φυσιοθεραπευτή ΜΕ3 και ειδικότερα στο ότι αυτή αναφερόταν σε φυσιοθεραπείες ώμου χωρίς όμως να είχε διαπιστωθεί οποιοσδήποτε τέτοιος τραυματισμός, τέθηκε στο μάρτυρα ότι ο εν λόγω φυσιοθεραπευτής εξήγησε στο Δικαστήριο ότι είχε κάνει τυπογραφικό λάθος όταν έκδιδε την απόδειξη του και ότι οι φυσιοθεραπείες που πραγματικά έγιναν φορούσαν στον αυχένα, την οσφύ και τη δεξιά ποδοκνημική. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μόνο που θα άλλαζε στην έκθεση του ήταν να προσθέσει αυτή την πληροφόρηση περί λανθασμένης έκδοσης απόδειξης και διερωτήθηκε όπως πόσο λάθος γίνεται να έκαμε ο φυσιοθεραπευτής όταν έγραψε φυσιοθεραπείες ώμου και παρέλειψε να γράψει έστω και ένα από τους τρεις κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του εναγόμενου
  24. Ο μάρτυρας τέλος απέρριψε υποβολές που του έγιναν ότι αποκλειστικός σκοπός του ήταν να βοηθήσει την ασφάλεια η οποία τον διόρισε και ότι η έκθεση του πάσχει από ανεπάρκεια και μεροληψία. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι κατέγραψε ακριβώς όσα του ανέφερε ο εναγόμενος 2 και κανένα λόγο είχε να προβεί σε επιλεκτική καταγραφή. Ακολουθεί δε, ως ισχυρίστηκε, την ορθόδοξη πρακτική και κατέγραψε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ασχολήθηκαν τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, υποστηρίζοντας την αξιοπιστία της εκδοχής των πελατών τους σε αντίθεση με την εκδοχή της άλλης πλευράς, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν τον καταμερισμό ευθύνης και την επιδίκαση αποζημιώσεων σε υποθέσεις αυτής της φύσης Ως προς το θέμα ευθύνης, ο κ. Καραΐσκος υποστήριξε ότι παρόλο που ο εναγόμενος 2 οδηγούσε μονόδρομο χωρίς όμως να το γνωρίζει, «.εάν ο (ενάγοντας) οδηγώντας το αυτοκίνητο KKQ045 σταματούσε και ανέμενε στο σήμα ΣΤΟΠ και κατά τη διάρκεια της αναμονής του παρατηρούσε καλύτερα το δρόμο και ήταν επιμελής, θα μπορούσε να δει και να αντιληφθεί τον (εναγόμενο 2) και έτσι θα αποφεύγετο η σύγκρουση». Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να κριθεί αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα και ότι με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των εναγομένων σε σχέση με τις ζημιές που ο καθένας τους έπαθε, θα πρέπει να επιδικαστούν στον εναγόμενο 1 τόσο οι παραδεχτές ζημιές στη μοτοσικλέτα του όσο και τα €170 για την εκτίμηση του ΜΕ5, ενώ υπέρ του εναγόμενου 2 θα πρέπει να επιδικαστούν οι ειδικές ζημιές που αξιώνει, ήτοι €3450 καθώς και €7000 ως γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με τους τραυματισμούς του. Στην αντίπερα όχθη η κα Δημητρίου υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 2, αποφασίζοντας να οδηγήσει μονόδρομο και να εισέλθει στην επίμαχη συμβολή, ουσιαστικά ανέλαβε και αποδέχτηκε έναν εύλογο για τον ίδιο κίνδυνο, παράλογο και απρόβλεπτο όμως για τους άλλους χρήστες του δρόμου όπως ήταν ο ενάγοντας, ο οποίος μάλιστα οδηγούσε κανονικά στη δική του πορεία, τηρώντας πλήρως τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ήταν συνεπώς η θέση της συνηγόρου ότι οι εναγόμενοι «.δεν παρουσίασαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να μπορούν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η δική τους θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία που παρατίθεται ανωτέρω, οι εναγόμενοι (ΜΕ1 και ΜΕ2), o ME4, ο ενάγοντας (ΜΥ1) και η ΜΥ2, κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων, ενώ οι υπόλοιποι μάρτυρες, ΜΕ3, ΜΕ5, ΜΕ6, ΜΕ7, ΜΥ3 και ΜΥ4, κατέθεσαν ως φερόμενοι εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα ειδικότητας τους και αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, θέμα για το οποίο θα ασχοληθώ ξεχωριστά για τον καθένα τους πιο κάτω. Ως προς τους τελευταίους αυτούς μάρτυρες, σημειώνω ότι τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη των δύο γιατρών (ΜΕ6 και ΜΥ3), του φυσιοθεραπευτή (ΜΕ3) και του εκτιμητή ΜΕ5, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Όσον αφορά το ΜΥ4, αν και η δική του μαρτυρία αμφισβητήθηκε ως προς τη αμεροληψία και ακρίβεια της, δεν αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο για πρώην αστυνομικό με πολυετή υπηρεσία στον τομέα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων και ότι διετέλεσε επίσης, καθηγητής του θέματος στην αστυνομική ακαδημία. Αποδέχομαι συνεπώς τους ΜΕ3, ΜΕ5, ΜΕ6, ΜΥ3 και ΜΥ4 ως εμπειρογνώμονες στον τομέα για τον οποίο κατέθεσαν. Υπενθυμίζω συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Η ίδια βέβαια αρχή θα εφαρμοστεί και σε σχέση με τη μαρτυρία του φερόμενου ως εμπειρογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων, ΜΕ7, αν ήθελε κριθεί ότι και αυτός ο μάρτυρας συνιστά εμπειρογνώμονα στον τομέα για τον οποίο κατέθεσε, στοιχείο που αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνω κατ' αρχή ότι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, προκύπτει να συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι πριν τη σύγκρουση, ο ενάγοντας δεν είδε την μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 και ότι όπως φαίνεται στις σχετικές φωτογραφίες των Τεκ.1, 11 και 18, η σύγκρουση έγινε μεταξύ του μπροστινού αριστερού μέρους του αυτοκινήτου του ενάγοντα προς το κέντρο, στην περιοχή που είναι το αριστερό φανάρι, με τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας. Για τα πιο πάνω κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα Το γεγονός βέβαια ότι το ακριβές σημείο της επαφής των δύο οχημάτων είναι αποδεκτό ως αυτό φαίνεται στις σχετικές φωτογραφίες, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε (βλ. Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45) εξ' ου και οι δύο πλευρές προσπάθησαν να καταδείξουν σε ποιο ακριβώς σημείο της διασταύρωσης έγινε η σύγκρουση, πώς τα εμπλεκόμενα οχήματα κατέληξαν στο σημείο εκείνο της διασταύρωσης, πώς προκλήθηκε η σύγκρουση και τι προηγήθηκε αυτής. Υπενθυμίζω ότι η δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων ως προς το πώς ο ενάγοντας επέδειξε αμέλεια, οι οποίοι εναγόμενοι να σημειωθεί υπέχουν θέση εναγόντων πλέον, είναι ότι o τελευταίος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ότι παρέλειψε να σταματήσει στο αλτ προτού εισέλθει στην επίμαχη διασταύρωση, ότι δεν άσκησε τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) ώστε να αντιληφθεί τον εναγόμενο 2, να αναμένει την ασφαλή διέλευση του και να λάβει τα δέοντα μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να εισέλθει αμελώς στη διασταύρωση και να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας. Αυτή ήταν ουσιαστικά και η θέση που υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων με την τελική αγόρευση του. Ως προς το θέμα των αξιούμενων αποζημιώσεων, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων είναι ότι ο μεν εναγόμενος 1 υπέστη ζημιά ως προς την αξία επιδιόρθωσης της μοτοσικλέτας του και τα συναφή εκτιμητικά έξοδα (€170), ο δε εναγόμενος 2 ότι υπέστη τραυματισμούς, €500 έξοδα για φυσιοθεραπείες, ιατρικά έξοδα €350 και απώλεια εισοδημάτων από 12/10/2010 μέχρι 31/11/2010 εκ €1.540 τον μήνα (€2.600). Ο βασικός μάρτυρας των εναγομένων ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ως ένας εκ των δύο εμπλεκόμενων οδηγών, ο οποίος κατέθεσε τόσο σε σχέση με πώς έγινε το ατύχημα όσο και σε σχέση με τους τραυματισμούς και τις ζημιές που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη. Την εκδοχή των εναγομένων για το ατύχημα κλήθηκε να την υποστηρίξει ο εκτιμητής ΜΕ5 και ο φερόμενος ως εμπειρογνώμονας ατυχημάτων ΜΕ7, ενώ την εκδοχή του εναγόμενου 2 ως προς τις κατ' ισχυρισμό ζημιές του, την υποστήριξαν οι ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ
  1. Στην αντίπερα όχθη, η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα είναι ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο εναγόμενος 2, ο οποίος οδηγούσε μονόδρομο, δεν άσκησε τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) οπόταν και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ενάγοντα εισερχόμενος στην επίμαχη διασταύρωση, δεν σταμάτησε, ούτε ελάττωσε ταχύτητα καταλαμβάνοντας έτσι τον ενάγοντα εξ' απροόπτου, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης και γενικά οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Όσον αφορά τις αξιούμενες ζημιές και τραυματισμούς, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 δεν τραυματίστηκε και ότι σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις του ιδίου και του εναγόμενου 1 είναι υπερβολικές και διογκωμένες. Βασικός μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με το ατύχημα ήταν ο ίδιος (ΜΥ1) και την εκδοχή του κλήθηκαν να την υποστηρίξουν η ΜΥ2 και ο ΜΥ
  2. Όσον αφορά τις θέσεις της πλευράς του ενάγοντα αναφορικά με τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του εναγόμενου 2, αυτές κλήθηκε να υποστηρίξει ο ΜΥ
  3. Παρεμβάλλω εδώ ότι μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων έδωσε και ο εναγόμενος 1 (ΜΕ2). Όσον αφορά τον εν λόγω μάρτυρα, ενόψει του παραδεκτού ύψους των δικών του υλικών ζημιών, η μαρτυρία του περιορίστηκε στο ποσό των €170 που αξιώνει επιπλέον ως εκτιμητικά έξοδα τα οποία κατέβαλε στον ΜΕ
  4. Σημειώνω ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού από τον εναγόμενο 1 προς τον ΜΕ5 όχι μόνο επιβεβαιώθηκε από την απόδειξη που επισυνάφθηκε στην έκθεση του τελευταίου Τεκ.7 αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε από πλευράς ενάγοντα. Το μόνο που ουσιαστικά υπεβλήθη στο μάρτυρα ήταν ότι η ενέργεια του να διορίσει δικό του εκτιμητή, τη στιγμή που η ασφάλεια του ενάγοντα είχε ήδη προβεί σε εκτίμηση της μοτοσικλέτας (Τεκ.14) ήταν παράλογη. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ παράλογη την ενέργεια κάποιου που ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά να διορίσει το δικό του εκτιμητή για σκοπούς της αξίωσης του απλά επειδή η «αντίδικη» πλευρά προέβη πρώτη σε εκτίμηση και μάλιστα για δικούς της αποκλειστικά σκοπούς. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ την ενέργεια του εναγόμενου 1 να διορίσει και να πληρώσει τον ΜΕ5 ως παράλογη και λαμβάνοντας υπόψη ότι η πληρωμή των €170 δεν αμφισβητείται, αποδέχομαι την επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου
  5. Στρεφόμενος στην προσκομισθείσα μαρτυρία, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της αξιοπιστίας και βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στην ακρόαση ως Τεκ.1, 11 και ως μέρος του Τεκ.18 καθώς επίσης και στο φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής, το οποίο αν και κατατέθηκε αρχικά ως τεκμήριο προς αναγνώριση, τελικά κατέστη κανονικό τεκμήριο - Τεκ.
  6. Ο λόγος γι' αυτό είναι διότι τα εν λόγω τεκμήρια, αν ήθελε κριθούν ότι είναι αξιόπιστα και ότι θα πρέπει να τους δοθεί πλήρης βαρύτητα, τότε θα συνιστούν, ως πραγματική μαρτυρία, χρήσιμο και ανεξάρτητο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα και την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. μεταξύ άλλων Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267). Τα εν λόγω τεκμήρια, αν και είχαν κατατεθεί πριν τη μαρτυρία του ΜΥ4, εντούτοις μόνο κατά τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος να σημειωθεί ήταν ο εντέκατος και τελευταίος μάρτυρας που κατέθεσε στην υπόθεση, εξηγήθηκε για πρώτη φορά το ποιος και πότε τα συνέταξε εξ' ου και είναι μέσω του εν λόγω μάρτυρα που κατέστη δυνατή η κατάθεση του Τεκ.19 ως κανονικό τεκμήριο. Προέχει συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
  1. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η θέση του οποίου δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου, όλες οι φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην υπόθεση και οι οποίες δείχνουν την σκηνή του ατυχήματος και τα εμπλεκόμενα οχήματα κατά τον ουσιώδη χρόνο, το φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής και τα Τεκ.5 και 15, καταρτίστηκαν από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον εκπρόσωπο της εταιρείας Rescueline ο οποίος έφτασε στη σκηνή σύντομα μετά το ατύχημα. Όπως περαιτέρω λέχθηκε από το ΜΥ4 και δεν αμφισβητήθηκε, μετά που τα εν λόγω έγγραφα καταρτίστηκαν, αυτά αποστάληκαν από τον συντάκτη τους στην ασφάλεια του ενάγοντα. Όσον αφορά την ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ4, θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα ο ίδιος βίωσε κατά την προσωπική του εμπλοκή στην υπόθεση. Εξηγώ. Κατά πρώτο, οι θέσεις του μάρτυρα ως προς τα σημεία επαφής των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων όχι μόνο δεν αμφισβητούνται αλλά επιβεβαιώνονται και από τον εκτιμητή των εναγομένων, ήτοι το ΜΕ5 αλλά και από τα όσα προβάλλουν να συνιστούν κοινό έδαφος σε σχέση με τις φωτογραφίες των Τεκ.1, 11 και
  2. Κατά δεύτερο, η θέση του μάρτυρα ως προς την πραγματική εικόνα της μονοδρόμησης της επίμαχης συμβολής και κατ' επέκταση ως προς το λανθασμένο του φερόμενου ως σχεδιαγράμματος Τεκ.19, επίσης δεν αμφισβητείται. Αυτή άλλωστε ήταν και η θέση του ίδιου του εναγόμενου
  3. Κατά τρίτο, το ότι ο μάρτυρας παρουσιάζεται δύο μέρες μετά το ατύχημα, ήτοι στις 14/10/10, να καταγράφει θέση του εναγόμενου 2 σε σχέση με το πώς έγινε το ατύχημα, η οποία δεν παρουσιάζεται να είχε καταγραφεί πουθενά προηγουμένως και η οποία μάλιστα συνάδει με τα όσα ο εναγόμενος 2 δικογράφησε αργότερα στην παρούσα αγωγή, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι όντως επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και ότι κατέγραψε όσα ο τελευταίος του ανέφερε. Άλλωστε, τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι του ανέφεραν οι εναγόμενος 2, ενάγοντας και ΜΥ2 και τα οποία ισχυρίστηκε ότι κατέγραψε στις σημειώσεις του (Τεκ.17), παρουσιάζονται να έχουν καταγραφεί κατά αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο, εφόσον καταγράφεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντα και της ΜΥ2 ότι ο πρώτος σταμάτησε στο αλτ εξ' ου και δεν ευθύνεται για το ατύχημα αλλά και ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι ο ενάγοντας δεν είχε σταματήσει στο αλτ οπόταν και προκάλεσε αυτός το ατύχημα. Αν ο μάρτυρας ήθελε να μεροληπτήσει υπέρ της ασφάλειας που του ανέθεσε τη διερεύνηση θα μπορούσε κάλλιστα να περιορίσει τη διερεύνηση του στον πελάτη της ασφάλειας και στη μάρτυρα που φερόταν να τον επιβεβαίωνε. Κατά τέταρτο, ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής στο ότι ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να μεταβεί στη σκηνή την ημέρα του ατυχήματος και να προβεί σε επί τόπου διερεύνηση και ότι το μόνο που μπορούσε να αναφέρει ήταν το τι αντιλήφθηκε ο ίδιος από τα όσα του ανέφεραν τα πρόσωπα με τα οποία επικοινώνησε καθώς και από τις φωτογραφίες με τις οποίες εφοδιάστηκε. Δεν επιχείρησε όμως σε καμία περίπτωση ο μάρτυρας να προβάλει κατά τη μαρτυρία του θέσεις αναφορικά με θέματα που ο ίδιος δεν μπόρεσε να εξακριβώσει και αυτό παρά το ότι έτσι δεν εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα της πλευράς που τον κάλεσε. Τέτοια θέματα ήταν για παράδειγμα το ποια η τελική θέση των οχημάτων μετά τη σύγκρουση, το κατά πόσο τα εν λόγω οχήματα μετακινήθηκαν από την τελική τους θέση και ποιο όχημα εμβόλισε ποιο, θέματα για τα οποία μάλιστα ο μάρτυρας δήλωσε, ορθά βέβαια, απρόθυμος να τοποθετηθεί, εφόσον δεν είχε τα απαραίτητα στοιχεία. Εκεί που ο μάρτυρας εξέφρασε κάποια άποψη, ήταν όταν αυτό του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση οπόταν και ο μάρτυρας το έπραξε, εκφράζοντας όμως ακριβοδίκαιη θέση. Επανέλαβε κατ' αρχή ότι επειδή δεν είχε στοιχεία δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα και διευκρίνισε ότι η όποια θέση του θα συνιστούσε καθαρά την προσωπική του αντίληψη με βάση τα όσα στοιχεία είχε στη διάθεση του. Προχώρησε όμως και υποστήριξε την προσωπική του εκτίμηση με λογικά επιχειρήματα και παραπομπή στο υλικό που του υπεδείχθη. Μια τέτοια εύλογη εκτίμηση ήταν σε σχέση με το κατά πόσο μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η σύγκρουση να έγινε στο κέντρο της διασταύρωσης, ερώτημα που του ζητήθηκε να απαντήσει κατά την αντεξέταση με ταυτόχρονη υπόδειξη των φωτογραφιών της 3ης σελίδας του Τεκ.
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να έγινε στο κέντρο της διασταύρωσης αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο εναγόμενος 2 ουσιαστικά οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, κάτι το οποίο θα ήταν παράλογο υπό τις περιστάσεις αλλά και δε θα συνήδε με την εικόνα του δρόμου ως αυτή φαίνεται στις φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν. Όντως, λαμβανομένης υπόψη της θέσης του εναγόμενου 2 ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι οδηγούσε σε μονόδρομο αλλά σε διπλής κατεύθυνσης δρόμο, εύλογα μπορεί να θεωρήσει κάποιος ότι αυτός θα οδηγούσε στην «ορθή» πλευρά του δρόμου, κατά τη δική του τουλάχιστο αντίληψη, ήτοι στην αριστερή. Με βάση δε και τις φωτογραφίες της 3ης σελίδας του Τεκ.11 και ειδικότερα τη 2η φωτογραφία δεξιά στη 3η σελ. του Τεκ.11, όπου φαίνεται η επίμαχη συμβολή από την κατεύθυνση που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, ήτοι από αριστερά του οχήματος του ενάγοντα, η εν λόγω εκτίμηση του μάρτυρα ότι ακολουθώντας αυτή την πορεία, ο εναγόμενος 2 θα εισερχόταν στη διασταύρωση σε σημείο μετά το κέντρο της, προβάλλει λογική και πιθανή. Την ίδια στιγμή όμως, το λογικό της εκτίμησης του μάρτυρα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι φωτογραφίες παρουσιάζουν την μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 να είναι τοποθετημένη στην άκρια του δρόμου μετά το κέντρο της διασταύρωσης, στοιχείο που συνάδει με αυτό που ο μάρτυρας ανέφερε ότι του είπε ο εναγόμενος 2, ήτοι ότι μετά τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα τοποθετήθηκε «δίπλα» στο πεζοδρόμιο. Δεν αγνοώ ότι στις σημειώσεις του ο μάρτυρας καταγράφει και την άποψη του ότι ο εναγόμενος 2 φέρει ευθύνη για το ατύχημα όμως δεν θα πρέπει να αγνοείται επίσης ότι ο σκοπός για τον οποίο είχε διοριστεί ο μάρτυρας ήταν ακριβώς για να διερευνήσει το ατύχημα και να εκφράσει την δική του επιστημονική άποψη στο πρόσωπο που τον διόρισε, ήτοι στην ασφάλεια του ενάγοντα και αυτό είναι που έκαμε. Το ποιος ευθύνεται για το ατύχημα βέβαια είναι αποκλειστικά θέμα για το Δικαστήριο να αποφασίσει. Επισημαίνω όμως ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δέχεται ότι η ενέργεια του να οδηγήσει μονόδρομο δεν είναι απαλλαγμένη ευθύνης. Σημειώνω τέλος ότι ο μάρτυρας δεν δίστασε να επιβεβαιώσει και μάλιστα κατά την κυρίως εξέταση του, τη θέση της άλλης πλευράς, ότι κατά μήκος του βόρειου μέρους της οδού Γρ. Ξενοπούλου δεν υπάρχουν σήματα μονοδρόμου και ότι κάποιος που οδηγεί κατά μήκος της εν λόγω οδού, δεν μπορεί να δει τις πινακίδες μονόδρομου που βρίσκονται στην αρχή. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ4 ως πλήρως αξιόπιστη. Επανέρχομαι τώρα στις φωτογραφίες των Τεκ. 1, 11 και 18 καθώς και στο φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκ.19), υπενθυμίζοντας ότι αν και είναι η πλευρά των εναγομένων που κατάθεσε στη δίκη τα Τεκ.1, 11 και 19, εντούτοις όταν αυτά κατατίθεντο από την εν λόγω πλευρά, για άγνωστο λόγο δεν μπορούσαν να δοθούν λεπτομέρειες ως προς την προέλευση ή τον συντάκτη τους, κάτι που αποκαλύφθηκε από το ΜΥ4, σύμφωνα με τον οποίο τα εν λόγω έγγραφα ήταν από της σύνταξης τους, στην κατοχή της ασφάλειας του ενάγοντα. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι ένα από τα ουσιώδη σημεία της διαφωνίας των μερών στην υπόθεση ήταν αυτό της ακριβούς απόστασης που τα δύο οχήματα κάλυψαν προτού συγκρουστούν εντός της διασταύρωσης. Αμφότερες οι πλευρές χρησιμοποίησαν τόσο το σχεδιάγραμμα όσο και τις φωτογραφίες για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Υποστήριξαν όμως, η μεν πλευρά των εναγομένων η οποία είχε καταθέσει και το σχεδιάγραμμα αλλά και τις φωτογραφίες, ότι η πραγματικότητα απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα του αγνώστου για εκείνους σχεδιαστή αντί στις φωτογραφίες του επίσης άγνωστου για εκείνους φωτογράφου, εφόσον αυτές λήφθηκαν μετά που μετακινήθηκαν τα οχήματα. Η δε πλευρά του ενάγοντα αμφισβήτησε τη θέση αυτή και υποστήριξε ότι οι φωτογραφίες δείχνουν την τελική θέση του οχήματος του ενάγοντα ενώ το σχεδιάγραμμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή όμως, ουδείς αμφισβήτησε τη θέση του ΜΥ4 ότι το πρόσωπο που ετοίμασε το σχεδιάγραμμα είναι το ίδιο με αυτό που έλαβε τις φωτογραφίες, ήτοι ο εκπρόσωπος της Rescueline, ο οποίος μετέβη στη σκηνή σύντομα μετά το ατύχημα. Με άλλα λόγια, ενώ αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν κατ' επιλεκτικό τρόπο ως ορθή κάποια από τη μαρτυρία αυτού του εκπρόσωπου της Rescueline, κατά τον ίδιο επιλεκτικό τρόπο αμφισβήτησαν την ορθότητα και την ακρίβεια άλλης μαρτυρίας του. Κανένας τους όμως δεν κλήτευσε ως μάρτυρα το εν λόγω πρόσωπο ώστε να ξεκαθαρίσει το όλο θέμα και αμφότερες οι πλευρές προτίμησαν να αφήσουν την επί του προκειμένου μαρτυρία επί αμφιβόλου βάσεως. Πρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω και τα εξής σε σχέση με το κάθε ένα εκ των πιο πάνω τεκμηρίων: Φωτογραφίες - Τεκ. 1, 11 και μέρος του 18 Όλες οι φωτογραφίες που περιέχονται στα Τεκ. 1 και 11 που κατέθεσε η πλευρά των εναγομένων και στο Τεκ.18 που κατέθεσε η πλευρά του ενάγοντα είναι οι ίδιες, έστω και αν σε κάποια τεκμήρια, αυτές είναι περισσότερες και σε άλλα λιγότερες. Παρά το γεγονός όμως ότι η κάθε πλευρά επέλεξε να παρουσιάσει επιλεκτικά και αποσπασματικά τις διάφορες φωτογραφίες, εντούτοις, όπως διεφάνη στην πορεία της υπόθεσης και δεν αμφισβητήθηκε από κανένα, όλες οι φωτογραφίες λήφθηκαν από το ίδιο πρόσωπο, την ίδια μέρα και ώρα, ήτοι τον αντιπρόσωπο της εταιρείας Rescueline ο οποίος έφτασε στη σκηνή μετά το επίδικο ατύχημα. Διεφάνη επίσης ότι οι εν λόγω φωτογραφίες είναι μέρος ενός ενιαίου συνόλου φωτογραφιών που μετά που λήφθηκαν από τον εκπρόσωπο της Rescueline, προωθήθηκαν στην ασφάλεια του ενάγοντα. Τα πιο πάνω φαίνονται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι σε διάφορες φωτογραφίες που κατατέθηκαν και από τις δύο πλευρές, ακόμη και αυτές οι σκιές των προσώπων και των αντικειμένων που εκεί απεικονίζονται είναι οι ίδιες, ενώ σε κάποιες φαίνεται μάλιστα το χέρι του φωτογράφου να παρεμβάλει στην εικόνα με τον ίδιο τρόπο. Οι φωτογραφίες Τεκ.1 και Τεκ.11 κατατέθηκαν από την πλευρά των εναγομένων με σκοπό να αποδειχτεί το ακριβές σημείο που έγινε η σύγκρουση. Η θέση όμως που προβλήθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο 2 και την οποία υπέβαλε και ο συνήγορος του στους μάρτυρες του ενάγοντα, είναι ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν δείχνουν την τελική θέση των δύο οχημάτων, ούτε το ακριβές σημείο σύγκρουσης, αφού και τα δύο οχήματα είχαν μετακινηθεί πριν να ληφθούν οι φωτογραφίες. Την ίδια στιγμή όμως, αν και η αντίδικη πλευρά του ενάγοντα χρησιμοποίησε τις εν λόγω φωτογραφίες για να καταδείξει την απόσταση που είχε καλύψει το όχημα του τελευταίου και την τελική θέση των οχημάτων, εντούτοις και η εν λόγω πλευρά ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες δεν απεικονίζουν το πού ακριβώς βρίσκονταν και τα δύο οχήματα κατά τη σύγκρουση εφόσον σύμφωνα με την εκδοχή που προώθησε η πλευρά του ενάγοντα, οι φωτογραφίες λήφθηκαν μετά που η μοτοσικλέτα μετακινήθηκε. Με άλλα λόγια, ενώ και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν τις φωτογραφίες για να υποστηρίξουν την εκδοχή τους ως προς το σημείο σύγκρουσης, εντούτοις για τους δικούς τους ξεχωριστούς λόγους, δεν δέχτηκαν ότι αυτές απεικονίζουν την πλήρη πραγματικότητα ως προς την τελική θέση και των δύο οχημάτων. Σχεδιάγραμμα σκηνής - Τεκ.19 Αναφορικά με το φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκ.19), αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη διαδικασία από τον εναγόμενο 2 κατά την κυρίως εξέταση του στις 18/09/17 χωρίς όμως ο ίδιος να μπορεί να αναφέρει ποιος το είχε ετοιμάσει. Λόγω τούτου, το έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση. Μέχρι να καταθέσει και ο εντέκατος μάρτυρας στην υπόθεση, ήτοι ο ΜΥ4, ο οποίος αναγνώρισε το έγγραφο και ανέφερε ποιος ήταν ο συντάκτης του καθιστώντας το έτσι κανονικό τεκμήριο, καμία πλευρά δεν έδινε λεπτομέρειες ως προς την πραγματική προέλευση του εγγράφου. Παρά όμως το ότι το εν λόγω έγγραφο έγινε κανονικό τεκμήριο, παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, το εν λόγω σχεδιάγραμμα δεν περιέχει καμία μέτρηση ή απόσταση ή κλίμακα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί και να χρησιμοποιηθεί ως επαρκής και ανεξάρτητη πραγματική μαρτυρία που θα μπορούσε να βοηθήσει στην διαπίστωση ευρημάτων και εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ. Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267 και Κυριακίδου ανωτέρω). Κατά δεύτερο, το εν λόγω σχεδιάγραμμα δε συνάδει με την εικόνα που αμφότερες οι πλευρές δέχονται ότι παρουσίαζαν οι επίμαχοι οδοί κατά τον επίδικο χρόνο, αφού παρουσιάζει διαφορετική μονοδρόμηση του νοτίου μέρους της οδού Γρ. Ξενοπούλου από αυτή που αμφότερες οι πλευρές ισχυρίστηκαν. Σύμφωνα με τα όσα κοινά κατέθεσαν ο εναγόμενος 2, ο ενάγοντας και ο ΜΥ4, η πραγματική μονοδρόμηση του συγκεκριμένου μέρους της οδού κατά τον επίδικο χρόνο ήταν προς την αντίθετη κατεύθυνση και όχι όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα. Αυτή η διαφορά όμως δεν είναι επουσιώδης εφόσον άπτεται της όλης οδικής συμπεριφοράς του εναγόμενου 2, ο οποίος, ενώ στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος δέχτηκε κατά τη μαρτυρία του, οδήγησε μονόδρομο για να εισέλθει αρχικά στη διασταύρωση και στη συνέχεια όταν έκαμε επαναστροφή, οδήγησε και πάλι μονόδρομο για να επαναεισέλθει στη διασταύρωση, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αυτός φέρεται να οδηγούσε κανονικά όταν εισήλθε στη διασταύρωση την πρώτη φορά και μόνο όταν έκαμε επαναστροφή βρέθηκε να οδηγεί σε μονόδρομο. Κατά τρίτο, ενώ η ακρίβεια και ορθότητα του σχεδιαγράμματος αμφισβητήθηκε από την αρχή από πλευράς ενάγοντα και εκ των όσων αμφότερες οι πλευρές ισχυρίστηκαν στη συνέχεια, αυτό όντως δεν παρουσιάζει ορθά την επίμαχη διασταύρωση, ουδέποτε κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο ο συντάκτης του σχεδιαγράμματος έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια και η ορθότητα του εγγράφου. Στη βάση όλων των πιο πάνω, με εξαίρεση το ότι οι φωτογραφίες των Τεκ.1, 11 και 18 παρουσιάζουν τα δύο οχήματα στη σκηνή, τις ζημιές που αυτά υπέστηκαν και την εικόνα της επίμαχης διασταύρωσης, στοιχεία που άλλωστε είναι κοινώς αποδεκτά, καμία άλλη βαρύτητα μπορεί να δοθεί στις φωτογραφίες. Ούτε όμως στο Τεκ.19 μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και συνεπώς το εν λόγω έγγραφο θα αγνοηθεί. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τη μαρτυρία του εκτιμητή ΜΕ5 η οποία περιορίστηκε στο πεδίο της δικής του εμπειρογνωμοσύνης, ήτοι στις υλικές ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων, οι οποίες ήταν ούτως ή άλλως παραδεκτές καθώς επίσης και στο ποια σημεία των εν λόγω οχημάτων είναι που είχαν επαφή, θέμα για το οποίο κατατέθηκαν μέσω του μάρτυρα, ο οποίος και τις σχολίασε, φωτογραφίες της σκηνής ως Τεκ.11, τις οποίες όμως δεν ήταν αυτός που τις είχε λάβει. Παρά ταύτα, οι θέσεις του μάρτυρα ότι η σύγκρουση έγινε μεταξύ του μπροστινού αριστερού μέρους του αυτοκινήτου του ενάγοντα με τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας και ότι το αριστερό φτερό του οχήματος του ενάγοντα δεν έφερε ζημιά, ως οι εν λόγω διαπιστώσεις προκύπτουν και από τις φωτογραφίες Τεκ.1 και 11, επιβεβαιώθηκαν και από τον εμπειρογνώμονα του ενάγοντα, ήτοι το ΜΥ
  1. Σημειώνω εδώ ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται την μαρτυρία του ΜΕ5 ως βάση για την επιχειρηματολογία τους ότι είναι ο ενάγοντας που εμβόλισε τον εναγόμενο 2 και όχι το αντίθετο. Αυτό βέβαια είναι θέμα καθαρά επιχειρηματολογίας και ερμηνείας της μαρτυρίας στο σύνολο της και όχι θέση του ΜΕ5 η οποία θα υπόκειτο σε αξιολόγηση. Άλλωστε, ο ΜΕ5 δεν θα μπορούσε να προβάλει τέτοια θέση αφού είναι θέμα που εμπίπτει εκτός της εμπειρογνωμοσύνης του κάτι που επεσήμανε και ο ίδιος ο συνήγορος των εναγομένων (βλ. πρακτικό 02/11/17). Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε ο ΜΕ5 στο εδώλιο, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στους υπόλοιπους μάρτυρες που κατέθεσαν σε σχέση με το ατύχημα αρχής γενομένης από τον εναγόμενο 2 και το ΜΕ7 και σημειώνω τα εξής. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με το δικόγραφο του, ότι όταν πλησίασε στη διασταύρωση, είδε στα δεξιά του σταματημένο στο αλτ το όχημα του ενάγοντα εξ' ου και θεώρησε ότι είχε προτεραιότητα οπόταν και εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει. Τη θέση του αυτή, ήτοι ότι είδε τον ενάγοντα σταματημένο στο αλτ, ο εναγόμενος 2 την πρόβαλε στην κυρίως εξέταση του και την επιβεβαίωσε ρητά κατά την αντεξέταση του όταν του ζητήθηκε να το πράξει. Εξυπακούεται βέβαια ότι αν ο ενάγοντας ήταν σταματημένος στο αλτ ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2 σε αντίθεση με το δικόγραφο του, δεν τίθεται θέμα να ευσταθεί ούτε ο δικογραφημένος ισχυρισμός περί υπερβολικής ταχύτητας του ενάγοντα. Ο ΜΕ7 ισχυρίστηκε ότι διερεύνησε το ατύχημα εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας και ότι με βάση την κατ' ισχυρισμό πολύχρονη εμπειρία και ακαδημαϊκά του προσόντα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα συνέβηκε κατά κύριο λόγο επειδή ο ενάγοντας εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στο αλτ. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ' ότι ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι πραγματικά έγινε. Στο εν λόγω συμπέρασμα του μάλιστα, το οποίο κατά τ' άλλα συνάδει με το δικόγραφο των εναγομένων αλλά όχι με τον εναγόμενο 2, ο ΜΕ7 ισχυρίστηκε ότι κατέληξε μεταξύ άλλων κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον ίδιο τον εναγόμενο
  2. Διαπιστώνεται δηλαδή εξ' αρχής ουσιώδης διάσταση μεταξύ των δύο κύριων μαρτύρων των εναγομένων, μέσω των οποίων προωθήθηκε η υπόθεση τους αναφορικά με το πώς έγινε το ατύχημα. Η εν λόγω διάσταση όμως, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αξιοπιστία του εναγόμενου 2 και του ΜΕ7 αλλά και με το βάσιμο της όλης εκδοχής των εναγομένων, προβάλλει εντονότερη υπό το φως του τρόπου με τον οποίο αναδιπλώθηκε στο Δικαστήριο η μαρτυρία που προσκόμισαν οι τελευταίοι για να αποδείξουν το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Εξηγώ. Ο εναγόμενος 2 ήταν ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε στην υπόθεση και ο πρώτος εκ των εφτά μαρτύρων που κατέθεσαν προς υποστήριξη της ανταπαίτησης των εναγομένων. Προς επίρρωση των θέσεων του για το ατύχημα, ο εναγόμενος 2 παρουσίασε και επικαλέστηκε μεταξύ άλλων τις φωτογραφίες Τεκ.1 και το φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής, Τεκ.19, το οποίο όμως, αν και ήταν στην κατοχή του ιδίου και του δικηγόρου του κατά τη μαρτυρία του, εντούτοις δεν γνώριζε ποιος το είχε ετοιμάσει. Η πλευρά του ενάγοντα, επικαλούμενη κυρίως την αδυναμία του μάρτυρα να «αναγνωρίσει» το εν λόγω σχεδιάγραμμα, δεν δέχτηκε την ακρίβεια και ορθότητα του, οπόταν και αυτό δεν κατέστη δυνατό να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο αλλά μόνο ως τεκμήριο προς αναγνώριση. Το γεγονός βέβαια ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήξερε ποιος είχε καταρτίσει το εν λόγω έγγραφο, καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο να καταφέρει στη συνέχεια το έγγραφο να αναγνωριστεί με κάποιο άλλο μάρτυρα έτσι ώστε να μην αγνοηθεί. Πρόσθετα τούτου όμως, κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 2, του υποδείχτηκε από τη συνήγορο του ενάγοντα το μονοσέλιδο Τεκ.5, ήτοι η «φιλική δήλωση» την οποία αυτός είχε, σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα, υπογράψει στη σκηνή δηλώνοντας ρητά ότι δεν είχε τραυματιστεί. Αν και ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο, ο συνήγορος του έφερε ένσταση στην κατάθεση του, υποστηρίζοντας ότι το έγγραφο αναφέρετο σε κάποιο πρόσωπο με διαφορετικό επίθετο από αυτό του εναγόμενου 2, ήτοι σε κάποιον xxx Νικολάου και ότι δεν είχαν τεθεί ως υπόβαθρο οι συνθήκες υπογραφής του, θέση η οποία διατηρήθηκε μέχρι και την ολοκλήρωση όλης της μαρτυρίας της πλευράς των εναγομένων, ήτοι των εφτά μαρτύρων. Παρά την ένσταση της πλευράς των εναγομένων όμως, το μονοσέλιδο εκείνο έγγραφο επιτράπηκε να κατατεθεί, με τη βαρύτητα που θα του δίνετο βέβαια, να παραμένει να αποφασιστεί στο τέλος της υπόθεσης κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Υπεβλήθη συναφώς στον εναγόμενο 2 ότι ενόψει της ενυπόγραφης δήλωσης του την ημέρα του ατυχήματος, οι ισχυρισμοί που προβάλει με την ανταπαίτηση του περί τραυματισμού του, είναι αναληθείς. Με την προβολή όμως αφ' ενός της θέσης ότι ο ενάγοντας ήταν σταματημένος στο αλτ, θέση η οποία δεν σύνηδε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς επί των οποίων εδράζετο η ανταπαίτηση, την ύπαρξη αφ' ετέρου ρητής υπογραμμένης δήλωσης από τον εναγόμενο 2 ότι σε αντίθεση με τους εδώ ισχυρισμούς του, δεν είχε υποστεί κανένα τραυματισμό, νοουμένου βέβαια ότι στην εν λόγω δήλωση θα δίνετο βαρύτητα, και ταυτόχρονα με την αδυναμία του να καταθέσει το φερόμενο ως σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος ως κανονικό τεκμήριο, η ανταπαίτηση των εναγομένων πρόβαλλε πλέον μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Οι φωτογραφίες που είχε καταθέσει ο εναγόμενος 2 ως Τεκ.1 δεν μπορούσαν να βοηθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο, αφού ως ίδιος ισχυρίστηκε, αυτές δεν απεικόνιζαν την τελική θέση των δύο οχημάτων εφόσον αυτά είχαν, και πάλι κατά τον ίδιο, μετακινηθεί προτού ληφθούν οι φωτογραφίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως ανέφερα πιο πάνω, οι φωτογραφίες από μόνες τους δεν μπορούσαν να οδηγήσουν ούτε σε ευρήματα αναφορικά με το πώς έγινε το ατύχημα ούτε σε συμπέρασμα αμέλειας του ενάγοντα ως είναι και η όλη βάση της ανταπαίτησης. Ο επόμενος μάρτυρας που κατέθεσε σε σχέση με το ατύχημα ήταν ο ΜΕ5, ο οποίος όμως, έστω και αν ήταν αξιόπιστος για τους λόγους που ανέφερα, εντούτοις, όπως επισημάνθηκε και από τον ίδιο τον συνήγορο των εναγομένων (βλ. πρακτικό 02/11/17), η περιορισμένη ειδικότητα του ως εμπειρογνώμονα σε σχέση με «υλικές ζημιές», δεν του επέτρεπε να τοποθετηθεί ως προς το πώς συνέβηκε το επίδικο ατύχημα και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορούσε να «σώσει» την εικόνα που είχε δημιουργηθεί μετά τη μαρτυρία του εναγόμενου
  3. Τότε όμως είναι που εμφανίστηκε ο ΜΕ7 ως φερόμενος εμπειρογνώμονας ατυχημάτων, ο οποίος ενεπλάκη στην υπόθεση εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, με οδηγίες του δικηγόρου των εναγομένων όπως μελετήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς το πώς έγινε το ατύχημα. Μέσω του ΜΕ7 παρουσιάστηκε αφ' ενός νέο σχεδιάγραμμα της σκηνής, προφανώς για να «αντικαταστήσει» το μέχρι τότε σχεδιάγραμμα - τεκμήριο προς αναγνώριση και αποκαλύφθηκε αφ' ετέρου για πρώτη φορά στην υπόθεση, το μονοσέλιδο «έντυπο υποβολής απαίτησης», ήτοι το μετέπειτα Τεκ.15, το οποίο παρουσιάζει τον ενάγοντα να δηλώνει ενυπογράφως στην ασφαλιστική του εταιρεία και σε αντίθεση της δικής του δικογραφημένης εκδοχής, ότι δεν σταμάτησε στο αλτ προτού εισέλθει στη διασταύρωση αλλά απλά ότι ελάττωσε ταχύτητα. Αυτό μάλιστα ήταν και το καταληκτικό επιστημονικό συμπέρασμα του ΜΕ
  4. Με άλλα λόγια, ήταν φανερό ότι μέσω του ΜΕ7 επιχειρήθηκε να «επαναφερθεί» η όλη εκδοχή των εναγομένων στην «ορθή» της πορεία και να αλλαχθεί η πορεία πλεύσης που είχε καθορίσει ο εναγόμενος 2 με τη μαρτυρία του και η οποία, ως ανέφερα, δεν σύνηδε με το δικόγραφο του. Η «νέα» αυτή πορεία μάλιστα που προσπάθησε να καθορίσει ο ΜΕ7, παρουσιάζετο πλέον να συνιστά επιστημονικό συμπέρασμα εμπειρογνώμονα και όχι ένα απλό ισχυρισμό γεγονότος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ ειδικότερα με τη μαρτυρία του ΜΕ
  5. Όταν κάποιος αναγνώσει την έκθεση του ΜΕ7, ήτοι το Τεκ.12, είναι προφανές ότι καμία πραγματική επιστημονική διερεύνηση έλαβε χώρα. Κατά πρώτο, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή δύο φορές, τη φωτογράφησε και ετοίμασε και σχετικό σχεδιάγραμμα. Ισχυρίστηκε δε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα υπ. αρ 4, ήτοι ότι ο ενάγοντας «εμβόλισε» τον εναγόμενο 2, ο οποίος «κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε ήδη εισέλθει στην διασταύρωση». Το εν λόγω σχεδιάγραμμα όμως που ετοίμασε, παρουσίασε και επικαλέστηκε ο μάρτυρας, δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά μια πρόχειρη απεικόνιση της επίμαχης συμβολής, αφού δεν υπάρχει τίποτα επί αυτού που να εξηγά το ατύχημα ή να δικαιολογεί το συμπέρασμα του ΜΕ
  6. Ούτε αποστάσεις καταγράφονται, ούτε μετρήσεις περιέχονται, ούτε οι θέσεις των δύο οχημάτων πριν και μετά τη σύγκρουση φαίνονται, ούτε σημείο σύγκρουσης υποδεικνύεται και ούτε καν η κλίμακα του σχεδίου δεν αναφέρεται. Η μόνη μέτρηση που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα είναι σε σχέση με το συνολικό μήκος της οδού Γρ. Ξενοπούλου και αυτό για να υποστηριχθεί η θέση ότι τα σήματα του μονόδρομου είναι στην αρχή της οδού περί τα 90μ. από τη διασταύρωση και επομένως ο εναγόμενος 2 δεν θα μπορούσε να τα δει. Συνεπώς το πώς είναι που κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα του ο μάρτυρας, παρέμεινε ανεξήγητο. Υποστήριξε βέβαια κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ7, ότι ένα από τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο ότι είναι ο ενάγοντας που εμβόλισε τον εναγόμενο 2 μετά που ο τελευταίος εισήλθε στη διασταύρωση, ήταν οι φωτογραφίες Τεκ. 1 και 11, οι οποίες, σύμφωνα με το μάρτυρα, δείχνουν την «τελική θέση ακινητοποίησης του οχήματος» του ενάγοντα και την «τελική θέση της μοτοσικλέτας». Αυτή η τοποθέτηση του ΜΕ7 όμως συνιστά το δεύτερο σημείο που θεωρώ ότι πλήττει την όλη εκδοχή του. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 αλλά και την όλη εκδοχή που προώθησε ο δικηγόρος του κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα, οι φωτογραφίες στις οποίες παρέπεμψε ο ΜΕ7 δεν δείχνουν την τελική θέση ούτε του αυτοκινήτου του ενάγοντα ούτε της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, αφού τα εν λόγω οχήματα, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή που προωθήθηκε από τον εναγόμενο 2 και το δικηγόρο του, είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση πριν να ληφθούν οι φωτογραφίες. Με άλλα λόγια, και επί αυτού του σημείου η εκδοχή του ΜΕ7 και της πλευράς που τον κάλεσε για να την υποστηρίξει, δεν συνέπιπταν. Επισημαίνω εδώ ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι τουλάχιστον η μοτοσικλέτα του εναγόμενου 2 είχε μετακινηθεί από την τελική θέση που έλαβε μετά την σύγκρουση προτού ληφθούν οι φωτογραφίες. Όπως επομένως και να ήθελε προσεγγισθεί το επί του προκειμένου συμπέρασμα του ΜΕ7, το λιγότερο που θα μπορούσε να λεχθεί, είναι ότι αυτός βασίστηκε σε δεδομένα που καμία πλευρά δεν δέχεται ότι ευσταθούν. Κατά τρίτο, τίποτα στην έκθεση του ΜΕ7 δεν παραπέμπει σε έκθεση εμπειρογνώμονα. Αντίθετα, στην έκθεση του γίνεται μια συνοπτική καταγραφή των όσων ο μάρτυρας αναφέρει ότι περιέχονται στη δήλωση που παρουσιάζεται να υπογράφει ο ενάγοντας στο «έντυπο υποβολής απαίτησης» και των όσων του είπε στο τηλέφωνο ο εναγόμενος 2, μη καταγράφοντας βέβαια και το τι ο τελευταίος είπε στο Δικαστήριο και ακολούθως οι εν λόγω συνοπτικές καταγραφές μετατρέπονται απλά σε επιστημονικά συμπεράσματα, χωρίς όμως να προβάλλεται οποιαδήποτε ουσιαστική επιστημονική τεκμηρίωση τους. Ενδεικτικό του πρόχειρου της όλης «διερεύνησης» του μάρτυρα είναι το γεγονός ότι ενώ, αυτός δεν καταγράφει οποιαδήποτε μέτρηση της επίμαχης συμβολής και των αποστάσεων των οχημάτων πριν και μετά τη σύγκρουση, ούτε εντοπίζει ή υποδεικνύει οποιοδήποτε σημείο σύγκρουσης ή τελικής θέσης των οχημάτων και όπως αναφέρει στο συμπέρασμα υπ. 3, δεν εξέτασε ούτε θέμα ορατότητας του ενάγοντα γιατί στη δήλωση του ο ενάγοντας δεν αναφέρθηκε σε ορατότητα και διότι «από τη στιγμή που δεν σταμάτησε το όχημα του στο εν λόγω σήμα δεν τίθεται θέμα περιορισμένης ή μη ορατότητας», την ίδια στιγμή καταλήγει και πάλι ανεξήγητα στο συμπέρασμα υπ. αρ 4, ήτοι ότι ο εναγόμενος 2 «κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε ήδη εισέλθει στην διασταύρωση» και στο συμπέρασμα υπ' αρ. 5, ήτοι ότι αν ο ενάγοντας σταματούσε στο αλτ και έλεγχε ικανοποιητικά τη διασταύρωση, θα αντιλαμβανόταν τον εναγόμενο 2 και θα αποφεύγετο το ατύχημα. Και πάλι δηλαδή, παραμένει ανεξήγητο το πώς είναι που «κατάφερε» και κατέληξε στα συμπεράσματα του ο μάρτυρας. Κατά τέταρτο, πέραν από πρόχειρη, η διερεύνηση του μάρτυρα φαίνεται να είναι και έκδηλα μεροληπτική υπέρ του εναγόμενου 2 εφόσον ενώ ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι με τον εναγόμενο 2 μίλησε και τηλεφωνικώς μετά τη μαρτυρία του τελευταίου για να λάβει τη θέση του, τίποτα τέτοιο δεν έπραξε και σε σχέση με τον ενάγοντα, για τον οποίο περιόρισε ουσιαστικά τη διερεύνηση του στην ανάγνωση της «δήλωσης» με την οποία τον εφοδίασε ο δικηγόρος των εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση, είτε ο εναγόμενος 2 δεν του ανέφερε τι είχε πει στο Δικαστήριο οπόταν τα δεδομένα που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας είναι ελλιπή, είτε του ανέφερε αλλά αυτός δεν τα κατέγραψε γιατί δεν θα «ταίριαζαν» με το συμπέρασμα του. Αν ο ΜΕ7 ήταν σωστός και αμερόληπτος εμπειρογνώμονας, θα επικοινωνούσε και με τον ενάγοντα για να λάβει και τις δικές του θέσεις σε σχέση με το ατύχημα προτού καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Αν το έπραττε, σίγουρα θα μάθαινε ότι στο Δικαστήριο ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας είχε σταματήσει στο αλτ, οπόταν και σίγουρα θα επηρεάζονταν τα συμπεράσματα του. Κοντολογίς, με τον ΜΕ7, η πλευρά των εναγομένων ουσιαστικά προσπάθησε να «μετριάσει τις ζημιές» που προκλήθηκαν στην υπόθεση της μετά την μαρτυρία του εναγόμενου 2 και με κάποιο τρόπο να αντιμετωπίσει τα θεμελιώδη προβλήματα που ο τελευταίος δημιούργησε. Ήταν φανερό δε, ότι ο μόνος λόγος που «χρησιμοποιήθηκε» ο ΜΕ7 ήταν για να παρουσιαστεί το «έντυπο υποβολής απαίτησης» που «έστηνε» την όλη ανταπαίτηση, με τα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα να συνιστούν απλά προσπάθεια να παρουσιαστεί το όλο εγχείρημα ενδεδυμένο με το μανδύα επιστημονικής μαρτυρίας έτσι ώστε να φαίνεται ότι υπάρχει και επιπρόσθετη ανεξάρτητη μαρτυρία προς ενίσχυση των όσων φέρεται να δήλωσε ενυπογράφως ο ενάγοντας και αυτό σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο ήθελε για κάποιο λόγο αγνοηθεί. Σε καμία όμως περίπτωση η έκθεση και τα συμπεράσματα του ΜΕ7 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια ανεξάρτητη και αξιόπιστη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο θέμα της ξαφνικής αποκάλυψης του «εντύπου υποβολής απαίτησης» μέσω του ΜΕ
  7. Η εξήγηση που δόθηκε από το μάρτυρα στην έκθεση του ως προς το πού βρήκε το εν λόγω έγγραφο, το οποίο να σημειωθεί παρουσιάστηκε ως χωριστό μονοσέλιδο έγγραφο και το οποίο ουδέποτε ως τότε είχε κατατεθεί στη διαδικασία, ήταν ότι του το έδωσε ο δικηγόρος των εναγομένων κατά τις οδηγίες του στις 20/10/
  8. Η πλευρά του ενάγοντα αντέδρασε βέβαια όταν είδε το εν λόγω έγγραφο, προβάλλοντας ουσιαστικά παρόμοιους λόγους ένστασης με αυτούς που πρόβαλε ο δικηγόρος των εναγομένων όταν επιχειρήθηκε να κατατεθεί το Τεκ.5, ήτοι ότι δεν είχε τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο ως προς την προέλευση του εν λόγω εγγράφου, τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής του καθώς επίσης και ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν τεκμήριο στη διαδικασία. Στη δική του επιχειρηματολογία, ο κ. Καραΐσκος, τον οποίο ο ΜΕ7 παρουσίασε στην έκθεση του ως το πρόσωπο που τον εφοδίασε με το εν λόγω έγγραφο, απέφυγε να αναφέρει από πού είχε βρει αυτός το έγγραφο και προτίμησε να υποστηρίξει μεταξύ άλλων ότι θα έπρεπε να επιτραπεί η παρουσίαση του εν λόγω μονοσέλιδου εγγράφου για τον ίδιο σκοπό και λόγο που κατατέθηκε η φιλική δήλωση Τεκ.5, ήτοι ότι πρόκειται για έγγραφο που παρουσιάζει υπογραμμένη δήλωση από ένα εκ των δύο εμπλεκόμενων οδηγών. Αφέθηκε βέβαια το υπονοούμενο και από τις δύο πλευρές, χωρίς βέβαια οποιοσδήποτε εκ των συνηγόρων να το δηλώνει ρητά, ότι το εν λόγω μονοσέλιδο έγγραφο, στην πραγματικότητα ήταν το «πίσω έντυπο» του ήδη κατατεθειμένου Τεκ.5, το οποίο προφανώς δεν ήταν μονοσέλιδο ως αμφότερες οι πλευρές άφησαν να νοηθεί ότι ήταν. Μετά όμως που το Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση της έκθεσης του ΜΕ7 και των εγγράφων που την απάρτιζαν, περιλαμβανομένου και του μονοσέλιδου εντύπου «υποβολής απαίτησης, τονίζοντας όμως ότι η βαρύτητα που θα δοθεί στην έκθεση σε σχέση και με τα έγγραφα επί των οποίων βασίστηκε θα αποφασιστεί στο τέλος, ζητήθηκε από το μάρτυρα να διευκρινίσει εκ νέου με ποια έγγραφα είναι που τον εφοδίασε ο δικηγόρος των εναγομένων. Ο μάρτυρας τότε, προφανώς διότι άκουσε την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και το ruling του Δικαστηρίου ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να αγνοηθεί η έκθεση του κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στη βάση των όσων επιχειρηματολόγησε η πλευρά του ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι πέραν των Τεκ. 1, 7, 10 και 11, ήτοι των φωτογραφιών και των εκτιμήσεων, το μόνο άλλο έγγραφο με το οποίο εφοδιάστηκε ήταν «το μπροστινό μέρος της φιλικής δήλωσης», ήτοι το μονοσέλιδο Τεκ. 5 και άφησε έτσι «στην άκρη» το «έντυπο υποβολής απαίτησης», παρά το ότι η όλη έκθεση και μαρτυρία του βασίστηκε ουσιαστικά γύρω από το εν λόγω έγγραφο. Όλα τα πιο πάνω τα οποία αναφέρω σε σχέση με την εικόνα και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ7 οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, όπως και αν ήθελε ιδωθεί, είτε ως εμπειρογνώμονα είτε άλλως πώς, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση επί της οποίας να μπορέσει το Δικαστήριο να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα. Πέραν και ανεξάρτητα τούτου όμως, όπως εξήγησα πιο πάνω, τίποτα από την όλη μαρτυρία του ΜΕ7 δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας ενήργησε ως εμπειρογνώμονας ατυχημάτων και δη ως ένας ανεξάρτητος, ικανός και αμερόληπτος εμπειρογνώμονας και ως εκ τούτου δεν θα δοθεί καμία βαρύτητα ούτε στην έκθεση του Τεκ.
  9. Παρά την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ7 και της έκθεσης του (Τεκ.12), η δήλωση του ενάγοντα που περιλαμβανόταν στην εν λόγω έκθεση, στη συνέχεια κατατέθηκε ως ξεχωριστό τεκμήριο κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, ήτοι ως Τεκ.
  10. Στρέφομαι συνεπώς να εξετάσω τα Τεκ.5 και 15, τα οποία κατατέθηκαν ως μονοσέλιδα έγγραφα και τα οποία φέρουν, το μεν Τεκ.5 την υπογραφή του εναγόμενου 2 και του ενάγοντα, το δε Τεκ.15 την υπογραφή του ενάγοντα μόνο. Στο πρώτο έγγραφο, ο εναγόμενος 2 παρουσιάζεται να δηλώνει σε αντίθεση με την εδώ εκδοχή του, ότι δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό ενώ στο δεύτερο έγγραφο, παρουσιάζεται ο ενάγοντας να δηλώνει προς την ασφάλεια του, σε αντίθεση με την δική του εκδοχή στην υπόθεση, ότι δεν είχε σταματήσει στο αλτ προτού εισέλθει στη διασταύρωση. Παρατηρώ τα εξής σχετικά. Όπως διαφάνηκε κατά την μαρτυρία του 11ου και τελευταίου μάρτυρα στην υπόθεση, ήτοι του ΜΥ4, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε επί αυτής της πτυχής, το φερόμενο ως μονοσέλιδο Τεκ.15 δεν ήταν στην πραγματικότητα ανεξάρτητο έγγραφο ως παρουσιάστηκε από την πλευρά των εναγομένων αλλά συνιστούσε συνέχεια του Τεκ.5 το οποίο επίσης παρουσιάστηκε αρχικά ως μονοσέλιδο έγγραφο από την πλευρά του ενάγοντα. Τα δύο αυτά έγγραφα είχαν συνταχθεί στη σκηνή του ατυχήματος από τον εκπρόσωπο της Rescueline την ίδια ώρα, ουσιαστικά ως ένα έγγραφο και μετά που συντάχθηκαν οι δύο αυτές σελίδες, προωθήθηκαν στην ασφάλεια του ενάγοντα. Παρά ταύτα, όταν η πλευρά του ενάγοντα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις σελίδες αυτές κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 2, χρησιμοποίησε μόνο τη μία σελίδα, η οποία προφανώς ήταν αυτή που της σύμφερε, ήτοι το Τεκ.
  11. Εντός των επόμενων ημερών από την κατάθεση του Τεκ.5 όμως, η πλευρά των εναγομένων παρουσιάζεται να δίνει οδηγίες μέσω του δικηγόρου τους στον ΜΕ7 να συντάξει έκθεση εμπειρογνώμονα, έχοντας στην κατοχή της και τη δεύτερη σελίδα, ήτοι αυτή που σύμφερε τη δική της πλευρά, το Τεκ.15, εξ' ου και η εν λόγω σελίδα δόθηκε στο ΜΕ
  12. Όταν όμως αμφότερες οι πλευρές επιχείρησαν να καταθέσουν ως τεκμήριο την σελίδα που τους σύμφερε, ουδείς ανέφερε οτιδήποτε περί ημιτελούς εγγράφου, ενώ αντίθετα και οι δύο τους επιχείρησαν να αποτρέψουν την κατάθεση της κάθε σελίδας απλά στη βάση του ότι δεν είχαν τεθεί ως υπόβαθρο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή καταρτίστηκε. Η μεν πλευρά του ενάγοντα όμως ήξερε ποιος είχε καταρτίσει και τις δύο σελίδες και δεν το αποκάλυψε, η δε πλευρά των εναγομένων, η οποία προφανώς ήξερε ότι οι σελίδες που είχαν συνταχθεί ήταν δύο, αφού τις είχε στην κατοχή της, δεν ανέφερε οτιδήποτε και μέχρι και τη μαρτυρία του ενάγοντα διατήρησε τη θέση ότι με την ανεξήγητη αναφορά του συντάκτη του Τεκ.5 σε Α. Νικολάου αντί στο επίθετο του εναγόμενου 2, αυτό προφανώς παρέπεμπε σε άλλο πρόσωπο, άσχετο με το επίδικο ατύχημα. Υποστήριξε σθεναρά όμως ότι το Τεκ.15, το οποίο εκ των υστέρων φανερώθηκε ότι είχε συνταχθεί από το ίδιο πρόσωπο μαζί με το Τεκ.5, ήταν ορθό και ακριβή. Αναγκάστηκε βέβαια η πλευρά των εναγομένων όταν κατέθετε ο ενάγοντας, να δηλώσει ότι η αναφορά στο Τεκ.5 σε Νικολάου αφορούσε τον εναγόμενο 2, αφ' ενός διότι παρουσιάστηκε το Τεκ.13, ήτοι η απαίτηση που υπέβαλε η ασφάλεια του εναγόμενου 2 χρησιμοποιώντας το επίθετο που καταγράφηκε στο Τεκ.5 και αφ' ετέρου ώστε να μπορέσει κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, να κατατεθεί το Τεκ.15, εφόσον αυτό είχε συνταχθεί από το ίδιο πρόσωπο που συνέταξε το Τεκ.5, την ίδια μέρα και ώρα. Προφανώς, ο λόγος που αμφότερες οι πλευρές επέλεξαν να παρουσιάσουν αποσπασματικά τα Τεκ. 5 και 15 και όχι ως αυτά είχαν συνταχθεί στην πραγματικότητα, είναι διότι δεν θα τους σύμφερε να καταθέτονταν και οι δύο σελίδες μαζί, ως αυτές είχαν καταρτιστεί αρχικά, εφόσον η μία σελίδα αναιρεί τις θέσεις του εναγόμενου 2 και η άλλη τις θέσεις του ενάγοντα. Ο πιο πάνω «χειρισμός» της μαρτυρίας όμως λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του ότι ενώ στο τέλος αμφότερες οι πλευρές χρησιμοποίησαν τη σελίδα που τους σύμφερε, δεν δέχθηκαν την ακρίβεια και ορθότητα της άλλης σελίδας που τελικά «εμφανίστηκε» από την άλλη πλευρά και αμφότεροι εναγόμενος 2 και ενάγοντας, ισχυρίστηκαν ότι άλλα είχαν δηλώσει στον εκπρόσωπο της Rescueline και άλλα αυτός κατέγραψε στη σελίδα που ο καθένας τους δεν δέχεται. Την ίδια στιγμή όμως καμία πλευρά, υπενθυμίζω, δεν αμφισβήτησε ότι το ίδιο πρόσωπο συνέταξε και τις δύο σελίδες και ότι στη συνέχεια, εναγόμενος 2 και ενάγοντας υπέγραψαν εκεί που φαίνεται η υπογραφή τους. Ενόψει των πιο πάνω, είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να δοθεί αποσπασματικά και χωριστή βαρύτητα στα Τεκ. 5 και 15 ως αμφότεροι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν, εφόσον ουσιαστικά πρόκειται για ένα έγγραφο, το οποίο καταρτίστηκε από το ίδιο πρόσωπο. Επομένως, είτε θα δοθεί βαρύτητα και στα δύο τεκμήρια είτε σε κανένα. Αφ' ης στιγμής όμως και οι δύο πλευρές αμφισβητούν την ορθότητα και ακρίβεια του συντάκτη των σελίδων και τις δέχονται μόνο αποσπασματικά, ο μόνος αρμόδιος να ξεκαθαρίσει και αυτή την αμφιβολία ώστε να διαφανεί η πραγματικότητα, ήταν ο συντάκτης τους, ήτοι ο εκπρόσωπος της Rescueline. Καμία όμως πλευρά δεν επιχείρησε να κλητεύσει τον εν λόγω μάρτυρα, για ευνόητο βέβαια λόγο, αφού η πλευρά που θα καλούσε τον εν λόγω μάρτυρα θα έπρεπε να δεχθεί ότι και οι δύο σελίδες ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα κάτι που θα συνεπάγετο αποδοχή από μέρους της και της εναντίον της μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, αμφότεροι επέλεξαν όπως αφήσουν τα εν λόγω τεκμήρια να περιβάλλονται με αμφισβήτηση, στοιχείο που δεν μπορεί παρά να επηρεάσει καταλυτικά την αξιοπιστία και βαρύτητα των εν λόγω τεκμηρίων Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι η δήλωση γεγονότος που παρουσιάζεται να κάνει ο ενάγοντας στο Τεκ.15, ήτοι ότι δεν σταμάτησε στο αλτ, αναιρέθηκε ρητά από τον εναγόμενο 2 κατά τη μαρτυρία του, ο οποίος πρόβαλε ως δικό του ισχυρισμό γεγονότος ότι ο ενάγοντας είχε όντως σταματήσει στο αλτ. Και αυτή η αμφιβολία όμως έμεινε να πλανάται σε σχέση με το εν λόγω Τεκμήριο. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι ούτε τα μονοσέλιδα Τεκ. 5, 15 και το αντίστοιχο μέρος του Τεκ.18 μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Τα εν λόγω έγγραφα επομένως θα αγνοηθούν. Η πιο πάνω κατάληξη μου όμως δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι με τον χειρισμό που έτυχαν τα Τεκ.5 και 15 κατά την παρουσίαση τους στην ακρόαση, τόσο από πλευράς εναγόμενου 2 όσο και από πλευράς ενάγοντα, διεφάνη ουσιαστικά ότι αμφότεροι προσπάθησαν να παρουσιάσουν την πραγματικότητα κατ' επιλεκτικό τρόπο και δη μόνο κατά τον τρόπο που τους σύμφερε. Αμφότεροι γνώριζαν ότι τη σκηνή επισκέφθηκε εκπρόσωπος της Rescueline, ο οποίος αφού κατάρτισε κάποια έγγραφα, τους τα έδωσε να τα υπογράψουν. Αμφότεροι είχαν στην κατοχή τους από προηγουμένως, τουλάχιστο τα έγγραφα που ήταν εναντίον τους. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΥ4, το Τεκ. 5 αλλά και το Τεκ.15 ήταν στην κατοχή της ασφάλειας του ενάγοντα από τότε που έγινε το ατύχημα, ενώ από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι στις 28/07/2015, η πλευρά του ενάγοντα εφοδίασε την πλευρά των εναγομένων με το έγγραφο με τίτλο «φιλική δήλωση ατυχήματος» (προφανώς το Τεκ.5) την οποία και της ζήτησε με σχετική ειδοποίηση δυνάμει της Δ.24 Θ.3 όπως την παραδεχτεί. Είναι συνεπώς φανερό ότι πριν από τη μαρτυρία του καθενός εκ των εναγόμενου 2 και ενάγοντα, αμφότεροι είχαν αντιληφθεί ότι είχαν υπογράψει δηλώσεις που όχι μόνο δεν σύμφεραν αλλά μάλιστα ανέτρεπαν την όλη εκδοχή τους. Θεωρούσαν βέβαια ότι οι εν λόγω δηλώσεις ήταν λανθασμένες. Παρά όμως να εμφανιστούν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και να τις αποκαλύψουν, επιχειρώντας ταυτόχρονα και με τον ορθό τρόπο να πείσουν για το εσφαλμένο τους, κάτι το οποίο έπραξαν μόνο όταν η άλλη πλευρά τους ανάγκασε παρουσιάζοντας τη δήλωση που δεν τους σύμφερε, προτίμησαν να «μην παίξουν με ανοιχτά χαρτιά» και να διαμορφώσουν την υπόθεση τους αναλόγως του τι θα παρουσίαζε η άλλη πλευρά. Ενδεικτικό του πιο πάνω χειρισμού συνιστά το γεγονός ότι, ενώ κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης αμφότερες οι πλευρές προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των μόνων εγγράφων που υποτίθεται ότι είχαν τότε στην κατοχή τους, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και πριν σχεδόν την μαρτυρία κάθε μάρτυρα, καταχωρούνταν επιπρόσθετες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης με νέα έγγραφα που αμφότερες οι πλευρές «ανακάλυπταν». Μόνο η πλευρά των εναγομένων, καταχώρησε εφτά τέτοιες δηλώσεις. Το αξιοπερίεργο βέβαια είναι ότι αρκετά από αυτά τα νεοαποκαλυφθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το Τεκ.15, τα οποία παρουσιάστηκαν από πλευράς εναγομένων για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, δεν ήταν έγγραφα των μαρτύρων που τα παρουσίασαν και ούτε οι εν λόγω μάρτυρες ήταν σε θέση να αναφέρουν με βεβαιότητα ποιος, γιατί και πότε τα κατάρτισε. Το μόνο που γνώριζαν ήταν ότι τα είχαν εφοδιαστεί από το δικηγόρο των εναγομένων. Η εν λόγω αδυναμία των μαρτύρων των εναγομένων αποτέλεσε δε, σε κάποιες περιπτώσεις, λόγο ένστασης στην αποδεκτότητα των εν λόγω εγγράφων από την πλευρά του ενάγοντα. Αρκετά όμως από αυτά τα έγγραφα, τα οποία να σημειωθεί ότι στο τέλος και οι δύο πλευρές τα επικαλέστηκαν ως ουσιώδη για την υπόθεση τους, φαίνεται να είναι έγγραφα που προήλθαν από πρόσωπα που ενήργησαν για λογαριασμό της ασφάλειας του ενάγοντα. Μάλιστα δε, τα εν λόγω έγγραφα όπως είναι και το Τεκ.15, φαίνεται στο παρελθόν να ανταλλάχτηκαν μεταξύ των δύο δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπούσαν τον ενάγοντα ως ομόδικοι, τα ονόματα και αριθμοί φαξ των οποίων βρίσκονται ακόμη επί των εν λόγω εγγράφων (βλ. επίσης πρακτικό ημερ. 02/11/17). Βεβαίως, ούτε η πλευρά του ενάγοντα είχε ποτέ αποκαλύψει ότι αυτά τα έγγραφα ήταν στην κατοχή της. Αν και ο τρόπος με τον οποίο τελικά τα εν λόγω έγγραφα βρέθηκαν στην κατοχή των εναγομένων και του δικηγόρου τους δεν θα με απασχολήσει, ο τρόπος με τον οποίο τα εν λόγω έγγραφα έτυχαν χειρισμού από αμφότερες της πλευρές είναι καταλυτικός ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγόμενου 2 εφόσον στη βάση των όσων σχετικών αναφέρω ανωτέρω, η επί του προκειμένου εκδοχή και των δύο τους ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα καθίσταται ακροσφαλής. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και λαμβάνοντας υπόψη την προφανή διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 και του δικογράφου του αλλά και τη διάσταση μεταξύ της εκδοχής του και της εκδοχής που προώθησε ο ΜΥ7 σε σχέση με το πώς έγινε το ατύχημα καθώς επίσης και τον επιλεκτικό τρόπο με τον οποίο εναγόμενος 2 και ενάγοντας χειρίστηκαν τη μαρτυρία, κρίνω ότι η μαρτυρία τόσο του εναγόμενου 2 όσο και του ενάγοντα σε σχέση με το ατύχημα δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή και αξιόπιστη βάση επί της οποίας να μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου και των δυο αυτών των μαρτύρων η μαρτυρία ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα απορρίπτεται. Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο του εναγόμενου 2 όσο και του ενάγοντα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα δεν οδηγεί αυτόματα και σε απόρριψη της ανταπαίτησης. Τούτο ενόψει όχι μόνο της ύπαρξης πραγματικής μαρτυρίας αλλά και των άλλων μαρτύρων και ιδιαίτερα της ΜΥ2 η οποία παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και τη μαρτυρία της οποίας προχωρώ να αξιολογήσω. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι στην μάρτυρα υπεβλήθη από το συνήγορο των εναγομένων ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα, αν και είδε τον ενάγοντα στη σκηνή και χαιρετίστηκαν εντούτοις δεν είδε τίποτε απ' ότι ισχυρίστηκε γιατί είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση που περπατούσε - «.η κανονική σας πορεία εκείνη την ώρα που πηγαίνατε στη δουλειά η ώρα 15:00 που ανοίγουν τα καταστήματα, ήταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και όχι αντίστροφα. σας υποβάλλω ότι . είδατε τον Δημήτρη στον δρόμο χαιρετιστήκατε και εσείς προχωρήσατε.». Από τις πιο πάνω θέσεις που προώθησε η πλευρά του εναγόμενου 2 προκύπτει ότι είναι αποδεχτό από μέρους του τελευταίου ότι η ΜΥ2 ήταν παρούσα στη σκηνή την ημέρα και ώρα του ατυχήματος ως αυτή ισχυρίστηκε. Προκύπτει επίσης ότι ο εναγόμενος 2 είχε αντιληφθεί την παρουσία της ΜΥ2 στη σκηνή γεγονός που επιβεβαιώνει και τον ισχυρισμό της ότι έτρεξε προς το μέρος και των δύο οδηγών όταν έγινε το ατύχημα. Γιατί άλλωστε ο δικηγόρος του εναγόμενου 2 να υποβάλει συγκεκριμένη θέση τόσο ως προς την κατεύθυνση της μάρτυρος κατά τη δεδομένη στιγμή όσο και προς τις ενέργειες της, αν ο πελάτης του τελούσε υπό πλήρη άγνοια για την παρουσία της. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η μάρτυς μου έκανε και πολύ καλή εντύπωση κατά τη μαρτυρία της. Απαντούσε με συνοχή και γνήσιο αυθορμητισμό ενώ εκεί όπου επρόκειτο για την προσωπική της εκτίμηση αντί για το τι είδε ή άκουσε, δεν δίστασε να το αναφέρει όπως και δεν δίστασε να αναφέρει ότι μπορεί και να εκτίμησε λανθασμένα έστω και αν αυτό δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ενάγοντα - «.Ερχόταν μονόδρομο τζιαι ερχόταν με φόρα.Σημαίνει έτρεχε, έτσι το υπολογίζω εγώ. Τώρα, μπορεί ο άνθρωπος να μεν έτρεχε, δεν ξέρω. Έτσι το υπολογίζω εγώ στο μυαλό μου.». Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία της μάρτυρος λόγω του ότι ήταν γνωστή του ενάγοντα. Θεωρώ όμως τις επί του προκειμένου απαντήσεις της, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες όπως καταγράφηκαν στα πρακτικά, καθ' όλα πειστικές και ειλικρινείς - «.Όχι, εμένα ο xxxx δεν με ενδιαφέρει αν είναι γνωστός μου ή πρώην συνάδελφος μου. Εγώ ήρθα εδώ να καταθέσω κάτι που είδα. Όποιος θέλει ας είναι ο xxxxx. Δηλαδή αν ήταν γονιός μου ή αδελφός μου ή αδελφή μου τζιαι ήμουν μάρτυρας, τι πρέπει να πω; Να μην καταθέσω γιατί είναι γνωστός μου; Έτυχε να ήμουν εγώ τζιαμέ, εν φταίω αν ήμουν εγώ τζιαμέ τη συγκεκριμένη ώρα..Εγώ ήρτα εδώ να μαρτυρήσω ακριβώς αυτό που είδα τζιαι δεν με ενδιαφέρει ούτε για τον xxxxxxx ούτε για τον οποιονδήποτε xxxxxx. Sorry xxxxx (απευθύνεται προς τον εναγόμενο (εξ' ανταπαιτήσεως)). Απλά έτυχε να είναι γνωστός μου, έτυχε, δεν το επέλεξα. Μακάρι να μεν ήταν γνωστός μου, εν το επέλεξα εγώ.». Ούτε όμως η μάρτυς προσπάθησε να αποκρύψει ότι μετά το ατύχημα έτυχε να μιλήσει και με τον ενάγοντα αλλά και με τη δικηγόρο του όταν η τελευταία της επέδωσε κλήση μάρτυρα. Αντιθέτως, η μάρτυς ήταν εξ' αρχής πλήρως και γνήσια ειλικρινής επί τούτου - «.Μίλησα με την κοπέλα, την κυρία (δείχνει την κυρία Δημητρίου)..Ναι, μιλώ με τον xxxx, είμαστε γνωστοί. Γιατί, τι σχέση έχει με το accident; Έτυχε να ήμουν εκεί και να είμαι γνωστή, δεν φταίω εγώ γι' αυτό το πράγμα. Εν γνωστός μου, σίγουρα μιλούμε, δεν μπορώ να καταλάβω. Εν τζιαι εν φόνο που είδα. Είδα ένα απλό ατύχημα. Δεν έχω να κρύψω κάτι, ούτε να υπερασπίσω κάτι, ούτε να... ήρτα να πω τι είδα, είναι απλό. Τούτο είδα. Δεν μπορώ να το αλλάξω, όσες ερωτήσεις τζιαι να μου κάμεις, εν μπορώ να τις αλλάξω ούτε να σου πω ψέμα μπορώ, μόνο τούτο είδα.». Σημειώνω τέλος και την εξής απάντηση της μάρτυρος σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ενέργεια της να τρέξει στη σκηνή του ατυχήματος προς βοήθεια του ενάγοντα όταν είδε τη σύγκρουση, ως ενδεικτική της όλης αληθοφανούς εικόνας της μαρτυρίας της - «Φυσικά θα πάω κοντά του. Πρέπει να είμαι άσπλαχνος άνθρωπος να μην πάω κοντά του σε οποιονδήποτε. Σε οποιονδήποτε άνθρωπο, άμα δω ότι έγινε ένα δυστύχημα, ανεξαρτήτως ότι είναι γνωστός μου. Και άγνωστος να είναι, πάλι θα πάω να δω. Αφού είναι ανθρώπινο ένστικτο τούτο να κάμεις. Ήταν να πάω να πω «Α, εντάξει, εν να φύω»; Αφού δεν είναι λογικό..». Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η ΜΥ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με το τι η ίδια είδε και βίωσε προσωπικά τη συγκεκριμένα μέρα που έγινε το επίδικο ατύχημα και αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία της. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς και ζημιές του εναγόμενου
  13. Υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι από το ατύχημα τραυματίστηκε στο δεξί πόδι, στη μέση και στον αυχένα και ότι για τη θεραπεία αυτών των τραυματισμών, αναγκάστηκε να υποστεί είκοσι φυσιοθεραπείες στο ΜΕ3 για τις οποίες πλήρωσε €500 και να απουσιάσει από την εργασία του από τις 12/10/10 ως τις 31/11/10, χάνοντας έτσι απολαβές ύψους €2.
  14. Προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του αυτών παρέπεμψε στον εργοδότη του ΜΕ4, στα σχετικά πιστοποιητικά των Κ.Α., στο ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ6 και στην απόδειξη του ΜΕ3 με το περιεχόμενο της οποίας όμως διαφώνησε εφόσον αυτή παρουσιάζεται να αφορά σε φυσιοθεραπείες ώμου που ο ίδιος δεν είχε κάμει αφού ο ώμος του δεν είχε τραυματιστεί. Αρχίζοντας από τον εργοδότη του εναγόμενου 2, ήτοι τον ΜΕ4, χωρίς να παραγνωρίζω την αδερφική σχέση των δύο τους, σημειώνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό με τη μαρτυρία του αφού το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν ότι ο εναγόμενος 2 ασκούσε γενικά καθήκοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι μετά το ατύχημα απουσίασε με αναρρωτική άδεια χωρίς όμως να θυμάται πότε. Παρέπεμψε όμως και αυτός στα πιστοποιητικά των Κ.Α. και ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 πληρώθηκε κανονικά το μισθό του Οκτωβρίου 2010, ήτοι €1540 ενώ δηλώθηκε με άδεια ασθενείας για την περίοδο 04/11/10 με 30/11/10, περίοδο κατά την οποία ο εναγόμενος 2 έλαβε από τις Κ.Α. επίδομα ασθενείας ύψους €668,46 (Τεκ.9). Κοντολογίς, σύμφωνα με τον εργοδότη του εναγόμενου 2, ο οποίος ουσιαστικά αναίρεσε τον τελευταίο επί αυτής της πτυχής της εκδοχής του, ο εναγόμενος 2 απουσίασε από την εργασία του με άδεια ασθενείας την περίοδο 04/11/10 με 30/11/10 και ενώ έπρεπε να λάβει συνολικά €3080 για την περίοδο 12/10/10 - 3011/10, έλαβε €2208,
  15. Ο εναγόμενος 2 δηλαδή, αντίθετα με το τι αξίωσε και ισχυρίστηκε μόνο ποσό €871,54 δεν έλαβε κατά την εν λόγω περίοδο. Τις επί του προκειμένου θέσεις του ΜΥ4, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τα πιστοποιητικά των Κ.Α. στα οποία τόσο ο μάρτυρας όσο και ο εναγόμενος 2 παρέπεμψαν (Τεκ.4, 6 και 9) τις αποδέχομαι και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Σημειώνω εδώ ότι η αποδοχή της θέσης του ΜΥ4 ότι ο εναγόμενος 2 απουσίασε με άδεια ασθενείας για κάποια περίοδο μετά το ατύχημα δεν συνεπάγεται και αποδοχή της θέσης του εναγόμενου 2 ότι τραυματίστηκε στο ατύχημα εφόσον αφ' ενός το θέμα αυτό δεν εμπίπτει εντός της προσωπικής γνώσης του ΜΥ4 και αφετέρου δεν φαίνεται στα πιστοποιητικά των Κ.Α. η «ασθένεια» για την οποία απουσίασε ο τελευταίος ούτε και επισυνάφθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα στη βάση των οποίων χορηγήθηκε το επίδομα ασθενείας στον εναγόμενο
  16. Ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος 2 τραυματίστηκε από το επίδικο ατύχημα, σχετική ήταν η μαρτυρία των δύο γιατρών ΜΕ6 και ΜΥ3 και του φυσιοθεραπευτή ΜΕ
  17. Σχετικά με τη μαρτυρία του ΜΕ6, τον ορθοπεδικό του εναγόμενου 2 δηλαδή, σημειώνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας και το πιστοποιητικό του (Τεκ.2) μου δημιούργησαν ερωτηματικά ως προς το ποια ήταν τελικά τα κατ' ισχυρισμό τραύματα του εναγόμενου 2 και η σοβαρότητα τους, αν όντως υπέστη οποιαδήποτε τραύματα. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό του ΜΕ6, την ίδια μέρα που έγινε το ατύχημα, ήτοι στις 12/10/10, ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε και του παραπονέθηκε για πόνο στις περιοχές που ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε, κεφαλαλγία και ζάλη. Κανένα παράπονο δεν καταγράφεται να έγινε από τον εναγόμενο 2 για ενοχλήσεις κατά τις κινήσεις των περιοχών που πονούσε. Παρά ταύτα, ο ΜΕ6 ισχυρίζεται να διαπιστώνει, μετά από εξέταση όπως καταγράφει στο πιστοποιητικό του, ότι «η στροφή της κεφαλής προς τα αριστερά και η κάμψη προς τα δεξιά προκαλούσε πόνο», ότι «αν και φυσιολογική η λειτουργικότητα του γαστροκνήμιου μυός ήταν επώδυνη», και ότι «η κινητικότητα της ποδοκνημικής ήταν επώδυνη.» (έμφαση δική μου). Παρουσιάζεται δηλαδή ο ΜΕ6 να διαπιστώνει «προβλήματα» στα οποία ο εναγόμενος 2 δεν αναφέρθηκε. Προχωρεί ακολούθως στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων του ο ΜΕ6 και καταγράφει ότι διαγιγνώσκει διάστρεμμα αυχένα και δεξιάς ποδοκνημικής καθώς και κακώσεις της οσφυϊκής μοίρας και της δεξιάς κνήμης. Όπως όμως ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, τα τρία από τα τέσσερα αυτά τραύματα αφορούσαν ουσιαστικά σε επιφανειακούς μώλωπες και τίποτα περισσότερο, ενώ το επώδυνο τους συνιστούσε ουσιαστικά, εικασία του μάρτυρα - «Θεωρώ ότι πρέπει να πονούσε αφού είχε οίδημα». Ως προς τη διάσειση που κατέγραψε ότι διέγνωσε ο ΜΕ6, τελικά, όπως επίσης διεφάνη κατά την αντεξέταση του, η εν λόγω διάγνωση ήταν περισσότερο απόρροια συλλογισμού με βάση την αναφορά του εναγόμενου 2 ότι ενεπλάκη ως μοτοσικλετιστής σε ατύχημα, παρά το αποτέλεσμα ιατρικής διαπίστωσης - «.η διάσειση από μόνη της σαν ορισμός μιλά για ένα ταρακούνημα του εγκεφάλου.ειδικά όταν κάποιος είναι σε ένα δίκυκλο που χτυπήθηκε τζιαι υπέστη μια βία ή το δίκυκλο στο οποίο ήταν δεν ταρακουνήθηκε ο εγκέφαλος τους; .θεώρησα ότι έγινε σύγκρουση. Από εκεί και πέρα, η διάσειση έχει διαβαθμίσεις. . Γενικώς, είναι δυνατό να μην υπάρξει κάτι;» Ήταν γι' αυτό το λόγο, ισχυρίστηκε ο ΜΕ6 που παρέπεμψε τον εναγόμενο σε νευρολόγο πλην όμως ο τελευταίος ουδέποτε επισκέφθηκε τέτοιο γιατρό ώστε να επιβεβαιώσει την εικασία του ΜΕ
  18. Η σοβαρότητα βέβαια των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του εναγόμενου 2 παρουσιάζεται από το ΜΕ6 να ήταν τέτοια που το μόνο που έκρινε αναγκαίο να συστήσει στο εναγόμενο 2 ήταν να βάλει πάγο εκεί που ισχυρίζεται ότι πονεί, να ξεκουραστεί και να λάβει παυσίπονα. Αναφέρει βέβαια ο ΜΕ6 ότι σύστησε στον εναγόμενο 2 και αυχενικό κολάρο πλην όμως δεν φαίνεται να καθόρισε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα για τούτο και ούτε ο εναγόμενος 2 ανάφερε στη μαρτυρία του να χρησιμοποίησε τέτοιο κολάρο και για πόσο καιρό. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, εφτά μέρες αργότερα που ο ΜΕ6 ισχυρίστηκε ότι επανεξέτασε τον εναγόμενο 2, ήτοι στις 19/10/10, δεν καταγράφεται να συστήθηκε η συνέχιση χρήσης κολάρου. Επανεξετάζοντας τον εναγόμενο μια εβδομάδα αργότερα, στις 19/10/10, ο ΜΕ6 αναφέρει ότι διαπίστωσε ότι είχαν υποχωρήσει «τα ενοχλήματα από τις κακώσεις της κνήμης και της ποδοκνημικής». Εφτά μέρες μετά το ατύχημα δηλαδή, το μόνο που φαίνεται να διαπιστώνεται να παραμένει ως κατ' ισχυρισμό τραυματισμός, ήταν η θλάση στην οσφυϊκή και το διάστρεμμα στον αυχένα. Υπενθυμίζω εδώ ότι σε σχέση με την οσφυϊκή μοίρα, η κατ' ισχυρισμό αρχική διαπίστωση του ΜΕ6 κατά την ημέρα του ατυχήματος ήταν ότι ήταν «ελαφρά επώδυνη» με τον πόνο να ήταν «καθαρά τοπικός». Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ΜΕ6, μέσα σε μια βδομάδα παγοθεραπείας και ξεκούρασης, ο εναγόμενος 2 είχε σχεδόν θεραπευτεί πλήρως. Ενώ όμως ο ΜΕ6 και το πιστοποιητικό του παρουσιάζουν τη φύση των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του εναγόμενου 2 να ήταν ελαφριά, την αρχική του θεραπεία «τυπική» και την ανάρρωση του σχεδόν πλήρης μόλις μια εβδομάδα αργότερα με μόνο κάποιες από τις αρχικές ενοχλήσεις να παραμένουν, ξαφνικά ο ΜΕ6 αποφασίζει να συστήσει φυσιοθεραπείες απροσδιορίστου μάλιστα διάρκειας «.για γρηγορότερη αποκατάσταση των τραυματισμένων περιοχών», θεραπευτική αντιμετώπιση την οποία ποτέ ως τότε δεν είχε κρίνει αναγκαία να συστήσει και πριν μάλιστα την κατ' ισχυρισμό ανάρρωση. Αυτό βεβαίως δεν είναι το μόνο που προβληματίζει. Έκρινε ο ΜΕ6, ως καταγράφει στο πιστοποιητικό του, ότι η «όλη εικόνα» των τραυμάτων του ενάγοντα επέβαλλε αναρρωτική άδεια και μάλιστα της έκτασης του ενάμιση μήνα (19/12/10 - 31/11/10). Με κάθε σεβασμό προς το ΜΕ6, όπως και να ήθελε ιδωθεί η συγκεκριμένη σύσταση του, αυτή δεν συνάδει με τη σοβαρότητα των φερόμενων τραυματισμών που ισχυρίστηκε ότι διέγνωσε και ούτε στέκει στη βάσανο της λογικής. Επειδή όμως ο μάρτυρας δεν είναι μόνο στη βάση της λογικής που κρίνεται αλλά και επί της εμπειρογνωμοσύνης του, ζητήθηκε από τον ίδιο κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει ιατρικά τις προαναφερόμενες φαινομενικά παράλογες ενέργειες του και ειδικότερα να εξηγήσει ιατρικά την άδεια που χορήγησε. Το μόνο όμως που είχε να προσφέρει ως επιστημονική εξήγηση ο μάρτυρας, ήταν, «Εντάξει. Για να την δώσω, θεωρώ ότι δεν ήταν (υπερβολική)». Δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση ότι τέτοιου είδους γενική και αόριστη απάντηση δύναται να συνιστά την επιστημονική άποψη ενός έμπειρου γιατρού σε σχέση με ενέργειες οι οποίες αντικειμενικά κρινόμενες, δεν προβάλλουν λογικές. Εδώ όμ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.