← Κύπρος

Leonidovich ν. Dmitrievich κ.α., Αρ. Αγωγής: 816/2016, 25/1/2019

Leonidovich ν. Dmitrievich κ.α., Αρ. Αγωγής: 816/2016, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 816/2016 Μεταξύ: . Leonidovich Ενάγοντος v. 1. . Dmitrievich 2. . Petrovich 3. SUNORACLE HOLDINGS LIMITED 4. . Viktorovich 5. . Viktorovich 6. . Vladimirovich 7. . Viacheslavovichy 8. RVZ Management Services Limited 9. . Mikhailova Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 4 ημ. 10.5.18 για Παραμερισμό Διατάγματος και Επίδοσης Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 4 - Αιτητή: κ. Λ. Αυγουστή για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Θεοτή για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται: (
  2. i)το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημ. 13.6.16 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, (
  3. ii)η επίδοση στον Εναγόμενο 4 στη Ρωσία ως παράτυπη και ή αντικανονική και ή ως μη δεόντως διενεργηθείσα, (iii) η επίδοση στον Εναγόμενο 4 ως διενεργηθείσα κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα ημ. 13.6.16 και ή σε αντίθεση με το Ρωσικό δίκαιο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΔ (εφεξής «ο ΑΔ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 4 - Αιτητή. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αιτητής, Ρώσος υπήκοος και μόνιμος κάτοικος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, πληροφορήθηκε για την ισχυριζόμενη επίδοση σε αυτόν των εγγράφων που αφορούν στην παρούσα Αγωγή ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται πως ουδέποτε του έγινε τέτοια επίδοση. Επίσης παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί τόσο την επίδοση όσο και το διάταγμα ημ. 13.6.16 ως αντικανονικά, ισχυριζόμενος πως αυτά πρέπει να ακυρωθούν και ή παραμεριστούν. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για την έκδοση αυτών. 2) Η επίδοση στον Αιτητή έγινε μέσω της διπλωματικής οδού στη διεύθυνση που καταγράφεται στο διάταγμα και επομένως είναι νόμιμη και ή νομότυπη. 3) Δεν υπάρχει παραβίαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ή παρατυπία η οποία να ακυρώνει τη διαδικασία. 4) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπεύει στην εσκεμμένη αποφυγή νόμιμης επίδοσης και στην παρακώλυση της διαδικασίας. 5) Εκ του αποτελέσματος ο Αιτητής έλαβε γνώση των διαδικασιών και επομένως τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση βασίζεται στα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στον φάκελο, σε ένορκες δηλώσεις που βρίσκονται καταχωρημένες στον φάκελο καθώς επίσης και στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. OΚ (εφεξής «ο ΟΚ»), ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Ο ενόρκως δηλών βασικά παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας και των ενεργειών αναφορικά με την επίδοση των σχετικών εγγράφων στον Αιτητή, προβάλλοντας τη θέση πως η επίδοση σε αυτόν έγινε καθόλα νόμιμα σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Εκφράζει την πεποίθηση πως η Αίτηση είναι καταχρηστική με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Ι. Ακύρωση και ή Παραμερισμός Διατάγματος ημ. 13.6.16 Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι κατά πόσο το διάταγμα ημ. 13.6.16 θα πρέπει να ακυρωθεί και ή παραμεριστεί. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο ΑΔ προβάλλει τις ακόλουθες θέσεις προς υποστήριξη αυτού του αιτήματος: · Προκαλείται σύγχυση αναφορικά με το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου έγινε προσπάθεια επίδοσης · Το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση και ή αντίκειται στον Ν.172/86 · Το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση και ή αντίκειται στον Ν.40/82 · Δεν υπήρχε ικανοποιητική και ή καθόλου μαρτυρία αναφορικά με τη διεύθυνση και ή τη χώρα στην οποία ο Αιτητής δυνατόν να βρισκόταν για σκοπούς επίδοσης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)

(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η αίτηση ημ. 25.4.16 δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα ημ. 13.6.16 για επίδοση, μεταξύ άλλων, στον Εναγόμενο 4 στη Ρωσία σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Μόσχα, βασιζόταν και στους δύο προαναφερόμενους Νόμους, ήτοι τα άρθρα 7-11 του Ν.40/82 και τα άρθρα 7-9 του Ν.172/
  1. Στην ένορκη δήλωση ημ. 21.2.18 της κας ΕΑ (εφεξής «η ΕΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, αναφέρεται πως το Δικαστήριο επέτρεψε την επίδοση των εγγράφων μέσω της διπλωματικής οδού, πως αυτά διαβιβάστηκαν με αυτόν τον τρόπο και επισυνάπτει αντίγραφα των εγγράφων που έχουν σταλεί στο δικηγορικό τους γραφείο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τεκμήριο
  2. Αναφέρει επίσης πως το άρθρο 7 του Ν.172/86 ορίζει ότι η επίδοση θα γίνει με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Ρωσικού Νόμου. Με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων, Τεκμήριο 1, και τις μεταφράσεις αυτών στα Ελληνικά, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε ως προς την επίδοση έγινε μέσω της διπλωματικής οδού, βάσει της Σύμβασης της Χάγης, ημ. 15.11.65, η οποία κυρώθηκε με τον ημεδαπό περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Ν.40/
  3. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τα συνημμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 1, και ειδικότερα το Αίτημα για επίδοση, τη Σύνοψη των εγγράφων προς επίδοση και το σχετικό Πιστοποιητικό τα οποία κατά τύπο είναι ως αυτά περιέχονται στο Παράρτημα της Σύμβασης, καθώς επίσης και την επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημ. 13.12.16 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία αναφέρεται πως αποστέλλονται τα έγγραφα συνταχθέντα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε αφορά τη Σύμβαση της Χάγης και πως η αναφορά της ενόρκως δηλούσας στον Ν.172/86 δεν διαφοροποιεί ούτε και επηρεάζει αυτή την κατάσταση. Εδώ σημειώνεται πως ο Ν.172/86 είναι ο Κυρωτικός της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμος, ο οποίος σαφώς και δεν αποτέλεσε τον τρόπο και το μέσο της επίδοσης στην προκειμένη περίπτωση. Για ό,τι αξίζει σημειώνω πως και στην αγόρευση του ο δικηγόρος του Ενάγοντος αναγνωρίζει ότι η επίδοση έγινε δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης και του κυρωτικού Ν.40/
  4. Έτσι ο ισχυρισμός του ΑΔ πως το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Ν.172/86 δεν κρίνεται βάσιμος. Ούτε και ο αντίστοιχος ισχυρισμός αναφορικά με τον Ν.40/
  5. Πέραν του ότι αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν παντελώς γενικοί και αόριστοι, χωρίς επεξήγηση ούτε στην ένορκη δήλωση αλλά ούτε και στην αγόρευση, θεωρώ πως το διάταγμα εκδόθηκε ως το αιτητικό της αίτησης ημ. 25.4.16, και συγκεκριμένα για επίδοση μέσω της διπλωματικής οδού διά του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κύπρου στην αναγραφείσα σε αυτή διεύθυνση, επομένως αυτό εκδόθηκε καθόλα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.40/
  6. Επίσης ικανοποιούμαι πως στα πλαίσια της αίτησης ημ. 25.4.16 και ειδικότερα στο πρώτο αιτητικό αναφέρεται ρητώς η διεύθυνση κατοικίας του Εναγομένου 4 στη Μόσχα, Ρωσία, στοιχείο το οποίο από μόνο του είναι ικανό να καταδείξει πως με την επίδοση στην εν λόγω διεύθυνση ο Εναγόμενος 4 θα λάβει γνώση των εγγράφων και της υπό κρίση διαδικασίας. Άλλωστε, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο ΑΔ αναγνωρίζει και παραδέχεται πως ο Εναγόμενος 4 είναι Ρώσος υπήκοος και διαμένει μόνιμα στη Μόσχα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό που να αντικρούει πως αυτός διαμένει στη δοθείσα διεύθυνση. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως στα πλαίσια της αίτησης ημ. 25.4.16 δόθηκε η διεύθυνση της κατοικίας του Εναγομένου 4 στην οποία λογικά αναμένεται να βρίσκεται για σκοπούς επίδοσης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως οι προβαλλόμενοι λόγοι για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημ. 13.6.16 δεν είναι βάσιμοι. ΙΙ. Ακύρωση και ή Παραμερισμός Επίδοσης Ο ΑΔ ισχυρίζεται πως κατόπιν έρευνας των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται και εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 3, 8 και 9, οι δικηγόροι ενημέρωσαν τους πελάτες τους αναφορικά με την ένορκη δήλωση της ΕΑ ημ. 21.2.18 για την επίδοση στον Εναγόμενο 4, ο οποίος μερικές μέρες αργότερα επικοινώνησε με τους δικηγόρους αμφισβητώντας έντονα το περιεχόμενο αυτής. Ειδικότερα, ο Αιτητής αμφισβητεί την επίδοση σε αυτόν οποιωνδήποτε εγγράφων αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Ο ΑΔ αμφισβητεί την ορθότητα και το νομότυπο της επίδοσης σε διάφορες άλλες βάσεις οι οποίες θα τυγχάνουν εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην ένορκη της δήλωση η ΕΑ επισυνάπτει τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήριο 1 και ισχυρίζεται πως η απάντηση που λήφθηκε είναι ότι ο Εναγόμενος 4 κλήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα αλλά παρέλειψε να το πράξει. Επίσης αναφέρει ότι επισυνάπτει ένα δημοσίευμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας, Τεκμήριο 2, στο οποίο αναφέρεται πως στη Ρωσία αν ένα πρόσωπο έλαβε κλήση να παραλάβει τα έγγραφα αλλά δεν προσέρχεται να τα παραλάβει, τότε η επίδοση θεωρείται κανονική και ισοδυναμεί με γνώση της υποχρέωσης να παραστεί στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 5(α) της Σύμβασης της Χάγης και του Ν.40/82, η επίδοση γίνεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο τα έγγραφα αποστέλλονται για επίδοση. Στο Τεκμήριο 1 περιλαμβάνονται τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία αναφέρουν τα εξής ως προς το θέμα της επίδοσης: (i) Επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ημ. 16.3.17 προς το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, η οποία φέρει ως θέμα «Μη Επίδοση Εγγράφων». Σε αυτή αναφέρεται πως επιστρέφεται συνημμένο «το αποδεικτικό μη επίδοσης μαζί με τα έγγραφα που αφορούν» τον Εναγόμενο 4 στην παρούσα Αγωγή. (ii) Απόσπασμα Συνεδρίασης του Δικαστηρίου Μπάμπουσκινσκυ της Μόσχας, ημ. 27.10.16, στο οποίο καταγράφεται η εξέταση σε ανοικτή δικαστική συνεδρίαση της δικαστικής παραγγελίας της αρμόδιας Αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας για την επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον Εναγόμενο
  7. Σύμφωνα με το πρακτικό, στις 11.00 π.μ. ο προεδρεύων Δικαστής της συνεδρίασης ανακοίνωσε την έναρξη αυτής και την υπόθεση υπό εξέταση. Ακολούθως καταγράφονται τα εξής: «Στην δικαστική συνεδρίαση δεν παρουσιάστηκε: O Matskevich I.V. - έχει ειδοποιηθεί δεόντως, άγνωστοι οι λόγοι μη παρουσίασης, δεν έχει ζητήσει αναβολή.» Στα Πρακτικά καταγράφεται πως ακολούθησε η ανακοίνωση της σύνθεσης του Δικαστηρίου, η εξήγηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία έγιναν αντιληπτά, το δικαίωμα υποβολής αιτημάτων και πως δεν υπήρξε οποιοδήποτε αίτημα από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, και πως το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της δικαστικής παραγγελίας. Αφού ο προεδρεύων Δικαστής εξέθεσε την ουσία της δικαστικής παραγγελίας και ήγειρε προς συζήτηση τη δυνατότητα εκτέλεσης της, «Το δικαστήριο επί τόπου αποφάσισε να επιστρέψει χωρίς εκτέλεση την δικαστική παραγγελία της αρμόδιας αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας για επίδοση των δικαστικών εγγράφων στον Matskevich I.V.» και έληξε η συνεδρίαση. (iii) Πιστοποιητικό από την αρμόδια Αρχή της Ρωσίας ημ. 27.10.16 και φέρει υπογραφή από Δικαστή, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης, στο οποίο αναγράφεται στο μέρος
(2)κάτω από τη φράση πως το έγγραφο δεν έχει επιδοθεί για τον κάτωθι λόγο ότι «The person did not appear at the hearing». (iv) Επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημ. 13.12.16 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία αναφέρεται πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποστέλλει τα συνταχθέντα έγγραφα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης, «λόγω αδυναμίας εκτελέσεως της παραγγελίας για επίδοση των εγγράφων στον Matskevich I.V. Η παραγγελία δεν εκτελέστηκε λόγω μη προσέλευσης του αναφερόμενου προσώπου στο δικαστήριο.» (Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι σαφές από το περιεχόμενο όλων των πιο πάνω εγγράφων πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης με την επιστολή του ημ. 13.12.16, και κατ΄ επέκταση το δικό μας Υπουργείο με την επιστολή του ημ. 16.3.17 μιλούν για μη εκτέλεση του αιτήματος επίδοσης και επομένως τη μη επίδοση των εγγράφων στον ενδιαφερόμενο Εναγόμενο
  1. Η αδυναμία εκτέλεσης του αιτήματος επιβεβαιώνεται επίσης από το ίδιο το πρακτικό του Δικαστηρίου και αναφέρεται και στο σχετικό μέρος (που αφορά τη μη επίδοση) στο Πιστοποιητικό το οποίο είναι στον ίδιο τύπο ως το σχετικό Παράρτημα της Σύμβασης και του Ν.40/
  2. Είναι γεγονός πως στο πρακτικό της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου της Μόσχας, αναγράφεται ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν δεόντως και ότι ο Εναγόμενος 4 παρέλειψε να εμφανιστεί. Παρόλο που η επίδοση τελεί υπό αμφισβήτηση από τον ίδιο τον Εναγόμενο 4, εντούτοις θεωρώ πως αυτό το ζήτημα δεν είναι καθοριστικό ως προς την επίλυση του ζητήματος στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Και τούτο, καθότι η θέση της ΕΑ πως σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο η κλήση παραλαβής εγγράφων και η παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή αποτελεί καλή και νομότυπη επίδοση και γνώση της υποχρέωσης παρουσίασης στο Δικαστήριο δεν έχει τεθεί ενώπιον του ημεδαπού Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, με τον ορθό τρόπο, ήτοι την παρουσίαση μαρτυρίας περί αλλοδαπού δικαίου. Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή πως το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό και αποδεικνύεται όπως άλλα γεγονότα στο Δικαστήριο, με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Royal Bank of Scotland Plc v. Geodrill Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 753 και Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Είναι ορθή η εισήγηση του ΑΔ πως το συνημμένο Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί τέτοια αποδεκτή μαρτυρία. Η ΕΑ ισχυρίζεται πως αυτό είναι ένα δημοσίευμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας από την ιστοσελίδα «Russian Federation-Central Authority & practical information». Αυτό όμως το έγγραφο είναι ένα ενημερωτικό δελτίο το οποίο τιτλοφορείται «HCCH/Details» και επομένως παρέχει πληροφορίες αναφορικά με το «HCCH», ήτοι τη Διάσκεψη της Χάγης επί του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου. Σε αυτό αναφέρεται πως οι πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές του κάθε κράτους μέσω απαντήσεων σε ερωτηματολόγιο το οποίο ετοιμάστηκε από το Μόνιμο Γραφείο σε ένα Σεμινάριο επί της Σύμβασης περί Επίδοσης που έγινε στην Αγία Πετρούπολη το
  2. Στο τέλος της τελευταίας (πέμπτης) σελίδας αναγράφεται ότι αυτό το έγγραφο επικαιροποιήθηκε (updated) στις 18.7.14 και στη συνέχεια κάτω από τον τίτλο «Συμβάσεις» καταγράφεται η Σύμβαση της Χάγης
  3. Θεωρώ πως αυτό το έγγραφο ουδόλως αποτελεί μαρτυρία και δη από εμπειρογνώμονα αναφορικά με τις ισχύουσες κατά το 2016 διατάξεις του Ρωσικού δικαίου ως προς το θέμα της επίδοσης και επομένως δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ως έγκυρη πηγή τέτοιας μαρτυρίας, θεωρώ πως και πάλι η παραπομπή σε αυτό δεν επιλύει το ζήτημα. Στην παράγραφο που αναφέρεται στις μεθόδους επίδοσης με παραπομπή στο άρθρο 5
(1)
(2), αναφέρονται τα εξής: «A writ of summons addressed to an individual is served on him/her personally against his/her signature affixed to the summons stub which should be returned to the court. . Should the addressee refuse to accept the writ of summons or another court notice, the person delivering or serving the same makes a respective note on the writ of summons or the court notice which is then returned to the court. The addressee who has refused to accept the writ of summons or another court notice is deemed to have been notified of the place, date, and time of a respective court proceeding or another particular proceeding. In practice, requests are executed by means of the court summoning the addressee to hand respective documents over to him/her against his/her signature. The court which has directly considered a request draws up a certificate confirming that the documents have been served or setting out the reasons which have prevented execution of the request. Documents drawn up in connection with execution of the request are sent to the Russian CA to be further sent to the requesting authority.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα, καθίσταται σαφές πως το καθοριστικό κριτήριο ως προς την επίδοση στο κράτος από το οποίο ζητείται να γίνει η επίδοση είναι το Πιστοποιητικό το οποίο συμπληρώνεται από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης της Χάγης και του Ν.40/82, αυτό επιβεβαιώνει είτε πως τα έγγραφα έχουν επιδοθεί και αναφέρει τη μέθοδο, τον τόπο, την ημερομηνία επίδοσης και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν, είτε, σε περίπτωση μη επίδοσης, τους λόγους για την αδυναμία εκτέλεσης του αιτήματος, στο αντίστοιχο μέρος σύμφωνα με τον τύπο που περιλαμβάνεται στη Σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές πως ούτε στα Πρακτικά της συνεδρίας του Δικαστηρίου της Μόσχας, ούτε και στο Πιστοποιητικό επιβεβαιώνεται η διενέργεια της επίδοσης, αλλά αντιθέτως συμπληρώνεται το δεύτερο μέρος στο οποίο αναφέρεται η αδυναμία εκτέλεσης του αιτήματος παραθέτοντας τους λόγους, ήτοι τη μη παρουσία του προσώπου στο Δικαστήριο. Η αδυναμία εκτέλεσης του αιτήματος και συνακόλουθα η μη επίδοση μεταφέρεται ρητώς και στην επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας και στην επιστολή του ημεδαπού Υπουργείου. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα δεν είναι ικανά να καταδείξουν τη δέουσα, ορθή και νομότυπη επίδοση στον Εναγόμενο 4, σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, αλλά σαφώς παραπέμπουν στην αποτυχία και αδυναμία εκτέλεσης και ικανοποίησης του αιτήματος για επίδοση σε αυτόν. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι καθοριστική ως προς την τύχη της Αίτησης αναφορικά με την επίδοση, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Θεωρώ μόνο σκόπιμο να αναφέρω πως με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης, δεν έχει διαφανεί ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και καταχωρίστηκε με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Ούτε και θεωρώ βάσιμο τον λόγο ένστασης πως από τη στιγμή που ως εκ του αποτελέσματος ο Αιτητής πληροφορήθηκε για την παρούσα Αγωγή, τότε η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Αντιθέτως, θεωρώ πως με την πληροφόρηση του Αιτητή για τη διαδικασία και την ισχυριζόμενη επίδοση σε αυτόν, αυτός είχε και άσκησε το δικαίωμα του να λάβει μέτρα προς παραμερισμό και ή ακύρωση τόσο του διατάγματος ημ. 13.6.16 όσο και της επίδοσης. III. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν συντρέχει λόγος για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημ. 13.6.16. Ικανοποιούμαι ότι έχει καταδειχθεί λόγος για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της επίδοσης. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η επίδοση στον Εναγόμενο 4 ως παράτυπη, αντικανονική και μη δεόντως διενεργηθείσα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 4 - Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντος - Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.