← Κύπρος

X. ΚΑΙ Ε. ΚΑΠΝΙΑ Ο.Ε. ν. CH. I. CORSO ITALIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5716/12, 31/1/2019

X. ΚΑΙ Ε. ΚΑΠΝΙΑ Ο.Ε. ν. CH. I. CORSO ITALIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5716/12, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5716/12 X. ΚΑΙ Ε. ΚΑΠΝΙΑ Ο.Ε. Εναγόντων ΚΑΙ CH. I. CORSO ITALIA LIMITED Εναγομένων -------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Τ. Πούλλος Για Εναγόμενους: κα Αγρότου για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, ελληνική εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα κατασκευής και εμπορίας υποδημάτων, αξιώνουν από τους εναγόμενους, κυπριακή εταιρεία που επίσης ασχολείται με το εμπόριο υποδημάτων, ποσό €14.784 ως ποσό που οφείλεται, σύμφωνα με την Ε/Α, «για αγαθά που έχουν πωληθεί και δεν έχουν εξοφληθεί και/ή σαν αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και/ή για παροχή από την οποία οι εναγόμενοι έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα.». Θέση των εναγόντων, η οποία υποστηρίχθηκε κατά την ακρόαση από τον διευθυντή τους, xxxx Καπνιά (ΜΕ1) ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε για τους ενάγοντες και του οποίου η ουσία της κυρίως εξέτασης έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) είναι ότι, περί τα τέλη Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου του 2011, συμφωνήθηκε στη Λεμεσό μεταξύ του ιδίου εκ μέρους των εναγόντων και του διευθυντή των εναγομένων, xxx Ιακωβίδη, όπως οι ενάγοντες πωλήσουν στους εναγόμενους 448 ζευγάρια παπούτσια εκ €33 το ζευγάρι, ήτοι συνολικής αξίας €14.

  1. Για το σκοπό αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας, οι ενάγοντες εξέδωσαν σχετικό δελτίο παραγγελίας με αρ. 2313 το οποίο φέρει ως «ημερομηνία παραλαβής» την 15/11/11 καθώς επίσης και υπογραφή από τον «παραγγέλων πελάτη» (Τεκ. 8). Πρόσθετα του δελτίου τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, στις 9/12/11 εκδόθηκε και σχετικό τιμολόγιο, το υπ' αρ. 236 για το ποσό των €14.784 (Τεκ. 4). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η ημερομηνία 15/11/11 που αναφέρεται στο δελτίο παραλαβής δεν είναι η ημερομηνία παραλαβής των εμπορευμάτων αλλά η ημερομηνία που υπεβλήθη η παραγγελία ενώ κατά την μαρτυρία του ανέφερε επίσης ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στο έγγραφο ως υπογραφή του «παραγγέλων πελάτη», δεν είναι του διευθυντή των εναγομένων αλλά του ιδίου εφόσον επρόκειτο για μια συνηθισμένη παραγγελία από καλό πελάτη των εναγόντων και «τους καλούς πελάτες δεν τους βάζω να υπογράψουν». Λόγω αυτής της καλής σχέσης που είχε με τους εναγόμενους, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, στο έντυπο της παραγγελίας δεν κατέγραψε ούτε την συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης αν και υπήρχε πρόνοια στο έγγραφο για καταγραφή του στοιχείου αυτού. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η συμφωνία των εναγόντων με τους εναγόμενους ήταν όπως τα παραγγελθέντα παπούτσια παραδοθούν μέχρι τις 20/12/11 το αργότερο και αρνήθηκε υποβολή ότι είχε συμφωνήσει να παραδώσει τα παπούτσια πολύ πριν τις 15/12/11 ώστε αυτά να μπορούν να πουληθούν κατά τη χειμερινή σεζόν Νοεμβρίου 2011 - Φεβρουαρίου 2012 όπως αρνήθηκε και ότι οι ενάγοντες παραβίασαν τη συμφωνία παραδίδοντας καθυστερημένα τα παπούτσια στις 15/12/11 με αποτέλεσμα αυτά να μην μπορούν να πουληθούν. Αν και δεν αναφέρθηκε στο πότε ακριβώς παραδόθηκαν τα παπούτσια στους εναγόμενους, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτά είχαν φορτωθεί και σταλεί από την Θεσσαλονίκη πριν τις 13/12/11 και έφτασαν πριν τις 20/12/11 που είχε συμφωνηθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι επειδή τελικά παραδόθηκαν 447 ζευγάρια αντί 448 που είχαν παραγγελθεί, οι ενάγοντες εξέδωσαν σχετικό πιστωτικό τιμολόγιο με αρ. 26, στις 15/12/11 για το ποσό των €33 (Τεκ. 3). Στη συνέχεια, ανέφερε ο μάρτυρας, παρά το ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τα παπούτσια που συμφώνησαν και στην τιμή που συμφώνησαν, αυτοί επικοινώνησαν μαζί του και του ζήτησαν να τους κάνει έκπτωση διότι θεώρησαν την τιμή ακριβή. Του εισηγήθηκαν τότε οι εναγόμενοι, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όπως τους χρεώσει ακόμη €5 το κάθε ζευγάρι, δηλαδή €38 και όπως μετά τη χριστουγεννιάτικη σεζόν, ήτοι περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2012, αφού τον πληρώσουν ανάλογα με το πόσα ζευγάρια θα πουλούσαν, να τους κάνει έκπτωση €9 ανά ζευγάρι που θα έμενε απούλητο, ήτοι να χρεώσει €29 το ζευγάρι και να του εξοφλήσουν το υπόλοιπο. Υπεβλήθη στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι αυτή η δήθεν νέα συμφωνία δεν έκαμνε κανένα νόημα εφόσον δεν ήταν λογικό οι εναγόμενοι, ενώ ήθελαν έκπτωση να εισηγήθηκαν να χρεωθούν με αύξηση. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι και ο ίδιος απόρησε με την λογική της εισήγησης των εναγομένων όμως επειδή λογιστικά φαίνεται να τους σύμφερε περισσότερο παρά να τους δοθεί απλά έκπτωση στο τιμολόγιο 236 και επειδή τους είχε εμπιστοσύνη ότι θα τον εξοφλούσαν, συμφώνησε να ενεργήσει ως του ζήτησαν οπόταν και εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αρ. 240 στις 19/12/11, χρεώνοντας τους με το επιπρόσθετο ποσό των €2.235 (Τεκ. 5), ήτοι 447 ζευγάρια από €5 έκαστο. Παρά τη νέα συμφωνία των μερών όμως, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα, οπόταν οι ενάγοντες δεν προέβησαν στη συμφωνηθείσα έκπτωση και αξίωσαν την εξόφληση του αρχικού τιμολογίου υπ. αρ. 236, ήτοι την πληρωμή του ποσού των €14.
  2. Όσον αφορά το τιμολόγιο 240 για το επιπρόσθετο ποσό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και αυτό ουδέποτε ακυρώθηκε και εξακολουθεί να παρουσιάζεται η σχετική χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων (Τεκ. 2), εντούτοις οι ενάγοντες δεν το αξιώνουν. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι όταν οι ενάγοντες απαίτησαν να πληρωθούν το τιμολόγιο τους, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν 15 ζευγάρια ελαττωματικά και ότι αυτά θα έπρεπε να επιστραφούν προτού να γίνει οποιαδήποτε πληρωμή. Αναγκάστηκαν τότε οι ενάγοντες, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, να δεχτούν την επιστροφή οπόταν και έδωσε οδηγίες ο ίδιος στην μεταφορική εταιρεία Eurofreight να παραλάβει από τις εγκαταστάσεις των εναγομένων τα 15 ζευγάρια παπούτσια. Πληροφορήθηκε όμως στη συνέχεια από τους μεταφορείς ότι οι εναγόμενοι, αντί να στείλουν μόνο τα 15 ζευγάρια, τελικά έστειλαν 382 ζευγάρια παπούτσια, τα οποία προφανώς δεν είχαν πωλήσει. Ο μάρτυρας απέρριψε υποβολές που του έγιναν ότι είναι με δικές του οδηγίες που η Eurofreight παρέλαβε τα 382 ζευγάρια από τις εγκαταστάσεις των εναγομένων και ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τα αποδέχτηκαν εξ' ου και επιμένουν στην πληρωμή όλου του ποσού του τιμολογίου τους. Ο μάρτυρας επίσης απέρριψε κατηγορηματικά υποβολή που του τέθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν εξ' αρχής αποδεχτεί τα παπούτσια λόγω του ότι αυτά είχαν παραδοθεί καθυστερημένα και ότι το μόνο που συμφώνησαν μαζί του, μετά που αυτός τους παρακάλεσε, ήταν όπως ενεργήσουν ως μεταπωλητές του ώστε να τον βοηθήσουν να πουλήσει τα παπούτσια μέσω των καταστημάτων τους, αρχικά στην τιμή των €38 - εξ' ου και εκδόθηκε το επιπρόσθετο τιμολόγιο 240 - και στη συνέχεια στη μειωμένη τιμή των €29 και όπως μετά το τέλος της σεζόν, του επιστρέψουν ότι ποσό θα εισέπρατταν και ότι παπούτσια θα έμεναν απούλητα (consignment sale). Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα η θέση ότι σε κάποιο στάδιο αυτός ζήτησε από τους εναγόμενους όπως του δώσουν 8 ζευγάρια για να τα παρουσιάσει ως δείγματα σε πιθανούς αγοραστές και ότι μέχρι το τέλος της σεζόν, από τα 439 εναπομείναντα ζευγάρια, οι εναγόμενοι τελικά πούλησαν 57 ζευγάρια εισπράττοντας το ποσό των €
  3. Από το εν λόγω ποσό, υπέβαλε στο μάρτυρα η συνήγορος, οι εναγόμενοι του κατέβαλαν €1700 στις 25/5/12 και ταυτόχρονα του επέστρεψαν 382 ζευγάρια παπούτσια. Του υπεδείχθη αφ' ενός απόδειξη είσπραξης που εξέδωσαν οι ενάγοντες στις 25/05/12 για το ποσό των €1700 (Τεκ.10) και αφ' ετέρου αντίγραφο πιστωτικής σημείωσης ημερ.18/05/12 με αρ. 28 για το ποσό των €14.820, ήτοι για 390 ζευγάρια παπούτσια εκ €38 έκαστο και του υπεβλήθη ότι με τα εν λόγω έγγραφα, επιβεβαιώνετο η θέση των εναγομένων ότι κανένα ποσό όφειλαν σε σχέση με τα τιμολόγια 236 και
  4. Αν και δέχθηκε ο μάρτυρας ότι οι εναγόμενοι του κατέβαλαν το ποσό των €1700 ως φαίνεται στο Τεκ.8, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω πληρωμή αφορούσε σε άλλο τιμολόγιο των εναγόντων το οποίο επίσης παραμένει οφειλόμενο. Όσον αφορά την πιστωτική σημείωση που κατά τη συνήγορο των εναγομένων, οι ενάγοντες εξέδωσαν για το ποσό των €14.820, ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι εκδόθηκε ποτέ τέτοια σημείωση και ισχυρίστηκε ότι αν και το έγγραφο που του υπεδείχθη έφερε την σφραγίδα των εναγόντων και την υπογραφή του, εξέφρασε την πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα «καλοφτιαγμένο» έγγραφο και ισχυρίστηκε ότι αν όντως ήταν γνήσιο, οι εναγόμενοι θα παρουσίαζαν το πρωτότυπο που κανονικά θα έπρεπε να είχαν και όχι απλά ένα αντίγραφο. Κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου των εναγομένων, το αντίγραφο της φερόμενης πιστωτικής σημείωσης κατατέθηκε ως τεκμήριο «Χ» προς αναγνώριση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου των εναγομένων και σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας επανακλητεύτηκε ώστε να του υποδειχθεί το πρωτότυπο της φερόμενης πιστωτικής σημείωσης της 18/05/12 με αρ. 28, το οποίο κατατέθηκε στη συνέχεια ως Τεκμήριο προς αναγνώριση «Χ1» και να τοποθετηθεί επί αυτού. Ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση του ότι οι ενάγοντες ουδέποτε εξέδωσαν τέτοια σημείωση και ότι επρόκειτο για «κατασκευασμένο» έγγραφο στο οποίο φαίνεται να «τοποθετήθηκε» η υπογραφή του και η σφραγίδα των εναγόντων. Ισχυρίστηκε επίσης, παραπέμποντας σε άλλες πιστωτικές σημειώσεις που εξέδωσαν οι ενάγοντες (Τεκ.12) ότι αυτοί ουδέποτε κατέγραφαν ελληνική περιγραφή προϊόντων με λατινικούς χαρακτήρες (Greeklish) ως καταγράφετο στην φερόμενη πιστωτική σημείωση υπ. αρ.28 και ότι από έρευνα που διεξήγαγε στο αρχείο των εναγόντων, εντόπισε κάποια άλλη πιστωτική σημείωση που επίσης έφερε τον αριθμό 28, η οποία όμως εκδόθηκε προς άλλο πελάτη των εναγόντων, σε άλλη ημερομηνία και για άλλο ποσό (Τεκ.11). Τέλος, κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία που ο ίδιος είχε με τον διευθυντή των εναγομένων μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (Τεκ. 7 και 9). Η θέση των εναγομένων, η οποία προωθήθηκε μέσω του διευθυντή τους ΜΥ1, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Τη συνοψίζω. Σύμφωνα με το ΜΥ1, ενάγοντες και εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν άριστη συνεργασία από το 2009, συμφώνησαν περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011 όπως οι πρώτοι πωλήσουν στους τελευταίους 448 ζευγάρια παπούτσια προς €33 το ζευγάρι και τους τα παραδώσουν μέχρι τέλος Οκτωβρίου του 2011 ώστε αυτά να μπορέσουν να πουληθούν κατά τη χειμερινή σεζόν (Νοε 2011 - Φεβ 2012). Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όταν παρήλθε σχεδόν ο Οκτώβρης και τα υποδήματα δεν είχαν παραδοθεί, επικοινώνησε 3 - 4 φορές με τον ΜΕ1 για να ενημερωθεί πότε τελικά θα γινόταν η παράδοση και αν και ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι η παραγγελία θα παραδίδετο εγκαίρως εντούτοις μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου τα παπούτσια δεν είχαν παραδοθεί. Ένα πρωί, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2011, ειδοποιήθηκε ότι η παραγγελία είχε φθάσει, από εμπορικής άποψης όμως, ήταν πλέον πολύ αργά για να γίνει αποδεχτή. Θα ήταν, ως ανέφερε ο ΜΥ1, επαγγελματική αυτοκτονία για ένα έμπορο να παραγγείλει και να αγοράσει σε κανονική τιμή εμπορεύματα στα μέσα Δεκεμβρίου, αφού λίγες μέρες μετά θα ξεκινούσαν τα χριστουγεννιάτικα ξεπουλήματα και επομένως ούτε το αναμενόμενο κέρδος αλλά και πολύ πιθανόν, ούτε το κόστος αγοράς των εμπορευμάτων θα μπορούσε να εισπραχθεί. Είναι γι' αυτό το λόγο, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, που η παραγγελία έγινε αρχές Σεπτεμβρίου και συμφωνήθηκε να παραδοθεί μέχρι το τέλος Οκτωβρίου και όχι κατά το τέλος Δεκεμβρίου ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ
  5. Λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση, ανέφερε ο μάρτυρας, επικοινώνησε με τον ΜΕ1 για να του εκφράσει την άρνηση του να δεχτεί τα παπούτσια και να καταβάλει το τίμημα αγοράς τους. Ο ΜΕ1 τότε, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, αναγνωρίζοντας το λάθος του, άρχισε να τον ικετεύει να βρουν ένα τρόπο να πουληθούν τα παπούτσια ώστε να μπορέσει και εκείνος, ο ΜΕ1 δηλαδή, να εισπράξει χρήματα, εφόσον η εταιρεία του βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Εισηγήθηκε τότε ο ΜΕ1, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, όπως οι εναγόμενοι κρατήσουν τα παπούτσια υπό μορφή consignment sale, δηλαδή να ενεργήσουν ως μεταπωλητές των εναγόντων και να διαθέσουν προς πώληση τα παπούτσια μέσω των καταστημάτων τους και ότι καταφέρουν να εισπράξουν, να το επιστρέψουν στους τελευταίους μαζί με ότι παπούτσια θα έμεναν απούλητα. Ενόψει του ότι οι εναγόμενοι δεν θα είχαν κανένα ρίσκο εφόσον δεν θα έπρεπε οι ίδιοι να επωμιστούν το κόστος αγοράς των παπουτσιών και απλά θα «μεσολαβούσαν» για την πώληση τους και ενόψει της μέχρι τότε καλής σχέσης των μερών, ο ΜΥ1 δέχτηκε να βοηθήσει τον ΜΕ1 με τον τρόπο που του ζητήθηκε. Αντιλαμβανόμενος ο τελευταίος τις εμπορικές «δυσκολίες» που υπήρχαν στην αποκόμιση κέρδους λόγω της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου που θα επιχειρούνταν να πουληθούν τα παπούτσια, ήτοι σε περίοδο ξεπουλημάτων, ζήτησε από τους εναγόμενους όπως χρεώνουν τα παπούτσια με επιπλέον €5 το ζευγάρι ώστε να μπορέσουν να εισπραχθούν όσο το δυνατό περισσότερα χρήματα και να καλυφθούν οι ζημιές που θα προέκυπταν από τα παπούτσια που θα έμεναν απούλητα. Είναι γι' αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας, που στη συνέχεια εκδόθηκε το τιμολόγιο 240 για το επιπλέον ποσό των €5 ανά ζευγάρι, εφόσον μέχρι να επιστραφούν τα παπούτσια στους ενάγοντες ή το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία τους, αυτά θα κρατούνταν και θα πωλούνταν από τους εναγόμενους οι οποίοι θα εισέπρατταν €38 το ζευγάρι. Ουδέποτε όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν το τιμολόγιο 236 ως αγοραστές και ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι μετά το πέρας της εμπορικής σεζόν, θα γινόταν οποιαδήποτε έκπτωση €9 ανά ζευγάρι, η οποία έκπτωση άλλωστε, σύμφωνα με το μάρτυρα, δεν στέκει ούτε στη βάσανο της λογικής. Ουσιαστικά ανέφερε ο μάρτυρας «η συμφωνία που είχε γίνει ήταν να καταντήσουν οι εναγόμενοι να κάμνουν το χαμαλίκι για να βοηθήσουμε τον κ. Καπνιά να ξεπουλήσει το εμπόρευμα του, να μεν πάθει ζημιά και δεν εβγάζαμε καθόλου κέρδος, που τον ελυπηθήκαμε που έκλαιε ο γύφτος.πουλούσαμε τα παπούτσια για να κάμουμε ευκολία». Όταν «γύρισε ο χρόνος», ανέφερε ο ΜΥ1 και μόνο 14 ζευγάρια είχαν πουληθεί στην τιμή των €38, συνεννοήθηκαν με το ΜΕ1 όπως «ρίξουν τις τιμές κάτω» ώστε να «τα πουλήσουμε να φύουν» οπόταν και η τιμή πώλησης μειώθηκε ουσιαστικά στην τιμή κόστους, ήτοι €29 το ζευγάρι. Λόγω τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, μέχρι τον Φεβρουάριο 2012 πωλήθηκαν ακόμη 43 ζευγάρια, ήτοι 57 στο σύνολο και εισπράχθηκαν €
  6. Περί τον Φεβρουάριο του 2012, ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, επικοινώνησε εκ νέου μαζί του ο ΜΕ1, ο οποίος ζήτησε να του στείλουν «καμιά δεκαριά» ζευγάρια παπούτσια για να τα υποδείξει ως δείγματα σε προτιθέμενους πελάτες, όλα μέγεθος «37» που είναι και το μέγεθος που χρησιμοποιείται για δειγματοληψία παπουτσιών. Μετά που στάληκαν 8 ζευγάρια στο ΜΕ1, ο τελευταίος ζήτησε από τους εναγόμενους να του επιστρέψουν όσα παπούτσια είχαν μείνει απούλητα. Όσον αφορά το ποσό των €1.779 που είχε εισπραχθεί από τις πωλήσεις, ο ΜΕ1 ζήτησε από το ΜΥ1 όπως του καταβληθεί επειγόντως το εν λόγω ποσό παραδίδοντας του ταυτόχρονα τη πιστωτική σημείωση που είχε εκδώσει στις 18/05/12 για το ποσό των €14.820, η οποία αφορούσε σε 390 ζευγάρια προς €38 έκαστο, ήτοι τα 382 ζευγάρια που δεν είχαν πουληθεί και τα 8 που ο ΜΕ1 είχε ήδη πάρει ως δείγματα και όλα στην «αυξημένη» τιμή με την οποία είχαν χρεωθεί οι εναγόμενοι όταν κράτησαν 447 παπούτσια για να τα πουλήσουν ως μεταπωλητές των εναγόντων. Ακολούθως, ανέφερε ο μάρτυρας, ο ίδιος κατέβαλε στο ΜΕ1 το ποσό των €1700 έναντι της απόδειξης Τεκ.10 ημερ. 25/05/12 ενώ ποσό €79 συμφωνήθηκε όπως χρησιμοποιηθεί για να καλυφθούν τα έξοδα μεταφοράς των παπουτσιών και στη συνέχεια, η μεταφορική εταιρεία Eurofreight ήρθε στις εγκαταστάσεις των εναγομένων με οδηγίες του ΜΕ1 και παρέλαβε περί τα 30 με 40 κιβώτια που περιείχαν τα 382 απούλητα παπούτσια. Κανένα συνεπώς ποσό δεν οφείλετο από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες με βάση οποιοδήποτε τιμολόγιο ως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, ούτε τότε ούτε και σήμερα. Σημειώνω εδώ ότι παρά το ότι ο ΜΥ1 αναγνώρισε στα Τεκ. «Χ» και «Χ1» προς αναγνώριση, την πιστωτική σημείωση που ισχυρίστηκε ότι του παρέδωσε ο ΜΕ1 ως η συμφωνία των μερών για το ποσό των €14.820, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε όπως τα εν λόγω έγγραφα κατατεθούν ως κανονικό Τεκμήριο. Ο μάρτυρας ανέφερε τέλος ότι όπως ενημερώθηκε γραπτώς από τη Eurofreight και τους εκτελωνιστές που ενεπλάκηκαν στην επιστροφή των παπουτσιών στους ενάγοντες, τα παπούτσια είχαν φορτωθεί από την Κύπρο μετά από οδηγίες και επιβεβαίωση του ΜΕ1 και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα όπου και πάλι κατόπιν οδηγιών του ίδιου του ΜΕ1, παραδόθηκαν σε κάποια εταιρεία THAS MARITIME (Τεκ. 13). Σύμφωνα δε με σχετικό email που η ελληνική εκτελωνιστική εταιρεία ΚΟΣΜΟΣ έστειλε στους εναγόμενους στις 22/01/13 (Τεκ.14), αφού οι εν λόγω εκτελωνιστές είχαν λάβει επανειλημμένες διαβεβαιώσεις από το ΜΕ1 τόσο πριν την φόρτωση των παπουτσιών στην Κύπρο όσο και μετά την άφιξη τους στην Ελλάδα, ότι ο τελευταίος θα τα παραλάμβανε και θα κατέβαλλε και τα σχετικά μεταφορικά έξοδα, αυτός ουδέποτε προσήλθε για να τα παραλάβει. Ως εκ τούτου, αναφέρει η ΚΟΣΜΟΣ στο email της, ειδοποίησαν τον ΜΕ1 στις 18/01/13 για τελευταία φορά, ότι θα έπρεπε να προσέλθει να παραλάβει τα παπούτσια αφού σε αντίθετη περίπτωση αυτά θα καταστρέφονταν. Ο ΜΕ1 τότε, σύμφωνα με την ΚΟΣΜΟΣ, ισχυρίστηκε ότι τα εμπορεύματα ανήκαν στους εναγόμενους και ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε να του επιστραφούν. Αν και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζει τι έγιναν τα παπούτσια, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πιστεύει ότι αυτά τελικά πωλήθηκαν από το ΜΕ1 σε τρίτα πρόσωπα. Ως δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για τους εναγόμενους κατέθεσε ο ιδιώτης γραφολόγος xxxx Παναγιώτου (ΜΥ2) ο οποίος κατέθεσε σχετική έκθεση στο Δικαστήριο (Τεκ.15), σύμφωνα με την οποία, αφού αντιπαρέβαλε τη φερόμενη ως πρωτότυπη πιστωτική σημείωση με αρ. 28 ημερ. 18/05/12 - Τεκ. «Χ1» προς αναγνώριση, με τέσσερεις άλλες πρωτότυπες αποδείξεις που εξέδωσε ο ΜΕ1 εκ μέρους των εναγόντων σε ανύποπτο χρόνο (Τεκ.16), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι γνήσια και υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι το ΜΕ
  7. Η ορθότητα και ακρίβεια του συμπεράσματος του ΜΥ2 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα στη βάση του ότι αυτός δεν σύγκρινε την φερόμενη σημείωση με δέκα δείγματα ως αναφέρεται στις «Οδηγίες» της Αστυνομικής Διάταξης 3/14 ημερ. 10/01/
  8. Επικαλούμενος ότι η εν λόγω «οδηγία» είναι απλά καθοδηγητική και όχι απόλυτη εφόσον η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, ο μάρτυρας επέμεινε στην ορθότητα της έκθεσης του. Σημειώνω εδώ ότι ούτε κατά τη μαρτυρία του ΜΥ2 ζητήθηκε όπως οποιοδήποτε εκ των Τεκμηρίων «Χ» και «Χ1» προς αναγνώριση κατατεθούν ως κανονικά Τεκμήρια. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών τελικών αγορεύσεων, αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω εδώ ότι αμφότεροι, επικαλούμενοι την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους, έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς, υποστήριξαν, ο μεν κ. Πούλλος ότι οι ενάγοντες πέτυχαν πλήρως να αποδείξουν τις αξιώσεις τους, η δε κα Αγρότου, ότι τίποτα τέτοιο αποδείχθηκε. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειώσω κάτι που διέλαθε της προσοχής αμφότερων των ευπαιδεύτων συνηγόρων σε σχέση με τα τεκμήρια προς αναγνώριση «Χ» και «Χ1». Και οι δύο συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έκαμαν αναφορά στα εν λόγω έγγραφα, επιχειρηματολογώντας μάλιστα και ως προς τη σημασία που αυτά έχουν στην όλη υπόθεση, ωσάν να και τα εν λόγω έγγραφα είχαν κατατεθεί ως κανονικά τεκμήρια κατά την ακρόαση. Τα εν λόγω έγγραφα όμως, παρά το ότι χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές κατά την εξέταση και αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 και παρά το ότι ήταν συνιστούσαν το αποκλειστικό αντικείμενο της μαρτυρίας του ΜΥ2, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε όπως κατατεθούν και ουδέποτε κατατέθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια και παρέμειναν, μέχρι και το τέλος της ακρόασης, ως τεκμήρια για αναγνώριση. Ως είναι πάγια νομολογημένο «.ένα έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και όχι κανονικά ως τεκμήριο, δεν αποτελεί μαρτυρία.» και συνεπώς αυτό θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο όπως θα πρέπει να αγνοηθεί και η μαρτυρία που προσκομίσθηκε στη βάση του εν λόγω εγγράφου (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd και Άλλης,
(2007)1 Α.Α.Δ. 883 στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των εναγομένωνς καθώς επίσης και Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 C.L.R. 47 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82). Στη βάση των πιο πάνω αρχών επομένως, τα Τεκ. «Χ» και «Χ1» προς αναγνώριση καθώς και η σχετική μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την εξέταση και αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΥ2 επί των εν λόγω εγγράφων θα αγνοηθούν. Ομοίως θα αγνοηθεί και η μαρτυρία του ΜΥ2 στο σύνολο της, εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει αποκλειστικά σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα και η μαρτυρία του δεν επεκτάθηκε σε οποιοδήποτε άλλο θέμα. Το ότι όμως τα εν λόγω έγγραφα θα αγνοηθούν, δεν συνεπάγεται αυτόματα και επιτυχία ή αποτυχία των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευράς, αφού τα εν λόγω έγγραφα δεν είναι η μόνη μαρτυρία στην υπόθεση (βλ. Epco ανωτέρω). Άλλωστε, τα εν λόγω έγγραφα προσκομίστηκαν από πλευράς υπεράσπισης απλά ως επιβεβαιωτικά της θέσης του ΜΥ1, ήτοι του άμεσα εμπλεκόμενου στα επίδικα γεγονότα, ότι αυτά αποτυπώνουν και γραπτώς, την προφορική συνεννόηση που είχε με το ΜΕ1, ο οποίος επίσης ισχυρίζεται ότι τα πλείστα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκαν προφορικά και στη συνέχεια αποτυπώθηκαν στα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν. Προχωρώ επομένως να εξετάσω τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ
  1. Σημειώνω κατ' αρχή ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι εναγόμενοι παρήγγειλαν από τους ενάγοντες 448 ζευγάρια παπούτσια προς €33 το ζευγάρι και ότι σε σχέση με αυτή την παραγγελία εκδόθηκε το τιμολόγιο 236 στις 09/05/12 για το ποσό των €14.
  2. Κοινό έδαφος συνιστά επίσης το γεγονός ότι κατά την υποβολή της εν λόγω παραγγελίας, η σχέση των μερών ήταν καθαρά σχέση πωλητή - αγοραστή και όχι συνεταίρων ή αντιπροσωπείας. Συμφωνούν τα μέρη ότι αντί για 448 παπούτσια τελικά παραδόθηκαν 447 και ότι για το ένα ζευγάρι που υπολειπόταν, εκδόθηκε πιστωτικό τιμολόγιο υπ. 26 για το ποσό των €
  3. Συμφωνούν επίσης οι διάδικοι ότι για τα 447 ζευγάρια παπούτσια στα οποία αφορούσε το τιμολόγιο 236, οι ενάγοντες εξέδωσαν προς τους εναγόμενους στις 19/12/11, το τιμολόγιο υπ. αρ. 240 για το ποσό των €2235 το οποίο συνιστούσε επιπλέον χρέωση €5 ανά ζευγάρι. Τέλος, τα μέρη συμφωνούν ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των €1700 στις 25/05/12, ότι με οδηγίες του ΜΕ1 η μεταφορική εταιρεία Eurofreight προσήλθε στις εγκαταστάσεις των εναγομένων για να παραλάβει παπούτσια τα οποία θα επιστρέφονταν στους ενάγοντες και ότι η εν λόγω εταιρεία τελικά μετέφερε στην Ελλάδα 382 ζευγάρια παπούτσια τα οποία ήταν μέρος των 447 που είχαν παραδοθεί αρχικά στους εναγόμενους. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η εκδοχή του ΜΕ1 ήταν ότι συμφώνησε με το ΜΥ1 να του παραδώσει 448 παπούτσια μέχρι τις 20/12/11, ότι τα παρέδωσε εμπρόθεσμα και μάλιστα ενωρίτερα και ότι στη συνέχεια, επειδή οι εναγόμενοι του ζήτησαν έκπτωση παρά το ότι είχαν συμφωνήσει την τιμή, δέχτηκε την εισήγηση τους να τους χρεώσει €5 επιπλέον το κάθε ζευγάρι και μετά που θα τελείωνε η σεζόν, αυτοί να του πληρώσουν στην αυξημένη τιμή των €38 όσα ζευγάρια θα πουλήσουν και τα υπόλοιπα να τους τα ξαναχρεώσει με μειωμένη τιμή €29 το ζευγάρι, ήτοι €9 πιο κάτω από την αυξημένη τιμή. Με κάθε σεβασμό η πιο πάνω εκδοχή του ΜΕ1 δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Εξηγώ. Κατά πρώτο, η συμφωνία και σχέση των μερών ήταν απλή. Οι ενάγοντες θα πωλούσαν ως έμποροί 448 ζευγάρια παπούτσια για €14.784 και οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν το εν λόγω ποσό ώστε να τα αγοράσουν. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς δεν υπόκειτο σε οποιουσδήποτε άλλους όρους ούτε εξαρτάτο από τις πωλήσεις των εναγομένων. Το αν οι εναγόμενοι τελικά θα κατάφερναν να πουλήσουν όλα ή κανένα από τα παπούτσια που αγόραζαν από τους ενάγοντες αυτό ήταν θέμα αποκλειστικά δικό τους και δεν ενδιέφερε τους τελευταίους, οι οποίοι το μόνο που ήθελαν και τους ενδιέφερε ήταν να πληρωθούν €14.751, ήτοι το ποσό του τιμολογίου 236, όπως αυτό μειώθηκε κατά €
  4. Για ποιο λόγο συνεπώς οι ενάγοντες, οι οποίοι, ως ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ1, εκπλήρωσαν πλήρως και στην εντέλεια τα συμφωνηθέντα και δικαιούντο έτσι να πληρωθούν το πλήρες ποσό των €14.751, να αποφασίσουν να μεταβάλουν τα δικαιώματα τους από απλοί πωλητές, να καταστούν ουσιαστικά συνέταιροι των εναγομένων, πλήρως εξαρτώμενοι από την εμπορική επιτυχία ή αποτυχία των τελευταίων; Και δεν επρόκειτο όμως μόνο για μεταβολή δικαιωμάτων αλλά ουσιαστικά για υπαναχώρηση, αφού εκεί που οι ενάγοντες δικαιούνταν, σύμφωνα με το ΜΕ1, να πληρωθούν €14.751, αποφάσισαν, δήθεν χωρίς καμία υποχρέωση, να θέσουν τον εαυτό τους ουσιαστικά στο έλεος των εναγομένων, οι οποίοι, με βάση τη συμφωνία που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι έγινε, όσο πιο λίγα παπούτσια πωλούσαν, τόσο πιο λίγα χρήματα θα έπρεπε να καταβάλουν στους ενάγοντες. Υπενθυμίζω ότι η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι οι εναγόμενοι θα του πλήρωναν στην αυξημένη τιμή των €38 όσα ζευγάρια κατάφερναν να πουλήσουν ενώ τα απούλητα θα επαναχρεώνονταν στην μειωμένη τιμή των €
  5. Αν οι εναγόμενοι πωλούσαν ένα μόνο ζευγάρι δηλαδή, θα έπρεπε να καταβάλουν στους ενάγοντες μόνο €12.972 (1 x €38 + 446 x €29) αντί €14.751 αφού το επιπρόσθετο ποσό του τιμολογίου 240 δεν επρόκειτο να αξιωθεί από τους ενάγοντες και ούτε αξιώνεται. Κατά δεύτερο, ποιο λόγο είχε ο ΜΕ1 να δεχτεί τις απαιτήσεις των εναγομένων για έκπτωση, τη στιγμή που σύμφωνα με τον ίδιο, αυτοί είχαν ήδη παραβεί τη συμφωνία όταν παρέλαβαν τα παπούτσια και αρνήθηκαν πληρώσουν το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς; Οι ενάγοντες μπορούσαν κάλλιστα να απαιτήσουν να τους επιστραφούν τα παπούτσια ή να επιμείνουν στην πληρωμή του τιμολογίου τους. Αποφάσισαν παρά ταύτα να ικανοποιήσουν το αίτημα των εναγομένων. Για ποιο λόγο όμως δεν το έπραξαν απλά αυτό και δέχτηκαν να εμπλακούν στην περίπλοκη διαδικασία που ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι του εισηγήθηκαν οι εναγόμενοι, ήτοι έκδοση επιπρόσθετου τιμολογίου και παράλληλα προφορική συμφωνία για μελλοντική μείωση στη βάση του τι θα πωλείτο και τι θα έμενε απούλητο; Επισημαίνω εδώ ότι κατά τη μαρτυρία του, ο ΜΕ1 έδωσε μεγάλη έμφαση στην ανάγκη των εναγόντων να συμμορφώνονται με την ελληνική φορολογική νομοθεσία, η οποία δεν επιτρέπει την ακύρωση τιμολογίων χωρίς σχετικό πιστωτικό παραστατικό. Είναι γι' αυτό το λόγο, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, που στο λογαριασμό των εναγομένων εξακολουθεί να φαίνεται η επιπλέον χρέωση του τιμολογίου 240 αφού μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί σχετικό πιστωτικό παραστατικό και συνεπώς το εν λόγω τιμολόγιο δεν μπορεί να ακυρωθεί, έστω και αν δεν αξιώνεται. Ουδόλως όμως αυτή η επιθυμία των εναγόντων για «φορολογικά καθαρές συναλλαγές» συνάδει με το δυσνόητο εγχείρημα που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι δέχτηκε να κάμει ώστε να χορηγήσει μια απλή έκπτωση επί ενός τιμολογίου. Με βάση τα όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, για να χορηγηθεί η αιτούμενη έκπτωση στο 236, έπρεπε να εκδοθεί το τιμολόγιο 240 με επιπλέον χρέωση, στη συνέχεια, αν τα πράγματα εξελίσσονταν ως είχε συμφωνηθεί, αυτό έπρεπε να ακυρωθεί με ανάλογη πιστωτική σημείωση αφού δεν θα αξιώνετο, ενώ με άλλη πιστωτική σημείωση θα έπρεπε να ακυρωθεί το μέρος του τιμολογίου 236 που θα αφορούσε στα απούλητα παπούτσια και στη συνέχεια αυτό να αντικατασταθεί με άλλο τιμολόγιο, στη βάση πλέον της μειωμένης τιμής των €
  6. Κατά τρίτο, όπως και ο ίδιος ο ΜΕ1 αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του, η θέση ότι επικοινώνησαν μαζί του οι εναγόμενοι για να του ζητήσουν έκπτωση οπόταν και του εισηγήθηκαν να τους κάνει αύξηση δεν προβάλλει λογική. Ισχυρίστηκε βέβαια ο ΜΕ1 ότι λογιστικά ιδώμενος, ο τρόπος αυτός σύμφερε τους εναγόμενους όμως και πάλι τίθεται το ερώτημα γιατί ο ΜΕ1 να δεχτεί να γίνει κάτι τέτοιο αφού τους ενάγοντες προφανώς δεν τους σύμφερε; Με άλλα λόγια και συνοψίζοντας τα πιο πάνω, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, οι ενάγοντες ουσιαστικά δέχτηκαν, χωρίς κανένα λόγο ή υποχρέωση, να υποκύψουν στους εναγόμενους, οι οποίοι όχι μόνο είχαν παραβεί τη συμφωνία των μερών αλλά απαίτησαν μάλιστα όπως πληρώσουν την τιμή που τους σύμφερε εκείνους και όχι αυτή που συμφώνησαν και όπως το δικαίωμα των εναγόντων να πληρωθούν, εξαρτηθεί από τα κατά πόσο οι εναγόμενοι θα ήταν επιτυχείς στις πωλήσεις των εμπορευμάτων που αποφάσισαν να αγοράσουν μόλις πριν την περίοδο ξεπουλημάτων. Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια εκδοχή του ΜΕ1, φέρει τους εναγόμενους να ζητούν την έκπτωση που θέλουν, εισηγούμενοι όπως χρεωθούν επιπρόσθετο ποσά από αυτό που είχαν συμφωνήσει και το οποίο θεωρούσαν ως ψηλό. Το παράλογο της πιο πάνω εκδοχής του ΜΕ1 είναι θεωρώ έκδηλο. Σε αντίθεση όμως με το ΜΕ1, η εκδοχή που πρόβαλε ο ΜΥ1 είναι και λογική αλλά και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Εξηγώ Οι ενάγοντες έπρεπε να παραδώσουν τα παπούτσια πριν τον Νοέμβριο
  7. Δεν το έπραξαν όμως με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι δικαιωματικά να αρνηθούν να τα παραλάβουν όταν αυτά παραδόθηκαν περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2011 συνοδευόμενα από το τιμολόγιο
  8. Αυτό σαφώς ήταν ζημιογόνο για τους ενάγοντες οι οποίοι έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να μετριάσουν τις ζημιές τους. Παρακάλεσαν τους εναγόμενους να τους βοηθήσουν μεταπωλώντας τα παπούτσια μέσω των καταστημάτων τους και ενόψει του ότι θα ήταν πιο δύσκολο να αποκομιστεί κέρδος σε περίοδο ξεπουλημάτων, ζήτησαν όπως το κάθε ζευγάρι χρεωθεί με €5 επιπλέον της αρχικής αξίας που ήταν €33 ως το τιμολόγιο
  9. Επειδή όμως οι εναγόμενοι θα κρατούσαν τα παπούτσια και θα εισέπρατταν εκ μέρους των εναγόντων το νέο τίμημα πώλησης των €38 ανά ζευγάρι, μέχρι να επιστρέψουν τα χρήματα που θα εισέπρατταν ή τα παπούτσια, θα ήταν υπόλογοι στους ενάγοντες για 447 ζευγάρια προς €38 το καθένα εξ' ου και εκδόθηκε το επιπλέον τιμολόγιο
  10. Στη συνέχεια χρειάστηκε να μειωθούν οι τιμές ώστε να πουληθούν περισσότερα παπούτσια εξ' ου και η τιμή μειώθηκε στα €
  11. Δεν χρειαζόταν όμως να εκδοθεί οποιαδήποτε πιστωτική σημείωση εφόσον η τελική «απαλλαγή» των εναγομένων θα γινόταν με την απλή καταβολή οποιουδήποτε ποσού είχε εισπραχθεί και την επιστροφή των απούλητων παπουτσιών. Θέση του ΜΥ1 είναι ότι τελικά πωλήθηκαν 57 ζευγάρια, 8 δόθηκαν στο ΜΕ1 όταν τα ζήτησε για δειγματοληψία και 382 επεστράφηκαν στην Ελλάδα κατόπιν οδηγιών του ΜΕ
  12. Ο ΜΕ1 δέχεται ότι είναι ο ίδιος που έδωσε οδηγίες στην Eurofreight να παραλάβει παπούτσια από τους εναγόμενους για να επιστραφούν στην Ελλάδα και δέχεται ότι τελικά οι εναγόμενοι του έστειλαν ακριβώς 382 ζευγάρια. Δεν δέχεται όμως ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες για να παραληφθεί αυτός ο αριθμός παπουτσιών και ισχυρίζεται ότι οι οδηγίες του ήταν μόνο για 15 ζευγάρια. Επί αυτής της θέσης του ΜΕ1 παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο προβάλλει απόλυτα λογικό το ερώτημα που έθεσε ο ίδιος ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του, ως προς το πώς είναι δυνατό να «ξεγέλασαν» οι εναγόμενοι την Eurofreight και να της φόρτωσαν τριάντα κιβώτια παπουτσιών αν οι οδηγίες της ήταν να παραλάβει μόνο 15 ζευγάρια ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ
  13. Κατά δεύτερο, η ίδια η Eurofreight στο email της προς τους εναγόμενους αναφέρει ρητά ότι μετά που παρέλαβαν από τους εναγόμενους 27 κιβώτια για επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, «.τα κιβώτια παραδόθηκαν στην εταιρεία THAS MARITIME μετά από οδηγίες του κυρίου xxxx Καπνιά.» ήτοι του ΜΕ
  14. Κατά τρίτο, οι Έλληνες εκτελωνιστές ήταν και αυτοί σαφέστατοι στο δικό τους email προς τους εναγόμενους - «Σας επιβεβαιώνουμε ότι για τα εμπορεύματα που φορτώθηκαν από την Κύπρο την 23 Μαΐου 2012 είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία με τον παραλήπτη στην Ελλάδα (Κο Καπνιά) προτού φορτωθούν για την επιβεβαίωση ότι θα τα πάρει αφού πληρώσει τα έξοδα που θα προέκυπταν από την φόρτωση. Με την άφιξη των εμπορευμάτων ειδοποιήθηκε γραπτώς με επιστολή που του στάληκε στο fax την 28/05/12 από το γραφείο μας. Κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιών που είχαμε μαζί του μας επιβεβαίωνε ότι θα παραλάβει το εμπόρευμα και θα πληρώσει τα έξοδα που είχαμε ενημέρωση αρχικά.». Σημειώνω εδώ ότι δεν ζητήθηκε να κλητευθούν οι πιο πάνω συντάκτες των emails ώστε να αντεξεταστούν επί των όσων παρουσιάζονται να αναφέρουν στους εναγόμενους. Ποιο λόγο επομένως είχαν οι εναγόμενοι να επιστρέψουν 382 ζευγάρια παπούτσια στους ενάγοντες αν τα εν λόγω παπούτσια τα είχαν αγοράσει και ήταν δικά τους ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1; Αν πρόθεση τους ήταν να ξεγελάσουν τους ενάγοντες και να μην τους πληρώσουν, θα μπορούσαν κάλλιστα και να μην πληρώσουν αλλά και να κρατήσουν τα παπούτσια μεγιστοποιώντας έτσι το κέρδος τους. Την ίδια στιγμή όμως, γιατί ο ΜΕ1 να επιβεβαιώσει στους εκτελωνιστές, πριν ακόμη φορτωθούν τα παπούτσια, ότι όχι μόνο θα τα παραλάβει αλλά και ότι θα πληρώσει και τα σχετικά μεταφορικά έξοδα αν δεν γνώριζε ακριβώς περί τίνος επρόκειτο; Σίγουρα θα μπορούσε να αρνηθεί την παραλαβή των προϊόντων από πριν τις 23/05/12 που του ζητήθηκε να δώσει την επιβεβαίωση του ώστε αυτά να μπορέσουν να φορτωθούν. Τίποτα τέτοιο όμως έπραξε και αντίθετα έδωσε το πράσινο φως για την επιστροφή των παπουτσιών στην Ελλάδα. Κοντολογίς, και αυτή η πτυχή της εκδοχής του ΜΕ1 καταρρίπτεται σε αντίθεση με την εκδοχή του ΜΥ1 η οποία προβάλλει και λογική αλλά και αληθής. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, σε αντίθεση με το ΜΕ1 ο οποίος δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας εφόσον αρκετές ήταν οι περιπτώσεις που απέφευγε να απαντήσει με σαφήνεια για τα ουσιώδη θέματα όπως ήταν για παράδειγμα το πότε παραδόθηκαν τα παπούτσια ή το γιατί στην αλληλογραφία που αντάλλαξε με το ΜΥ1 μετά την καταχώρηση της αγωγής, εξακολουθούσε να παρουσιάζει ότι το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο των εναγομένων περιλαμβάνει και την επιπλέον χρέωση του τιμολογίου 240, το οποίο κατά τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπήρχε πρόθεση ν' αξιωθεί, ο ΜΥ1 ήταν σταθερός στη μαρτυρία του και απαντούσε με συνοχή και γνήσιο αυθορμητισμό. Η μαρτυρία του ΜΥ1 δε, ήταν σε τέτοιο βαθμό λεπτομερής και επεξηγηματική που δεν αφήνει κανένα περιθώριο να θεωρηθεί ως εκ των υστέρων σκέψεις ή κατασκευασμένη (βλ. π.χ. μέγεθος παπουτσιών που δόθηκαν για δειγματοληψία). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστή τη μαρτυρία του ΜΥ1 ενώ απορρίπτω την περί του αντιθέτου εκδοχή του ΜΕ1 ως αναξιόπιστη.. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως ακριβώς τα ισχυρίστηκε ο ΜΥ
  15. Επομένως, αφού έλαβα υπόψη ότι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των €1700 σε σχέση με τα 57 ζευγάρια που πώλησαν, ότι παρέδωσαν 8 ζευγάρια στο ΜΕ1 όταν τα είχε ζητήσει και ότι επέστρεψαν στους ενάγοντες 382 ζευγάρια με τις οδηγίες του ΜΕ1, κρίνω ότι κανένα ποσό οφείλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες ως οι τελευταίοι αξιώνουν. Για όλους τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω, οι ενάγοντες απέτυχαν αν αποδείξουν την αξίωση τους στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένων και εναντίον εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.