MATALDO INVESTMENTS LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Κ. ΖΑΜΠΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3294/17, 22/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3294/17 Μεταξύ: MATALDO INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού Ενάγουσα Και ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Κ. ΖΑΜΠΑΣ ΛΤΔ, εκ Πάφου Εναγομένη --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.3.18 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.01.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους-αιτητές: κα Μ. Ηλία για κ. Νίκο Α. Τσιαπαλή Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κα Νεάρχου για Χρήστος Χατζηλοϊζου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Ζήνωνος) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη-αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται η απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 12.2.
- Σημειώνεται πως με την ίδια αίτηση (αιτητικό Β) ζητείται όπως μέχρι της εκδίκασης της ανασταλεί η εκτέλεσης της ως άνω απόφασης. Το αίτημα αυτό δεν θα ήταν εφικτό να εξεταστεί στα πλαίσια της ίδιας αίτησης αλλά και εν πάση περιπτώσει δεν έχει προωθηθεί. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.40 Θ.7 και Θ11 και Δ.48 Θ.1-Θ9, στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου, την Πρακτική και τη Νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧΧ Ζαμπά ο οποίος δηλώνει ότι είναι ο διευθυντής της εναγόμενης-αιτήτριας. Αναφέρει ότι αμέσως μετά από την επίδοση στην εναγόμενη του κλητηρίου εντάλματος που έγινε στις 5.12.17 επικοινώνησε με τον δικηγόρο του ο οποίος και του εξήγησε ότι απαιτείτο η υπογραφή διοριστήριου για να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης της εναγόμενης στην αγωγή. Αποδίδει την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης της εναγόμενης στο ότι κατά τις αμέσως επόμενες μέρες πρόσωπο του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος παρουσίασε πρόβλημα υγείας και χρειάστηκε να το μεταφέρει επανειλημμένα σε γιατρούς στη Λευκωσία με αποτέλεσμα να διαλάθει της προσοχής του η αγωγή που του είχε επιδοθεί με αποτέλεσμα να μην επισκεφθεί το γραφείο του δικηγόρου του όπως του είχε ζητηθεί. Προβάλλει περαιτέρω ότι έχει καλή υπεράσπιση και προς τούτο παραθέτει την δική του εκδοχή σε σχέση με την συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης. Οι ισχυρισμοί του συνοψίζονται στο ότι η εναγόμενη διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων για τα οποία υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη και πωλούσε στην ενάγουσα τιμολόγια τα οποία η τελευταία αναλάμβανε να εισπράξει. Αποδέχεται ότι η εναγόμενη είσπραττε από την ενάγουσα τα ποσά των τιμολογίων ισχυρίζεται όμως ότι δεν τα εισέπραττε ως δάνειο ως αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η μεταξύ τους συμφωνία διαλάμβανε πως στη περίπτωση που κάποια τιμολόγια δεν εξοφληθούν η ενάγουσα αναλάμβανε την υποχρέωση να αναθέσει την υπόθεση σε δικό της δικηγόρο και η εναγόμενη αναλάμβανε μόνο την υποχρέωση να συνεργαστεί με τον δικηγόρο της ενάγουσας. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Α) Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη. Β) Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι καταχρηστική και κατ' υπέρβαση του νόμου και του Συντάγματος. Γ) Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών ως αυτές καθορίζονται υπό της σχετικής Νομολογίας επί του θέματος. Δ) Η Αιτήτρια δεν δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία. Ε) Η Αίτηση των Αιτητών στηρίζεται σε αβάσιμα γεγονότα και ισχυρισμούς και είναι αντίθετη με το Νόμο και/ή τις αρχές της Νομολογίας. (Στ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας παρουσιάζει ψευδή γεγονότα ως αληθινά και επιδιώκει να παραπλανήσει το δικαστήριο και/ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ως περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας, είναι παραπλανητικοί και/ή πάσχουν από πλάνη περί τα πράγματα και/ή τον νόμο. Ζ) Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας παρουσιάζει άσχετα γεγονότα ως σχετικά και/ή παρουσιάζει ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς και παραλείπει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τα ουσιαστικά γεγονότα και την αλήθεια. Η) Δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης και/ή η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιολογημένα δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και/ή η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση. Θ) Η Αιτήτρια επιδιώκει να παρουσιάσει ότι δήθεν έχει υπεράσπιση, επικαλούμενη ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς και αποκρύπτοντας ουσιαστικά γεγονότα από το δικαστήριο, παραπλανώντας το δικαστήριο. Η υπεράσπιση που προβάλλει η Αιτήτρια βασίζεται σε μη έγκυρους λόγους (non valid grounds).» Η Αιτήτρια δεν έχει υπεράσπιση. I) Η παρούσα αίτηση είναι κακόβουλη και σκοπός της είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή η καθυστέρηση εκτέλεσης της νομίμως εκδοθείσας υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ' ης η Αίτηση απόφασης. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, Θ.10 διαταγή
- Θ.2 έως 10 και 14 διαταγή 48.Θ, Θ. 1,2, 3, 4 και 9 στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής των Δικαστηρίων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧΧ Κωνσταντινίδη ο οποίος δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας και γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του θα γίνει αναφορά εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο στη συνέχεια της απόφασης μου. Η ακρόαση της υπόθεσης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με βάση τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή να θέσει εκ ποδών μια απόφαση η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης ενός εκ των διαδίκων να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια στα πλαίσια της διαδικασίας περιέχονται στις Δ.17 Θ10, Δ.26 Θ14 και Δ.33 Θ
- Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η δικονομική διαταγή της οποίας χωρεί η εφαρμογή είναι η Δ.17 Θ10 η οποία αφορά παραμερισμό αποφάσεων που λήφθηκαν λόγω παράλειψης εμφάνισης του εναγομένου στο αρχικό στάδιο της αγωγής. Αφορά δηλαδή την περίπτωση όπου το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε με το δέοντα τρόπο στον εναγόμενο ο οποίος παρέλειψε να εμφανιστεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ο ενάγοντας προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης του εξασφαλίζοντας δικαστική απόφαση. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης απετέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Η εκδίκαση όμως της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800). Η κατευθυντήρια γραμμή στη νομολογία δόθηκε από την υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη πλούσια νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην απόφαση στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company,
(1961)CLR 317, υιοθετήθηκε πλήρως η απόφαση στην υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All ER 646 στην οποία καθορίστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, η οποία έχει επανειλημμένα ακολουθηθεί ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.17 θ10 αφορά περίπτωση όπου κανονικά και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση και συνεπώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει τους παράγοντες που έχουν σχέση με την αιτιολόγηση της μη εμφάνισης του διαδίκου αλλά και με την επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118 λέχθηκε πως «Απαραίτητη είναι η εξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση από τη μια του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου πιο πάνω, και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος πρέπει να συμβαδίζει με το θεμελιώδες δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Στυλιανού v. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1234). Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Στην υπόθεση Phylactou (πιο πάνω), ελέχθηκε και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν αφαιρεί εύκολα το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας εφόσον αποκαλύπτει αιτία αγωγής και υπεράσπισης αλλά μπορεί να το πράξει όταν η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρηθεί λόγω εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Σε αιτήσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά του Αιτητή και κατά πόσο αυτή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο εξετάζει και το Πρωταρχικό κριτήριο που είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Με βάση τις νομολογημένες αρχές θα πρέπει να δίδεται σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί, καθώς επίσης, και να αποκαλυφθεί εκ μέρους του αιτητή-εναγομένου εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1Α Α.Α.Δ.308). Όπως έχει τονισθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η με ευκολία επανάνοιξη της υπόθεσης ενός διαδίκου θα υποβιβάσει το εχέγγυο της τελεσιδικίας με αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνάει τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1(A) Α.Α.Δ.528. Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με κάποια σύγχυση στη νομολογία που μπορεί να προκλήθηκε από την υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). «.. Η υπόθεση Νεάρχου με όλο τον σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές Evans v. Bartlam απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά στην ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ4 αλλά, ταυτόχρονα τονίζει πως ό,τι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα.» Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48, θ4 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεως για παραμερισμό αναφορικά με γεγονότα τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδειχθούν. Όπως για παράδειγμα, μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Υποδείχθηκε ότι τα γεγονότα που αφορούν τους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση παραμερισμού απόφασης από τον εναγόμενο. Όπως άλλωστε προκύπτει μέσα από την απόφαση Evans τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για το λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση η Δ.48 θ4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης, αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξης τους. Αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, προκύπτει μέσα από την νομολογία ότι το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να προσκομίσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και όχι απλώς να παραθέτει μια εκδοχή διαφορετική από αυτή του ενάγοντα, ούτως ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Ξενοφών Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1B A.A.Δ. 793 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ.289). Όπως λέχθηκε στην απόφαση στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Μιχάλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Phylactou πιο πάνω αναφέρθηκε ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Το βάρος της απόδειξης είναι στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, όπως θα έπραττε, αν η υπόθεση του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται βεβαίως στην ουσία της υπεράσπισης, ούτε προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα, παρά απλώς προβαίνει σε διαπίστωση περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ή συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος έχει καθήκον να προσκομίσει προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση της εναγόμενης στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Η απόφαση εκδόθηκε στις 12.2.18 και η αιτήτρια δια του διευθυντή της ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού όταν έληξε το θέμα υγείας του συγγενικού του προσώπου και αποτάθηκε στο δικηγόρο του ο οποίος μετά από έρευνα που διενήργησε διαπίστωσε την έκδοση της απόφασης. Προχώρησε στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης στις 22.3.18 , δηλαδή ουσιαστικά ένα και πλέον μήνα περίπου μετά την έκδοση της απόφασης. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος λαμβανομένου υπόψη και του χρονικού σημείου που η εναγόμενη-αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και που η ίδια καθορίζει στους 3 και πλέον μήνες από την επίδοση της αγωγής. Για τους λόγους όμως που εξηγούνται αμέσως στη συνέχεια δεν κρίνεται δικαιολογημένη η παράλειψή της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο με τελική κατάληξη την έκδοση της επίδικης απόφασης στις 12.2.28. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται η παράλειψη αυτή αποδίδεται σε σοβαρό πρόβλημα υγείας συγγενικού προσώπου του διευθυντή της αιτήτριας. Η καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της αρνείται κατηγορηματικά τον πιο πάνω ισχυρισμό της αιτήτρια υπογραμμίζοντας μάλιστα την παράλειψη της τελευταίας να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτήτρια σε σχέση με το λόγο που δεν εμφανίστηκε στην αγωγή, οι οποίοι αμφισβητούνται με την ένσταση της καθ' ης η αίτηση με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, παρέμειναν αναπόδεικτοι σε επίπεδο αόριστων ισχυρισμών στην απουσία καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ή αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση. Όπου υπάρχει βάρος απόδειξης συγκεκριμένου γεγονότος κρινόμενου ως αναγκαίου και απαραίτητου για να αποδειχθεί για την επιτυχία κάποιου αιτήματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης του γεγονός αυτού, θα πρέπει να προσκομισθεί σχετικό αποδεικτικό υλικό από τη πλευρά που φέρει το βάρος απόδειξης προς το Δικαστήριο. Οι λόγοι της μη εμφάνισης ακόμη και σε αιτήσεις παραμερισμού της απόφασης όπως η παρούσα, καθ' ην έκταση αμφισβητούνται θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου πιο πάνω). Με βάση τη Διάταξη 48Θ 4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εγκριθεί ο παραμερισμός της απόφασης για τους λόγους που ο αιτητής επικαλείται βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω και με δεδομένο ότι η εναγόμενη- αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που έφερε θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της καταλήγω ότι δεν έδωσε σοβαρό και εύλογο λόγο για τη μη εμφάνιση της στην αγωγή. Από τη στιγμή συνεπώς που έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της υπό τους Θεσμούς προβλεπόμενης προθεσμίας. Αναφορικά με την αποκάλυψη υπεράσπισης από την εναγόμενη ως μία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προς έγκριση της υπό εξέταση αίτησης διατηρώ υπόψη μου τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της για την έκδοση της επίδικης απόφασης ως επίσης και τα όσα σχετικά προβάλλει η εναγόμενη-αιτήτρια. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης- αιτήτριας ως αυτοί εκτίθενται σε σχέση με την μεταξύ τους συμφωνία και προς τούτο επισυνάπτει στην ένσταση της αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο και στο στάδιο που απέδειξε την αξίωση της. Συνοπτικά καταγράφεται ότι τα εν λόγω έγγραφα πρόκειται για αιτήσεις δανείου για τα ποσά συγκεκριμένων τιμολογίων και αποδείξεις είσπραξης των ποσών αυτών εκ μέρους της εναγόμενης με ταυτόχρονη εκχωρήση προς την ενάγουσα του δικαιώματος είσπραξης των τιμολογίων της εναγόμενης ως εγγύηση εξόφλησης των ως άνω δανείων. Από την πλευρά της η αιτήτρια απλώς παραθέτει μία εκδοχή διαφορετική από αυτή της καθ΄ης η αίτηση παραλείποντας όμως να προσκομίσει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και αυτό ενώ παράλληλα δεν αμφισβήτησε την εκ μέρους της υπογραφή των ως άνω εγγράφων, είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση. Βάσει του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων που παρέμειναν αναντίλεκτα η εναγόμενη- αιτήτρια έλαβε τα αναφερόμενα ποσά ως δάνειο και ανέλαβε τη ρητή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση να καταβάλει στην καθ΄ης η αίτηση τα ποσά των τιμολογίων που παραμένουν ανεξόφλητα είτε πρόκειται για ολόκληρα τα ποσά είτε μέρος αυτών τα οποία και αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο της αξίωσης της ενάγουσας στην αγωγή. Με γνώμονα συνεπώς τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές εξετάζοντας τα ενώπιον μου στοιχεία καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε ούτε και το βάρος που έφερε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας- καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο