ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Δ.Ε. Λτδ ν. P&P ARTIQUE BUILDERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 348/2013, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 348/2013 ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Δ.Ε. Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγοντες -ν- 1) P&P ARTIQUE BUILDERS LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Σ. Στυλιανού Για Εναγόμενους: κ Σ. Νεοκλέους για PHC TSANGARIDES LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, εταιρεία που ασχολείται με το εμπόριο και/ή τις πωλήσεις σιδήρου και/ή οικοδομικού σιδήρου, αξιώνουν από τους εναγόμενους «€18.276,90 υπόλοιπο οφειλόμενο από πωλήσεις οικοδομικού σιδήρου και/ή συναφών προϊόντων και/ή δυνάμει λογαριασμού ..» πλέον τόκους 7,5% από 30/09/11 μέχρι εξοφλήσεως. Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι ήταν πελάτες τους και ότι κατά διάφορες ημερομηνίες μέχρι και το 2011, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, πώλησαν και παράδωσαν στους τελευταίους κατόπιν παραγγελίας τους σίδερο για οικοδομικές εργασίες. Είναι περαιτέρω η θέση των εναγόντων ότι σε σχέση με αυτές τις πωλήσεις εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια τα οποία παρέδιδαν στους εναγόμενους και διατηρούσαν σχετικό λογαριασμό στο όνομα των τελευταίων στον οποίο και κατέγραφαν τις εκάστοτε χρεωπιστώσεις. Ισχυρίζονται τέλος οι ενάγοντες ότι περί την 30/09/11 ο λογαριασμός των εναγομένων παρουσίαζε το αξιούμενο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο παρά τις προφορικές και γραπτές εκκλήσεις τους προς τους εναγόμενους οι τελευταίοι ουδέποτε το εξόφλησαν. Στην αντίπέρα όχθη η υπεράσπιση των εναγομένων είναι λιτή. Δέχονται μεν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες του είδους που οι τελευταίοι ισχυρίζονται και ότι στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας αγόραζαν από τους τελευταίους σίδερο το οποίο τους παραδίδετο μαζί με τα σχετικά τιμολόγια. Αρνούνται όμως ότι μεταξύ των μερών υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία ότι τα εν λόγω τιμολόγια θα γίνονταν αποδεκτά και θα υπογράφονταν κατά την παραλαβή τους από οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή αντιπρόσωπο τους άλλο από τους διευθυντές τους. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι ότι οι όποιοι όροι αναγράφονται στα τιμολόγια που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας των μερών και ότι ουδέποτε οι ενάγοντες τους απέστειλαν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού που να περιέχει ανάλυση του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού. Είναι τέλος η θέση τους ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων για τις οποίες οι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν και οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε νόμιμα εκδοθέντα τιμολόγια. Παρά την απλότητα της υπόθεσης, όπως αυτή αναδύεται από την ανταλλαχθείσα δικογραφία, κατά την ακρόαση κλήθηκαν να καταθέσουν έξι μάρτυρες. Συγκεκριμένα εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν ο xxx Διάκου, πρώην υπάλληλος στο τμήμα πωλήσεων των εναγόντων (ΜΕ1), οι xxxx Θεοφάνους και xxxx Αβρααμίδης, οδηγοί / μεταφορείς των εναγόντων (ΜΕ2 και ΜΕ3), η xxxx Ιωάννου, λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών των εναγόντων (ΜΕ4) και ο xxxx Σκανναβίδης, λογιστής στο λογιστήριο των εναγόντων (ΜΕ5). Εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσε μόνο ο διευθυντής τους, xxxx Ιγνατίου (ΜΥ1). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων των εναγόντων ως προς τη διαδικασία που ακολουθείτο από τους τελευταίους κατά την υποβολή και παράδοση παραγγελιών σε πελάτες τους όπως ήταν οι εναγόμενοι, κύλισε πάνω στις ίδιες γραμμές. Ισχυρίστηκαν ειδικότερα, ο καθένας με έμφαση στην εμπλοκή που αυτός είχε εκ της ιδιότητας του στους ενάγοντες, ότι όταν οι διάφοροι πελάτες της εταιρείας, όπως ήταν και οι εναγόμενοι, ήθελαν να αγοράσουν προϊόντα από την εταιρεία, στη συγκεκριμένη περίπτωση οικοδομικό σίδερο, υπέβαλλαν τη σχετική παραγγελία τους στα καταστήματα της εταιρείας που υπήρχαν ανά το παγκύπριο. Τα εν λόγω καταστήματα, αφού κατέγραφαν την παραγγελία και τα στοιχεία του πελάτη, στη συνέχεια τη διαβίβαζαν ηλεκτρονικά στο τμήμα της κεντρικής αποθήκης για να ετοιμαστεί. Εκεί, οι υπεύθυνοι αποθηκάριοι, όπως είναι η ΜΕ4, αφού οργάνωναν τις παραγγελίες, έδιναν οδηγίες να ετοιμαστεί το σίδερο, να ζυγιστεί και παράλληλα ειδοποιούσαν τους οδηγούς (ΜΕ2 και ΜΕ3) να επικοινωνήσουν με τους πελάτες στη βάση των στοιχείων που είχαν καταγραφεί στην παραγγελία έτσι ώστε να συνεννοηθούν ως προς το πότε και σε ποιον θα παραδίδετο το σίδερο. Αφού ετοιμάζετο η παραγγελία, την παραλάμβαναν οι οδηγοί μαζί με το ζυγολόγιο και το σχετικό δελτίο αποστολής (delivery note) το οποίο υπέγραφε ο αποθηκάριος (ΜΕ4). Στα εν λόγω έγγραφα καταγράφονταν τα στοιχεία του πελάτη, της παραγγελίας και το καθαρό βάρος του σιδήρου στο οποίο αφορούσε η παραγγελία. Ακολούθως οι οδηγοί υπέγραφαν και αυτοί το δελτίο αποστολής και προχωρούσαν να παραδώσουν την παραγγελία ως η συνεννόηση τους με τον πελάτη. Κατά την παράδοση του σιδήρου στον πελάτη, ο τελευταίος επιβεβαίωνε την παραλαβή του σιδήρου υπογράφοντας και αυτός το σχετικό δελτίο, το κρατούσε και στη συνέχεια ο οδηγός επέστρεφε στην εταιρεία το διπλότυπο του δελτίου (ροζ) υπογραμμένο πλέον από όλους όσους ενεπλάκηκαν στην παραγγελία από την ετοιμασία της μέχρι και την παράδοση της. Ακολούθως ειδοποιείτο το κατάστημα που είχε λάβει την παραγγελία ώστε να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη. Ήταν η θέση όλων των μαρτύρων των εναγόντων ότι είναι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους κατόπιν παραγγελιών τους οικοδομικό σίδερο σε διάφορες περιπτώσεις από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι και τα τέλη του 2011 όταν προέκυψε η επίδικη διαφορά οπόταν και η συνεργασία διεκόπη. Ως προς τη συγκεκριμένη εμπλοκή που ο κάθε μάρτυρας των εναγόντων είχε στην υπόθεση, αυτοί ανέφεραν τα εξής: Ο ΜΕ1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), ισχυρίστηκε ότι εκ της θέσεως του στο τμήμα πωλήσεων καταστήματος των εναγόντων είχε άμεση επαφή με τους πελάτες της εταιρείας και τους εναγόμενους τις παραγγελίες των οποίων συνήθως τις υπέβαλλε τηλεφωνικώς ο ίδιος ο διευθυντής τους, ο xxxx Ιγνατίου (xxxx). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το σίδηρο που παραδίδετο με way-bill και αφού επιστρέφετο το υπογραμμένο δελτίο παράδοσης, γίνετο σχετική καταχώρηση στο ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας και ακολούθως εκδίδετο τιμολόγιο το οποίο κλητήρας των εναγόντων έπαιρνε προσωπικά στους εναγόμενους μαζί με αντίγραφο του δελτίου παράδοσης. Ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, γίνετο σχετική καταχώρηση στον λογαριασμό που τηρούσαν οι ενάγοντες στο όνομα των εναγομένων με αρ. 342045 και κατά τακτά διαστήματα, αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού αποστέλλετο στους εναγόμενους για ενημέρωση τους. Η τελευταία πώληση και παράδοση εμπορευμάτων στους εναγόμενους, ήταν σύμφωνα με τον μάρτυρα στις 29/09/11, δεν αφορούσε όμως σίδερο αλλά είδη υγιεινής. Πριν από την εν λόγω παραγγελία, η τελευταία φορά που οι εναγόμενοι αγόρασαν σίδερο σύμφωνα με το μάρτυρα ήταν στις 19/05/11 για το ποσό των €1.771,86. Όταν δε, στις 30/09/11 έγινε η τελευταία πληρωμή από τους εναγόμενους έναντι του λογαριασμού τους για το ποσό των €1.842 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο €18.276,90 ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι επικοινώνησε με τον Γιώτη για να συνεννοηθεί ως προς το πότε θα γινόταν η επόμενη πληρωμή, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να πληρώσει οτιδήποτε και ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι δεν όφειλαν κανένα ποσό. Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια τα εξής: Α. Κατάσταση λογαριασμού εναγομένων υπ αρ. 342045 για την περίοδο 09/01/09 εώς 30/09/11 (Τεκ. 2). Β. Αντίγραφα τριών τιμολογίων με επισυναπτόμενα υπογραμμένα δελτία αποστολής που εκδόθηκαν κατά την περίοδο 08/03/11 με 29/03/11(Τεκ. 1), ήτοι: (
- i)τιμολόγιο 08/03/11 με αρ. 30053256 για το ποσό των €1.320,66 με σχετικό δελτίο αποστολής 49036731. (
- ii)τιμολόγιο 08/03/11 με αρ. 30053254 για το ποσό των €7.430,38 με σχετικό δελτίο αποστολής 49036729. (iii) τιμολόγιο 29/03/11 με αρ. 30053476 για το ποσό των €1.027,18 με σχετικό δελτίο αποστολής 49036881. Γ. Δέσμη διπλότυπων τιμολογίων με επισυνημμένα δελτία αποστολής και ζυγολόγια που εκδόθηκαν μεταξύ 22/10/10 εώς 19/05/11 (Τεκ. 4). Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε γύρω από το ότι τα τιμολόγια δεν φέρουν υπογραφή του παραλήπτη τους, ότι το σίδερο το οποίο κατ' ισχυρισμό παραδίδετο δεν ζυγίζετο στην παρουσία των εναγομένων και ότι πουθενά στα δελτία αποστολής που έφεραν κάποια υπογραφή παραλήπτη δεν αναφερόταν το όνομα του xxxx, ήτοι του διευθυντή των εναγομένων και συνεπώς δεν φαίνεται να παραδόθηκαν σε εξουσιοδοτημένα από τους εναγόμενους πρόσωπα. Ως προς αυτές τις θέσεις του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγομένων, ο μάρτυρας επανέλαβε τη θέση του ως προς το πώς ακριβώς παραδίδονταν τα παραγγελθέντα προϊόντα στους εναγόμενους επαναλαμβάνοντας ότι όλες οι παραδόσεις σιδήρου έγιναν σε πρόσωπο που τους παρουσιάστηκε από τους εναγόμενους ως αρμόδιο για να τις παραλάβει και ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία για τις σχετικές χρεώσεις που έγιναν. Υπεδείχθη στο μάρτυρα ότι η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ως Τεκ. 2 δεν ξεκινούσε με μηδενική ένδειξη, αλλά αντίθετα έφερε ως πρώτη καταγραφή οφειλόμενο υπόλοιπο εκ μεταφοράς €9.120,09 το οποίο ήταν άγνωστο πώς είναι που προέκυψε. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η συνεργασία των μερών είχε ξεκινήσει από πριν το 2009 και ότι κατά τη διάρκεια της, μετά και από τις διάφορες πληρωμές που έκαμναν κατά καιρούς οι εναγόμενοι έναντι του λογαριασμού τους, προέκυψε μέχρι το τέλος του 2008 το εν λόγω οφειλόμενο υπόλοιπο. Επειδή όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κάθε πληρωμή που γινόταν από τους εναγόμενους έναντι λογαριασμού πιστωνόταν στο υπόλοιπο όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με τα εκάστοτε εκδοθέντα τιμολόγια, ουσιαστικά κάθε πληρωμή εξοφλούσε τα προηγούμενα τιμολόγια κατά χρονολογική σειρά έκδοσης τους. Λόγω τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, το έτος 2009 ξεκίνησε με οφειλόμενο υπόλοιπο €9.120,09 το οποίο υπόλοιπο όμως εξοφλήθηκε όταν στις 24/03/09 οι εναγόμενοι προέβησαν σε πληρωμή €10.000 με επιταγή. Ως εκ τούτου ανέφερε ο μάρτυρας, για τους ενάγοντες το 2009 είχε ουσιαστικά εξοφληθεί, εξ' ου και παρουσιάστηκε μόνο η κατάσταση από τις 09/01/09 μέχρι που διεκόπη η συνεργασία των μερών. Παρέπεμψε όμως ο μάρτυρας στο λογιστήριο της εταιρείας ως προς το τι ακριβώς αφορούσαν όλες οι προηγούμενες χρεοπιστώσεις καθώς επίσης και στα τιμολόγια της περιόδου 22/10/10 εώς 19/05/11 και απέρριψε υποβολή που του τέθηκε ότι οι εναγόμενοι έχουν εξοφλήσει πλήρως όλες τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες και ότι αυτός δεν είναι σε θέση να αποδείξει το αντίθετο. Οι ΜΕ2 και ΜΕ3 αναγνώρισαν την υπογραφή τους στα δελτία αποστολής Τεκ. 4, καθώς επίσης και τον αριθμό οχήματος που χρησιμοποίησαν για να παραδώσουν το σίδερο που εκεί αναφέρεται. Οι ίδιοι, ως ισχυρίστηκαν, δεν ενεπλάκηκαν στην έκδοση και παράδοση των σχετικών τιμολογίων, ισχυρίστηκαν όμως ότι για να υπάρχει η υπογραφή τους στα δελτία αποστολής τότε σίγουρα παρέδωσαν το σίδερο στον πελάτη που αναφέρεται στο κάθε δελτίο, ήτοι στους εναγόμενους, μετά που συνεννοήθηκαν μαζί τους πού και πότε να τα παραδώσουν. Τη θέση των ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι παρέδωσαν το σίδερο που αναφέρεται στα δελτία παραλαβής Τεκμήριο 4, η υπεράσπιση δεν το αμφισβήτησε ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΜΕ3 δεν έτυχε καμίας αντεξέτασης. Η ΜΕ4 αναγνώρισε την υπογραφή της σε όλα τα δελτία αποστολής ως το πρόσωπο που τα εξέδωσε αφότου έδωσε οδηγίες με το συνήθη τρόπο για να ετοιμαστεί και παραδοθεί η κάθε παραγγελία. Πέραν τούτου όμως, ανέφερε η μάρτυς, καμία άλλη εμπλοκή είχε στην υπόθεση ενώ με τα θέματα του λογιστηρίου και των χρεοπιστώσεων του λογαριασμού των εναγομένων η ίδια δεν ασχολήθηκε. Ο ΜΕ5 κλήθηκε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του ως λογιστής των εναγόντων και κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε ως Τεκ. 5 πλήρη κατάσταση του λογαριασμού των εναγομένων από το 2005 που ξεκίνησε η συνεργασία των μερών μέχρι και τις 31/03/18, στην οποία περιέχεται και το Τεκ.2 που είχε καταθέσει ο ΜΕ1. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το σύνολο των καταγραφών στην κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων καταδεικνύει ξεκάθαρα πώς είναι που προέκυψε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο των €18.276,90 κατά τις 30/09/11 όσο και το υπόλοιπο των €9.120,09 κατά το τέλος του 2008 το οποίο μεταφέρθηκε στο 2009. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι μία φορά το μήνα εκτυπωνόταν η κατάσταση λογαριασμού με το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγομένων και αποστέλλετο ταχυδρομικώς στη διεύθυνση των τελευταίων χωρίς ποτέ αυτή να επιστραφεί και ουδέποτε οι εναγόμενοι εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτησαν οποιοδήποτε ποσό. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πιστώνονταν οι πληρωμές των εναγομένων, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι όταν δεν καθοριζόταν συγκεκριμένο τιμολόγιο, οι πληρωμές των εναγομένων πιστώνονταν έναντι λογαριασμού και ουσιαστικά εξοφλούσαν το υπόλοιπο που δημιουργείτο από τα πιο παλιά τιμολόγια. Ο δε τόκος που χρεωνόταν σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, ανέφερε ο μάρτυρας, χρεωνόταν επί του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού. Υπεδείχθη τότε στο μάρτυρα ότι σύμφωνα με τα τιμολόγια ο τόκος θα χρεώνετο στη βάση του ποσού του κάθε τιμολογίου και όχι του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού. Εξήγησε όμως ο μάρτυρας ότι εφόσον το εκάστοτε υπόλοιπο αποτελείτο από τιμολόγια η πληρωμή των οποίων ούτως η άλλως καθυστερούσε και η πληρωμή των εναγομένων ουσιαστικά εξοφλούσε είτε συγκεκριμένα τιμολόγια είτε τιμολόγια κατ' αρχαιότητα, η χρέωση τόκου επί του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού ή επί του κάθε απλήρωτου τιμολογίου, ουσιαστικά ήταν η ίδια. Αντεξετάσθηκε επίσης ο μάρτυρας ως προς το που βρίσκονται τα τιμολόγια που αφορούν σε όλες τις καταγραφές που παρουσιάζονται στον λογαριασμό και ως προς το γιατί παρουσιάστηκαν μόνο κάποιες από αυτές. Παραπέμποντας και πάλι στο σύνολο των καταγραφών που φαίνονται στη συνολική και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός των Εναγομένων, ιδωμένος συνολικά, δηλαδή όλες οι χρεοπιστώσεις από την αρχή μέχρι το τέλος (2005-2018), παρουσιάζει το ίδιο οφειλόμενο υπόλοιπο, με το να ιδωθεί τμηματικά, δηλαδή τις χρεοπιστώσεις που έγιναν μέχρι το τέλος του 2008 και τις χρεοπιστώσεις που έγιναν μεταξύ 2009 - 2011, εφόσον οι πληρωμές που έγιναν κατά την εν λόγω περίοδο, όπου δεν αφορούσαν συγκεκριμένα τιμολόγια, ουσιαστικά εξόφλησαν τις οφειλές που είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως. Για παράδειγμα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κατά την τελευταία αγορά που έκαναν οι εναγόμενοι σε σχέση με είδη υγιεινής στις 29/09/11 για το συνολικό ποσό των €3.442,53, αυτοί είχαν δώσει προκαταβολή €1.600 στις 21/07/11 και το υπόλοιπο ποσό των €1.842 το κατέβαλαν κατά την παράδοση στις 30/09/11. Ως εκ τούτου, εκείνες οι δύο πληρωμές εξόφλησαν το συγκεκριμένο τιμολόγιο της 29/09/11 εξ' ου και αυτό δεν παρουσιάστηκε. Ουδέν επομένως θα εξυπηρετούσε, υποστήριξε ο μάρτυρας, η προσκόμιση όλων των τιμολογίων των εναγομένων. Τέλος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το λογιστήριο ενημερώνεται από τα καταστήματα όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην εξόφληση των παραγγελιών. Όπως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έτσι και στην παρούσα, αφού το λογιστήριο ενημερώθηκε για την καθυστέρηση των εναγομένων, τηλεφώνησε ο ίδιος στους τελευταίους για να τους υπενθυμίσει την ύπαρξη της οφειλής την οποία σε κάθε περίπτωση τη γνώριζαν από τις καταστάσεις που τους αποστέλλονταν και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Όταν είδε όμως ότι δεν υπήρχε θετική ανταπόκριση προχώρησε και έδωσε οδηγίες σε δικηγόρο για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο ΜΥ1, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας των εναγομένων, κατέθεσε την ουσία της κυρίως εξέτασης του μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β). Στην εν λόγω δήλωση ο μάρτυρας δέχτηκε ότι τα μέρη είχαν συνεργασία με τον τρόπο που ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες και ότι μετά την έκδοση και παράδοση τιμολογίων από τους τελευταίους, οι εναγόμενοι προέβαιναν σε διάφορες πληρωμές. Ισχυρίστηκε όμως ο μάρτυρας ότι ουδέποτε οι ενάγοντες τους απέστειλαν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού, ενώ οι πληρωμές που γίνονταν, αυτές ήταν προς εξόφληση τιμολογίων. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας με ειδική αναφορά στα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4, ότι «.όλα τα τιμολόγια που έχουν καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν πλήρως εξοφληθεί.» και προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού παρέπεμψε στις πληρωμές που φαίνονται στην κατάσταση Τεκ.5 να ακολουθούν των τιμολογίων Τεκ.1 και 4. Έθιξε παράλληλα ο μάρτυρας ότι τα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 δεν φέρουν την υπογραφή των εναγομένων γεγονός που καταδεικνύει, σύμφωνα με το μάρτυρα, ότι δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία στους εναγόμενους να αντιπαραβάλουν τα τιμολόγια με την κατ' ισχυρισμό κατάσταση λογαριασμού ώστε να διαφωνήσουν με το υπόλοιπο. Ήταν τέλος η θέση του μάρτυρα ότι οι εναγόμενοι έχουν εξοφλήσει πλήρως όλες τους τις οφειλές. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι λογιστές των εναγομένων τηρούσαν κατάσταση των συναλλαγών τους με τους ενάγοντες στη βάση των τιμολογίων και των αποδείξεων που τους προσκόμιζε ο ίδιος μετά που τα παραλάμβανε από τους ενάγοντες. Ο λόγος που αρνήθηκε να πληρώσει οτιδήποτε περισσότερο στους ενάγοντες, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ήταν διότι με βάση την κατάσταση που κρατούσαν οι λογιστές του, η εταιρεία είχε εξοφλήσει πλήρως όλες τις οφειλές της και ουδέν ποσό χρωστούσε στους ενάγοντες. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει την εν λόγω κατάσταση πλην όμως ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν την είχε μαζί του εφόσον ήταν στην κατοχή των λογιστών του. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι οι εκάστοτε πληρωμές των εναγομένων γίνονταν από τον ίδιο προσωπικά με επιταγή και αφορούσαν άλλοτε ποσά έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού και άλλοτε συγκεκριμένα τιμολόγια. Όταν ρωτήθηκε δε πώς ήξερε το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού ώστε να μπορεί να καταβάλει πληρωμές έναντι, παρέπεμψε και πάλι στην ενημέρωση που λάμβανε από τους λογιστές των εναγομένων ισχυριζόμενος παράλληλα ότι «δεν μπορώ να σας απαντήσω για τους λογιστές». Ισχυρίστηκε τέλος μετά που του υπεβλήθη ότι οι εναγόμενοι λάμβαναν τακτικά κατάσταση λογαριασμού μέσω του ταχυδρομείου ότι δεν θυμάται αν όντως λάμβανε τέτοια κατάσταση και ότι το μόνο που θυμάται ήταν ότι οι λογιστές του τον ενημέρωσαν ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό στους ενάγοντες. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών τελικών αγορεύσεων, αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω εδώ ότι αμφότεροι, επικαλούμενοι την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους, έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς, υποστήριξαν, ο μεν κ. Στυλιανού ότι οι ενάγοντες πέτυχαν πλήρως να αποδείξουν τις αξιώσεις τους, ο δε κ. Νεοκλέους, ότι τίποτα τέτοιο αποδείχθηκε. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Έστω και αν κατά τη διάρκεια της ακρόασης φάνηκαν να περιπλέκονται θέματα υπολοίπου λογαριασμού και απλήρωτων τιμολογίων, η ουσία της υπόθεσης είναι απλή. Πρόκειται για μια συνηθισμένη περίπτωση, ισχυριζόμενου χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού, που ως προκύπτει και από την Ε/Α, αφορά στο υπόλοιπο που κατά τους ενάγοντες παρουσίαζε ο λογαριασμός που τηρούσαν σε σχέση με τα εμπορεύματα που κατά καιρούς αγόραζαν από αυτούς οι εναγόμενοι, από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι τέλους. Αυτό άλλωστε είναι και που προκύπτει ξεκάθαρα από το δικόγραφο των εναγόντων, ανεξαρτήτως του πώς χαρακτηρίστηκε η υπόθεση από τους διάδικους ή της μαρτυρίας που αμφότεροι οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν. (βλ. CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014 Demil Co. Ltd ν. A Panayides Contracting Ltd,
(2008)1 Α.Α.Δ. 661 και Evangelou κ.ά. v. Minerva Finance
(2004)1 A.A.Δ. 1734). Εν πάσει περιπτώσει, όπως φαίνεται και από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών, και αυτοί αντιλήφθηκαν και αντιμετώπισαν την υπόθεση ως αφορώσα αποκλειστικά ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, εξ' ου και η όλη επιχειρηματολογία τους περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσο αποδείχθηκε ή όχι το αξιούμενο υπόλοιπο. Η συνεργασία πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων των διαδίκων είναι παραδεκτή. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, οι ενάγοντες παρέδιδαν στους εναγόμενους, κατόπιν παραγγελίας, διάφορα εμπορεύματα για τα οποία εξέδιδαν σχετικό δελτίο αποστολής και το οποίο επίσης παρέδιδαν στους τελευταίους έναντι της υπογραφής τους δεν αμφισβητείται. Ούτε όμως αμφισβητείται ότι μετά την παράδοση ακολουθούσε η έκδοση τιμολογίου και η ανάλογη χρέωση του λογαριασμού των εναγομένων καθώς και ότι οι τελευταίοι κατά καιρούς προέβαιναν σε διάφορες πληρωμές είτε έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού τους είτε έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται και συνιστά το επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το πώς κατέληξε ο λογαριασμός των Εναγομένων να παρουσιάζει το οφειλόμενο υπόλοιπο που ισχυρίζονται με την αγωγή τους οι Ενάγοντες, ήτοι το ποσό των €18.276,
- Η εκδοχή των εναγόντων, η οποία προωθήθηκε κυρίως μέσω των ΜΕ1 και ΜΕ5, είναι ότι το εν λόγω υπόλοιπο προέκυψε μετά από διάφορες πωλήσεις που έγιναν περί το 2011, ως οι εν λόγω συναλλαγές φαίνονται στα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 και καταγράφονται στην τμηματική αλλά και στην πλήρη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε για την περίοδο 2005 μέχρι και τις 31/08/18 (Τεκ. 2 και 5). Επί της εν λόγω μαρτυρίας παρατηρώ τα εξής: Η αντεξέταση του ΜΕ1 περιστράφηκε γύρω από δύο θέματα. Το πρώτο αφορούσε αμφισβήτηση των εναγομένων αφ' ενός της θέσης ότι το σίδηρο που αναφέρεται στα τιμολόγια Τεκ.1 και 4 αφορούσε σε παραγγελία των εναγόμενων και αφ' ετέρου της θέσης ότι το εν λόγω σίδερο παραδόθηκε δεόντως στους τελευταίους. Το δεύτερο θέμα αφορούσε την αμφισβήτηση από τους εναγόμενους του φερόμενου ως τελικού υπολοίπου των €18.276,90 που παρουσίαζε η τμηματική κατάσταση λογαριασμού Τεκ.2 λόγω του ότι αυτή ξεκινούσε από το 2009 με οφειλόμενο υπόλοιπο εκ μεταφοράς, €9.120,09 για το οποίο δεν δίνετο καμία εξήγηση. Η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι αυτό το «αρχικό» υπόλοιπο του 2009 προέρχετο από προηγούμενες συναλλαγές των μερών, οι οποίες είχαν εξοφληθεί με την πρώτη πληρωμή που έγινε το 2009, ήτοι την πληρωμή των €10.000 στις 24/03/09 όπως άλλωστε γινόταν με όλες τις πληρωμές που οι εναγόμενοι έκαμναν έναντι λογαριασμού, ήτοι ότι αυτές πιστώνονταν στο εκάστοτε υπόλοιπο ουσιαστικά εξοφλώντας έτσι τα τιμολόγια που το συνέθεταν κατά χρονολογική σειρά έκδοσης τους. Λόγω τούτου, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όλα τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί πριν τα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 είχαν ουσιαστικά εξοφληθεί με τις πληρωμές που έκαμαν οι εναγόμενοι και γι' αυτό δεν προσκομίστηκαν. Ως προς το πρώτο θέμα που αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι, ήτοι αυτό των τιμολογίων των Τεκ.1 και 4, σημειώνω κατά πρώτο ότι η μη αντεξέταση του ΜΕ3 και η μη αμφισβήτηση των όσων ο εν λόγω μάρτυρας, ο ΜΕ2 και η ΜΕ4 ανέφεραν αναφορικά με τη δική τους εμπλοκή στην υπόθεση, ήτοι ότι αυτοί ήταν που ετοίμασαν και παράδωσαν προσωπικά στους εναγόμενους το σίδηρο που αναφέρεται στα εν λόγω τιμολόγια κατόπιν σχετικής παραγγελίας των τελευταίων, σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που οι εν λόγω μάρτυρες μου έκαμαν στο εδώλιο, καθιστά τη μαρτυρία τους πλήρως αξιόπιστη στο σύνολο της και στη βάση της προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Κατά δεύτερο, η θέση που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ότι «.όλα τα τιμολόγια που έχουν καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν πλήρως εξοφληθεί.», κάμνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4, επιβεβαιώνει την θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι τα εν λόγω τιμολόγια όντως αφορούσαν σε παραγγελίες των εναγομένων, οι οποίες τους παραδόθηκαν δεόντως, όπως τους παραδόθηκαν και τα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4, τα οποία οι τελευταίοι αποδέχτηκαν ως ορθά. Κατά τρίτο, το ότι οι εναγόμενοι παρουσιάζονται μέσω του ΜΥ1 να είχαν στην κατοχή τους τιμολόγια που εξέδιδαν οι ενάγοντες μετά από κάθε παράδοση σιδήρου και τα οποία μάλιστα ισχυρίστηκαν ότι έδιναν στους λογιστές τους, επιβεβαιώνει την εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι παρά το ότι τα εν λόγω τιμολόγια δεν παραδίδονταν ταυτόχρονα με την παράδοση των εμπορευμάτων εντούτοις αυτά παραδίδονταν στους εναγόμενους σύντομα μετά. Ως προς το δεύτερο θέμα που αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι, ήτοι αυτό των χρεοπιστώσεων που συνθέτουν το κατ' ισχυρισμό τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο των €18.276,90, υπενθυμίζω ότι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε η επί του προκειμένου δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων, ήταν ότι οι χρεώσεις των εναγόντων είναι αυθαίρετες και δεν ανταποκρίνονται σε νόμιμα εκδοθέντα τιμολόγια ούτε σε τιμολόγια για τα οποία οι ίδιοι είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση. Παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, η όποια αμφισβήτηση τέθηκε από πλευράς εναγομένων κατά την μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με το «αρχικό» υπόλοιπο εκ μεταφοράς που παρουσίαζε η τμηματική κατάσταση Τεκ.2, αυτή έπαυσε να προβάλλεται όταν παρουσιάστηκε η πλήρης αναλυτική κατάσταση Τεκ.5 κατά τη μαρτυρία του ΜΕ5, η οποία ξεκινά με μηδενικό υπόλοιπο από το 2005 και παρουσιάζει λεπτομερή καταγραφή όλων των χρεοπιστώσεων που έγιναν στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της συνεργασίας των μερών. Κατά δεύτερο, αμφότερες οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι ΜΕ1 και ΜΕ5, ήτοι τα Τεκ.2 και 5, καταδεικνύουν χρεοπιστώσεις οι οποίες από τις 14/02/05 που καταγράφεται η πρώτη χρέωση μέχρι τις 30/09/11 που καταγράφεται η τελευταία πίστωση, συμποσούνται στο αρνητικό ποσό των €18.276,
- Τα «μαθηματικά» των εν λόγω καταστάσεων δεν έχουν αμφισβητηθεί. Κατά τρίτο, η πρώτη πληρωμή που παρουσιάζονται οι εναγόμενοι να κάμνουν εντός του 2011, αφορά στο συγκεκριμένο ποσό των €8990,17 στις 04/03/
- Το ποσό αυτό είναι το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις καταστάσεις να προκύπτει στις 09/02/11, μετά δηλαδή απ' όλες τις συναλλαγές που είχαν γίνει ως τότε και μόλις έγινε η πρώτη χρέωση του 2011 και συγκεκριμένα η χρέωση της 09/02/11 για το ποσό €128,
- Με άλλα λόγια, οι εναγόμενοι παρουσιάζονται στις 04/03/11 να καταβάλλουν ανεπιφύλακτα τέτοια συγκεκριμένη πληρωμή, την οποία να σημειωθεί ότι ουδέποτε αμφισβήτησαν, με την οποία εξόφλησαν εντός ενός μηνός από την τελευταία χρέωση ως ήταν και ο όρος της συμφωνίας των μερών, το ακριβές υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στην κατάσταση να οφείλεται κατά την πρώτη χρέωση του 2011 περιλαμβανομένων και όλων των μέχρι τότε χρεώσεων τόκων. Το υπόλοιπο του λογαριασμού τους δε κατά την πληρωμή των €8990,17 στις 04/03/11, ήταν €9.189,78 που είναι και το ακριβές άθροισμα των δύο χρεώσεων που έγιναν στις 14/02/11 (€7521,35 και €1668,43), ήτοι των χρεώσεων που έγιναν αμέσως μετά τη χρέωση της 09/02/11 η οποία εξοφλήθηκε με την πληρωμή της 04/03/
- Σημειώνω εδώ ότι παρόμοιου τύπου «μεταγενέστερες εξοφλήσεις» εντός ενός μηνός παρουσιάζονται να γίνονται σε διάφορα σημεία του λογαριασμού, όπως ακριβώς δηλαδή ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι γινόταν. Η ουσία όμως είναι ότι στις 04/03/11, οι εναγόμενοι είχαν εξοφλήσει ότι ποσό όφειλαν μέχρι και τις 09/02/
- Μετά τη χρέωση της 09/02/11, η οποία εξοφλήθηκε με την πληρωμή των €8990,17 στις 04/03/11, οι χρεώσεις τιμολογίων που καταγράφονται στην τμηματική κατάσταση λογαριασμού Τεκ.2 καθώς και στην πλήρη κατάσταση που κατατέθηκε στη συνέχεια ως Τεκ.5 να ακολουθούν, ανταποκρίνονται πλήρως σε όλα τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως Τεκ.1 και 4, και τα οποία ο διευθυντής των εναγομένων ΜΥ1 αποδέχτηκε κατά τη μαρτυρία του ως τιμολόγια ορθά και νόμιμα εκδομένα και σύμφωνα με τη συνεργασία των μερών. Λαμβανομένης δε υπόψη αυτής της αποδοχής του ΜΥ1 συνεπώς, οι χρεώσεις τιμολογίων που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού να γίνονται μετά τις 09/02/11, ήτοι από τις 14/02/11 μέχρι και τις 19/05/11, ως αυτές επεξηγήθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ5, προκύπτουν να είναι και ορθές και νόμιμες αλλά και πλήρως ανταποκρινόμενες στον τρόπο συνεργασίας των μερών. Δεν έχω παραγνωρίσει ότι τα τιμολόγια σε σχέση με τη χρέωση της 29/10/10 για το ποσό των €832,49 και τη χρέωση της 09/02/11 για το ποσό €128,92, δεν συμπεριλήφθηκαν στα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 όμως ενόψει της αδιαμφισβήτητης μεταγενέστερης εξόφλησης στις 04/03/11 του υπολοίπου στο οποίο οι εν λόγω χρεώσεις περιλαμβάνονταν, η μη προσκόμιση των τιμολογίων για τις δύο αυτές χρεώσεις, καθίσταται άνευ σημασίας. Κατά τέταρτο, από τις 14/02/11 μέχρι και τις 19/05/11, ήτοι μετά την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου που υπήρχε στις 09/02/11, οι μόνες χρεώσεις τιμολογίων που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού να έγιναν και οι οποίες χρεώσεις ανταποκρίνονται στα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4, είναι οχτώ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €27030,
- Η μόνη πληρωμή που παρουσιάζεται να έγινε μετά την πληρωμή της 04/03/11 και εντός της περιόδου 14/02/11 - 19/05/11 ήταν για το ποσό των €9200 στις 31/03/
- Απλή προσθαφαίρεση των δύο ποσών καταδεικνύει ότι κατά το 2011 και συγκεκριμένα από τις 14/02/11 μέχρι και τις 19/05/11, είχε δημιουργηθεί αρνητικό υπόλοιπο στο λογαριασμό ύψους €17.830,
- Η μόνη άλλη χρέωση τιμολογίου που αναφέρεται εντός του 2011 και για την οποία δεν παρουσιάστηκε σχετικό τιμολόγιο, είναι η τελευταία χρέωση τιμολογίου της 29/09/11 για το ποσό των €3442,
- Η εν λόγω χρέωση, ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ5, δεν αφορούσε οικοδομικό σίδηρο αλλά είδη υγιεινής και ο λόγος που δεν προσκομίστηκε το σχετικό τιμολόγιο ήταν διότι αυτό εξοφλήθηκε με συγκεκριμένες πληρωμές που έγιναν πριν και μετά τη χρέωση, οι οποίες καθορίστηκαν να αφορούν στο συγκεκριμένο τιμολόγιο και όχι στο υπόλοιπο του λογαριασμού. Όπως περαιτέρω εξήγησε ο ΜΕ5, την εν λόγω χρέωση των €3442,53 οι εναγόμενοι ουσιαστικά την εξόφλησαν καταβάλλοντας €1600 ως προκαταβολή στις 21/07/11 και €1842 κατά την παράδοση των προϊόντων στις 30/09/11 και οι εν λόγω πληρωμές είναι οι μόνες άλλες πληρωμές που έγιναν εντός του
- Η επί του προκειμένου θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους αλλά επιβεβαιώνεται και από τα όσα καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Ορθή επομένως κρίνεται και η θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι δεν υπήρχε λόγος να προσκομιστεί το εν λόγω τιμολόγιο αφού αυτό εξοφλήθηκε με τις μόνες άλλες πληρωμές που έγιναν εντός 2011 ήτοι τις συγκεκριμένες πληρωμές της 21/07/11 και της 30/09/
- Παρέμεινε βέβαια υπόλοιπο €0,53 το οποίο υπολογίστηκε στο τελικό υπόλοιπο. Τέλος, οι μόνες χρεώσεις τόκων που καταγράφονται να έγιναν κατά το 2011, αυτές καταγράφονται να λαμβάνουν χώρα από τις 30/04/11 και μετά και να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €445,
- Υπενθυμίζω ότι μετά την πληρωμή της 04/03/11 η οποία εξόφλησε το υπόλοιπο που υπήρχε κατά τις 09/02/11, το υπόλοιπο που καταγράφηκε στο λογαριασμό των εναγομένων προέκυψε από «καθαρή» χρέωση των δύο τιμολογίων που εκδόθηκαν αμέσως μετά, ήτοι στις 14/02/11 και δεν περιείχε οποιοδήποτε τόκο εφόσον τέτοιος τόκος άλλωστε, αν υπήρχε, είχε εξοφληθεί. Από τις 09/02/11 και μετά δηλαδή, η πρώτη φορά που χρεώνεται τόκος στο λογαριασμό των εναγομένων, ήταν στη βάση των μεταγενέστερων «καθαρών» χρεώσεων τιμολογίων και μετά που παρήλθε περίοδος πέραν του ενός μηνός από την χρέωση της 14/02/11 χωρίς να γίνει άλλη πληρωμή, ως άλλωστε ρητά προνοείτο επί του κάθε εκδοθέντος τιμολογίου. Επομένως και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ5 επιβεβαιώνεται. Κοντολογίς, στη βάση των πιο πάνω και με απλή πρόσθεση των ποσών που έχουν τονιστεί με μαύρο φόντο ανωτέρω, τα οποία ποσά συνιστούν το μαθηματικό υπόλοιπο των αδιαμφισβήτητων συναλλαγών της περιόδου μετά την εξόφληση του υπολοίπου της 09/02/11, (€17.830,72, €0,53 και €445,65), προκύπτει ότι η επί του προκειμένου μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ5, συνάδει και με την δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων αλλά και με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν ως προς το ότι κατά τις 30/09/11, ο λογαριασμός των εναγομένων παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €18.276,90 το οποίο είχε δημιουργηθεί από συναλλαγές που έγιναν κατά τη διάρκεια του 2011 και οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν. Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να επισημάνω και το εξής. Η θέση του ΜΥ1 ότι οι πληρωμές που έκαναν οι εναγόμενοι κατά καιρούς αφορούσαν και σε πληρωμές έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού τους, το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι εναγόμενοι παρουσιάζονται, και αυτό δεν το αμφισβητούν, να προβαίνουν σε πληρωμές μεγαλύτερες από τις χρεώσεις που προηγήθηκαν της πληρωμής τους (βλ. π.χ. χρεώσεις και πληρωμές Οκτ.2010 - σύνολο χρεώσεων €10.793,38 και σύνολο πληρωμών €40.215) και τέλος η αξιοσημείωτη συγκεκριμένη πληρωμή του ποσού των €8990,17 στις 04/03/11, η οποία αντιστοιχούσε ακριβώς στο υπόλοιπο του λογαριασμού τους κατά τις 09/02/11, επιβεβαιώνει τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ5 ότι οι εναγόμενοι ήταν πάντα ενήμεροι για το υπόλοιπο του λογαριασμού τους και μάλιστα για το υπόλοιπο που παρουσίαζε η κατάσταση που τηρούσαν οι ενάγοντες. Υπενθυμίζω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν ότι η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο μάρτυρας ως Τεκ.2, ήτοι από το 2009 και εντεύθεν, ήταν ορθή. Η «εξοφλητική πληρωμή» όμως των €8990,17 έλαβε χώρα στις 04/03/11 και δεν αμφισβητήθηκε. Δεν μπορούν συνεπώς από τη μια οι εναγόμενοι να αμφισβητούν το υπόλοιπο που η κατάσταση των εναγόντων παρουσιάζει να προέκυψε μετά το 2008 και να ισχυρίζονται ότι δεν τους αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού και ότι δεν τους γινόταν καμία σχετική ενημέρωση και από την άλλη να μην αμφισβητούν ότι στις 04/03/11 προέβησαν σε πληρωμή του ακριβές ποσού που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οφειλόταν με βάση την ίδια ακριβώς κατάσταση που αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι. Είναι θεωρώ προφανές ότι οι ενάγοντες απέστελλαν τακτικά κατάσταση λογαριασμού στους εναγόμενους, ως ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ5, ώστε να τους ενημερώνουν για τις εκάστοτε οφειλές τους εξ' ου και οι τελευταίοι γνώριζαν επακριβώς πότε και πόσα έπρεπε να πληρώσουν. Πρόσθετα όμως όλων των πιο πάνω, αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΕ5 μου έκαμαν καλή εντύπωση και η μαρτυρία τους, όπως μπορεί να διαφανεί και από τα όσα αναφέρω ανωτέρω, ήταν λεπτομερής, είχε συνοχή και ήταν απόλυτα επεξηγηματική και κατατοπιστική ως προς τα ουσιώδη θέματα της υπόθεσης. Κρίνω συνεπώς ως πλήρως αξιόπιστους και τους ΜΕ1 και ΜΕ5 και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Στρέφομαι τώρα στην εκδοχή των εναγομένων όπως αυτή προωθήθηκε με τη μαρτυρία του ΜΥ
- Κατ' αρχή θα πρέπει να σημειώσω ότι η εκδοχή που προωθήθηκε από τους εναγόμενους δεν είχε συνοχή. Παραδέχτηκαν στο δικόγραφο τους ότι οι ενάγοντες τους πώλησαν εμπορεύματα με πίστωση και δυνάμει λογαριασμού μέχρι και το 2011 με τον τρόπο που ισχυρίστηκαν οι τελευταίοι. Ισχυρίστηκαν όμως ότι μόνο στους διευθυντές των εναγομένων έπρεπε να παραδίδονται τα εν λόγω τιμολόγια, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι μόνο τα τιμολόγια που έφεραν την υπογραφή του διευθυντή τους ήταν πλήρως αποδεκτά. Αμφισβήτησαν παράλληλα κατά γενικό και αόριστο τρόπο την εγκυρότητα και νομιμότητα των τιμολογίων που συνιστούσαν τις χρεώσεις που των εναγόντων μέχρι το
- Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 παρουσιάστηκε η τμηματική κατάστασης Τεκ.2 καμία όμως συγκεκριμένη χρεοπίστωση της δεν αμφισβητήθηκε. Αντίθετα, τα πυρά του συνηγόρου επικεντρώθηκαν στο γεγονός ότι η εν λόγω κατάσταση ξεκινούσε από το 2009 με οφειλόμενο υπόλοιπο εκ μεταφοράς €9120,09 το οποίο ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εξηγηθεί. Παρουσιάστηκαν επίσης τα τιμολόγια Τεκ.1 και 4 για τα οποία αμφισβητήθηκε το κατά πόσο ο σίδηρος που εκεί αναφέρετο όντως είχε παραγγελθεί και παραδοθεί στους εναγόμενους, στη βάση του ότι τα εν λόγω τιμολόγια δεν έφεραν υπογραφή παραλήπτη ενώ τα συνοδευτικά δελτία αποστολής που έφεραν τέτοια υπογραφή, δεν υπογράφονταν από τον διευθυντή των εναγομένων αλλά από άλλα πρόσωπα. Κατά τη μαρτυρία των επόμενων μαρτύρων των εναγόντων όμως, αυτή η γραμμή υπεράσπισης άλλαξε. Η θέση ότι το σίδηρο των τιμολογίων Τεκ.1 και 4 δεν αφορούσε και ούτε παραδόθηκε στους εναγόμενους εγκαταλείφθηκε κατά τη μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4 με τις θέσεις των τελευταίων ότι αυτοί προσωπικά ήταν που ετοίμασαν το εν λόγω σίδηρο και το παρέδωσαν στους εναγόμενους κατόπιν παραγγελίας τους, να μην αμφισβητούνται. Και η θέση όμως αναφορικά με το υπόλοιπο του 2009 εγκαταλείφθηκε όταν κατέθεσε ο ΜΕ5 ο οποίος παρουσίασε πλήρη αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού των εναγομένων από την αρχή της συνεργασίας των μερών το 2005 μέχρι και το τέλος της το 2011, στην οποία φαινόταν ακριβώς πώς προέκυψε το υπόλοιπο κατά το
- Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ5 όμως, η γραμμή υπεράσπισης διευρύνθηκε κατά γενικό και αόριστο τρόπο με την επί του προκειμένου αντεξέταση του μάρτυρα να περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο ο ίδιος γνωρίζει σε τι αφορούν οι εκατοντάδες συναλλαγές που παρουσιάζονται στην κατάσταση χωρίς όμως να του υποδεικνύεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ως αμφισβητούμενη. Ούτε όμως υπεδείχθη στο μάρτυρα, και ενώ αυτός κλήθηκε να καταθέσει ως ο λογιστής των εναγόντων, οποιαδήποτε απόδειξη που να αφορά σε πληρωμή των εναγομένων η οποία να μην είχε πιστωθεί στο λογαριασμό ή έστω κάποια κατάσταση λογαριασμού που να παρουσιάζει διαφορετική εικόνα από την κατάσταση που ο μάρτυρας παρουσίασε και αυτό παρά το ότι η θέση των εναγομένων ήταν η εξόφληση. Αντιθέτως, ακόμη και εκεί που ο μάρτυρας προχώρησε και εξήγησε συγκεκριμένες χρεοπιστώσεις, όπως ήταν για παράδειγμα οι χρεοπιστώσεις που περιέβαλλαν την τελευταία αγορά των εναγομένων αναφορικά με είδη υγιεινής, η επί του προκειμένου μαρτυρία του μάρτυρα δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί ή να αντικρουστεί. Κατά τη μαρτυρία του ΜΥ1 όμως, η γραμμή της υπεράσπισης και πάλι άλλαξε. Ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στην κυρίως εξέταση του να δέχεται πλέον την ορθότητα και εγκυρότητα των τιμολογίων Τεκ.1 και 4, τα οποία μάλιστα ισχυρίστηκε ρητά ότι εξόφλησε. Την ίδια στιγμή όμως άφησε να πλανάται στον αέρα και μια αμφισβήτηση για τα εν λόγω τιμολόγια λόγω του ότι αυτά δεν έφεραν την υπογραφή του. Η επί του προκειμένου αμφισβήτηση του βέβαια δεν συνάδει ούτε με τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης των εν λόγω τιμολογίων αλλά ούτε και με τη γραμμή που τήρησε ο συνήγορος των εναγομένων κατά την μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ
- Όταν ο ΜΥ1 πιέστηκε κατά την αντεξέταση επί της αντίθεσης αυτής, ισχυρίστηκε ότι πίστευε ότι τα εν λόγω τιμολόγια είχαν εξοφληθεί σύμφωνα με την ενημέρωση που του έγινε από τους λογιστές των εναγομένων. Παρά όμως το ότι του ζητήθηκε ρητά και επίμονα να παρουσιάσει κάποια σχετική εξοφλητική απόδειξη ή έστω αυτήν την κατάσταση των λογιστών των εναγομένων στην οποία παρέπεμψε για να υποστηρίξει τις θέσεις του, ο μάρτυρας αδυνατούσε να το πράξει, παραπέμποντας γενικά και αόριστα στους λογιστές των εναγομένων, οι οποίοι να σημειωθεί ουδέποτε κλήθηκαν να καταθέσουν στην ακρόαση. Όταν δε τέθηκε αντιμέτωπος με την θέση του ότι οι πληρωμές των εναγομένων γίνονταν έναντι λογαριασμού ως θέση που επιβεβαίωνε τους ενάγοντες στο ότι ενημέρωναν συνεχώς τους πρώτους για το εκάστοτε υπόλοιπο τους, ο μάρτυρας μη έχοντας άλλη επιλογή, επανήλθε στην αρχική αμφισβήτηση των τιμολογίων Τεκ.1 και 4 λόγω του ότι αυτά δεν έφεραν την υπογραφή του. Του υπεδείχθη και πάλι η παλινδρόμηση στις θέσεις του οπόταν ο μάρτυρας επανήλθε με τον ισχυρισμό ότι οι λογιστές του τον ενημέρωσαν ότι δεν οφείλετο οποιοδήποτε ποσό και ανέφερε ότι αναγνώριζε τα εν λόγω τιμολόγια και ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δεν τα αποδέχεται λόγω του ότι δεν φέρουν την υπογραφή του. Με λίγα λόγια ο ΜΥ1 δεν ήταν σε καμία περίπτωση σταθερός στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν σύνηδε ούτε με το δικόγραφο των εναγομένων αλλά ούτε και με τη γραμμή που κράτησε ο συνήγορος των τελευταίων κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Οι προσπάθειες δε του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων να υποδείξει στο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του πώς τα προσκομισθέντα τιμολόγια και οι καταστάσεις λογαριασμών κατέρριπταν τους ισχυρισμούς του, αντιμετωπίστηκαν από τον ΜΥ1 με υπεκφυγές, εκνευρισμό και αοριστολογίες ενώ στο τέλος ο μάρτυρας κατέληξε να ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται αν όντως οι ενάγοντες έστελλαν μηνιαίως κατάσταση λογαριασμού και αυτό παρά το ότι αρχικά ήταν κατηγορηματικά αντίθετος επί τούτου. Κοντολογίς ο ΜΥ1 επέλεξε να αφήσει γενικά και αόριστα να πλανάται ένας ισχυρισμός περί ύπαρξης κάποιου λάθους των εναγόντων, σε κάποιο απροσδιόριστο χρονικό σημείο μεταξύ 2005 και 2011 και αυτό τη στιγμή που του παρουσιάστηκε πλήρης αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και τα τιμολόγια που συνέθεταν το τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι σύμφωνα με τον ίδιο το μάρτυρα, οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους τέτοια στοιχεία που επέτρεπαν να ελεγχτεί, έστω και πριν τη μαρτυρία του, η ορθότητα των χρεοπιστώσεων των εναγόντων, ως τέτοιο έλεγχο ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχαν ήδη κάνει οι λογιστές των εναγομένων για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης, θα ανέμενε κανείς ότι θα μπορούσε να υποδείξει και το που κατ' εκείνον έγινε το λάθος που ισχυρίστηκε ότι έγινε στο λογαριασμό. Τίποτα όμως τέτοιο έπραξε, αφήνοντας και αυτόν τον ισχυρισμό του να συνιστά μία γενική και αόριστη θέση που μόνο σκοπό είχε να θολώσει απλά το τοπίο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η θέση του ότι οι εναγόμενοι εξόφλησαν πλήρως και όλα τα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 με τις πληρωμές που έκαναν μετά την έκδοση των εν λόγω τιμολογίων, ούτε υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε σχετική εξοφλητική απόδειξη αλλά ούτε και επιβεβαιώνεται από τις σχετικές πιστώσεις που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, τις οποίες πιστώσεις ο μάρτυρας όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά και επικαλέστηκε κατά τη μαρτυρία του και οι οποίες, ως εξήγησα ανωτέρω, από απλή προσθαφαίρεση προκύπτουν να είναι λιγότερες από τις χρεώσεις. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 απορρίπτεται στο σύνολο της. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού και στις νομικές συνέπειες που αυτή έχει. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και όχι σε εκδοθέντα τιμολόγια, η παρουσίαση βέβαια των οποίων τείνει απλά να αποδείξει την απαίτηση (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 728). Οι λογαριασμοί δε εμπορευομένου, δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν, εφόσον τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν μέσω αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης το οποίο εγείρεται μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263, A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς βέβαια, χωρίς οτιδήποτε που να το τεκμηριώνει, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ένα απλό ισχυρισμό που στερείται αποδεικτικής αξίας και είναι για το λόγο αυτό που η νομολογία επιβάλλει όπως σε υποθέσεις αυτής της φύσης, απαιτείται θετική μαρτυρία, με την οποία να αποδεικνύονται οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΡΑΣΑΡΗΣ ν. CYPRUS INVERSTMENT SECURITIES CORPORATION LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2010, 10/7/2015 και D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263). Εκεί όμως που η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών, εναπόκειται πλέον στους εναγόμενους να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Μαστρής ανωτέρω και κατ' αναλογία CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2012, ημερ. 10/07/18: «. η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη. και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις. Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.» Στην παρούσα υπόθεση, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και η αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ5, φέρει τους διάδικους να συναλλάσσονταν από το 2005 εως και τις 30/09/11, τη συνεργασία τους να συνίσταται στην συχνή παραδεκτή πώληση και παράδοση εμπορευμάτων με τη συνοδεία σχετικών δελτίων αποστολής, τους εναγόμενους να αποδέχονται δια της υπογραφής τους τ' αντίστοιχα προϊόντα και τα σχετικά τιμολόγια να εκδίδονται και να παραδίδονται προσωπικά στους εναγόμενους σύντομα μετά. Η αξιόπιστη μαρτυρία φέρει περαιτέρω τους εναγόμενους να προβαίνουν σε τακτές ανεπιφύλακτες και αδιαμαρτύρητες πληρωμές έναντι του επίδικου λογαριασμού, το υπόλοιπο του οποίου γνώριζαν επακριβώς και σε κάποιες περιπτώσεις που δεν αμφισβητήθηκαν, έναντι τιμολογίων. Αξιόπιστη μαρτυρία έχει επίσης προσκομισθεί και σε σχέση με τη μηνιαία αποστολή καταστάσεων λογαριασμού στους εναγόμενους στη διεύθυνση των τελευταίων που αναγράφεται επί της κατάστασης και η οποία δεν αμφισβητείται, χωρίς ποτέ τέτοια κατάσταση να επιστραφεί (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Πρόσθετα τούτου, τα τιμολόγια των Τεκ.1 και 4 που παρουσίασαν οι ενάγοντες ανταποκρίνονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που επίσης παρουσίασαν και εκτός για τα τιμολόγια που εξηγήθηκε ότι είχαν εξοφληθεί, τα υπόλοιπα παρέμειναν απλήρωτα δημιουργώντας έτσι το αξιούμενο οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων και σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1 η οποία έχει απορριφθεί και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν πλήρη και αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού όπου καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι συναλλαγές που είχαν με τους εναγόμενους καθώς επίσης και τα τιμολόγια που συνθέτουν το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο και παρά ταύτα οι εναγόμενοι, πλην μιας γενικής και αόριστης αμφισβήτησης του υπολοίπου, η οποία ουδέποτε προσδιορίστηκε ή εξειδικεύτηκε σε τι ακριβώς είναι που αφορά, καμία συγκεκριμένη καταγραφή αμφισβήτησαν και καμία επαρκή μαρτυρία προσέφεραν που να θέτει, έστω και ίχνος αμφιβολίας για κάποια καταγραφή, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των εναγόντων και περαιτέρω ότι η πραγματική εικόνα του επίδικου λογαριασμού είναι ως αποτυπώνεται στα Τεκ. 2 και
- Βρίσκω επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός των εναγομένων, μετά και την τελευταία πληρωμή της 30/09/11, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €18.276,90, το οποίο υπόλοιπο, από τις 30/09/11 μέχρι και σήμερα, οι τελευταίοι παραλείπουν να το εξοφλήσουν παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των εναγόντων. Κρίνω συνεπώς ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν πλήρως εφαρμογής τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Demil, Κλεάνθους, Μαστρής και Γιωργαλλά ανωτέρω και ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους και ειδικότερα ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν το ποσό των €18.276,90 πλέον νόμιμο τόκο από 30/09/
- Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €18.276,90 πλέον νόμιμο τόκο από 30/09/11, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο