HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5781/2011, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5781/2011 ΜΕΤΑΞΥ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και
- ΧΧΧ Αργυρού
- ΧΧΧ Αργυρού
- ΧΧΧ Αργυρού Εναγομένων ------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Η κα Λ. Νικολάου για Κ.Κ. Σαβεριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2, 3: Ο κ. Κασιανής για κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων υπόλοιπο ποσό από τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 υπό μορφή δανείου με την γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το 2011 και ολοκληρώνεται πρωτόδικα, τουλάχιστον, σήμερα με την έκδοση της παρούσας απόφασης, με οδηγεί στο να καταγράψω την πορεία της όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή ηγέρθη σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (0.2 r.6) την 2.12.
- Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 28.12.2011 και ακολούθως την Υπεράσπιση μαζί με Ανταπαίτηση στις 21.3.
- Η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων καταχωρίστηκε στις 25.4.
- Στις 6.06.2012 η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά για οδηγίες και ακολούθως ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες και για ακρόαση την αναβολή να επιζητούν στις πλείστες φορές οι διάδικοι ή οι δικηγόροι τους για διάφορους λόγους που κάθε φορά επικαλούνταν. Η ακρόαση της εν τέλει ξεκίνησε στις 10.5.2017 και ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις στις 4.2.
- ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Οι ενάγοντες που είναι τραπεζικός οργανισμός στις 9.03.2007 μετά από συμφωνία με τον εναγόμενο 1 παραχώρησαν σε αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή δάνειο ανοίγοντας προς τούτο λογαριασμό επ' ονόματι του για το ποσό των Λ.Κ.100.000,00 ( €170.860,14σ.) το οποίο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.630,00 (€1.076,42σ.) της πρώτης καταβλητέας την 30.04.2007 και της τελευταίας την 31.03.
- Η συμφωνία προνοούσε ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης του επιτοκίου, το ύψος της δόσης θα μεταβαλλόταν έτσι ώστε το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων να εξοφληθεί μέχρι την ημερομηνία της ως άνω τελευταίας δόσης. Στην Έκθεση Απαιτήσεως καταγράφονται οι διάφοροι όροι της επίδικης συμφωνίας όπως το καθορισθέν επιτόκιο, πρόνοια για προσαύξηση του σε περίπτωση καθυστέρησης με τόκο υπερημερίας και πρόνοιες περί του τερματισμού της με αποστολή σε αυτούς σχετικών ειδοποιήσεων. Για περαιτέρω εξασφάλιση του ως άνω δανείου ο εναγόμενος 1 υποθήκευσε οικόπεδο του στην Λεμεσό και οι εναγόμενοι 2 και 3 με γραπτή συμφωνία εγγυήσεως εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 που πηγάζουν από την ως άνω συμφωνία. Με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο του πιο πάνω λογαριασμού αυξήθηκε από τις 7.06.2011 σε σταθερό επιτόκιο 13%. Λόγω της μη συμμόρφωσης του εναγομένου 1 με τους όρους της ως άνω συμφωνίας του με τους ενάγοντες, οι τελευταίοι την τερμάτισαν και αξίωσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €178.771,23σ. ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου και/ ή άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και σταθερό τόκο προς 13% ετησίως επί ποσού €171.168,37σ. από 1.11.2011 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 30.
- και 31.12 κάθε χρόνου. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπερασπίσεως τους παραδέχονται την ιδιότητα των εναγόντων όπως και το γεγονός ότι είχε συναφθεί η επίδικη συμφωνία και διάφορους άλλους επί μέρους ισχυρισμούς των εναγόντων. Διατείνονται όμως ότι η συμφωνία δανείου δεν ήταν νόμιμη και έγκυρη και προβάλλουν προς τούτο διάφορες υπερασπίσεις περί καταχρηστικών, αόριστων και παράνομων όρων και ως εκ τούτου ανεφάρμοστων, ότι ο όρος περί επιβολής τόκου υπερημερίας είναι παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος καθώς άμεσα ή έμμεσα συνιστά ποινική ρήτρα, ότι ο όρος περί τερματισμού της συμφωνίας είναι επίσης καταχρηστικός ή αόριστος ή και παράνομος, άκυρος και εν πάση περιπτώσει ανεφάρμοστος. Σε σχέση με Υποθήκη ισχυρίζονται ότι δεν καταρτίστηκε και δεν είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και ως εκ τούτου εγγράφηκε παράνομα ή και είναι άκυρη. Αρνούνται ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου σε ποσοστό 13%. Αρνούνται το δικαίωμα των εναγόντων να τερματίσουν τη συμφωνία δανείου ή και ότι την τερμάτισαν με επιστολές τους και το ποσό που αυτοί αξιώνουν, θέτοντας τους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προβάλλουν ότι, σε περίπτωση που η συμφωνία Υποθήκης κριθεί ως άκυρη, τότε και οι εναγόμενοι 2 και 3 θα πρέπει να απαλλαχθούν από τη προσωπική τους εγγύηση. Για τους πιο πάνω λόγους αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και περαιτέρω με ανταπαίτηση τους αξιώνουν όπως η Υποθήκη, εφόσον ενεγράφη παράνομα, κηρυχθεί άκυρη και ανεφάρμοστη και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι 2 και 3 να απαλλαγούν από οποιανδήποτε ευθύνη λόγω της εγγύησης τους. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Απαίτησης και αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων και απορρίπτουν την Ανταπαίτηση τους και τις θεραπείες που επιδιώκουν με αυτή και αιτούνται την απόρριψη της με έξοδα σε βάρος τους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων που τους εκπροσώπησε στην παρούσα εισηγήθηκαν ότι οι ενάγοντες με τη μαρτυρία την οποία έχουν προσκομίσει προφορική και έγγραφη στην οποία έκαναν εκτενή αναφορά έχουν αποδείξει στο βαθμό που επιβάλλεται την απαίτηση τους. Παρέπεμψαν περαιτέρω σε νομολογιακές αρχές και αυθεντίες οι οποίες συνάδουν με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν σε συνδυασμό με τα γεγονότα της υπόθεσης και την παραδεχτή μαρτυρία που κατέθεσαν. Εισηγήθηκε όπως εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τα ποσά που προκύπτουν από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε η κα Γεωργιάδη την οποία και επεξήγησε πλέον τα έξοδα της αγωγής. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων και για τούτο κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα και εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την ανταπαίτηση των εναγομένων. Η πλευρά των εναγόντων εισηγήθηκε ο κ. Κασιανής έχει αποτύχει να αποδείξει τις δικογραφημένες θέσεις της ή/και την δικογραφημένη εκδοχή της αφού η εκδοχή που παρουσιάστηκε μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά τους, συγκρούεται ή/και είναι αντίθετη με την δικογραφημένη εκδοχή τους με αποτέλεσμα η αγωγή τους να είναι έκθετη σε απόρριψη. Περιπλέον, με τα όσα τέθηκαν από την μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των εναγόντων αλλά και με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στην ολότητα της, ξεκάθαρα διαφάνηκε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι ξεκάθαρα παράνομη ή/και το αντάλλαγμα της είναι παράνομο με αποτέλεσμα να καθίσταται η επίδικη συμφωνία παράνομη και άκυρη. Λόγω του ότι πρόκειται για έκδηλη παρανομία, το Δικαστήριο οφείλει όπως εξετάσει το ζήτημα της παρανομίας αυτεπάγγελτα έστω και στην απουσία δικογράφησης του. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ως όφειλαν το ισχυριζόμενο υπόλοιπο με βάση τους ισχυρισμούς τους τόσο διότι τα έγγραφα που έχουν προσάγει προς απόδειξη του ισχυριζόμενου υπολοίπου δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες απόδειξης αλλά και τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όσο και διότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο χρεωνόταν με τόκους παράνομους ή/και κατά παράβαση του νομίμως επιτρεπομένου τόκου ότι η επίδικη σύμβαση δεν έχει τερματιστεί δεόντως και τέλος, είναι η θέση των εναγομένων ότι, η επίδικη Σύμβαση και Δήλωση της επίδικης Υποθήκης είναι παράνομη και άκυρη με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να δικαιούνται στα διατάγματα ή/και δηλώσεις ως η Ανταπαίτηση τους. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις αυτές και όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα κάνω αναφορά σε αυτές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε τρεις μάρτυρες. Την κα ΧΧΧ Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), τον κ. ΧΧΧ Ξενοφώντος (Μ.Ε.2) και τον κ. ΧΧΧ Θρασυβούλου (Μ.Ε.3). Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσαν επίσης τρεις μάρτυρες, ο εναγόμενος 2 κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.1), ο εναγόμενος 1 κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.2) και η κα ΧΧΧ Πρωτοπαπά Λάμπρου (Μ.Υ.3) που είναι Λειτουργός στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (στη συνέχεια «Κ.Τ.Κ.»). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά 24 έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια (Τεκμ. 1- 24) Οι ενάγοντες όφειλαν με την προσκομισθείσα μαρτυρία να αποδείξουν τα ακόλουθα:
- Το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 συνήψε έγκυρη συμφωνία δανείου με τους ενάγοντες.
- Το κατά πόσον η εγγύηση που παρασχέθηκε από τους εναγόμενους 2 και 3 προς όφελος του εναγομένου 1 είναι έγκυρη.
- Ότι το ποσά που οι ενάγοντες δανειοδότησαν τον εναγόμενο 1 έχουν καταστεί απαιτητά τόσο από τον πρωτοφειλέτη όσο και τους εγγυητές του.
- Το ύψος του χρέους του πρωτοφειλέτη και την ανάλογη υποχρέωση εξόφλησης από τους εγγυητές. Πρόκειται περί αστικής υπόθεσης και η απόσειση του βάρους απόδειξης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται κατά κανόνα στους ώμους των εναγόντων οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν τις αξιώσεις της απαίτησης τους. Από κει και πέρα το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Επί του θέματος αυτού υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 479). Στο σύγγραμμα Phipson of Evidence 14th edition, συνοψίζεται ως ακολούθως η αρχή η οποία διέπει την απόσειση του αποδεικτικού βάρους σε πολιτικές υποθέσεις: «The standard of proof required in civil cases is generally expressed as proof on balance of probabilities. ( Newis v. Lark [ 1571] Plowd. 403,412; Cooper V. Slade [1858] 6H.L.Cas.746,772;Bonnington Castings Ltd. V. Wardlaw [1956] 1A.C.613,620(H.L). If the evidence is such that the tribunal can say "we think it more probable that not" the burden is discharged, but if the probabilities are equal it ia not. (Per Denning J. in Miller V. Minister of Pensions [1947]2All E.R.372,373-374». Η κα Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, ανέφερε ότι υπηρετεί στους ενάγοντες από το 1996 και από τον Απρίλιο του 2014 εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών στο Τμήμα Λογιστηρίου. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η ετοιμασία αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμών. Στη δήλωση της επισύναψε Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 για την κανονική τήρηση του λογαριασμού που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 στην τράπεζα. Εξήγησε την μετατροπή των Λιρών Κύπρου σε Ευρώ με βάσει την αμετάκλητη ισοτιμία που καθορίστηκε από τη σχετική νομοθεσία και θα ίσχυε από την 1.01.2008 (Ν.33(Ι)/2007). Ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της είχε στην κατοχή της κατάσταση του λογαριασμού του επίδικου δανείου, όπως και αναθεωρημένη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού, τις οποίες και κατάθεσε ως Τεκμ. 1 και 2 αντίστοιχα και εξήγησε με λεπτομέρεια τις εγγραφές σε αυτές και τη διαδικασία και μέθοδο που τις ετοίμασε. Ως Τεκμ. 3 κατάθεσε δέσμη από σχετικές δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο για τις μεταβολές στο βασικό επιτόκιο που χρέωναν οι ενάγοντες. Η μάρτυς ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από την ίδια στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Εξήγησε περαιτέρω με λεπτομέρεια πως λειτουργεί το ηλεκτρονικό σύστημα [Account Reconstruction System (ARS)] που διατηρούν οι ενάγοντες για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμ. 2). Στη βάση επομένως του περιεχομένου του Τεκμ. 2 (αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού), το υπόλοιπον, το οποίο αξιώνουν τελικά οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ανέρχεται στο ποσό των €230.397,04σ. πλέον τόκους προς 5,75% ετησίως επί του ποσού των €226.122,62σ. από 1.05.2017 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.06 και την 31.12 κάθε έτους. Κατά τη μάρτυρα οι ενάγοντες δικαιούνται και στα έξοδα της αγωγής των εναγόντων. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυς ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα όταν είχε συναφθεί η επίδικη συμφωνία. Παραδέχθηκε ότι η γνώση της προέρχεται από μελέτη που έκανε του φακέλου του επίδικου δανείου και ότι από στοιχεία που έλαβε από αυτόν είχε ετοιμάσει και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Εξήγησε ότι οι ενάγοντες ενημερώνονταν μέσω του ημερήσιου τύπου για το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και ότι για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού χρησιμοποίησε τις ανακοινώσεις της τράπεζας που αφορούν το επίδικο δάνειο και έτσι έβαλε τα σωστά επιτόκια και ότι εκτός από τις ανακοινώσεις χρησιμοποιεί το επιτόκιο της συμφωνίας και οποιασδήποτε ενδιάμεσης συμφωνίας αν έχει συναφθεί. Όταν ρωτήθηκε πως υπολογίζεται το επιτόκιο της τράπεζας αυτή εξήγησε ότι αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο συν το Περιθώριο. Το Περιθώριο όπως είπε συμφωνείται με τον πελάτη. Περαιτέρω σε υποβολή που της έγινε για τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού, η μάρτυς διευκρίνισε ότι όπως αναφέρει στη γραπτή της δήλωση αφού εκτύπωσε τις κανονικές καταστάσεις λογαριασμού, αφαίρεσε έξοδα και study fees και γι' αυτό διαφέρουν μεταξύ τους οι δύο καταστάσεις δηλαδή τα Τεκμ. 1 και 2. Η μάρτυς κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ακόμα ότι οι ενάγοντες περιορίζουν την απαίτηση τους στο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμ. 2 και τόνισε ότι έλεγξε μια προς μια όλες τις καταχωρήσεις από το τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων με ό,τι εκτυπώθηκε σε χαρτί και αυτές είναι ταυτόσημες και ορθές. Η κα Γεωργιάδη (Μ.Ε. 1), μου προκάλεσε με τον αυθόρμητο αλλά εμπεριστατωμένο κατά τα άλλα τρόπο με τον οποίο κατάθεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρούσα κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγυήσεως. Εξήγησε με σαφήνεια τα καθήκοντα της ως υπάλληλος των εναγόντων και εξήγησε λεπτομερώς και αναλυτικά τον τρόπο που ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και πως βγαίνει το υπόλοιπο του το οποίο οι ενάγοντες σήμερα αξιώνουν. Κρίνω ότι η μάρτυς ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου και όσα ανέφερε τα τεκμηρίωσε με αναφορά στα έγγραφα που παρουσίασε ως τεκμήρια. Κατά την αντεξέταση της οι θέσεις της επί των βασικών γεγονότων παρέμειναν αλώβητες και σταθερές και ουσιαστικά η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να την αντικρούσουν και όσα ανέφεραν οι Μ.Υ.1 και 2 δεν είναι ικανά για να ανατρέψουν τους ισχυρισμούς της μάρτυρος. Αποδέχομαι στην ολότητα της τη μαρτυρία της η οποία συνάδει απόλυτα με το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και ως εκ τούτου η σχετική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εξάλλου το βάρος απόδειξης μετατέθηκε ουσιαστικά στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι ο λογαριασμός του εναγομένου 1 χρεώθηκε υπερβολικά και αδικαιολόγητα ως αναφέρουν στην Υπεράσπιση τους, ισχυρισμούς τους οποίους κρίνω ότι δεν προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία εφόσον δεν προσκόμισαν σχετική μαρτυρία έτσι που απέτυχαν να αντικρούσουν την μαρτυρία της ως άνω μάρτυρος (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 2357). Βρίσκω στη βάση της μαρτυρίας της κας Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.2), αναδομημένη ως είναι, εμπεριέχει τις ορθές καταχωρήσεις και χρεώσεις και παρουσιάζουν το υπόλοιπο που οι ενάγοντες δικαιούνται να διεκδικούν από τους εναγόμενους. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πλευράς των εναγομένων περί παράνομων ή αντισυμβατικών χρεώσεων ή αυθαίρετων τόκων δεν έχουν αποδειχτεί και παρέμειναν παντελώς αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Αναφορικά τέλος με την κατάθεση στο Δικαστήριο αναδομημένης καταστάσεως λογαριασμού έχει νομολογηθεί ότι είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, εν προκειμένω, των επιδίκων θεμάτων (βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246 -48). Ο κ. Ξενοφώντος (Μ.Ε. 2), είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων και όπως εξήγησε στα καθήκοντα του περιλαμβανόταν και ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης μαζί ασφαλώς με άλλους συναδέλφους του. Ανάφερε ότι είχε στην κατοχή του το φάκελο «ασφάλειας», όπως τον χαρακτήρισε, των εναγόντων, στον οποίο ευρίσκονται όλα τα έγγραφα του λογαριασμού. Η γραπτή κατάθεση του Μ.Ε. 2 σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατά την παράθεση της μαρτυρίας του κατατέθηκαν τα Τεκμ. 4 -
- Μεταξύ των τεκμηρίων που κατάθεσε ο πιο πάνω μάρτυρας περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες. Ο μάρτυς περιέγραψε αναλυτικά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, των εξασφαλίσεων που δόθηκαν (εγγύηση και υποθήκη), καθώς και όλα τα έγγραφα που ήταν αναγκαία για το άνοιγμα και την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Εξήγησε ότι, αφού ο λογαριασμός σταμάτησε να εξυπηρετείται, οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τόσο προφορικά όσο και γραπτώς τους εναγομένους να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους αλλά αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν. Μεταξύ άλλων, όπως εξήγησε, είχε συντάξει και συνυπέγραψε με τον τότε διευθυντή του Κέντρου Επιχειρήσεων των εναγόντων την επιστολή τερματισμού ημερ.7.06.2011 (Τεκμ. 8) την οποία έδωσε σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα για ταχυδρόμηση της και αυτή δεν επιστράφηκε. Στην επίδικη συμφωνία προβλέπεται ρητά ότι κάθε ειδοποίηση μπορεί να σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση που θα δώσουν οι πελάτες στους ενάγοντες. Επίσης θεωρείται ως κατάλληλη ειδοποίηση πληρωμής αν η επιστολή ζήτησης σταλεί μέσω συνήθους ταχυδρομείου στις διευθύνσεις που αναφέρονται στις συμφωνίες. Στον όρο 13 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της Συμφωνίας θα μπορούσε να δοθεί στον πελάτη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη Συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που θα έδιδε ο πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Ο μάρτυς ανέφερε ότι δεν κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα οποιαδήποτε νέα διεύθυνση από οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Από την αντεξέταση του ως άνω μάρτυρος (Μ.Ε. 2), προέκυψε ότι αυτός γνώριζε τους εναγομένους πολύ πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα από το 2003 ή 2004 καθώς ήταν από τότε πελάτες των εναγόντων. Σε σχέση με την επίδικη χρηματοδότηση ανέφερε ότι οι εναγόμενοι διατηρούσαν οικογενειακές επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και ζήτησαν να γίνει διακανονισμός των λογαριασμών τους με τους ενάγοντες. Η συζήτηση γινόταν μεταξύ της Τράπεζας και του εναγομένου 2, πατέρα του εναγομένου 1 και έπειτα ενημερωνόταν και συμφωνούσε με όσα συμφωνήθηκαν και ο εναγόμενος
- Ο ως άνω μάρτυς (Μ.Ε. 2), διευκρίνισε ότι έγινε δανεισμός με την μορφή στεγαστικού δανείου κάτι που επεδίωκαν οι εναγόμενοι για να εξασφαλίσουν και επωφεληθούν χαμηλότερο επιτόκιο στο όνομα του εναγομένου 1 για να εξοφληθεί χρέος της οικογενειακής επιχείρησης. Τόνισε επίσης ότι ήταν με σύμφωνη γνώμη όλων των εναγομένων ώστε το επίδικο δάνειο να δοθεί με την μορφή στεγαστικού δανείου για να επωφεληθούν αυτοί το χαμηλότερο επιτόκιο. Ακολούθως, όπως ανέφερε ο μάρτυς, ποσό από το δάνειο εμβάστηκε αρχικά στον λογαριασμό του εναγομένου 1 και μετά μεταφέρθηκε σε λογαριασμούς της οικογενειακή επιχείρηση Fashion Magazine. Ο μάρτυς θυμόταν ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν στην Τράπεζα την επίδικη συμφωνία και ο ίδιος ήταν ένας από τους δύο μάρτυρες των εναγόντων. Όσον αφορά το επιτόκιο, ο Μ.Ε. 2 εξήγησε με βάση όσα ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι αυτό ήταν κυμαινόμενο και ότι με βάση την επίδικη συμφωνία το Βασικό Επιτόκιο ήταν 4,5% και το περιθώριο ήταν 1,25%. Βρίσκω ότι ο μάρτυς ήταν ειλικρινής και όσα κατάθεσε ήταν τεκμηριωμένα και όσα ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση βασίζονταν σε έγγραφη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 περιστράφηκε σε γεγονότα που γνώριζε προσωπικά ή περιήλθαν σε γνώση του από την θέση που κατέχει στους ενάγοντες ή διαφαίνονταν από τα έγγραφα της Τράπεζας που είχε στην κατοχή του και κατέθεσε στο Δικαστήριο, οι ενάγοντες απέδειξαν στο βαθμό που απαιτείται την σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και σύμβασης εγγυήσεως όπως επίσης και τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών ώστε το χρέος να καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Επόμενος μάρτυρας των εναγόντων κατάθεσε ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε. 3). Η Γραπτή του Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε . Σε αυτή αναφέρει ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων από το 1990 και από το 2004 μέχρι το 2012 ήταν Διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων στην Λεωφόρο Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό. Από το 2004 που ανέλαβε, είχε υπό την επίβλεψη του δανειοδοτήσεις που αφορούσαν την οικογενειακή επιχείρηση των εναγομένων Fashion Magazine Ltd η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Επίσης μέσα στα πλαίσια αυτών των προβλημάτων, όπως ανάφερε, είχαν γίνει αρκετές διαβουλεύσεις με τον εναγόμενο 2 για αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών. Ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3), κατά την παράθεση της μαρτυρίας του κατάθεσε ως Τεκμ. 10 την Οδηγία της Κ.Τ.Κ. με ημερ. 21.12.2007, τα έγγραφα της Υποθήκης Υ2502/07 ως Τεκμ. 11 και την Εντολή Πληρωμής ως Τεκμ. 12 που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 για μεταφορά του ποσού του Δανείου σε λογαριασμούς που ο ίδιος υπέδειξε. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3), ανάφερε ότι πριν τις αρχές του 2000 η οικογενειακή επιχείρηση του εναγομένου 2 ήταν αρκετά πετυχημένη αλλά στη συνέχεια αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα. Αναφέρθηκε παραθέτοντας λεπτομέρειες στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογενειακή επιχείρηση των εναγομένων και διευκρίνισε ότι μετά τις συζητήσεις που είχαν με τον εναγόμενο 2 ο τελευταίος τους εισηγήθηκε να συνάψουν στεγαστικό δάνειο για να επωφεληθούν οι εναγόμενοι το χαμηλό επιτόκιο δηλαδή αντί 9% επιτόκιο, 5,75% κάτι που η Τράπεζα είχε ξανακάνει με πελάτες που έκρινε ότι ήθελε να βοηθήσει. Ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3), ανέφερε ότι ο ίδιος εξήγησε στον εναγόμενο 1 όλα τα σχετικά με το επίδικο δάνειο. Το δάνειο έγινε στο όνομα του εναγομένου 1 ο οποίος υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία έχουν ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια και με τα λεφτά του δανείου εξοφλήθηκαν μεταξύ άλλων υποχρεώσεις της Εταιρείας των εναγομένων Fashion Magazine O.C.Ltd. Περαιτέρω ο ως άνω μάρτυς κατά την αντεξέταση του εξήγησε αναλυτικά πως καθορίστηκε το επιτόκιο του δανείου, βασικό και περιθώριο και ότι αυτά είχαν εξηγηθεί και στον εναγόμενο
- Ανέφερε επίσης ότι για τις αλλαγές στο βασικό επιτόκιο έγιναν ανακοινώσεις στον Τύπο (εφημερίδες) από τους ενάγοντες. Αναφέρθηκε στη γραπτή του κατάθεση στη διαδικασία ταχυδρόμησης που ακολουθούν οι ενάγοντες ως συνήθη πρακτική και όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο η επιστολή (Τεκμ. 8), τοποθετήθηκε για ταχυδρόμηση στους εναγομένους, απάντησε με βεβαιότητα ότι τοποθετήθηκε για ταχυδρόμηση η εν λόγω επιστολή. Κατά την αντεξέταση του ο κ Θρασυβούλου (Μ.Ε.3), απάντησε στις ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγομένων και οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και αρκετά λεπτομερείς και τόνισε ότι όλα έγιναν φανερά στην παρούσα υπόθεση και όλα εμφαίνονται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η μαρτυρία του πως οι επιστολές Τεκμ. 8 ταχυδρομήθηκαν στην διεύθυνση που έδωσαν οι εναγόμενοι παρέμεινε αναντίλεκτη όπως και η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 αναφορικά με το ίδιο θέμα. Όσον αφορά την Υποθήκη ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε αυτή εκτενώς τόσο στην κυρίως εξέταση του αλλά και κατά την αντεξέταση του. Κατά την αντίληψη μου ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε. 3), λόγω της θέσης που κατείχε στους ενάγοντες και της προσωπικής γνώσης του των γεγονότων της υπόθεσης και αφορούσαν το επίδικο δάνειο, απάντησε με σαφήνεια και τεκμηριωμένα και αρκούντως αναλυτικά σε όλα τα ζητήματα που του τέθηκαν και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, δίδοντας τις αναγκαίες αλλά και τεκμηριωμένες κατά την αντίληψη μου, απαντήσεις και διευκρινήσεις. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφ' όσον οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να την αντικρούσουν και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Τα όσα δε οι εναγόμενοι (Μ.Υ.1 και 2) ανέφεραν δεν συνάδουν στα έγγραφα που υπέγραψαν και στους όρους που αυτά προνοούν και αποδέχθηκαν. Το ότι η μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων (Μ.Ε.2 και 3), παρέμεινε αναντίλεκτη με την έννοια ότι δεν αντικρούστηκε από τους εναγομένους, υποστηρίζεται από σωρεία νομολογία επί του θέματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σταύρου v. & J.& A. Philipou, κ.ά.,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 1165 καθώς και η υπόθεση Καραμάνος v. Δημητρίου Φεσσά,
(2004)1 Γ Α.Α.Δ1911 στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δοθείσα μαρτυρία αναντίλεκτη υπό την έννοια ότι δεν αντικρούστηκε, καθώς και ότι η μαρτυρία επιβεβαιώθηκε από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Θα εξετάσω εδώ την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και κατ' επέκταση άκυρη κάτι που συμπαρασύρει και τη σύμβαση εγγύησης και αυτήν της Υποθήκης. Παρατηρώ ότι η επίκληση παρανομίας στο δικόγραφο αφορούσε διάφορα ζητήματα που άπτονταν των συμφωνηθέντων τόκων και του τερματισμού της. Συγκεκριμένα στην παρ. 4 της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά για τους όρους της συμφωνίας που δικογραφούνται στην παρ. 4 (α),(δ),(ε) και (στ) της Έκθεσης Απαιτήσεως που όπως ανέφερα και πιο πριν άπτονται επί μέρους όρων της που αφορούσαν το συμφωνηθέν επιτόκιο, για το δικαίωμα μονομερούς μεταβολής του κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, τον τόκο υπερημερίας και τον όρο για τερματισμό της. Επομένως ως προς το γενικότερο ζήτημα όπως το θέτει στην αγόρευση του σήμερα ο ευπαίδευτος συνήγορος περί του παράνομου της συμφωνίας για τον λόγο ότι αυτή έλαβε τον τίτλο του στεγαστικού δανείου ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία δεν αποσκοπούσε πράγματι σε κάλυψη στεγαστικών αναγκών παρατηρώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση των αναγκών της Δ.19 Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Θα πρέπει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία. Στο σύγγραμμα Bullen & Leak and Jacobs Precedents of Pleadings 12η Έκδοση στη σελ. 1106, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly whot the illegality is. If a man ¨intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is¨ (Bullvant v. Att.Gen. for Victoria
(1901)A.C.196, per Lord Davey at 204». Σύμφωνα με τα ως άνω η ανωτέρω δικογράφηση δεν καλύπτει το ζήτημα που ηγέρθη στην αγόρευση και επομένως δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω. Ο κ. ΧΧΧ Αργυρού εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) κατάθεσε πρώτος για τους εναγομένους. Η Γραπτή του Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ και την υιοθέτησε ενόρκως, περιέγραψε την επιτυχή αρχικά επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας του στον τομέα της ένδυσης και ότι είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες για αρκετά χρόνια. Αναφέρθηκε στην ίδρυση της εταιρείας Fashion Magazine O.C.Ltd της οποίας ήταν ο μόνος μέτοχος και διευθυντής της. Ανέφερε ότι τα οικονομικά προβλήματα στην επιχείρηση τους ξεκίνησαν περί το 2005-2006 στα οποία έκανε εκτενή αναφορά χωρίς αυτά να έχουν οποιανδήποτε σημασία ή αξία ως προς τα επίδικα γεγονότα αλλά και ξεφεύγοντας και από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ούτε και επιρρίπτεται ευθύνη γι' αυτά στους ενάγοντες ούτε και αποδείχθηκε ότι ευθύνονταν γι' αυτά οι ενάγοντες. Για τούτο και η σχετική μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη και καμιά αξία ενέχει για σκοπούς επίλυσης των επίδικων ζητημάτων. Ο κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.1), χαρακτήρισε το Τεκμ. 13 ως προσφορά, κάτι όμως που δεν συνάδει με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού εφόσον αυτό είναι επιστολή και/ή έγγραφο ανειλημμένης υποχρέωσης των εναγόντων το οποίο ως ανέφερε και ο Μ.Ε. 3, έγινε μετά από αίτημα των εναγομένων και υπήρξε η έγκριση για να απαλλαγούν κάποιες υποθήκες έναντι πληρωμής κάποιου ποσού όπως σε αυτό ρητά καθορίζεται. Επομένως η διαφορετική εικόνα που προσπάθησε να προσδώσει σε αυτό το έγγραφο ο Μ.Υ.1 δεν είναι πειστική και ξεφεύγει από ό,τι ρητά αναφέρεται σε αυτό και προς τούτο τα όσα ανέφερε ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3) σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του γίνονται αποδεκτά εφόσον συνάδουν απόλυτα και με όσα αναγράφονται στο τεκμήριο αυτό. Ούτε οι ισχυρισμοί του ως άνω μάρτυρος περί απειλών και ψευδών περιστάσεων από τους ενάγοντες έχουν αποδειχθεί, παρέμειναν αόριστοι αλλά ούτε και έχουν δικογραφηθεί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Κατά την αντεξέταση του κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.1) προέκυψε ότι λόγω των οικονομικών προβλημάτων της οικογενειακής επιχείρησης ήταν σε επαφή με την τράπεζα, συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, πήγαινε τακτικά στην Τράπεζα και συζητούσε τρόπους για να σώσει την εταιρεία του την Fashion Magazine Ο.C Ltd. Ο ισχυρισμός του μάρτυρος περί εκβιασμού του γιού του από τον ίδιο και τον κ. Θρασυβούλου για να υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου είναι ατεκμηρίωτος, δεν είναι δικογραφημένος και αποσκοπούσε στο να υποστηρίξει την δική του εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης ότι τάχα ο υιός του ήταν αμέτοχος και δεν υπέγραψε με την θέληση του κάτι που δεν αποδέχομαι λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ηλικία που αυτός είχε κατά τη σύναψη της συμφωνίας του όσο και την προσωπική επιχειρηματική δραστηριότητα του ίδιου, που από μόνη αποδεικνύει ότι γνώριζε από εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές, πρακτικές και διευκολύνσεις. Ο κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.1) και εναγόμενος 2 σημειώνω ότι δεν αμφισβήτησε την δοθείσα από αυτόν εγγύηση και συγκεκριμένα ανέφερε ότι με την θέληση του υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης. Τα όσα δε ανέφερε καταλογίζοντας ευθύνη στους ενάγοντες για τον τρόπο που χειρίστηκαν την περαιτέρω δανειοδότηση τους με την ως άνω εταιρεία του υπό εκκαθάριση και τι υπέκρυπτε δεν συνάδουν με όσα περιέχονται στα έγγραφα της επίδικης δανειοδότησης του εναγομένου 1 και τα τεκμήρια 14 και 15 που αφορούσαν την αίτηση και διάταγμα εκκαθάρισης της ως άνω εταιρείας πλην του ότι δεν έχουν δικογραφηθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιολογηθούν δεν μπορεί επιπρόσθετα να τους αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον δεν τέθηκαν υπόψη των μαρτύρων που κατέθεσαν για τους ενάγοντες για να τα σχολιάσουν και αν ήταν σε γνώση τους αυτό το ζήτημα όταν προέβαιναν σε πρόταση διευθέτησης των υποχρεώσεων των εναγομένων και των επιχειρήσεων τους. Σφαιρική αντίκριση της μαρτυρίας του εναγομένου 2 (Μ.Υ.1) φανερώνει ότι ξεκάθαρα αυτός ασχολείτο χρόνια με το εμπόριο, ήταν έμπειρος επιχειρηματίας που είχε συχνές συνδιαλλαγές με τράπεζες, συναλλασσόταν και διαπραγματευόταν με αυτές όπως και με τους ενάγοντες, κρίνω πως φανερά ότι η προσπάθεια του αποσκοπούσε στο να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους επιρρίπτοντας ευθύνες για την οικονομική κατάρρευση της οικογενειακής του επιχείρησης και εταιρείας η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση και πάλιν με ευθύνη των εναγόντων κατά τον μάρτυρα, εφόσον παρέλειψαν να τη χρηματοδοτήσουν περαιτέρω έγκαιρα, προσπαθώντας παράλληλα να πείσει - ανεπιτυχώς όπως κρίνω - ότι ο υιός του (ο εναγόμενος 1) ήταν άμοιρος ευθυνών. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ως εκ των υστέρων κατασκευασμένη και αποσκοπούσα στην απέλπιδα προσπάθεια που κατέβαλαν για να πείσουν για τη θέση τους περί σύναψης μιας παράνομης συμφωνίας και ως εκ τούτου άκυρης η οποία ως τέτοια συμπαρασύρει τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον όλων των εναγομένων. Ο κ. ΧΧΧ Αργυρού - εναγόμενος 1 (Μ.Υ.2) ετοίμασε και αυτός Γραπτή Δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε την οποία και υιοθέτησε. Από αυτή διαφαίνεται ότι γνώριζε για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογενειακή τους επιχείρηση πολύ πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Αναφέρει ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου κατόπιν προτροπής του πατέρα του. Η παραδοχή του ότι ο κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3) του είχε εξηγήσει στην παρουσία των γονιών του των εναγομένων 2 και 3 τη σημασία του δανείου που θα συνήπτε και την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οικογενειακή τους επιχείρηση και δεν δίστασε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε και σχετικό είναι το απόσπασμα από τη μαρτυρία του το οποίο παρέθεσα πιο πάνω, να εμπλακεί συνάπτοντας ο ίδιος δάνειο με σκοπό να βοηθήσει για να ξεπεράσουν αυτά τα προβλήματα. Αυτά δεν μπορούν να αναχθούν σε εκβιασμό εκ μέρους της τράπεζας η οποία ασφαλώς και επεδίωκε τη διασφάλιση της αποπληρωμής τους. Του εξήγησε τις συνέπειες που θα είχε η μη διευθέτηση των υποχρεώσεων της οικογενειακής τους επιχείρησης και επέλεξε να εμπλακεί για να διασωθεί. Παραδέχθηκε ότι του εξηγήθηκε από τον κ. Θρασυβούλου (Μ.Ε.3) ότι το δάνειο θα ήταν προσωπικό στο όνομα του για να εξοφληθούν χρέη της οικογενειακής επιχείρησης κάτι που επιδίωκε ο πατέρας του εναγόμενος 2 με τις συνεχείς όπως ο ίδιος ανέφερε επαφές και παραστάσεις που είχε με την τράπεζα για να εξευρεθούν τρόποι διευθέτησης αυτών των δανειακών υποχρεώσεων που είχαν καταστεί προβληματικές. Κατά την αντεξέταση του ο κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ. 2), αφού αναγνώρισε την υπογραφή του στην επίδικη συμφωνία δανείου παραδέχθηκε ότι την υπέγραψε κατόπιν συμβουλής του πατέρα του και έχοντας του εμπιστοσύνη για να επωφεληθεί η εταιρεία του πατέρα του, όπως είπε. Η πιο πάνω παραδοχή του έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του για ψευδή τίτλο του δανείου, εξ' ου και δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Υ. 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμ. 12 που είναι η εντολή πληρωμής και στο Τεκμ. 5 που είναι το έγγραφο/επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης. Περαιτέρω από την αντεξέταση του Μ.Υ.2, προέκυψε ότι και ο ίδιος όταν επέστρεψε από τις σπουδές του, σε αντίθεση με όσα ανέφερε ο πατέρας του, ασχολήθηκε με τον τομέα της ένδυσης, είχε δική του εταιρεία και εξακολουθεί να ασχολείται με την ένδυση και επίσης παραδέχτηκε ότι ο πατέρας του τον ήθελε πάντα κοντά του «κατά ένα περίεργο τρόπο» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Σε σχέση με τις επιστολές (Τεκμ. 8 και 9) των εναγόντων ο Μ.Υ. 2 ανέφερε ότι δεν τις είδε αλλά αναγνώρισε σε αυτές την διεύθυνση του και ως η διεύθυνση που δόθηκε από αυτόν στους ενάγοντες. Αναγνώρισε και την υπογραφή του στο έγγραφο Υποθήκης και παρόλο ότι είναι η οικογενειακή κατοικία, το σπίτι ήταν από παλιά, όπως ανέφερε, στο όνομα του. Σε σχέση με τις προειδοποιητικές επιστολές και την επιστολή τερματισμού ισχυρίστηκε ότι δεν τις είχε υπόψη του εφόσον είχε φύγει από την διεύθυνση που αναγράφονταν σε αυτές πριν την αποστολή τους και παρόλο ότι ήταν το οικογενειακό τους σπίτι κανένας δεν τον ενημέρωσε γι' αυτές. Παραδέχθηκε όμως ταυτόχρονα ότι όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό τα χειριζόταν ο πατέρας του δηλαδή ο εναγόμενος 2. Σε ερώτηση αν είχε ενημερώσει την τράπεζα για την αλλαγή της διεύθυνσης του ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Σε υποβολή για το ίδιο θέμα ότι δεν την είχε ενημερώσει και πάλι απάντησε κατά τον ίδιο τρόπο θέλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο να αποφύγει μια σαφή απάντηση αφήνοντας το ζήτημα σκόπιμα να αιωρείται. Ο κ. ΧΧΧ Αργυρού (Μ.Υ.2), μου προκάλεσε πτωχή εντύπωση και όχι ειλικρινούς μάρτυρος. Δεν προσήλθε για να πει την αλήθεια και η παρουσία του δεν αποσκοπούσε σε τίποτε άλλο παρά στην αποποίηση των ευθυνών του από την ανάμειξη του στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογενειακή τους επιχείρηση με τη σύναψη εκ μέρους του προσωπικού δανείου το οποίο θα διατίθετο προς όφελος της οικογενειακής επιχείρησης. Η μαρτυρία του ήταν προσαρμοσμένη και διαπνεόταν, ως είναι η διαπίστωση μου, από την πιο πάνω προσπάθεια τόσο αυτού όσο και του πατέρα του Μ.Υ.1. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ήταν διάχυτη η εντύπωση που προκαλούσε ότι ήθελε να αποκρύψει ότι ο ίδιος διαθέτει εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα του λιανικού εμπορίου ειδών ένδυσης λέγοντας ότι εργάζεται σε κατάστημα ως υπάλληλος και αργότερα παραδεχόμενος ότι διαθέτει δική του εταιρεία στην οποία όμως επέμενε ότι ήταν υπάλληλος σε κατάστημα της, παρόλο ότι προηγουμένως είχε πει ότι μετά την επιστροφή του από τις σπουδές του προσπάθησε να δημιουργήσει κάτι μόνος του, μια μικρή εταιρεία για να εργαστεί ξεχωριστά από την οικογένεια του για λόγους προσωπικούς. Μάλιστα, σε παρέμβαση του ίδιου του Δικαστηρίου για να διαφωτίσει αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του, σε ερώτηση αν η εταιρεία που εργάζεται τώρα είναι δική του απάντησε ως εξής «Στην τωρινή; είναι δική μου, είμαι υπάλληλος». Δέχθηκε ότι η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνεπαγόταν άνοιγμα λογαριασμών σε τράπεζα, εντούτοις σκόπιμα όπως κρίνω, δεν ήταν σαφής αν το επίδικο δάνειο το είχε συνάψει πριν ο ίδιος δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά όταν σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι είχε δραστηριοποιηθεί σε αυτόν τον τομέα αμέσως μετά που επέστρεψε από τις σπουδές του και σε άλλο σημείο πάνω στο ίδιο ζήτημα απάντησε με τη φράση «λογικά ναι» σε ερώτηση αν είχε την δική του εταιρεία πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι ήξερε από συμφωνίες και είχε συνεργασία με τράπεζες εφόσον διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό και ο ίδιος. Δεν κρίνεται δε ειλικρινής και ως προς τη θέση του ότι ενώ αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμ. 4 (επίδικη συμφωνία δανείου) όπου αναγράφεται ρητά ότι αναγνωρίζει την λήψη του ποσού του δανείου δηλαδή των Λ.Κ.100.000,00 εντούτοις στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν έλαβε τίποτε σε μετρητά και προσποιήθηκε άγνοια αν αυτό το ποσό είχε μεταφερθεί αλλού. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε διαβάσει την επίδικη συμφωνία πριν την υπογράψει λέγοντας ότι την υπέγραψε κατόπιν συμβουλής του πατέρα του τον οποίο και εμπιστευόταν. Ο μάρτυς όμως διαψεύδεται και από την υπογραφή του στο Τεκμ. 12 στο οποίο φαίνεται ότι το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε στον προσωπικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου και ακολούθως διανεμήθηκε σε διάφορους λογαριασμούς τόσο δικούς του όσο και του πατέρα του και της οικογενειακής τους εταιρείας όπως παρόμοια και από το Τεκμ. 5, το οποίο επίσης αναγνώρισε ότι υπέγραψε. Πέραν όμως των πιο πάνω ο μάρτυς φανερά δεν έλεγε την αλήθεια και όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου του και παρόλο ότι παραδέχθηκε ότι είχε υπογράψει το έγγραφο Τεκμ. 5 και ακολούθως την συμφωνία δανείου (Τεκμ. 4) ανέφερε χαρακτηριστικά «ναι το αναγράφει αυτό. Όμως επαναλαμβάνω ότι δεν μου δόθηκε εντολή προσωπική εμένα να πληρώνω αυτό το συγκεκριμένο ποσό.» Και όλα αυτά ενώ είχε υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Κατά την αντεξέταση του σε σχετικές ερωτήσεις, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει ότι εμπιστευόταν πλήρως τον πατέρα του υπογράφοντας χωρίς να διαβάζει καν τα έγγραφα που του υποδείκνυε στην τράπεζα να υπογράψει στο τέλος και πάλι για δημιουργία και μόνον εντυπώσεων παρουσίασε τις σημερινές τους σχέσεις προβληματικές που δεν οφείλονται όμως μόνο στην παρούσα υπόθεση. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνω ότι δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του απορρίπτεται καθώς φανερά αποσκοπούσε στο να αποφύγει τις ευθύνες του. Από την ίδια τη μαρτυρία του όμως βγήκε και η αλήθεια της εμπλοκής του στην υπόθεση αυτή η οποία μπορεί να συμπυκνωθεί στην ακόλουθη απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε για την υποθήκη μιας οικίας που ήταν στο όνομα του και αν του είχαν εξηγηθεί όλα όσα υπέγραφε: Απ. «Όχι. Το μόνο που γνώριζα είναι ότι βοηθούσα την εταιρεία που ήταν η μόνη λύση γιατί αντιμετώπιζε πρόβλημα ο πατέρας μου με τη συγκεκριμένη εταιρεία με τη συγκεκριμένη τράπεζα και ότι η μόνη λύση που μπορεί να την κάμει να ξαναβγεί να ξαναπροσπαθήσει ήταν να κάνουμε δάνειο, να κάνω εγώ το δάνειο των Λ.Κ.100.000,00». Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 (Μ.Υ.2) ότι αγνοούσε τι υπέγραφε ή/και ότι αγνοούσε τους όρους του επίδικου δανείου, ή οι ισχυρισμοί του ότι προχώρησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου λόγω πίεσης που ασκήθηκε πάνω του από τον κ. Θρασυβούλου ή/και κατόπιν διαβεβαιώσεων εκ μέρους του ότι δεν ήταν αυτός που θα αποπλήρωνε το εν λόγω δάνειο ή τουλάχιστον αυτή η εντύπωση του δημιουργήθηκε ότι η υπογραφή του ήταν τυπική πρόκειται περί ισχυρισμών που δεν έχουν έρεισμα στην δοθείσα μαρτυρία ακόμα και τη δική του και απορρίπτονται ως νόμω και ουσία αβάσιμοι και ανεδαφικοί ούτε και έχουν δικογραφηθεί τέτοιοι ισχυρισμοί. Στην υπόθεση Μακρή κ.ά. ν. Μέγα Χ" Ευαγγέλου,
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, 209-10, εξετάζεται η υπεράσπιση του non est factum όπου υιοθετείται απόσπασμα από την Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961, 963, όπου αναφέρεται ότι: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted». Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ v Αποστόλου κ.ά, Αρ. Αγωγής 2345/04, 23.9.2009 της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας ο Δικαστής Οικονόμου, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, απέρριψε την υπεράσπιση του non est factum σημειώνοντας τα εξής: «Στη συγκεκριμένη υπόθεση η απαίτηση που προώθησαν οι ενάγοντες είναι για δάνειο. Οι εναγόμενοι, ως άνω, δεν επικαλούνται άλλη συναλλαγή από δάνειο. Ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, γνωρίζοντας ότι ήταν συμφωνία δανείου, το προϊόν του οποίου κατατέθηκε στη συνέχεια σε δικό του λογαριασμό με τον ίδιο να υπογράφει στο έγγραφο κατάθεσης ως "καταθέτης". Οι ισχυρισμοί του ότι αποδέχθηκε να "βοηθήσει" αφού του είχε εξηγηθεί ότι η υπογραφή του ήταν θέμα καθαρά τυπικό χωρίς να δημιουργούσε δέσμευση του και ότι η εμπλοκή του στο όλο θέμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις όλων, ήταν εντελώς τυπική και δεν έχουν νομική υπόσταση. Δεν εμπίπτουν σε κάποια αναγνωρισμένη από το νόμο υπεράσπιση ούτε στην Υπεράσπιση του δικογραφείται ή μπορεί να διαφανεί αναγνωρισμένη υπεράσπιση, όπως το non est factum, ο δόλος, οι ψευδείς παραστάσεις ή η κοινή πλάνη. Οι ισχυρισμοί του το μόνο που θέτουν είναι η εφαρμογή της αρχής ότι το πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο, δεσμεύεται από το έγγραφο αυτό». Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που έχει επικυρωθεί στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society,
(1970)3 All E.R.961, όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Στην υπόθεση Τσολάκης Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω όμως νομική θέση, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανατράπηκε από την υπόθεση United Dominions Trust v. Western [1976] 2 W.L.R. 64. Στην απόφαση του το Δικαστήριο επικαλέστηκε και την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στη Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004 παραπέμποντας και στο πιο κάτω απόσπασμα απ΄αυτή: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary». Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Καταλήγοντας στην απόφαση αναφέρεται ότι, κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του, και η υπεράσπιση non est factum δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί αυτός να ισχυρίζεται ότι κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (consensus ad idem). (Δέστε και Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522). Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο και έκρινε το θέμα, συμπεραίνοντας πως δεν είχε εφαρμογή η υπεράσπιση non est factum.» Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 την οποία και απορρίπτω σε όσο μέρος της δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία και τις παραδοχές του σε αυτή αλλά και με τις ίδιες του τις παραδοχές για όσα θέματα είχε ερωτηθεί κατά την αντεξέταση του. Η κα Πρωτοπαπά - Λάμπρου κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Ως υπάλληλος της Κ.Τ.Κ. κατέθεσε διάφορα έγγραφα (Τεκμ.17 - 24) τα οποία είναι διάφορες ανακοινώσεις της Κ.Τ.Κ. που αφορούσαν αποφάσεις νομισματικής πολιτικής και κατάλογο επιτοκίων από το Ευρωσύστημα. Η μάρτυς φάνηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ότι δεν ήταν σε θέση και δεν ήταν στα καθήκοντα της να πει οτιδήποτε για το πως αξιοποιούν τον δανεισμό οι Τράπεζες στους πελάτες τους. Επίσης όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμ. 24 ανάφερε ότι αυτό αφορά επιτόκια της Κ.Τ.Κ. με τις Τράπεζες και δεν είχε ένδειξη και δεν γνώριζε συγκεκριμένα για την Ελληνική Τράπεζα. Η Μ.Υ. 3 με τη μαρτυρία της και τα Τεκμ. 17 - 24 δεν στάθηκε ικανή να στηρίξει τις θέσεις των εναγομένων για τα επιτόκια με τα οποία οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό ούτε και υποστήριξε ότι χρέωναν με οποιονδήποτε παράνομο επιτόκιο τον λογαριασμό του εναγομένου
- Η μαρτυρία της κρίνεται αδιάφορη και δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα για το ζήτημα του ύψους των επιτοκίων με τα οποία χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός εφόσον τίποτε δεν μπορούσε να απαντήσει σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Ως προς το ζήτημα της αποστολής των επιστολών που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι απέστειλαν προς τους εναγόμενους και τις οποίες οι εναγόμενοι αρνούνται ότι παρέλαβαν σχετική είναι η απόφαση στην Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.,
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1726, 1733 όπου αναφέρεται, πως καθ' όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στην προκειμένη περίπτωση δεν δόθηκε μαρτυρία ότι γνωστοποιήθηκε αλλαγή διεύθυνσης των εναγομένων. Περαιτέρω υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery,
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1895, 1906-7). Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. Τόμος 17, παράγρ. 210, αναφέρεται πως: «The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it or that it was put into a box which was cleared every day by the postman». Στην παρ. 211 αναφέρεται πως: «Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed, and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post». Επεξηγείται σε υποσημείωση πως ό,τι εγείρεται είναι μαχητό τεκμήριο ότι τέτοια επιστολή έχει παραδοθεί το οποίο μπορεί να ανατραπεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε στον Μ.Ε. 2 πως οι επιστολές τερματισμού δεν ταχυδρομήθηκαν κάτι που εκείνος αρνήθηκε, ωστόσο, καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι ρηθείσες επιστολές δεν ταχυδρομήθηκαν ή ότι δεν της έλαβαν για κάποιο πειστικό λόγο. Εκ μέρους των εναγομένων εξάλλου δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι οιοσδήποτε από αυτούς άλλαξε διεύθυνση ή ότι έστω ο εναγόμενος 1 κοινοποίησε ή έδωσε άλλη διεύθυνση στην τράπεζα πέραν αυτής που αναγράφεται στις συμφωνίες δανείου και εγγύησης. Περαιτέρω ο (Μ.Ε.2), κατάθεσε και την επιστολή με ημερομηνία 15.09.2011 (Τεκμ. 9), με την οποία τερμάτιζαν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού τους που στάλθηκε συστημένη σε όλους τους εναγόμενους και η αποστολή της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και αυτές οι επιστολές επιστράφηκαν πίσω στην τράπεζα. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων που να είναι ικανή να ανατρέψει το τεκμήριο που δημιουργήθηκε υπό τις περιστάσεις που εξήγησαν οι Μ.Ε. 2 και
- Είναι εύρημα μου επομένως ότι η διεύθυνση των εναγομένων όπως αναγράφεται στις συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι αυτή που αναγράφεται και στις επιστολές που αποστάλθηκαν με ημερομηνίες 7.08.2011 και 15.11.2011 και περαιτέρω ότι με την αποστολή των πιο πάνω επιστολών νομότυπα τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία και το χρέος των εναγομένων κατέστη απαιτητό και πληρωτέο. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ανεδαφικοί. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων τείνουσα να αποδείξει το αντίθετο δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και στη μαρτυρία που προσφέρθηκε. Σύμφωνα με νομολογία μας η Υπεράσπιση αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Εν τέλει οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους εναγομένους στην Υπεράσπιση τους κρίνονται ως γενικοί και αόριστοι και σε κάθε περίπτωση παρέμειναν αναπόδεικτοι. Με τη μαρτυρία που οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των εναγόντων και εναγομένου 1, το άνοιγμα του λογαριασμού προς όφελος του εναγομένου 1, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκαν γραπτώς οι εναγόμενοι 2 και 3 καθώς και ότι υπογράφτηκε η επίδικη υποθήκη. Ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας έχει αποδειχθεί όπως και η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού κρίνω ότι η μαρτυρία της κας Γεωργιάδη (Μ.Ε. 1), ήταν αξιόπιστη και ικανοποίησε το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου και δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση της. Επομένως αποδέχομαι τις καταστάσεις λογαριασμού και ότι αυτές αντικατοπτρίζουν τις δοσοληψίες στις οποίες προέβαινε για όσο λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός ο εναγόμενος
- Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι είχαν καταβληθεί κάποιες δόσεις έναντι του επίδικου δανείου με την τελευταία να καταβάλλεται στις 14.10.2010 και έκτοτε να μην έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Η αποδεικτική αξία του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου δεν περιορίζεται στο ότι απλά καταγράφεται μια χρέωση που περιγράφεται ως ανάληψη, την οποία μπορεί υπάλληλος της τράπεζας να είχε εισαγάγει στο βιβλίο για οποιοδήποτε λόγο. Αν ήταν έτσι, καμιά σημασία δεν θα είχαν οι πρόνοιες του άρθρου
- Επομένως, όπου οι καταστάσεις λογαριασμών αναφέρονται σε αναλήψεις, μεταφορές, χρεώσεις κ.λπ, αυτό που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται είναι ότι αυτές έγιναν νομότυπα, και επομένως συνιστά εύρημα μου ότι έτσι συνέβη και εδώ εκτός και αν οι εναγόμενοι έπειθαν το Δικαστήριο ότι κάτι διαφορετικό συνέβη. Ήταν δε στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό αυτό. (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2357, 2375-6). Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη Μ.Ε. 1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου». Αναφέρθηκε ακόμα πως μετά την αποδοχή της κατάστασης ως τραπεζικό βιβλίο και την απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένη καταχώρηση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο μία εκδοχή και δεν υπήρχε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν στην κατάσταση. Ο εύσχημος τρόπος με τον οποίο οι εναγόμενοι προσπαθούν να αποποιηθούν της ευθύνης τους για τη σύναψη του επίδικου δανείου ξεφεύγει κατά την άποψη μου από τα πλαίσια της λογικής. Από τη μια οι ίδιοι είχαν βρεθεί σε προβληματική οικονομική κατάσταση και αναζητούσαν τρόπο απεγκλωβισμού τους από αυτή. Προς τούτο κατά παραδοχή του εναγομένου 1 αλλά και του εναγομένου 2 ότι αποτάθηκαν επανειλημμένα στους ενάγοντες σκοπεύοντας στην εξεύρεση τρόπων απεγκλωβισμού της οικογενειακής τους επιχείρησης από την δεινή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. Από την άλλη οι ενάγοντες τους πρότειναν και αυτοί έλαβαν μέρος σε διεργασία εξασφάλισης των δανειακών τους υποχρεώσεων με τη σύναψη του συγκεκριμένου στεγαστικού δανείου που οι ίδιοι εισηγήθηκαν στους ενάγοντες και θα λειτουργούσε προς όφελος τους εφόσον θα επιβαρυνόταν με χαμηλότερο επιτόκιο. Μια σύμβαση αποτελείται από τους όρους της, οι οποίοι ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών και καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους. Οι όροι αυτοί της συμφωνίας είτε γραπτοί είτε προφορικοί αντικατοπτρίζουν το τι είχαν οι συμβαλλόμενοι κατά νούν κατά την υπογραφή της συμφωνίας (βλ. Δημοκρατία v. Μουζούρη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 134). Επομένως κρίνω ότι η σχετική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων περί προώθησης δύο θέσεων από τους ενάγοντες δεν έχει έρεισμα από τα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και η μαρτυρία των εναγόντων δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Επομένως κρίνεται ως ανεδαφική η θέση του εναγομένου 1 ότι ουδέν ποσό έλαβαν από το επίδικο δάνειο, επειδή δεν τους παραδόθηκαν χρήματα σε μετρητά, με αποτέλεσμα να αμφισβητούν εκ των υστέρων τα πάντα στην προσπάθεια τους να αποποιηθούν των υποχρεώσεων τους. Παρόλα αυτά από την μαρτυρία των εναγομένων 1 και 2 προκύπτει ξεκάθαρα ότι γνώριζαν ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν προβληματικός και το δάνειο δεν εξυπηρετείτο. Βρίσκω στη βάση αδιαμφισβήτητης έγγραφης μαρτυρίας ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σύμφωνα με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και ότι η περί του αντιθέτου θέση των εναγομένων είναι εντελώς ανυπόστατη και εκτός πραγματικότητας. Εξ' άλλου ο Μ.Υ. 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στην επίδικη συμφωνία στην οποία αναφέρεται η λήψη του ποσού του δανείου και επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του στην εντολή πληρωμής (Τεκμ. 12). Αν δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα προκαλείται η εύλογη απορία προς τι τότε η υπογραφή του σε αυτά τα έγγραφα; Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος της απόδειξης της υπόθεσης τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αγκαστινιώτη v. Φιλιππίδης Σπριγκ Κο Λτδ,
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1590, 1596 και Νικολάου v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 938, 945 με παραπομπή στην Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds,
(1985)1 WLR 948, 954). Στην παρ. 5 της Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι και σε απάντηση των αντίστοιχων της παρ. 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως οι εναγόμενοι αρνούνται ότι η υποθήκη ή τα έγγραφα της υποθήκης ή και η σύμβαση υποθήκης ή και οι δηλώσεις της υποθήκης είναι νόμιμα ή και έγκυρα ή και εφαρμόσιμα. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί της ακυρότητας των επίδικων εγγράφων υποθήκης λόγω μη έγκυρης ή τήρησης των ορθών και νόμιμων διαδικασιών για την εγγραφή της υποθήκης. Οι ενάγοντες όμως παρόλο ότι περιγράφουν αυτή την υποθήκη η οποία εκτελέστηκε ως αντάλλαγμα για τη εξασφάλιση ή και ως επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου εντούτοις επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους που πηγάζουν από αυτή. Επομένως δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα εφόσον η υποθήκη με την μη αξίωση οποιασδήποτε θεραπείας σε σχέση με αυτή έπαυσε να είναι επίδικο ζήτημα κάτι που κατά την αντίληψη μου δεν επηρεάζει καθόλου τις υποχρεώσεις των εναγομένων 2 και 3 (εγγυητών) καθότι η σύμβαση εγγύησης τους είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων τις οποίες είχε το επίδικο δάνειο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νού καταλήγω ότι στη βάση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε και της πιο πάνω αξιολόγησης στην οποία προέβηκα και των σχετικών ευρημάτων μου, οι ενάγοντες απέδειξαν στο βαθμό που απαιτείται, αυτόν δηλαδή του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως εξηγείται πιο πάνω και στη σχετική νομολογία που παραθέτω, την ύπαρξη της πιο πάνω οφειλής που αξιώνουν και επομένως δικαιούνται σε απόφαση σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 2). Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €230.397,04 σ. πλέον τόκους προς 5,75% ετησίως επί ποσού €226.122,62σ. από 1.05.2017 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση είναι πλέον πρόδηλο ότι δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν όσον αφορά τις ακροαματικές συνεδριάσεις οι ενάγοντες θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αξιώσεις για υπόλοιπο λογαριασμού δανείου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο