← Κύπρος

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. ΚΛΕΙΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2525/2016, 11/1/2019

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. ΚΛΕΙΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2525/2016, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2525/2016 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED Εναγόντων -και-

  1. XXXXX ΚΛΕΙΤΟΥ
  2. XXXXX ΓΙΑΠΑ Εναγομένων ......... Αίτηση υπό Εναγομένων ημερ. 31.10.18 για Απαγορευτικό Διάταγμα 11 Ιανουαρίου 2019 Για Εναγόμενους: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κ. Π. Παύλου για Ν. Παπαγεωργίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του βαρυνόμενου με την Υ.352/10 υποθήκη ακινήτου, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 2 (εφεξής «το ακίνητο»). Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στα άρθρα 44Β και 44Γ του Ν. 9/65, στην περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας, στην Δ.48 κ.1-4, 7 και 8, καθώς και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  3. H Ενάγουσα απέστειλε Ειδοποίηση Τύπου Ι για το ακίνητο, την οποίαν η Εναγόμενη 2 παρέλαβε στις 28.9.18 (Τεκμήρια 1, 2) οπότε η αίτηση είναι κατεπείγουσα καθότι μόνο με την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος θα μπορούν οι Εναγόμενοι να καταχωρίσουν την προβλεπόμενη αίτηση-έφεση μετά που θα παραλάβουν την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ.
  4. Η έφεση πρέπει να καταχωρείται εντός της αυστηρής προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και μετά την πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου δεν αρκεί πλέον η εκκρεμοδικία αλλά θα πρέπει ο οφειλέτης να έχει ήδη εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα για να μπορέσει να επιτύχει τον παραμερισμό της.
  5. Είναι επείγον να εξασφαλιστεί το διάταγμα πριν την παραλαβή της Ειδοποίησης ΙΑ διότι δεν είναι ξεκάθαρο εάν η αίτηση για διάταγμα πρέπει να καταχωρείται πριν ή κατά τον χρόνο παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο καθυστέρησης και ήταν αναγκαία η καταχώριση της παρούσας αίτησης δεδομένου ότι το ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ζεύγους των Εναγομένων και των πέντε παιδιών τους (εκ των οποίων τα δύο ανήλικα).
  6. Όσον αφορά τα γεγονότα, κατά το 2005 η Ενάγουσα άνοιξε τρεχούμενο επ' ονόματι του ενώ κατά το 2010 χορήγησε δάνειο ύψους €100.000 για ανακαίνιση κατοικίας, επί της οποίας συστάθηκε υποθήκη (Τεκμήριο 4).
  7. Κατ' εκείνη την περίοδο ο ίδιος είχε μηνιαίο εισόδημα €1.366 αλλά αργότερα κατά το 2012 λόγω απώλειας της εργασίας του, αδυνατούσε να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Παρά ταύτα κατέβαλλε προσπάθειες ζητώντας παράλληλα από την Ενάγουσα να αφαιρέσει τις όποιες υπερχρεώσεις. Κατόπιν κάποιας συνάντησης κατέβαλε μέχρι τα τέλη του 2013 διά δόσεων το ποσό των €11.000, αλλά υπήρξε άρνηση μείωσης των επιτοκίων ούτως ώστε να μειώνεται παράλληλα και το χρέος. Αντιθέτως υπήρχε χρέωση τόκων υπερημερίας, παρά την κατάθεση επιταγών από τον πατέρα του.
  8. Παρά τις προσπάθειες τους η Ενάγουσα καλούσε προς εξόφληση των καθυστερήσεων με σχετικές επιστολές της ημερ. 27.11.14 και 29.12.14 (Τεκμήριο 6), οπότε και ο ίδιος μέσω των δικηγόρων του ζήτησε αφαίρεση των υπερχρεώσεων για να καθορίσει τη θέση του σε σχέση με αναδιάρθρωση (Τεκμήρια 7, 8). Ακολούθησε σειρά επιστολών μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήρια 9-15) ενώ υπήρξε και συνάντηση με λειτουργούς της Ενάγουσας, η οποία παρέμεινε σταθερή στη θέση ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αναδιάρθρωσης και προχώρησε στην παρούσα αγωγή στις 5.9.
  9. Εκκρεμούσης της αγωγής η Ενάγουσα απέστειλε Ειδοποίηση Τύπου Θ ημερ. 13.7.17 ενημερώνοντας για τερματισμό των λογαριασμών (Τεκμήριο 16). Ο ίδιος από το 2016 είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ύψους €
  10. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αμφισβητούνται η εγκυρότητα των συμφωνιών (δανείου και τρεχούμενου), καθώς και των όρων αυτών οι οποίοι αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους. Οι δε όροι για επιπρόσθετους τόκους υπερημερίας, τραπεζικά δικαιώματα και άλλες χρεώσεις δεν αποτελούν γνήσια προσπάθεια προϋπολογισμού της ζημιάς και είναι παράνομοι. Η Ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να προτείνει δίκαιη και λειτουργική λύση αναδιάρθωσης κάτι το οποίο αρνείτο να πράξει. Εάν η Τράπεζα συνεργαζόταν, η κατάσταση δεν θα έφθανε στο σημείο που έφθασε. Η Τράπεζα θα πρέπει να αποδείξει την εγκυρότητα των όρων καθώς και τα νόμιμα χρεωστικά υπόλοιπα, εξ ου και υπάρχει καλή υπόθεση εναντίον της και ουσιαστική ανταπαίτηση. Είναι σημαντικό να εκδικαστεί η υπόθεση για να διαφανεί το νόμιμο ποσό το οποίο οφείλεται ενώ αν η οικία πωληθεί τώρα, η τιμή της θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική.
  11. Η Ειδοποίηση Τύπου Ι δεν συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, στοιχείο το οποίο συνιστά ξεχωριστό λόγο για ακύρωση της διαδικασίας. Με την εν λόγω ειδοποίηση η Τράπεζα διεκδικεί τόκους 18,5% και 9,5% ενώ το συμφωνηθέν ήταν 6,25%. Ένσταση Η Ενάγουσα τράπεζα προέβαλε επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  12. Η αίτηση είναι αβάσιμη και ή παράτυπη
  13. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθούν οι θεραπείες
  14. Οι Ειδοποιήσεις στάλθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης
  16. Οι Ειδοποιήσεις επιδόθηκαν νομότυπα
  17. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
  18. Η αίτηση είναι πρόωρη Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο υπάλληλος της Ενάγουσας, κ. Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, ότι οι Εναγόμενοι ουδεμία προσπάθεια κατέβαλαν για αποπληρωμή, ότι ουδέποτε αυτοί αποτάθηκαν για αναδιάρθρωση και ότι εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από την πώληση θα κατατεθεί έναντι του οφειλόμενου ποσού. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα αυτό εξετάζεται με αναφορά κυρίως στην καταχωρισθείσα Ανταπαίτηση των Εναγομένων, καθώς και στην ένορκη δήλωση τους, σε όποιο βαθμό βέβαια συνάδει με τα εγειρόμενα ζητήματα. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ζητούνται ανταπαιτητικώς: Α. Απόφαση κήρυξης της αγωγής ως πρώϊμης και ή καταχρηστικής και ή απορριπτέας. Β. Τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της αναφερόμενης συμπεριφοράς της Ενάγουσας. Γ. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω Δήλωση ότι οι συμφωνίες μεταξύ Εναγομένου 1 και Ενάγουσας έχουν ματαιωθεί (frustration) και ή επηρεάστηκαν σε βαθμό που δικαιολογείται η μεταβολή των υποχρεώσεων του. Δ. Απόφαση για καταβολή οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου ποσού διά περιοδικών πληρωμών βάσει των οικονομικών δυνατοτήτων των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι αναλύουν στο καταχωρισθέν δικόγραφο τους τα αιτητικά υπό Α έως Γ και στη βάση των όσων αναφέρουν θα πρέπει να λεχθεί πως εν σχέσει με αυτά όντως εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση υπό την έννοια ότι αποκαλύπτονται γνωστές στον Νόμο αιτίες αγωγής, οι οποίες εάν επιτύχουν, θα οδηγήσουν αναμφίβολα στη χορήγηση ανάλογων θεραπειών προς όφελος των. Δεν μπορεί βέβαια να λεχθεί το ίδιο όσον αφορά το αιτητικό Δ περί διατάγματος περιοδικών πληρωμών, το οποίο στην πραγματικότητα συνιστά αίτημα αποπληρωμής χρέους διά μηνιαίων δόσεων και ως τέτοιο ρυθμίζεται από τις σχετικές ειδικές διατάξεις του Κεφ.6, ως μέθοδος εκτέλεσης μετά την τυχόν έκδοση απόφασης. Υπό αυτή την έννοια δεν είναι δυνατό να συμπεριλαμβάνεται παραδεκτώς σε αξίωση αγωγής ή ανταπαίτησης και σαφώς δεν συνιστά σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στα πλαίσια αγωγής. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση οι αξιώσεις των Εναγομένων διακρίνονται ουσιαστικά σε δύο ενότητες, ήτοι με την πρώτη αξιώνεται δηλωτική απόφαση ότι η διαδικασία είναι πρώιμη ή καταχρηστική ή απορριπτέα και ζητούνται τημωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και με τη δεύτερη αξίωση (η οποία τίθεται διαζευκτικά) ζητείται δήλωση ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν ματαιωθεί λόγω απρόβλεπτων γεγονότων ή επηρεάστηκαν σε βαθμό που δικαιολογείται η μεταβολή των υποχρεώσεων τους. Παρεμβάλλεται βέβαια εδώ πως αντί των πιο πάνω αξιώσεων της Ανταπαίτησης, (στην οποία βασικά θα έπρεπε να στηρίζεται και το δικαίωμα για διεκδίκηση ενδιάμεσου διατάγματος από εναγόμενο) το μόνο θέμα το οποίο έχουν προωθήσει στην αγόρευση τους οι Εναγόμενοι σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση της δεύτερης προϋπόθεσης είναι το θέμα των τόκων. Ειδικότερα επισημαίνουν ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει ποιο ήταν το συμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το όλο θέμα διασυνδέεται με τους προβληθέντες στις παραγράφους 17 και 18 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίες αφορούν την προβολή θέσεων περί ανατοκισμού, παράνομης κεφαλαιοποίησης και γενικά παράνομων χρεώσεων, οι οποίες σύμφωνα με την εισήγηση επηρεάζουν τα διεκδικούμενα υπόλοιπα των λογαριασμών. Είναι γεγονός πως η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με επιστολή της ημερ. 29.6.15 ενημέρωσε για τον τερματισμό και ότι είχε από τότε καθορίσει τα επιτόκια για τον τρεχούμενο σε 18.5% και για το δάνειο σε 9,5% με κεφαλαιοποίηση δις ετησίως ανά εξάμηνο, εξ ου και αξιώνει τους τόκους αυτούς επί €690 και €102.652 από την εν λόγω ημερομηνία για τον τρεχούμενο και το δάνειο αντίστοιχα. Ως προς το θέμα της κεφαλαιοποίησης τόκων υπάρχει σχετική πρόνοια στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο η οποία το επιτρέπει. Για το θέμα της αύξησης των επιτοκίων είναι γεγονός πως η Ενάγουσα θα πρέπει να το αποδείξει κατά την ακρόαση, δηλαδή ότι είχε το δικαίωμα να το πράξει. Η ίδια όντως στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται πως είχε τέτοιο δικαίωμα, κάτι το οποίο φαίνεται να υποστηρίζεται και από τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου καθώς και τον όρο 15 του Εγγράφου Υποθήκης (τα οποία επισύναψαν οι Εναγόμενοι) ενώ και η νομολογία υποστηρίζει ότι υπάρχει τέτοια δυνατότητα, ακόμα και κατά τον τερματισμό (βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1(A) A.A.Δ.194). Εκεί που εγείρεται κάποιο ζήτημα, και ενδεχομένως να επιτύχουν εν μέρει οι Εναγόμενοι, είναι στην περίπτωση που καταδειχθεί ότι επεβλήθη τόκος υπερημερίας πέραν του 2% πράγμα το οποίο απαγορεύεται μετά τη θέσπιση του Ν.141
(1)/14 ενώ και οι συμβάσεις φαίνεται να έχουν τερματιστεί (όχι κατά ή πριν, αλλά) μετά τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.66
(1)/15, ήτοι μετά τις 7.5.15, οπότε δεν θα τίθεται και θέμα λειτουργίας του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/
  1. Οι Εναγόμενοι βέβαια δεν έχουν παραθέσει οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή μελέτη ή υπολογισμό γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή για το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας και ειδικά για το ποσόν που θα έπρεπε ενδεχομένως να αφαιρεθεί. Ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας για τις ανάγκες του παρόντος ενδιάμεσου σταδίου αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί είναι πως ακόμα και αν επιτύχουν σε μία τέτοια εισήγηση τους κατά την ακρόαση, αυτό το οποίο θα δικαιούνται θα είναι την αφαίρεση κάποιου ποσού το οποίο έχει χρεωθεί ως τόκος πέραν του συμβατικού επιτοκίου ή του επιτρεπτού τόκου υπερημερίας. Ένα τέτοιο ποσό θα είναι προφανώς περιορισμένο σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας. Σίγουρα πάντως δεν σχετίζεται με τις εγειρόμενες στην Ανταπαίτηση αξιώσεις ούτε βέβαια και συνιστά επιτυχία τους ο περιορισμός του ποσού, υπό την έννοια ότι δεν ασκεί δραστική επίδραση στην παρούσα αίτηση. Επανερχόμενος στις αξιώσεις τις οποίες περιέλαβαν οι Εναγόμενοι στην Ανταπαίτηση τους επισημαίνεται πως η πρώτη βάση έχει ως επίκεντρο τη θέση των Εναγομένων ότι η αγωγή είναι πρόωρη η οποία (θέση) αναλύεται στο ότι η Ενάγουσα όφειλε να εφαρμόσει την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας του 2013 περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων και ή τον Κώδικα Συμπεριφοράς σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις, πριν προχωρήσει με την αγωγή. Από πλευράς δικογραφικών ισχυρισμών προβάλλεται στις παραγράφους 12 έως 15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης πως ο Εναγόμενος 1 παρακαλούσε την Ενάγουσα για εξεύρεση λύσης με σκοπό την αναδιάρθρωση, χωρίς όμως τη δέουσα ανταπόκριση από την τράπεζα η οποία παρά την ξεκάθαρη δήλωση και επιθυμία του ιδίου εντούτοις δεν συνεργαζόταν. Η θέση του είναι πως όφειλε η τράπεζα πριν τη λήψη δικαστικών μέτρων να προβεί σε αναδιάρθρωση. Από πλευράς γεγονότων ο Εναγόμενος 1 εξήγησε το ιστορικό στην ένορκη δήλωση του και επεσύναψε όλη την αλληλογραφία που είχε με την Ενάγουσα (είτε προσωπικά είτε μέσω των συνηγόρων του). Η ουσία των γεγονότων, όπως τα παρέθεσε, είναι πως όταν περί τον Οκτώβριο του 2012 έχασε την εργασία του και παρέμεινε χωρίς έσοδα, συναντήθηκαν, αυτός και ο πατέρας του, με τον λειτουργό της Ενάγουσας και συμφώνησαν να καταβάλλεται ποσό €900 μηνιαίως πράγμα το οποίο όμως εν τέλει τηρήθηκε μόνο μέχρι τον Νοέμβριο του 2013, οπότε ο Εναγόμενος 1 άρχισε να ζητά πλέον τη μείωση των επιτοκίων. Το ίδιο ζήτησε και ο πατέρας του σε επόμενη συνάντηση του με τον λειτουργό της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 δεν αναφέρει να έχει καταβληθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό μετά τον Νοέμβριο του
  2. Λογικό ήταν να έχουν δημιουργηθεί οι καθυστερήσεις στις οποίες επίσης αναφέρεται και οι οποίες στην πρώτη επιστολή της τράπεζας ημερ. 27.11.14 φαίνονται να είναι €8.746 με το συνολικό υπόλοιπο του δανείου τότε να ήταν στις €87.
  3. Με την ως άνω πρώτη επιστολή ημερ. 27.11.14 (Τεκμήριο 6) η Ενάγουσα τον καλούσε να επικοινωνήσει εντός των επόμενων 30 ημερών για συνάντηση, επαναξιολόγηση της οικονομικής του κατάστασης και εξέταση της πιθανότητας αναδιάρθρωσης των επίδικων χορηγήσεων. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή ημερ. 29.12.14 με παρόμοιο περιεχόμενο και επισήμανση, ότι δηλαδή ο ίδιος δεν είχε συμμορφωθεί με την πρώτη επιστολή. Του ζητήθηκε τότε όπως επικοινωνήσει με την Ενάγουσα και να υποβάλει «οικονομικές πληροφορίες» προς επαναξιολόγηση της οικονομικής του κατάστασης προς εξεύρεση λύσης αναδιάρθρωσης αφού ληφθούν υπόψιν οι ιδιαιτερότητες των συνθηκών του, προειδοποιώντας τον για επιπτώσεις στην πιστοληπτική του διαβάθμιση και τερματισμό των λογαριασμών. Φαίνεται πως στη συνέχεια υπήρξε μια σειρά επιστολών από τους δικηγόρους του Εναγομένου 1, αρχής γενομένης από το Τεκμήριο 7 ημερ. 16.1.
  4. Αντί καθορισμού συνάντησης και υποβολής πληροφοριών ετέθη από τους συνηγόρους θέμα υπερχρεώσεων, ζητείτο η «αποστολή» του νομίμως οφειλόμενου ποσού εντός τακτής προθεσμίας και δηλώνετο ότι μόνο με την παραλαβή του ο Εναγόμενος 1 θα καθόριζε τη θέση του έναντι της δανειακής σύμβασης και έναντι της αναδιάρθρωσης. Η όλη αλληλογραφία συνηγόρων και Τράπεζας παρουσιάζεται ως Τεκμήρια 8-14 και καλύπτει την περίοδο μέχρι και τις 17.7.15, οπότε και πάλι η Τράπεζα ζήτησε την προσκόμιση στοιχείων για την αξιολόγηση του κατά πόσο μια αναδιάρθρωση θα ήταν βιώσιμη ενόψει του γεγονότος ότι ο δανειολήπτης ήταν άνεργος για αρκετά χρόνια, θέση που καταγράφεται και σε παλαιότερες τραπεζικές επιστολές. Φαίνεται πως διαχρονικά η θέση του Εναγομένου 1 μέσω των συνηγόρων του ήταν ότι έπρεπε πρώτα να αφαιρεθούν τα ποσά των τόκων υπερημερίας και άλλες παράνομες χρεώσεις και ακολούθως να ενημέρωνε η τράπεζα για τα στοιχεία που χρειαζόταν ούτως ώστε να προχωρούσε η αναδιάρθρωση (Τεκμήριο 10). Η Ενάγουσα ζητούσε τις οικονομικές πληροφορίες και όταν δεν τις έλαβε προχώρησε στην ταξινόμηση του Εναγομένου 1 ως «μη συνεργάσιμου» δανειολήπτη στις 29.6.15 (Τεκμήριο 14) και στην αγωγή αυτή κατά το
  5. Όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας του 2013 (Κ.Δ.Π. 315/13) σκοπός της ήταν η επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων για δανειολήπτες οι οποίοι αντιμετώπιζαν δυσκολίες, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση στη Δημοκρατία. Ο επισυναφθείς στην Οδηγία Κώδικας Συμπεριφοράς για τον Χειρισμό Δανειοληπτών που Αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες (εφεξής «ο Κώδικας») αποσκοπούσε στο να υποστηρίξει και να διευκολύνει την ουσιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων («ΑΠΙ») και διανειοληπτών, «με στόχο την επίτευξη μιας δίκαιης και βιώσιμης αναδιάρθρωσης, όπου είναι δυνατόν» (άρθρο 4
(2)της Οδηγίας). Ο εν λόγω Κώδικας περιελάμβανε έξι διαδικαστικά στάδια τα οποία έπρεπε να ακολουθούν τα ΑΠΙ κατά τον χειρισμό δανειοληπτών, ως εξής:
  1. Επικοινωνία με Δανειολήπτη
  2. Λήψη οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον Δανειολήπτη
  3. Αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη
  4. Μελέτη των κατάλληλων επιλογών αναδιάρθρωσης
  5. Παρουσίαση των λύσεων αναδιάρθρωσης στον δανειολήπτη
  6. Διαδικασία επίλυσης διαφορών Στην παρούσα περίπτωση, από το ιστορικό και την αλληλογραφία που παραθέτουν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν διαφαίνεται να έχει η διαδικασία οποτεδήποτε υπερβεί το πρώτο στάδιο της επικοινωνίας. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 του Κώδικα, τα ΑΠΙ έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση για πρόσβαση σε επαρκείς, πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες για τα οικονομικά δεδομένα του δανειολήπτη «προκειμένου να αξιολογούν την οικονομική τους κατάσταση και να αναπτύσσουν κατάλληλες λύσεις αναδιάρθρωσης των χορηγήσεων». Στην παρούσα περίπτωση διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία πως η μη παροχή των σχετικών πληροφοριών για την αξιολόγηση ήταν η αιτία για την κατάταξη του Εναγομένου 1 ως «μη συνεργάσιμου» βάσει του άρθρου 5
(3)του Κώδικα. Όπως ρητώς προνοείται στον Κώδικα, σε τέτοια περίπτωση «το ΑΠΙ δύναται να κινήσει νομικές διαδικασίες». Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη θέση ότι ήταν πρόωρη ή καταχρηστική η αγωγή, δεδομένου ότι οι επί του παρόντος υφιστάμενες ενδείξεις τείνουν να δείξουν πως είχε τηρηθεί ο ισχύων τότε Κώδικας. Ούτε όμως και εν σχέσει με τη διαζευκτική αξίωση των Εναγομένων, ήτοι για ματαίωση (frustration) των συμφωνιών, δύναται να λεχθεί ότι στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το θέμα του τερματισμού σύμβασης λόγω ματαίωσης αναπτύσσεται επαρκέστατα στο σύγγραμμα «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», του Π. Γ. Πολυβίου, 2014 (σελ.667-723). Η ουσία, εν συντομία, είναι πως όταν μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης επισυμβούν αναπάντεχα και ιδιαίτερα σοβαρά γεγονότα τα οποία δεν ήταν προβλέψιμα και για τα οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε ρύθμιση στη σύμβαση, τότε κρίνεται ότι επήλθε ματαίωση της και θεωρείται ως τερματισθείσα, ανεξάρτητα από τη βούληση των μερών (σελ. 668). Πλην όμως, όπως εξηγείται, η αρχή της ματαίωσης θα πρέπει να τυγχάνει επίκλησης μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα μόνο εκεί που η επέλευση της νέας τάξης πραγμάτων έχει καταλύσει το θεμέλιο της σύμβασης ενώ δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις στις οποίες τα μέρη είχαν προβεί σε συγκεκριμένες διευθετήσεις σχετικά με το (νέο) γεγονός ή όπου το συμβάν δεν ήταν απρόσμενο ή αναπάντεχο ή εκεί που ο κίνδυνος (ρίσκο) είχε αναληφθεί από ένα εκ των δύο μερών (σελ. 685). Υπ' αυτή την έννοια και ως θέμα κατ' αρχάς κοινής λογικής δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η θέση πως η αδυναμία εξυπηρέτησης ενός δανείου ήταν απρόβλεπτο ή αναπάντεχο γεγονός και ότι δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στις επίδικες συμβάσεις για μία τέτοια κατάσταση. Εν πάση περιπτώσει όμως ακόμα και αν κατά την ακρόαση της ουσίας γίνει δεκτή μια τέτοια εισήγηση, (με δεδομένο ότι έχουν χορηγηθεί οι πιστώσεις) το πιθανότερο είναι πως θα κριθεί ότι πρόκειται για περίπτωση στην οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει εκπληρώσει πλήρως την παροχή του και ευλόγως θα δικαιούται να επιμένει στην αποκατάσταση του (στη βάση των αρχών της Fibrosa Spolka Akcyja v. Fairbairn Lawson Combe Barbour
(1943)A.C. 32). Στη βάση των ανωτέρω συνιστά κατάληξη του Δικαστηρίου πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Ανταπαίτηση τους. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Disigns Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα θα προχωρήσει ο πλειστηριασμός και τότε θα πωληθεί το ακίνητο το οποίο αποτελεί την οικογενειακή στέγη. Στην πραγματικότητα από τα επισυνημμένα έγγραφα φαίνεται πως η επίδικη υποθήκη ενεγράφη επί μεριδίου σε χωράφι και προφανώς οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε οικία η οποία έχει ανεγερθεί επ' αυτού και την οποία χρησιμοποιούν ως οικογενειακή στέγη. Οι ίδιοι δεν αναφέρουν την αξία της οικίας αυτής και δεν μπορεί να λεχθεί ότι εμπίπτει στον ορισμό της «κύριας κατοικίας» ο οποίος παρατίθεται στο άρθρο 44 ΙΕ του Ν.9/65, βασική προϋπόθεση του οποίου είναι όπως η αξία της να μην υπερβαίνει τις €350.000. Ούτε υπάρχει αναφορά ότι οι Εναγόμενοι, ενόψει της αφερεγγυότητας την οποίαν επικαλούνται έχουν αποταθεί για έκδοση προστατευτικού διατάγματος βάσει του Ν.65
(1)/15 ή κατά πόσον συντρέχουν προϋποθέσεις για έγκριση συμμετοχής τους στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως αν εν τέλει η Τράπεζα προχωρήσει τη διαδικασία και πωληθεί η οικία θα είναι όντως δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον δεδομένου ότι θα είναι μάλλον αδύνατο να επανακτηθεί η συγκεκριμένη οικία και οι όποιες τυχόν αποζημιώσεις δεν θα μπορούν να αποκαταστήσουν την απώλεια αυτή. Υπ' αυτή την έννοια θα δεχόμουν ότι συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση. Σημειώνω βέβαια πως ο πλειστηριασμός δεν έχει οριστεί ακόμα αφού ούτε η Ειδοποίηση ΙΑ έχει σταλεί και δεν είναι βέβαιο ότι θα προχωρήσει η Ενάγουσα. Όπως έχει σημειωθεί οι Εναγόμενοι έχουν στη διάθεση τους και άλλες επιλογές (π.χ. το προστατευτικό διάταγμα ή την αίτηση στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ). Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα έχουν και άλλους λόγους για στήριξη της τυχόν αίτησης έφεσης τους, εάν εν τέλει χρειαστεί κάτι τέτοιο. Σίγουρα όμως δεν είναι ορθό από νομικής πλευράς να διεκδικούν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος απλώς και μόνο για να αποκτήσουν λόγο έφεσης. Το νόημα της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας είναι ότι συνιστά λόγο έφεσης η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος όταν κατά τα άλλα συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του και όχι να εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα απλά για να καταχωρείται έφεση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους και ιδιαίτερα λόγω μη συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης (πιθανότητα επιτυχίας στην ανταπαίτηση) η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €700 συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.