← Κύπρος

Tanberg Investments Limited κ.α. ν. UCF INVEST LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2263/2018, 19/2/2019

Tanberg Investments Limited κ.α. ν. UCF INVEST LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2263/2018, 19/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2263/2018 ΜΕΤΑΞΥ: 1.Tanberg Investments Limited

  1. ADEAL IMPORT LLC Εναγόντων και
  2. UCF INVEST LIMITED
  3. UCF PARTNERS LIMITED (και άλλων ως εμφαίνονται στο Παράρτημα Α) Εναγoμένων Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια 2: Ο κ. Π. Κούρτελλος μαζί με κα Σ. Χρίστου και κ. Κωστακόπουλο για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους 2 και 8/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Γ. Γεωργιάδης για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. του κ. Κ. Σκορδή και κας Α. Σάββα να δηλώνουν ότι απλώς παρίστανται ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [σε αίτηση με ημερ. 23.11.2018 για έκδοση αντιεκτελεστικού διατάγματος παγκόσμιας εμβέλειας (worldwide anti- enforcement injunction)] Η αγωγή, επί του παρόντος σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1), στρέφεται εναντίον 8 εναγομένων προσώπων (νομικών και φυσικών ημεδαπών και αλλοδαπών). Με αυτή οι ενάγουσες εταιρείες αξιώνουν αποζημιώσεις (Γενικές, Ειδικές και Τιμωρητικές) και διαφόρων τύπων διατάγματα. Μια πρώτη εικόνα - δίκην προοιμίου, θα έλεγα - περί της φύσης της διαφοράς, παρέχεται στο αιτητικό της παραγράφου Γ του Κλητηρίου, όπου γίνεται αναφορά σε συμφωνία εκχώρησης (Assignment Agreement) μεταξύ των εναγομένων 2 από τη μια και των εναγομένων 3 και 7 από την άλλη, δυνάμει της οποίας φέρονται να εκχωρήθηκαν τα αγώγιμα δικαιώματα για παραβίαση αποκλειστικών πνευματικών δικαιωμάτων 10 οπτικοακουστικών και/ή διαφημιστικών μηνυμάτων υπό τη γενική ονομασία «Rules for Online Stores», η οποία κατά τις ενάγουσες είναι άκυρη και/ή άκυρη εξ υπαρχής και/ή εικονική δικαιοπραξία και/ή στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή είναι άνευ οποιασδήποτε νομικής ισχύος ως πράξη γενόμενη για αλλότριους σκοπούς και ή ως πράξη γενόμενη συνεπεία απάτης και/ή πρόθεση εξαπάτησης και/ή δόλου και/ή προϊόν δόλου και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης και/ή ως αποτέλεσμα συνομωσίας με νόμιμα και/ή παράνομα μέσα με σκοπό την πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στους ενάγοντες
  4. Όπως δε επισημαίνεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών στην αγόρευση τους, σε παραπομπή και στην υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση της κας Ε. Πεύκου με ημερ. 19.10.2018: «Προκύπτει από το Γενικό Κλητήριο Ένταλμα ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 εδράζουν μέρος των αξιώσεων τους όχι σε ισχυρισμούς παράβασης σύμβασης αλλά στην έκταση που αφορά έκαστον των εναγομένων, σε ισχυρισμούς συνομωσίας, απάτης, δόλου ως αυτά εννοούνται από την Περί Αστικών Αδικημάτων νομοθεσία. Μέρος δε της αγωγής αφορά σε αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης καθ' ότι γεγονότα που αφορούν σε ορισμένη χρονική περίοδο είναι άγνωστα στους Ενάγοντες, προκειμένου να δικογραφήσουν (to plead) ειδικά τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Απαίτησης ή και σε άλλες αστικές διαδικασίες εντός κι εκτός δικαιοδοσίας». Επομένως, η αγωγή, όπως τονίζεται και στην αγόρευση, δεν είναι αγωγή που αφορά σε συμβατική ευθύνη αλλά αγωγή που προωθούν δύο

(2)ενάγοντες εναντίον συνολικά οκτώ
(8)συν- εναγομένων για αδικοπρακτική ευθύνη στη βάση ισχυρισμών δόλου, απάτης, συνωμοσίας και σχεδιασμού εξαπάτησης, απάτης (fraud) και/ή δόλου (deceit) και/ή συνωμοσίας προς διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνωμοσίας για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα και/ή δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract) συγχρόνως δε είναι και αυτοτελής αγωγή αποκάλυψης ως το Παρακλητικό Η της αγωγής. Διευκρινίζοντας δε στη συνέχεια της αγόρευσης τους ότι: «Προκειμένου για τους 8 εναγομένους οι Ενάγοντες δεν επικαλούνται ως αναφέρθηκε την οποιανδήποτε συμβατική σχέση με αυτούς και επομένως οι αποδιδόμενες σ' αυτούς απάτη, δόλος και ψευδείς παραστάσεις δεν δύνανται να έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτές τις έννοιες από τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, αλλά αυτήν που αποδίδει ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 και η σχετική με αυτές νομολογία. Όπως λέχθηκε δε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou,
(1969)1 C.L.R. 332, σελ. 340, το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο (action for deceit). Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αποκαλύπτει ως βάση αγωγής αδικοπραξία που αφορά σε εξω-συμβατική και όχι ενοχική σχέση (σύμβαση)». Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής στις 19.10.2018, οι ενάγοντες/ αιτητές καταχώρησαν και αίτηση με την οποία πέτυχαν μονομερώς στις 24.10.2018 - όταν έτυχε εξέτασης η αίτηση τους -, την έκδοση διαταγμάτων (στη συνέχεια «το αντι-αγωγικό διάταγμα»), το οποίο στη συνέχεια μη εμφανισθέντων των εναγομένων 2 και 8 στους οποίους επιδόθηκε δεόντως, έχει καταστεί οριστικό. Πρόκειται για τα ακόλουθα διατάγματα: «
  1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα και/ή αντιαγωγικό διάταγμα (Anti-suit injunction) δια του οποίου να διατάσσονται και/ή απαγορεύεται και/ή εμποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή οι διευθυντές και/ή ο γραμματέας και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών και/ή ο Καθ' ου η Αίτηση 3 και/ή οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα εμμέσως και/ή αμέσως από τον Καθ' ου η Αίτηση 3, των Καθ' ων η Αίτηση 5 και/ή 6 και/ή 7 συμπεριλαμβανομένων και άνευ περιορισμού ως ακολούθως: Ι. από του να εγείρουν και/ή προωθούν οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και/ή απαίτηση είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή δικαστικού εγγράφου επί τη βάσει των κάτωθι συμφωνιών: i. της Συμφωνίας Εκχώρησης (Assignment Agreement) φέρουσα ημερομηνία 30 Μαρτίου 2018, μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 2 αφενός και των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 7 αφετέρου, δυνάμει της οποίας φέρεται να εκχωρήθηκαν τα αγώγιμα δικαιώματα για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων υπό των Εναγομένων 3 και 7 στους Καθ' ων η Αίτηση 2 αναφορικά με 10 οπτικοακουστικά και/ή διαφημιστικά μηνύματα υπό την γενική ονομασία «Rules for Online Stores». ii. Της Συμφωνίας με τίτλο «Συμφωνία για την Αποξένωση του Αποκλειστικού Δικαιώματος και Υπηρεσιών Αρ. 20062013» φέρουσας ημερομηνία εκτέλεσης 20/06/2013 γενόμενης μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και του Καθ' ου η Αίτηση
  2. iii. Της Συμφωνίας με τίτλο «Συμφωνία για την Δημιουργία Οπτικοακουστικών Έργων και Παροχή Υπηρεσιών Αρ. 01072013» φέρουσας ημερομηνία εκτέλεσης 1/07/2013 γενόμενης μεταξύ των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και των Καθ΄ ων η Αίτηση
  3. ΙΙ. από το να προωθήσουν και/ή συνεχίσουν να προωθούν την υπόθεση με αριθμό Α41-39590/2018, UCF Partners Limited v. Adeal-Import LLC που εκκρεμεί και/ή τελεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) είτε μέσω οποιασδήποτε ενδιάμεσης δικαστικής διαδικασίας και/ή απαίτησης και/ή διαβήματος είτε μέσω οποιουδήποτε δικογράφου και/ή οποιασδήποτε νομικής έγγραφης πρότασης και/ή μέσω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και/ή ανώτερου Δικαστηρίου και/ή άλλης δευτεροβάθμιας δικαστικής διαδικασίας και/ή στο πλαίσιο των Εφέσεων με αριθμό Α41-39590/2018 (10th Arbitration Court of Appeal) καταχωρηθέντων υπό των Καθ' ων η Αίτηση 2 και του Καθ' ου η Αίτηση 3 στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών ή/και οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου.» Ακολούθως, οι ενάγοντες 2/ Αιτητές στην παρούσα στις 23.11.2018 αιτήθηκαν και πέτυχαν, και πάλιν μονομερώς, την έκδοση αντι- εκτελεστικού διατάγματος παγκόσμιας εμβέλειας, όπως και διάφορα άλλα επικουρικά διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2 και 8 (Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8) μεταξύ τους και Unless Order για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Για τα τελευταία αυτά διατάγματα καταχωρίστηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως από τους ως άνω Καθ' ων η Αίτηση την οποία υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του με ημερομηνία 13.12.2018 ο ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση κ. XXXXX Γεωργιάδης, η οποία και θα ληφθεί υπόψιν ασφαλώς σε όσο μέρος αυτής δεν έχει διαγραφεί μετά από διαταγή του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του στις 20.12.2018 μετά την εκδίκαση σχετικού αιτήματος εκ μέρους των Αιτητών. Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε μεταξύ των παραγόντων της δίκης σε σχέση με την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί ενόψει της καταχώρησης στο μεταξύ αίτησης παραμερισμού ολόκληρης της αγωγής με την προσθήκη σε αυτή και των εναγομένων 1 και 3 και ξεχωριστής άλλης αίτησης εκ μέρους των εναγομένων 4 και 5 (όπως προκύπτει και από το φάκελο), προκρίθηκε, με επιμονή της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 με την αντίθετη γνώμη εκ μέρους των Αιτητών, η εκδίκαση της παρούσας αίτησης που αφορά το αντι- εκτελεστικό διάταγμα (anti-enforcement injuction) μεταξύ των παρόντων διαδίκων, προτάσσοντας την δραστικότητα του αλλά ασφαλώς και του τρόπου που αυτό εξασφαλίστηκε με τον επείγοντα χαρακτήρα που προσδόθηκε στην αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν σε αυτές. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης και σε συναφή νομολογία και αυθεντίες υποστήριξαν η μεν πλευρά των Αιτητών την οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων των δε Καθ' ων η Αίτηση στην ακύρωση τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και ομολογώ ότι μου στάθηκαν πολύ ικανοποιητικές για να αντιληφθώ τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα. Η απόφαση μου θα περιοριστεί στα περιορισμένα πλαίσια της αίτησης αυτής η οποία αφορά το αντι- εκτελεστικό διάταγμα και των επικουρικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και κατά πόσο θα εκδοθεί το διάταγμα που οι Αιτητές αιτούνται με το υπ' αρ. Β αιτητικό της αίτησης τους, αποφεύγοντας οποιαδήποτε κρίση επί της αρχικής αίτησης που μεταξύ άλλων αφορούσε και το αντι-αγωγικό διάταγμα (Anti-suit injunction), με δεδομένο μάλιστα το γεγονός ότι εκείνο, όσον αφορά τους παρόντες τουλάχιστον Καθ' ων η Αίτηση, έχει οριστικοποιηθεί. Θα πρόσθετα δε ότι, θα ήταν ανακόλουθο της προηγούμενης απόφασης μου η ενασχόληση μου εκ νέου καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτή. Μέσα επομένως στο πιο πάνω αυστηρά προσδιορισμένο νομικό πλαίσιο θα εξετασθούν στη συνέχεια και οι προϋποθέσεις έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων όπως αυτές απαριθμούνται και προσδιορίζονται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και των υπόλοιπων αρχών που ανέδειξε η νομολογία μας, οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται κατά την οριστική απόφανση του Δικαστηρίου περί της οριστικοποίησης τους ή όχι. Θεωρώ αναγκαία την παράθεση των υπό κρίση διαταγμάτων για καλύτερη κατανόηση του σκεπτικού της απόφασης από τον αναγνώστη της: «
  4. Διάταγµα και/ή Αντι-εκτελεστικό Διάταγμα του Δικαστηρίου παγκοσμίου βεληνεκούς (worldwide anti-enforcement injunction) δια του οποίου να διατάττονται και/ή να απαγορεύεται και/ή να εµποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή οι διευθυντές και/ή ο γραμματέας και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν και/ή να προωθήσουν και/ή να συνεχίσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο εντός και/ή εκτός δικαιοδοσίας οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης (enforcement) και/ή μέτρα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 2 στις 15 Νοεμβρίου 2018 από το 10ο Εφετείο της Μόσχας (the 10th Arbitration Court of Appeal, 68/70, Sadovnicheskaya Street, Bldg. 1, Moscow) στο πλαίσιο της Έφεσης υπ' αριθµό А41-39590/2018 καταχωρηθείσης υπό των Καθ' ων η Αίτηση 2 και του Καθ' ου η Αίτηση 3 στις 5/10/2018 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας (Arbitration Court of the Moscow Region) ημερομηνίας 21/08/2018 µέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή µέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. Διαζευκτικά και/ή Επικουρικά Διάταγμα (Unless Order) του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή την Καθ' ης η Αίτηση 8 από το να προωθήσουν και/ή να προωθούν οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση και/ή διάβημα εξ' ιδίας πρωτοβουλίας στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής της Αίτησης των ημερ. 15/11/2018 συμπεριλαμβανομένης μέχρις ότου αυτοί αναλάβουν μετά ρητής δέσμευσης των και/ή δεσμευτικής ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους των δικηγόρων των γενομένης ενώπιον του Δικαστηρίου (undertaking made in Court) ότι θα τελούν σε συμμόρφωση μετά του Διατάγματος υπό την παράγραφο (Α) και/ή (Β) της παρούσας µέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθµό Αγωγής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή µέχρι νεότερων οδηγιών και/ή οποιουδήποτε άλλου διατάγµατος του Δικαστηρίου.
  6. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται (stay of proceedings) οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες και/ή αιτήσεις και/ή διαβήματα τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή την Καθ' ης η Αίτηση 8 της Αίτησης ημερ. 15/11/2018 συμπεριλαμβανομένης μέχρι την εκδίκαση της παρούσης και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Εφόσον λοιπόν η υπόθεση έλαβε την πιο πάνω πορεία, κατά λογική συνέπεια, και συμφωνώντας προς τούτο με την εισήγηση της πλευράς των Αιτητών, ότι δηλαδή το Δικαστήριο στην παρούσα θα πρέπει να στηριχθεί και περιοριστεί στο γεγονός της ύπαρξης και ισχύος και συμμόρφωσης ασφαλώς με το εκδοθέν αντι-αγωγικό διάταγμα, το οποίο έχει πλέον καταστεί απόλυτο και περαιτέρω στη μεταγενέστερη συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 η οποία, όπως προβάλλουν οι Αιτητές, κατέστησε αναγκαία την επέμβαση εκ νέου του Δικαστηρίου με την έκδοση του υπό κρίση αντι- εκτελεστικού διατάγματος. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 με τους λόγους ένστασης τους υπ' αριθμό Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Λ ουσιαστικά εισηγούνται ότι: (α) η έκδοση των διαταγμάτων αποτελεί επέμβαση στην «κυριαρχία αλλοδαπού δικαστηρίου» και αντίκειται στις αρχές της αβρότητας και έτσι το Δικαστήριο οφείλει να ανακόψει αυτή την πορεία και να αρνηθεί δικαιοδοσία και είτε να αναστείλει αυτεπαγγέλτως την ενώπιον του διαδικασία, ή να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ του Ρωσικού Δικαστηρίου. λόγω παράλληλης διαδικασίας και (β) η έκδοση των διαταγμάτων είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του άρθρου 33 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους Συμβουλίου της Ε.Ε. της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (εν συντομία «Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙ»). Είναι δε σημαντικό να με απασχολήσει αμέσως η πιο πάνω εισήγηση της πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση για την οποία η πλευρά των Αιτητών αντιτείνει ότι υπάρχει εκ μέρους τους νομική παρανόηση. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται εν μέρει στον Καν. Βρυξέλλες ΙΙ ώστε μοιάζει να προκύπτει η ανάγκη εξέτασης της εφαρμογής ή όχι των προνοιών του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ με ειδική αναφορά στις πρόνοιες που οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλούνται, που αφορούν κατά βάση έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, μη καταλληλότητας αυτών να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και παράλληλη εκκρεμοδικία (lis alibi pendens) βάσει του άρθρου
  7. Είναι δηλαδή, κατά την πλευρά των Αιτητών, εύσχημος τρόπος να μετατραπεί με πλάγιο τρόπο η διαδικασία ακρόασης αυτών των διαταγμάτων σε αίτηση παραμερισμού, κάτι όμως που προσκρούει σε αντίθετη εισήγηση τους με την οποία και συμφωνώ εφόσον όπως προκύπτει από το φάκελο οι Καθ' ων η Αίτηση μαζί με τους εναγομένους 1 και 3 αλλά και ξέχωρα από αυτούς οι εναγόμενοι 4 και 5 έχουν προωθήσει αιτήσεις παραμερισμού, αιτήσεις οι οποίες αντιλαμβάνομαι ότι εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον αρμοδίου Προέδρου αυτού του Δικαστηρίου, αφορώσες αντιλαμβάνομαι, ταυτόσημους λόγους. Επομένως, το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας ή ο ισχυρισμός διεθνούς εκκρεμοδικίας (lis alibi pendens), εφόσον αφορά και άλλους εναγόμενους και εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, δεν θα ήταν ορθό να απασχολήσει και το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας. Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα και στην υπόθεση Saven Enterprises Ltd ν. OAO Tomusinsky Open Pit Mine κ.α., Αρ. Αγωγής: 2680/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερ. 30.04.2015 (Ε. Εφραίμ Π.Ε.Δ.), όπου η πλευρά της αιτήτριας ήγειρε θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, μη καταλληλότητας αυτών να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, κατάχρησης της διαδικασίας, δεδικασμένου και lis alibi pendens. Το Δικαστήριο αποφάσισε ως ακολούθως: «..Θεωρώ όμως ότι η παρούσα Αίτηση αφορά μόνο την εναγομένη 1 και επομένως το πλαίσιο εξέτασης της (Αίτησης) περιορίζεται στην ίδια. Δεν θεωρώ ορθό όπως στο πλαίσιο της παρούσας ασχοληθώ με θέματα τα οποία βασικά αφορούν άλλους εναγόμενους, ιδιαίτερα πριν τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των αιτήσεων που τους αφορούν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η θέση της εναγομένης 1 για έλλειψη δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης..». Παρόμοια και στην GORSOAN LIMITED κ.α. ν. JANNA BULLOCK κ.α., Aρ. Αγωγής: 3573/2012 Ε.Δ. Λεμεσού με ημερ. 6.03.2013 (Κ. Σταματίου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε), όπου κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και όπου είχαν εγερθεί παρόμοιοι ισχυρισμοί αποφάσισε το ζήτημα ως εξής: «Για σκοπούς της παρούσας αίτησης η εναγόμενη 1 καθώς και οι υπόλοιποι σχετικοί εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, συνεπώς έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά την εγκυρότητα του κλητηρίου εντάλματος και την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας, αυτό μπορεί να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του και όχι ως λόγος ένστασης σε προσωρινό διάταγμα. (Βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762). Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία όπως αναλύεται στην ΕΔ Κληρίδη παράγραφοι 16 - 18 και 27 - 36. Το Δικαστήριο δε θα εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θέματα forum conveniens και lis alibi pendens (σε συνάρτηση με την ύπαρξη αγωγής στις ΗΠΑ). Αυτά είναι θέματα που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια άλλης ξεχωριστής αίτησης. Θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο εξετάζεται μόνο κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εκ πρώτης όψεως δικαιοδοσία να εκδικάσει τη παρούσα υπόθεση, κάτι με το οποίο θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου». Ήδη οι εδώ Καθ' ων η Αίτηση όπως και άλλοι εναγόμενοι αντιλαμβάνομαι όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω προέβησαν στο κατάλληλο διαδικαστικό διάβημα (βλ. επίσης την Μούρτζινος v. Του πλοίου ¨Galaxias¨ κ.ά.,
(1997)1 ΑΑΔ 80 και Annual Practice 1970, Τόμος 2, παράγραφος 3359, σελίδα 878, στην επικεφαλίδα Lis Alibi Pendens). Η ένσταση ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του χρόνου για την έγερση του από τον εναγόμενο (βλ. G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2064 και Κοιν. και/ή Συνδ. Ασφ. P.D. Upton κ.ά. ν. G.N. Εllinas Imp.-Exp. Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1327). Η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί και να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία ή να επιδιώξει αναστολή της διαδικασίας, όπως εν προκειμένω, γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία (βλ. Space Video Games Ltd v. Πλοίου «SILVER PALOMA»
(1996)1 A.Α.Δ. 119). Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την ένσταση τους για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και να επιδιώξουν, είτε παραμερισμό της αγωγής, είτε αναστολή της διαδικασίας, με τη πρώτη δυνατή ευκαιρία. Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι το έκαναν με το διάβημα τους (αίτηση παραμερισμού) με τη συμπερίληψη και άλλων συνεναγομένων και θα έχουν επομένως την ευκαιρία να ακουστούν ειδικά επί του ζητήματος της εκκρεμοδικίας. Στην αγωγή, ήτοι στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1), συμπεριλαμβάνονται νομικό πρόσωπο με έδρα την Κύπρο και φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Κύπρου (οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα). Παρά το ότι η επίδοση της αγωγής ως και της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 19.10.2018 ως και του αντι-αγωγικού διατάγματος τους επιδόθηκαν δεόντως στις 29.10.2018 επέλεξαν να μην εμφανιστούν στις 2.11.2018 οπότε και το εκδοθέν εναντίον τους αντι-αγωγικό διάταγμα κατέστη απόλυτο. Στη 2η ένορκη δήλωση της κας Πεύκου ημερ. 23.11.2018 έχει συμπεριληφθεί αυτούσια η αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών για να καταδειχθεί ο χρόνος που τουλάχιστον «οι τελικοί δικαιούχοι» της Καθ' ης η Αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση του προσωρινού αντι- αγωγικού διατάγματος (Τεκμ. 3 στην 2η Ε.Δ. Πεύκου) προσδιορίζεται δηλαδή ως ημερομηνία που έλαβαν γνώση η 2.11.
  1. Παραμένει όμως γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 έλαβαν γνώση του αντι-αγωγικού διατάγματος στις 29.10.2018 όπως προκύπτει από τις επιδόσεις στον φάκελο του Δικαστηρίου. Μόλις δε στις 15.11.2018 οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 8 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αίτηση με την οποία αξιώνουν την ακύρωση και παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος η οποία επιδόθηκε στους δικηγόρους των Αιτητών στις 22.11.
  2. Αντιλαμβάνομαι ότι λόγοι που προβλήθηκαν στα πλαίσια της ως άνω αίτησης ταυτίζονται με λόγους ένστασης που προβλήθηκαν και εδώ. Ούτε και ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας έχει νομικό έρεισμα αν οι λόγοι ένστασης εδράζονται στην εφαρμογή του άρθρου 33 του Βρυξέλλες ΙΙ στο οποίο περιορίστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση στην αγόρευση του ελλείψει επίκλησης του Άρθρου 34 στην νομική βάση της ένστασης τους. Ο λόγος δεν είναι περί έλλειψης δικαιοδοσίας σύμφωνα με την παρ. 17 της ΕΔ Γεωργιάδη αλλά για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας (συντρέχουσα δηλαδή δικαιοδοσία), οπότε και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την διαδικασία ενώπιον του κατόπιν σχετικού αιτήματος. Το να ισχυρίζεται κανείς συγχρόνως έλλειψη δικαιοδοσίας και συντρέχουσα δικαιοδοσία αποτελεί οξύμωρο νομικό σχήμα. Όπως και το να ισχυρίζεται κανείς ότι εφαρμόζεται το Ευρωπαϊκό (ενωσιακό) δίκαιο αλλά ταυτόχρονα να εφαρμόζεται και το ρωσικό δίκαιο. Σε σχέση με τους αλλοδαπούς εναγόμενους, στις 30.10.2018 καταχωρίστηκε αίτηση με την οποία ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου να επιδώσουν τη δικογραφία με υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με διάφορους τρόπους, κάτι που επετεύχθη στις 2.11.2018 και έτσι προέβησαν, ως το δικαστικό διάταγμα, στην αποστολή των προαναφερθέντων δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυμεταφορέα καθώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, "we tranfer" και μέσω "dropbox (Τεκμ. 2 στην 2η Ε.Δ. Πεύκου, ημερ. 23.11.2018). Στις 2.11.2018 εξεδόθη δικαστικό διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος μέσω της διαδικασίας που καθορίζει ο Κυρωτικός Νόμος 172/86, διά του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε και/ή επικύρωσε τη Συνθήκη Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Σε σχέση με την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό κρίση αιτήσεως σχετική είναι και η διαπίστωση του κ. Ναθαναήλ, Δ στην Αίτηση για παραχώρηση άδειας Certiorari ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ISTOMIV, Πολιτική Αίτηση Αρ. 154/2018, 4.12.2018, την δεύτερη που προώθησαν οι εναγόμενοι 3 και 4 στα πλαίσια της παρούσας όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «. οποιαδήποτε λανθασμένη ερμηνεία ή θεώρηση από το Δικαστήριο ότι μπορούσε να εκδώσει τα διατάγματα αντιαγωγικής φύσεως επεμβαίνοντας έτσι ενδεχομένως στη δικαιοδοσία τρίτης χώρας, είναι θέματα τα οποία δεν αφορούν στην ουσία υπέρβαση δικαιοδοσίας, αλλά συναρτώνται προς την ορθότητα της όποιας απόφασης του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από τα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεδομένα, εφόσον είχε ενώπιον του αιτήματα και ανάλογη αγωγή που αφορούσαν διαδίκους που εδρεύουν στη Λεμεσό, εντός, δηλαδή, της επαρχίας του και της δικαιοδοσίας του, μπορούσε να τα εξετάσει και να αποφασίσει ανάλογα. Εάν κακώς αποφάσισε αυτό δεν εκφεύγει της δικαιοδοσίας του. Είναι ζήτημα που ενδεχομένως αφορά την ορθότητα της κρίσης του για την οποία ελέγχεται με το ένδικο μέσο της έφεσης, αφού, βεβαίως, δοθεί πρώτα στο ίδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η δυνατότητα επανεξέτασης της θέσης που εξέφρασε διά της έκδοσης των διαταγμάτων μετά που θα ακούσει εμπεριστατωμένα και λεπτομερώς τις θέσεις όλων των διαδίκων..». Τα ως άνω απαντούν σε όσα αφορούν το ζήτημα της δικαιοδοσίας και άπτονται των δικονομικών - δικαιοδοτικών κανόνων από τους οποίους δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο. Όμοια και με βάση το Άρθρο 4.1 για τη διεθνή δικαιοδοσία του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ σύμφωνα με το οποίο: «Άρθρο 4
  3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.» Αλλά και το Άρθρο 6
  4. Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2, και των άρθρων 24 και
  5. Κατά του εναγομένου αυτού, κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, μπορεί να επικαλεσθεί στο κράτος μέλος αυτό, όπως και οι ημεδαποί, τους εκεί ισχύοντες κανόνες δικαιοδοσίας, και ιδίως εκείνους που κοινοποιήθηκαν από το κράτος μέλος στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 76 παράγραφος 1 στοιχείο α). Σχετικές με το θέμα της δικαιοδοσίας είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α) του Ν.14/60 σύμφωνα με τις οποίες το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει αγωγή που η βάση της έχει προκύψει είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει μέσα στα όρια της επαρχίας για την οποία το Δικαστήριο έχει καθιδρυθεί. Ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας δυνάμει του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ, σχετικό είναι το άρθρο 35, αντίστοιχο με το άρθρο 31 του ΕΕ 44/
  1. Στην υπόθεση COMMΕRZBANK AKTIENGESELLSCHAFT ν. ΤΟ ΠΛΟΙΟ «ΤΟUR 2» (IMO 9364112), Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 2/2018, 25.05.2018 υπό της κας Δ. Μιχαηλίδου Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ασφαλιστικά και Συντηρητικά Μέτρα (Provisional, including protective, measures): «
  2. Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, έστω και εάν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.» Όπως παρατηρεί ο Στ. Δεληκωστόπουλος στο ιδιαίτερα υποβοηθητικό σύγγραμμα του, Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001, για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων, στη σελ. 173: «Όπως αμέσως προκύπτει από τη διάταξη του νόμου, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την εξουσία να διατάσσουν τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, «ακόμη και όταν μπορεί να αρχίσει ή υπάρχει ήδη εκκρεμής δίκη για την ουσία της διαφοράς σε δικαστήριο άλλου κράτους-μέλους». Ο κανόνας του άρθρου 31 του κανονισμού «συνιστά έναν εξαιρετικό δικαιοδοτικό κανόνα έναντι των διατάξεων των άρθρων 2 και 5 έως 18 [του κανονισμού]» που ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων, αφού δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα ακόμα και αν στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τον κανονισμό. Αρκεί το αντικείμενο της διαφοράς να εμπίπτει στο καθ΄ ύλην πεδίο εφαρμογής (αστικές και εμπορικές υποθέσεις) και στο κατά τόπον πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.... Τoύτων δοθέντων οι πρόνοιες του άρθρου 29 και επ., Εκκρεμοδικία και συνάφεια, τις οποίες επικαλούνται οι αιτητές, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση. Οι μόνες προϋποθέσεις τις οποίες η νομολογία του ΔΕΚ καθορίζει, είναι ότι η χορήγηση μέτρων αυτού του είδους, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους του επιληφθέντος Δικαστή (ΔΕΚ Van Uden, C-391/95, σκέψη 38,42), ο οποίος θα πρέπει «να εξαρτά τη χορήγηση των μέτρων αυτών από προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τον προσωρινό ή συντηρητικό χαρακτήρα τους.» (ΔΕΚ 28.04.2005, St. Paul Dairy, σκέψη 14). Και τούτο, ως παρατηρείται στο ανωτέρω σύγγραμμα του Κ. Δεληκωστόπουλου «η θεσπιζόμενη από το άρθρο 3 του κανονισμού 44/2001 απαγόρευση επικλήσεως υπέρμετρων βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας δεν έχει εφαρμογή στο ειδικό καθεστώς που προβλέπει το άρθρο 31 του κανονισμού.»[1] Ο κανόνας του άρθρου 31, παρατηρεί ο συγγραφέας, στη σελ. 177, «δίνει τη δυνατότητα σε δικαστήριο κράτους μέλους να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα ακόμα και αν στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τον κανονισμό,» και «αποτελεί «ειδικό καθεστώς» και ως τέτοιο γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις». Και συγκεκριμένα «το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έχει κρίνει επί προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεως[2], ότι απαιτείται, αφενός η επιστροφή στον εναγόμενο του καταβληθέντος ποσού να είναι εγγυημένη, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν δικαιωθεί στην κύρια δίκη, και, αφετέρου, το αιτούμενο μέτρο να αφορά μόνο συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου που βρίσκονται ή πρέπει να βρίσκονται εντός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή[3]. Εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι το ΔΕΚ, στην απόφαση του Van Uden, «ανήγαγε σε συστατικό στοιχείο» των ασφαλιστικών μέτρων[4] την ύπαρξη «πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτουμένων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας [.] του επιληφθέντος δικαστή».[5] Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι οι σχετικοί λόγοι που προβλήθηκαν σε σχέση με την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Εξετάζοντας τη νομική βάση της αίτησης και με δεδομένο ότι δεν έχει υποδειχθεί οτιδήποτε που άπτεται αυτής, το οποίο θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί και παραλήφθηκε δεν με βρίσκουν σύμφωνο οι λόγοι ένστασης Α και Β. Αυτά έχοντας περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδη,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 1263 όπου αποφασίστηκε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου στηριζόταν στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48, θθ1 και 2 και με την επίκληση τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48, θ1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού όσο και του δικονομικού πλαισίου που προσέδιδε στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα (βλ. ακόμη την υπόθεση Aναφορικά με την αίτηση του Χάρη Φεσσά για την έκδοση εντάλματος Certiorari
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 όπου το Δικαστήριο ανέφερε: «Tο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό δίκαιο και ότι η Δικονομία καθορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. .................................... Στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 ειπώθηκε:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances.» Των ως άνω λεχθέντων κρίνω ότι ούτε οι λόγοι ένστασης Α και Β δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται ως αόριστοι και χωρίς υποστήριξη. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32: Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι:
(1)η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another,
(1982)1 C.L.R. 557 επαναλήφθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται οι γνωστές ως άνω τρεις προϋποθέσεις. Αφού δε ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Το Δικαστήριο σταθμίζει στα πλαίσια αυτά: «κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα».[6] Στην Hellenic Bank Public Company Lτd v. Alpha Panareti Public Ltd, 1(B) AAΔ σελ. 1235 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Π. Αρτέμη, Π. συνοψίζοντας τις αρχές που η νομολογία μας έχει διαμορφώσει και διέπουν το ζήτημα αυτό: «Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «.. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984] 1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material». Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32». Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης». (Η υπογράμμιση δική μας.) Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». (Η υπογράμμιση δική μας) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Ο αιτητής, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν υπέχει υποχρέωση να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βέβαια να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος. Στην υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466, 474 τονίστηκε ότι: «The prospects of the plaintiff's success are to be investigated to a limited extent, but they are not to be weighed against the prospects of failure. All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success, which in substance and reality exist. Odds against success no longer defeat the plaintiff, unless they are so long that the plaintiff can have no expectation of success, but only a hope. If his prospects on success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff falls, for he can point to no question to be tried which can be called 'serious' and no prospect of success which can be called 'real΄». Το πλαίσιο επομένως της εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο είναι περιορισμένο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί περαιτέρω αλλά προβαίνει σε θεώρηση της δοθείσης μαρτυρίας και του ενώπιον του υλικού. Ο έλεγχος οριοθετείται ακριβώς από τις 3 προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Δεν σημαίνει απουσία ελέγχου αλλά ο έλεγχος αυτός εξαντλείται στις παραμέτρους και την έκταση που το Άρθρο 32 επιβάλλει, άλλως πως το Δικαστήριο θα υπερβεί την καθ' ύλη δικαιοδοσία του. Εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32: Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 είχαν λάβει γνώση της ύπαρξης του διατάγματος εγκαίρως και σε κάθε περίπτωση πριν τις 8.11.2018 όταν ήταν ορισμένη η υπόθεση µε αριθµό А41-39590/2018, UCF Partners Limited v. Adeal-Import LLC ενώπιον του 10ου Εφετείου Μόσχας (Tenth Commercial Appellate Court). Το αν γνώριζαν ή όχι οι τελικοί δικαιούχοι των Καθ' ων η Αίτηση (δηλ. ο εναγόμενος 3) την ύπαρξη του διατάγματος είναι αδιάφορο για σκοπούς επίδοσης στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 στους οποίους είχε επιδοθεί και όφειλαν να είχαν συμμορφωθεί. Προς τούτο θα πρέπει να υπομνησθεί ότι στην 1η αίτηση για άδεια Certiorari των εναγομένων 3 και 4, το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει ότι «...Οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση έλαβαν γνώση του διατάγματος στις 3.11.2018 μέσω των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο, δηλαδή την επομένη μέρα που αυτό κατέστη απόλυτο..». Θα αντιπαρέλθω όσα οι Αιτητές διά των δικηγόρων τους καταλογίζουν στους Καθ' ων η Αίτηση 2 για τον χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης ήτοι στις 15.11.2018, ημέρα η οποία συμπίπτει και κατά την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση 2 προώθησαν την υπόθεση τους ενώπιον του Ρωσικού Εφετείου. Θα σταθώ όμως στο γεγονός ότι ενεργητικά και παρακούοντας το διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου προώθησαν την εκεί διαδικασία. Αυτά προκύπτουν από το Τεκμ. 1 της 2ης Ε.Δ. Πεύκου, ημερ. 23.11.2018 και ότι μάλιστα στις 15.11.2018, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε και η απόφαση του Ρωσικού Εφετείου. Τα γεγονότα αυτά, όπως καταγράφονται αυτούσια στη συνέχεια, τα οποία έλαβαν χώραν κατά παράβαση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8, σε ό,τι επέτασσε το προαναφερθέν διάταγμα καθ' ότι στις 15.11.2018 καθόσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2: « i. Εμφανίστηκαν εκ μέρους τους δικηγόροι οι οποίοι προώθησαν τις θέσεις τους. ii. Οι εκπρόσωποι των Καθ' ων η Αίτηση 2 ανέφεραν ρητά ενώπιον του δικαστηρίου στο πλαίσιο της ρωσικής υπόθεσης ότι σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο το διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το Ρωσικό δικαστήριο. Αν και αυτό αληθεύει, το Διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου δεσμεύει και αναπτύσσει τα αποτελέσματα του προς τα πρόσωπα που αφορά κατά παραδοχή και με παραπομπή σε σχετική νομολογία εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, προσδίδοντας όμως διαφορετική διάσταση ως προς την υποχρέωση τους αυτή. iii. Οι εκπρόσωποι των Καθ' ων η Αίτηση 2 προέβησαν στην καταχώρηση εγγράφου - δικογράφου (βλ. Τεκμ. 2 στην Ε.Δ. Πεύκου ημερ. 23.11.2018, γραπτή δήλωση κ. ΧΧΧ Yuzefovich)- διά του οποίου απαντούσαν και κατ' ουσίαν αντέκρουαν τους ισχυρισμούς των Αιτητών. iv. Διά του προαναφερθέντος οι Καθ' ων η Αίτηση 2 ενεργητικά επέμειναν στην προώθηση της κατ' έφεση υπόθεσής των και ενήργησαν κατά παράβαση του αντι-αγωγικού διατάγματος. Τούτο προκύπτει εκ του αποτελέσματος της έκδοσης απόφασης την οποία επεδίωξαν ενεργητικά». Με τις ως άνω ενέργειες τους οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 είναι γεγονός ότι έχουν πετύχει να ακυρώσουν ό,τι το αντι-αγωγικό διάταγμα επιδίωκε να αποτρέψει, αφού το Ρωσικό Εφετείο προέβη σε έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς η οποία ήταν δεκτική εκτέλεσης άμεσα στην Ρωσία. Είναι δε υπό αυτές τις περιστάσεις που οι Αιτητές 2 επανήλθαν και επιδίωξαν τη βοήθεια του Δικαστηρίου ξανά με το χαρακτήρα του κατεπείγοντος και μονομερώς εξασφαλίζοντας τα υπό κρίση δραστικά ομολογουμένως διατάγματα. Το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ασφαλώς και δεν είναι η αναστολή της διαδικασίας αλλά το αντι-εκτελεστικό διάταγμα και τα άλλα επικουρικά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 23.11.
  2. Η ύπαρξη Κυπρίων εναγομένων μεταξύ των ουσιαστικών εναγομένων είναι αρκετή σ' αυτό το στάδιο για να καταδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι εκκρεμεί διαδικασία στην Ρωσία στην οποία είναι εναγόμενοι οι Ενάγοντες 2-Αιτητές στην παρούσα υπόθεση εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην παρούσα αίτηση, άλλωστε εκ της φύσεως των διαταγμάτων που επεδίωξαν διαδοχικά οι Αιτητές αλλά και της μαρτυρίας των προέκυπτε με ενάργεια, η ύπαρξη συγκεκριμένης εκκρεμοδικίας στην Ρωσία και επομένως ούτε και ως προς το ζήτημα της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης εντοπίζεται κάποια παράλειψη ουσιώδους γεγονότος. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Οι απαιτήσεις των Εναγόντων-Αιτητών αναδύονται από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Τα γεγονότα της παρούσας προκύπτουν από το σύνολο των ενόρκων δηλώσεων των Αιτητών όπου για σκοπούς της αίτησης ημερ. 23.11.2018 η ομνύουσα κα Πεύκου υιοθετεί πλήρως και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο και της ένορκης δήλωσής της με ημερομηνία 19.10.2018 η οποία είχε καταχωρηθεί προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης της ίδιας ημερομηνίας καθώς και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Κουσταή με ημερ. 24.10.2018 και τις ένορκες δηλώσεις της ιδίας ημερομηνίας 30.10.2018 καταχωρηθείσες προς υποστήριξη αιτήσεων ίδιας ημερομηνίας, οι οποίες αφορούσαν την επίδοση των δικαστικών εγγράφων εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα ως προ το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης παρά μόνο διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων. Η κα Πεύκου στην Ε.Δ. της με ημερομηνία 19.10.2018 στην παρ. 5 υποστηρίζει τα ακόλουθα: «Προκύπτει από το Γενικό Κλητήριο Ένταλμα ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 εδράζουν μέρος των αξιώσεων τους όχι σε ισχυρισμούς παράβασης σύμβασης αλλά στην έκταση που αφορά έκαστον των εναγομένων, σε ισχυρισμούς συνομωσίας, απάτης, δόλου ως αυτά εννοούνται από την Περί Αστικών Αδικημάτων νομοθεσία. Μέρος δε της αγωγής αφορά σε αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης καθ' ότι γεγονότα που αφορούν σε ορισμένη χρονική περίοδο είναι άγνωστα στους Ενάγοντες, προκειμένου να δικογραφήσουν (to plead) ειδικά τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Απαίτησης ή και σε άλλες αστικές διαδικασίες εντός κι εκτός δικαιοδοσίας.». Όπως έχω αναφέρει ήδη στην αρχή της απόφασης μου προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η αγωγή δεν είναι αγωγή που αφορά σε συμβατική ευθύνη αλλά αγωγή που προωθούν δύο
(2)ενάγοντες εναντίον συνολικά οκτώ
(8)συν-εναγομένων για αδικοπρακτική ευθύνη στην βάση ισχυρισμών δόλου, απάτης, συνωμοσίας και σχεδιασμού εξαπάτησης, απάτης (fraud) και/ή δόλου (deceit) και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή συνομωσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) και/ή πρόκλησης ζημιάς με νόμιμα μέσα και/ή δόλια υποβοήθηση για πρόκληση παράβασης σύμβασης (procuring breach of contract) συγχρόνως δε είναι και αυτοτελής αγωγή αποκάλυψης (Παρακλητικό Η του Κλητηρίου Εντάλματος). Λόγω της ρήτρας διαιτησίας σε συμφωνία μεταξύ της Kempolia Investments Limited (στη συνέχεια «Kempolia») και των εναγόντων 1, αυτοί σκοπεύουν, όπως διατείνονται, σύντομα στην παραπομπή της διαφοράς των μετά των συμβεβλημένων μερών σε διεθνή εμπορική διαιτησία. Την ρήτρα διαιτησίας θα παραβίαζαν οι Ενάγοντες 1 αν προωθούσαν δικαστική διαδικασία εναντίον της Kempolia στην Κύπρο είτε αλλού κάτι που δεν συμβαίνει εφόσον δεν είναι μια εκ των εναγομένων εδώ. Αυτά υποστηρίζονται στις παρ. 7, 9 και 10 της 1ης Ε.Δ. Πεύκου και δίδουν απάντηση σε σχετικούς ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι καθίστανται ανεδαφικοί. Σε ότι αφορά ειδικά τους Ενάγοντες 1 (Tanberg Investments Limited, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους), αυτοί δεν είναι καν διάδικο μέρος στην διαδικασία στην Ρωσία. Πέραν των απαιτήσεων αποζημίωσης (Παρακλητικά Α, Β, Δ, Στ, Ζ) οι ενάγοντες 1 και 2 καθιστούν τρεις συγκεκριμένες συμφωνίες (Παρακλητικά Γ και Ε του Κλητηρίου Εντάλματος των) επίδικο αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέρος των ενεργειών και των σχεδιασμών των εναγομένων ώστε αναπόφευκτα έλκουν τον δικαστικό έλεγχο στα πλαίσια της εξέτασης και της κύριας βάσης αγωγής (δόλος-συνομωσία). Ειδικά το αντι-αγωγικό διάταγμα εκδόθηκε στην βάση ισχυρισμών που αφορούσαν στο ότι η αλλεπάλληλη προώθηση των διαδικασιών στην Ρωσία ήταν μέρος ευρύτερου σχεδιασμού άσκησης πίεσης στους ενάγοντες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κας Πεύκου στην παρ. 14 της 1ης Ε.Δ. η επίδικη διαφορά συνίσταται στο ότι: «Ο σχεδιασμός και τα δόλια μέσα που μετήλθαν από κοινού οι εναγόμενοι με διάφορο βαθμό συμμετοχής αλλά με ιθύνοντα νουν τον κ. Istomin έχουν ως αποτέλεσμα σήμερα ο τελευταίος να έχει κατορθώσει τα ακόλουθα (καταγράφονται αυτούσια εφόσον προέρχονται από μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου): « i. να καταστεί και εξακολουθεί να είναι σήμερα ο τελικός δικαιούχος του 3% των Αιτητών 2 χωρίς να καταβάλει ουσιαστικά την οποιαδήποτε χρηματική αντιπαροχή. Το 3% κατέχεται εμμέσως από τον κ. Istomin μέσω των εναγομένων 1, της κυπριακής εταιρείας UCF INVEST LIMITED. ii. οι Αιτητές 1 να έχουν αποξενώσει ειδικά το 3% του μεριδίου τους στους Αιτητές 2 άνευ οικονομικού ανταλλάγματος ή πραγματικού ανταλλάγματος. iii. με ζημιογόνο για αμφότερους τους Αιτητές τρόπο έχει εκμαιεύσει σε διάφορα στάδια πληρωμές σε εταιρείες τις οποίες ο ίδιος ελέγχει. iv. Εν συνεχεία μέσω διαδοχικών δικαστικών διαδικασιών τις οποίες προωθούν ή υποστηρίζουν εταιρείες ελεγχόμενες από τον κ. Istomin (πρωτοστατούντων των Εναγομένων 2 της κυπριακής δηλαδή εταιρείας UCF PARTNERS και του κ. Istomin προσωπικά) επιδιώκει είτε την απόσπαση οικονομικού κέρδους επί τη βάσει εικονικών δικαιοπραξιών είτε να εκμαιεύσει την εξαγορά του μεριδίου του για τεράστιο ποσό (δέστε σχετική αναφορά στην εκβιαστική πρόταση του κ. Istomin για αντίτιμο US$ 45 εκατομμύρια στις παρ. 122 (
  1. b)και 131 του Τεκμ.1)». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κ. Γεωργιάδης στην ένορκη δήλωση του δεν αρνείται τον ισχυρισμό περί της πρότασης (¨εκβιαστικής¨ όπως χαρακτηρίζεται από την Αιτήτρια) του κ. Istomin προκειμένου για εξαγορά του ποσοστού που ελέγχει μέσω της UCF INVEST στους Ενάγοντες 2 για αντίτιμο US$ 45 εκατομμύρια ως εκτίθεται στις παρ. 122 (
  2. b)και 131 του Τεκμ. 1 στην 1η ΕΔ Πεύκου με ημερ. 19.10.2018, δηλαδή της Γραπτής Δήλωσης του κ. ΧΧΧ Kovalev με ημερ. 17.10.2018. Στην ως άνω γραπτή δήλωση του κ. Kovalev εμπεριέχεται ενδελεχής αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων και στις νομικές σχέσεις μεταξύ των μερών. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρ. 6 της Ε.Δ. Γεωργιάδη αφήνουν υπόνοιες περί μη αποκάλυψης από πλευράς των Αιτητών με αναφορά στην συμφωνία Advertising Distribution Agreement με ημερομηνία 12.02.2013 (Τεκμ. 37 στην 1η Ε.Δ. Πεύκου ημερ. 19.10.2018), η οποία είχε συναφθεί μεταξύ των Αιτητών και των εναγόμενων 5, και της ρήτρας δικαιοδοσίας των Ρωσικών δικαστηρίων. Η εν λόγω όμως συμφωνία, σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής είναι φανερόν ότι δεν αποτελεί τη βάση επί της οποίας ερείδεται η παρούσα αγωγή. Η όποια αναφορά σε αυτήν, κατά την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Αιτητών, αποσκοπούσε μόνον στην παράθεση του πραγματικού υποβάθρου και προκειμένου οι Αιτητές να αποσείσουν το βάρος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Οι ισχυρισμοί στην παρ. 9 της Ε.Δ. Γεωργιάδη περί μη αποκάλυψης της απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο της Ρωσικής απόφασης με αρ. Α40-14721/15 και αναφορικά με τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στη Λετονία δεν έχουν έρεισμα καθότι οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση ρητά αναφέρουν ότι τέτοιες αναφορές γίνονται διά των παραγράφων 137-151 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Kovalev που αποτελεί το Τεκμ. 1 στην 1η Ε.Δ. Πεύκου ημερ. 19.10.2018, ενώ στην ίδια γραπτή δήλωση επισυνάπτεται υποστηρικτικό υλικό σαν Τεκμ. 57-61. Επομένως, ως προς αυτό το ζήτημα, των όσων δηλαδή έλαβαν χώρα στην Λετονία, αυτά δεν αποδεικνύονται και/ή υποστηρίζονται από σχετικά έγγραφα. Κατ' αυτόν τον τρόπο δεν συντρέχει περίπτωση μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η γραπτή δήλωση του κ. ΧΧΧ Ovods (Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. Γεωργιάδη) δεν διαφωτίζει το ζήτημα, αφορά μη κατανοητές αναφορές χωρίς αρίθμηση και συνοχή με τεκμήρια σε μη κατανοητή γλώσσα και έτσι κοντολογίς δεν υπάρχουν σε αυτή όσα θα επιθυμούσε η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση και τα οποία θα διαφοροποιούσαν την εικόνα. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι άδικα είχαν παγοποιηθεί τα κεφάλαια στη Λετονία, οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να αναφέρουν για ποιο λόγο αυτά συνεχίζουν να είναι παγοποιημένα. Τα ως άνω σε κάθε περίπτωση δεν συνιστούν γεγονότα έχοντα τέτοια σημασία που θα μπορούσαν να κριθούν ότι παραβαίνουν την υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Προς επίρρωση των ως άνω και για το ίδιο ζήτημα και όσα ακολουθούν αμέσως στη συνέχεια: Το ζήτημα της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και επίδειξη καλής πίστης, όταν επιζητείται μονομερώς διάταγμα, έχει αποφασιστεί σε πλείστες τόσες αποφάσεις (βλ. σχετικά τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956.). Η ως άνω υποχρέωση ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη κρίση του για το τι συνιστά ουσιώδες γεγονός και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια, σύμφωνα με τη νομολογία μας, δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση, αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα. Έχω διεξέλθει με προσοχή όλα τα σημεία τα οποία επισημαίνουν οι Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί μέσω της Ε.Δ. Γεωργιάδη και δεν έχω εντοπίσει τέτοιο γεγονός που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράλειψη των Αιτητών ηθελημένη ή όχι να το αποκαλύψουν. Οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ως αναφέρθηκε την οποιανδήποτε συμβατική σχέση με τους 8 εναγομένους και επομένως οι αποδιδόμενες σ' αυτούς απάτη, δόλος και ψευδείς παραστάσεις δεν δύνανται να έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτές τις έννοιες από τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, αλλά αυτήν που αποδίδει ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 και η σχετική με αυτές νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou,
(1969)1 C.L.R. 332, σελ. 340, το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο (action for deceit). Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποκαλύπτει ως βάση αγωγής αδικοπραξία που αφορά σε εξω-συμβατική και όχι ενοχική σχέση (σύμβαση). Από την γραμματική ερμηνεία του άρθρου 36 του Κεφ. 148 προκύπτουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης τα οποία είναι τα εξής (βλ. Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελ. 120):
  1. παράσταση γεγονότος,
  2. ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής,
  3. έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ' αυτή,
  4. ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και
  5. υπέστη ζημιά. Αναφορικά με την έννοια του δόλου σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, σχετικό απόσπασμα της οποία παραθέτω: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική πρόνοια αναφορικά με το αστικό αδίκημα της συνομωσίας πλην όμως αυτό αναγνωρίζεται από το Κοινοδίκαιο και συνεπώς ισχύει και μπορεί να εφαρμοστεί και στην Κύπρο δυνάμει του Άρθρου 29 (γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(βλ. υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50).» Ο ορισμός της συνωμοσίας δόθηκε ήδη από το 1868 και συγκεκριμένα στην υπόθεση Mulchy v. R [1868] L.R. 3 (HL) 306, σελ. 317, όπου η Βουλή των Λόρδων τον καθόρισε ως ακολούθως (βλ. Bhandari v Advocates Committee [1956] 1 W.L.R. 1442: «A conspiracy consists not merely of the intention of two or more, but in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means. I have used the word "combination" rather than the word "agreement" used in that definition and by Lord Simon LC, because the word "agreement" in this context does not mean an agreement in any contractual sense but a combination and common intention to do the act which is the object of the alleged conspiracy. That Lord Simon LC was so using the word is, in my opinion, clear from later passages in his speech: see also the other speeches in the Croffer Hand Woven case
(1942)LR 3 HL 306 at 317.» (βλ. επίσης Belmont Finance Corporation v Williams Furniture Ltd (No.2)
(1980)1 All E.R. 303).» Για να επιτύχουν θεραπεία οι ενάγοντες, ισχυριζόμενοι εις βάρος τους συνωμοσία, θα πρέπει, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα «Halsbury's Laws of England», 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 45
(2), παρ. 697, να θεμελιώσουν: «
  1. an agreement between two or more persons;
  2. either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
  3. that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant.» Σε μετάφραση στην Ελληνική: «
  4. συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων·
  5. είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και
  6. πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» (βλ. επίσης Χριστάκης Χριστοφόρου κ.ά. v Barclays Bank plc
(2009)1 Α.Α.Δ. 25). Από το ως άνω υπ' αριθμό 2 συστατικό στοιχείο, προκύπτει ότι υπάρχουν δύο ειδών συνωμοσίες για πρόκληση βλάβης σε άλλο. Αυτές όπου η προώθηση του κοινού σκοπού γίνεται με νόμιμα μέσα και αυτές όπου η προώθηση του κοινού σκοπού επιτυγχάνεται με παράνομα μέσα. Στην πρώτη περίπτωση, για να εγείρεται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις θα πρέπει να καταδεικνύεται πως η βλάβη που προκλήθηκε ήταν ο κυρίαρχος σκοπός/στόχος της συνομωσίας. Με άλλα λόγια, οι ενάγοντες εν προκειμένω, οφείλουν να αποδείξουν ότι οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση να τους προκαλέσουν βλάβη (intention to injure) (βλ. Kuwait Oil Tanker Company SAK and another v Al Bader and others
(2000)EWCA Civ 160). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 45, para. 1527: «.where the acts done in combination are lawful acts, the determining factor is the presence or absence of intention to injure, that is to say to cause harm, and malevolence is not, it seems, an essential element of the tort of conspiracy. Even though the defendants' acts are criminal offences under a statute they do not commit the tort of conspiracy unless they intend to injure the plaintiff». Είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία θα πρέπει να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Έχω αναφερθεί σε προηγούμενο στάδιο για τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκαν τα διατάγματα στις 23.11.2018 τα οποία είχαν ως νομικό και πραγματικό υπόβαθρο ότι είχε προηγηθεί η έκδοση του αντι - αγωγικού διατάγματος και στη βάση των γεγονότων που ακολούθησαν κρίθηκε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του αντι - εκτελεστικού διατάγματος εφόσον με τις ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση 2 με την προώθηση των διαδικασιών στο ρωσικό δικαστήριο έχει παρακαμφθεί το αντι- αγωγικό διάταγμα. Στην υπόθεση Evgenii Bugaev ν. Phoenix Pharmacy Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4418/2015 Ε. Δ. Λευκωσίας, 25.01.2016 (Ε. Εφραίμ Α.Ε.Δ. ως ήτο τότε) το Δικαστήριο αντιμετώπισε παρόμοιο ζήτημα και αποφάσισε ως ακολούθως: «.Είναι προφανές ότι το έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης είναι η ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 η οποία ακολούθησε την έκδοση και ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στην Αγωγή 6769/14 και η οποία συμπεριφορά απέληγε στην παράβαση αυτών. Η αποδιδόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 και η ισχύς των διαταγμάτων συνιστούν τη βάση αλλά και την αφετηρία αξιολόγησης της υπό κρίση Αίτησης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης θα πρέπει να στηριχθεί και περιοριστεί στο γεγονός της ύπαρξης και ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων και στη μεταγενέστερη συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 χωρίς να ασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο είτε με το τι προηγήθηκε μέχρι και την έκδοση αυτών είτε με τις θέσεις των δύο πλευρών στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14, καθότι είναι σαφές ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει δεν κρίνονται ουσιώδη για την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης (θέμα το οποίο αναλύεται εκτενέστερα κατωτέρω)................ Αποτελεί όμως λόγο ένστασης ότι η μόνη αιτία αγωγής στην παρούσα Αγωγή είναι η ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε άλλη Αγωγή και η οποία (ισχυριζόμενη παρακοή) δεν δημιουργεί από μόνη της βάση αγωγής και ή αγώγιμο δικαίωμα. Είναι ορθή η θέση του δικηγόρου του Ενάγοντος πως η βάση Αγωγής δεν είναι η ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος, αλλά πως αυτή αποτελεί συστατικό στοιχείο του νομικού και πραγματικού υπόβαθρου που συνθέτει την επίδικη διαφορά. Ο Ενάγων στηρίζεται στη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 όσον αφορά την επίδικη μεταβίβαση ενόσω η μεταβίβαση απαγορευόταν δυνάμει των διαταγμάτων....... Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 42 του Ν.14/60 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εξαναγκάσει εις υπακοήν προς οποιοδήποτε διάταγμα, διά προστίμου, φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως. Αυτή η εξουσία όμως ασκείται με γνώμονα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν είναι απόλυτη. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση η οποία εύλογα και εξ αντικειμένου συνεπάγεται λόγω της αναγκαιότητας επίδοσης της αίτησης, καταδεικνύει ότι αυτό δεν είναι επαρκές να παρέχει άμεση και ικανοποιητική προστασία στον επηρεαζόμενο από την παρακοή ούτε και δύναται να του στερήσει το δικαίωμα άμεσης λήψης μέτρων για την αποφυγή οριστικής εξαφάνισης των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ήδη εξανεμίστηκαν κατά παράβαση ενός δικαστικού διατάγματος..». Θα εξετάσω τα γεγονότα που οδήγησαν το Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα. Κατά πόσο δηλαδή υφίσταντο εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις, προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια μονομερώς. Στη γραπτή δήλωση[7] του κ. Yuzefovich (βλ. παραγράφους 22-24), αναφέρει ότι το πλήρες κείμενο της ρωσικής απόφασης ημερ. 15.11.2018 εκδοθείσας στο πλαίσιο της έφεσης ετοιμάζεται[8] εντός ολίγων ημερών και μετέπειτα οι Καθ' ων η Αίτηση 2 μπορούσαν να ζητήσουν την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης το οποίο ετοιμάζεται εντός 1-2 ημερών. Αυτά τα γεγονότα, κατά την κρίση μου, είχαν καταστήσει εξαιρετικά επείγουσα και επιτακτική την ανάγκη προς αποτροπή της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της Αίτησης.[9] Οι Αιτητές είχαν προβάλει ότι αν και είχαν εξασφαλίσει το αντι-αγωγικό διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 προκειμένου να τους εμποδίσουν από του να συνεχίσουν να προωθούν τη ρωσική υπόθεση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου, αφής στιγμής εξεδόθη απόφαση στο πλαίσιο της ρωσικής υπόθεσης, των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 8 ενεργούντων σε παρακοή του δικαστικού διατάγματος, ήταν πλέον επάναγκες όπως εκδοθεί το αιτούμενο αντι-εκτελεστικό διάταγμα, προκειμένου να προστατευθούν οι Αιτητές έστω και προσωρινά. Στις παρ. 12 - 16 της Ε.Δ. Γεωργιάδη, οι Καθ' ων η Αίτηση προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους ενώπιων των Ρωσικών Δικαστηρίων και να καλύψουν την παράβαση από πλευράς τους του διατάγματος ημερ. 24.10.2018. Όσα έχουν λάβει χώραν ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων αναφέρονται στις παρ. 19 -24 της 2ης Ε.Δ. Πεύκου ημερ. 23.11.2018 και στις παρ. 12 - 19 της γραπτής δήλωσης του κ. Yuzefovich. Γεγονός παραμένει δε ότι κατά την εμφάνιση στις 15.11.2018 ενώπιον του Ρωσικού εφετείου οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν στην καταχώρηση γραπτού εγγράφου ενώ αγόρευσαν επαναλαμβάνοντας την έφεση τους, ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων. Είναι φανερόν ότι οι ως άνω ενέργειες παράβαιναν ευθέως το αντι - αγωγικό διάταγμα της 24.10.2018. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην ως άνω υπόθεση Bugaev όπου το Δικαστήριο αντιμετώπισε τις ενστάσεις που αφορούσαν σε μη συμμόρφωση των Καθ' ων η Αίτηση ως ακολούθως: «..Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 1-6 εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14 και με δεδομένο ότι η ένσταση τους καταχωρίστηκε τον Απρίλιο του 2015 (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης), προκύπτει πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν από τότε γνώση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Με βάση το πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 6.2.15 όσον αφορά την Αίτηση στην Αγωγή 6769/14 (Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης) προκύπτει πως οι εκεί Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου και επομένως είχαν λάβει γνώση των διαταγμάτων ενωρίτερον. Με αυτά τα δεδομένα, συνάγεται πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στην παρούσα Αγωγή) προχώρησαν στην επίδικη μεταβίβαση καθ΄ ον χρόνο γνώριζαν για την έκδοση και ισχύ των διαταγμάτων. Το γεγονός ότι αυτοί προέβησαν στην εν λόγω ενέργεια κάτω από την προστασία της αναγνώρισης της απόφασης του Ρωσικού Δικαστηρίου δεν είναι ικανό από μόνο του σε αυτό το στάδιο να καταρρίψει τον ισχυρισμό περί παράβασης των ημεδαπών διαταγμάτων. Ούτε και το επιχείρημα των Εναγομένων ότι η διαδικασία μεταβίβασης είχε ξεκινήσει πριν την έκδοση των διαταγμάτων και απλώς ολοκληρώθηκε με την τυπική διαδικασία μεταγενέστερα αυτών διαφοροποιεί την κατάσταση. Μπορεί να συμφωνήθηκε και εγκρίθηκε δικαστικώς η επίδικη μεταβίβαση, όμως διαφαίνεται πως η υλοποίηση της δεν είχε ακόμη γίνει και αυτή εμπίπτει εντός των πράξεων οι οποίες απαγορεύονταν δυνάμει των διαταγμάτων καθ΄ ον χρόνο αυτά βρίσκονταν σε ισχύ. Άλλωστε το γεγονός της μεταβίβασης ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους, οι οποίοι απλώς επικαλούνται το νομότυπο των πράξεων τους για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω. Ανάλογο επιχείρημα προβλήθηκε στην υπόθεση Halin v. Timour κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 424, ότι δηλαδή δεν υπήρχε παράβαση του διατάγματος επειδή ο εφεσείων είχε υποχρέωση να αποσύρει το ποσό και το δώσει σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει νόμιμης υποχρέωσης του η οποία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος. Αυτό το επιχείρημα κρίθηκε ως ανεδαφικό και μάλιστα ως απόδειξη της σκόπιμης παράβασης του διατάγματος..» Το εκδοθέν αντι-αγωγικό διάταγμα το οποίο παράκουσαν ως διαφαίνεται από τα ως άνω αλλά και εκ του αποτελέσματος οι Καθ' ων η Αίτηση και το οποίο οδήγησε στην ανάγκη καταχώρησης αίτησης για εξασφάλιση αντι-εκτελεστικού διατάγματος δεν στρεφόταν εναντίον του αλλοδαπού Δικαστηρίου (αυτό εξάλλου αναγνωρίζεται και στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση) εξ' ου και δεν έχει κανένα έρεισμα η θέση τους που εκφράζεται στην παρ. 15 της Ε.Δ. Γεωργιάδη ότι το «Ρωσικό Δικαστήριο θεώρησε μη δεσμευτικό το διάταγμα.» Το διάταγμα επενεργούσε προσωπικά σε σχέση με το διάδικο μέρος που αφορά, ήτοι τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και την αξιωματούχο τους Καθ' ης η Αίτηση
  1. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν. 14/60 Το υπό κρίση διάταγμα, το αντι-εκτελεστικό, έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Αποσκοπεί στο να διατηρήσει αμετάβλητη μια κατάσταση πραγμάτων η οποία διαμορφώθηκε με την έκδοση του αντι-αγωγικού διατάγματος ώστε στη συνέχεια με ευχέρεια πλέον το Δικαστήριο να αποκρυσταλλώσει άποψη για τις νομικές και πραγματικές περιστάσεις προτού διαμορφωθούν καταστάσεις μη αναστρέψιμες ή τέτοιες οι οποίες να δίνουν πλεονέκτημα στην μια πλευρά. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 δεν αποκρύβουν ότι (αφού παρέκαμψαν το αντι-αγωγικό διάταγμα) διαθέτουν πλέον απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστέα. Στην πραγματικότητα οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 κατάφεραν να μεταβάλουν μια νομική και πραγματική κατάσταση ως αυτή διαμορφώθηκε με το αντι-αγωγικό διάταγμα και τώρα την επικαλούνται για να αποκομίσουν όφελος. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 καθόλου δεν εξειδικεύουν ποια θα ήταν η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλέσει σε αυτούς αν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα. Δεν πρόκειται για αποξένωση περιουσίας αλλά ως αναφέρεται για αποτρεπτικά διατάγματα εξαιρετικής φύσης. Έτσι οι συνέπειες άρσης του αντι-εκτελεστικού διατάγματος δεν είναι πρωτίστως αποτιμητέες σε χρήμα όμως η μη εξακολούθηση της ισχύος του θα έχει αρνητική συνέπεια στην υφιστάμενη νομική κατάσταση η οποία προστατεύει τα δικαιώματα των Αιτητών. Η έννοια της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης στη συνέχεια δεν συνδέεται απαρεγκλίτως με τη στενή αντίληψη τής υλικής ζημιάς αλλά και με τη μείζονα προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων/αιτητών έναντι εκείνων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (βλ. Όξυνος κ.ά. ν. Λου,
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1066, 1081). Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμήσει τη φύση του υπό κρίση διατάγματος και τις περιστάσεις έκδοσης του. Την ανάγκη περιφρούρησης της δικαιοδοσίας του αλλά και των δικαστικών εντολών προς ημεδαπά πρόσωπα στις οποίες υποχρεούνται να συμμορφώνονται. Αυτά όλα συναρτώνται ασφαλώς με τις προϋποθέσεις έκδοσης του αντι-εκτελεστικού διατάγματος που έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Στη βάση επομένως αυτών καταλήγω ότι πληρείται και η 3η προϋπόθεση. Παρόμοια αντικρίζονται και τα υπόλοιπα τα επικουρικά διατάγματα. Η ως άνω κατάληξη μου σε σχέση με το αντι - εκτελεστικό διάταγμα και στη βάση των ίδιων ως άνω γεγονότων, όπως αναλύθηκαν και αντικρίσθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι συμπαρασύρει μαζί του και τα επικουρικά διατάγματα και έτσι θα πρέπει να οριστικοποιηθούν και αυτά. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα και ως προς το αιτητικό Β της αίτησης. Στη βάση ακριβώς αυτών το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης των υπό κρίση διαταγμάτων με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις: (α) στο υπ' αριθμό 2 διάταγμα (Unless Order) στην 9η γραμμή αντί «παράγραφος (Α)» θα αναγραφεί «παράγραφος 1» και (β) της προσθήκης στο υπ' αριθμό 3 διάταγμα μετά τη λέξη «συμπεριλαμβανομένης» στην προτελευταία γραμμή της ακόλουθης φράσης: «μέχρις ότου αυτοί αναλάβουν μετά ρητής δέσμευσης των και/ή δεσμευτικής ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους των δικηγόρων των γενομένης ενώπιον του Δικαστηρίου (undertaking made in Court) ότι θα τελούν σε συμμόρφωση μετά του διατάγματος υπό την παρ.
  1. και/ή της παρούσας μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή την τελεσιδικία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών και/ή οποιουδήποτε άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου.» Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την αντίληψη μου απαντώνται και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης και η περαιτέρω ξεχωριστή ενασχόληση με αυτούς δεν θα παρουσίαζε οποιονδήποτε ενδιαφέρον. Είναι η κατάληξη μου να οριστικοποιήσω τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα με την πιο πάνω καταγεγραμμένη διαφοροποίηση και να εκδώσω και το διάταγμα της παρ. Β της αίτησης. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: αίτηση για έκδοση αντι-εκτελεστικού διατάγματος παγκοσμίου εμβέλειας (worldwide anti- enforcement injunction) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
  2. ΧΧΧ ISTOMIN, από 2 Mozhayskoye Highway, Apt. 117, 121374, Moscow
  3. SΧΧΧ STEWART, από 2 Mozhayskoye Highway, Apt. 117, 121374, Moscow
  4. OMD MEDIA DIRECTION CJSC, από5/2 Pervaya Tverskaya-Yamskaya St., Moscow, 125047
  5. MEDIA CAPITAL LLC, από 42 Bolshaya Gruzinskaya St., Room II, Moscow, 123056
  6. BRENDIZ LLC από 24 Nadsonovskaya St., Office 11 (Room 40), Pushkino, Moscow region, 141207
  7. ΧΧΧ Στυλιανού, από Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου, 93, 3116, Λεμεσός, Κύπρος [1] ΔΕΚ, Van Unden, C-391/95, σκέψη 42 [2] ΔΕΚ, 27.04.1999, Mietz, C-99/96 [3] ΔΕΚ, Van Uden, C-391/95, σκέψη 47, ΔΕΚ, Mietz, C-99/96, σκέψη 42 [4] Χ. Ταγαράς, Επίδραση της νομολογίας του ΔΕΚ στα θέματα της προσωρινής δικαστικής προστασίας, Η πολιτική δίκη υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΚ και του ΕΔΔΑ (επιμέλεια Ν. Νίκας), Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σ. 95 επ.,
  8. [5] ΔΕΚ, Van Uden, C-391/95, σκέψη 40 [6] (Βλ. Βacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης v. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). [7] Τεκμήριο 1 Ε.Δ. Έλενας Πεύκου, ημερ. 23/11/2018 [8] Ως η επιφύλαξη και δέσμευση των Αιτητών μόλις τέθηκε στην διάθεση των αντίγραφο του πλήρους κειμένου της προαναφερθείσας ρωσικής απόφασης με μετάφρασης αυτού στα αγγλικά εισήχθη στην διαδικασία μέσω της Σ.Ε.Δ. Έλενας Πεύκου ημερ. 12/12/2018 ως Τεκμήριο «1». [9] Ως επίσης διασαφηνίζεται διά της γραπτής δήλωσης του κ. Viktor Yuzefovich (παρ. 23), δυνάμει του Ρωσικού δικαίου ο εξ αποφάσεως πιστωτής νομιμοποιείται να εκτελέσει ένταλμα κατάσχεσης κατευθείαν επί τραπεζικού λογαριασμού του εκάστοτε εξ αποφάσεως χρεώστη, στην προκείμενη των Αιτητών. Η διαδικασία της κατάσχεσης ολοκληρώνεται εντός 3 ημερών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.