← Κύπρος

Leonidas Meliniotis & Company Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 310/2018, 14/1/2019

Leonidas Meliniotis & Company Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 310/2018, 14/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 310/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ: Leonidas Meliniotis & Company Ltd Αιτήτριας - Εφεσείουσας v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Β. Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κα Χ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια - Εφεσείουσα ζητά διατάγματα με τα οποία: (
  2. i)να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ της σκοπούμενης πώλησης των τριών ακινήτων της με αρ. εγγραφής 318, 319 και 320 τα οποία βαρύνονται με τις υποθήκες Υ., (
  3. ii)να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ της σκοπούμενης πώλησης του ακινήτου της με αρ. εγγραφής 076 το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ., (iii) να ακυρώνεται η προώθηση, με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/65, της διαδικασίας εκποίησης των εν λόγω ακινήτων, (
  4. iv)να κηρύσσονται ως αντισυνταγματικές, άκυρες και άνευ νομικής ισχύος και ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένες οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ, (
  5. v)να κηρύσσονται οι τροποποιήσεις των άρθρων 44Α-44Γ, ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Ν.9/65 δυνάμει του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, ως αντισυνταγματικές και άκυρες καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28, 30, 35, 83 και 144 του Συντάγματος. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής: (α) Οι επιδοθείσες ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. (β) Κατά παράβαση του άρθρου 44Γ

(1)του Ν.9/65, η ειδοποίηση Ι δεν συνοδεύτηκε από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αλλά από υποτυπώδη σύνοψη και επομένως τα οφειλόμενα χρέη δεν μπορούσαν να αποτελούν το αντικείμενο της απαίτησης των ειδοποιήσεων ΙΑ. (γ) Ο Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί, είναι αντισυνταγματικός, καθότι παραβιάζει το δικαίωμα στην ακίνητη ιδιοκτησία (άρθρο 23), το δικαίωμα στην ισότητα (άρθρο 28), το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο (άρθρο 30), δεδομένου ότι η διαδικασία την οποία προωθεί η Καθ΄ ης ξεκίνησε πριν την τροποποίηση του συγκεκριμένου Μέρους του Ν.9/
  1. Η αναδρομική ισχύς των άρθρων 44Β και 44Γ του Ν/9/65 είναι αντισυνταγματική διότι επιτυγχάνει εκ των υστέρων (ex post facto) νομικά αποτελέσματα σε σχέση με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Αιτήτριας. (δ) Ο Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί, παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΧΜ (εφεξής «ο ΧΜ»), διευθυντή της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, στην οποία ισχυρίζεται πως τα τέσσερα υπό κρίση ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Καθ΄ ης ως εξασφάλιση δύο δανείων για το συνολικό ποσό των €2.258.000 και ενός τρεχούμενου λογαριασμού στο όνομα της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τον ΧΜ, για τους εν λόγω λογαριασμούς, η Αιτήτρια καταχώρισε εναντίον της Καθ΄ ης την Αγωγή υπ΄ αρ. 706/13, καταγγέλλοντας τις συνθήκες χορήγησης των εν λόγω δανείων και στην οποία επίσης αμφισβητεί τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της. Ο ΧΜ ισχυρίζεται πως, εκκρεμούσης της εν λόγω Αγωγής, η Καθ΄ ης καταχώρισε Αγωγές εναντίον της Αιτήτριας για καθένα των εν λόγω λογαριασμών, και οι δικηγόροι της ήρθαν σε συζητήσεις με τους δικηγόρους της Τράπεζας προς τον σκοπό φιλικής διευθέτησης των λογαριασμών. Παρά τις προσπάθειες της Αιτήτριας για φιλική διευθέτηση, στις 11.6.18 η Καθ΄ ης επέδωσε στην Αιτήτρια ειδοποιήσεις Θ και Ι ημ. 1.6.
  2. Ο ΧΜ επικαλείται νομική συμβουλή για τη δυνατότητα καταχώρισης αίτησης-έφεσης με μόνη την προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας αγωγής και παρουσιάζει απαντητική επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημ. 12.6.18 προς την Καθ΄ ης με την οποία την ενημερώνουν πως ενόψει της εκκρεμοδικίας των αγωγών, στις οποίες αμφισβητείται το χρεωστικό υπόλοιπο, δεν έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με ειδοποίηση ΙΑ. Ο ΧΜ ισχυρίζεται πως οι ειδοποιήσεις Ι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Νόμου καθότι δεν συνοδεύονται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και εκτός από την ειδοποίηση για την υποθήκη Υ., για όλες τις υπόλοιπες δόθηκε μια ειδοποίηση Ι, χωρίς να δοθεί στην Αιτήτρια η ευκαιρία να αντιμετωπίσει ξεχωριστά κάθε υποθήκη. Σύμφωνα με τον ΧΜ, η περίληψη των πέντε υποθηκών σε μια ειδοποίηση καταστρατηγεί την πρόθεση του Νομοθέτη σε βλάβη των συμφερόντων της Αιτήτριας. Επίσης είναι η θέση του ΧΜ πως οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ δεν φέρουν τον αριθμό λογαριασμού για τον οποίο ενεγράφησαν οι υποθήκες. Ο ΧΜ ισχυρίζεται πως στις 25.9.18, και ενώ η Καθ΄ ης είχε αποστείλει στην Αιτήτρια αναδομημένους λογαριασμούς με τα χρεωστικά υπόλοιπα και η τελευταία επεξεργαζόταν νέα πρόταση προς υποβολή στην Καθ΄ ης, η Καθ΄ ης επέδωσε στην Αιτήτρια ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ σε σχέση με τα υπό κρίση ακίνητα, ενημερώνοντας την πως τα χρέη που εξασφαλίζονται με τις εν λόγω υποθήκες κατέστησαν πληρωτέα στις 12.11.12 και γι΄ αυτό προτίθετο να προχωρήσει σε πώληση των ακινήτων στις 15.1.19 και στις 26.2.19 αντίστοιχα. Μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ, η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος η οποία ορίστηκε από το Δικαστήριο για επίδοση. Τέλος, ο ΧΜ ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες του τροποποιητικού Νόμου είναι αντισυνταγματικές και πως τυχόν εκποίηση θα καταστήσει την Αγωγή 706/13 και τις Ανταπαιτήσεις της Αιτήτριας στις Αγωγές της Τράπεζας άνευ αντικειμένου. Σε περίπτωση εκποίησης και αν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι οι υποθήκες είναι άκυρες ή ότι το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ χαμηλότερο από αυτό που διεκδικεί η Καθ΄ ης ή αν η τελευταία αποτύχει να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό, τότε η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα μπορεί να ανακτήσει την περιουσία της. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι λόγοι ακύρωσης οι οποίοι αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65. 2) Τα αιτητικά δεν μπορούν να πετύχουν καθότι το μοναδικό ένδικο διάβημα το οποίο η Αιτήτρια δύναται να λάβει είναι αίτηση για παραμερισμό και ή ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ. 3) Η ειδοποίηση Ι επιδόθηκε με τον ορθό τρόπο και έχει το ορθό περιεχόμενο. 4) Οι υπό έφεση ειδοποιήσεις πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. 5) Η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση Ι είναι ορθή. 6) Η ειδοποίηση ΙΒ δεν είναι εφέσιμη. 7) Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα. 8) Τυχόν εξέταση αντισυνταγματικότητας δεν θα οδηγήσει σε επίλυση της επίδικης διαφοράς και ή ο έλεγχος συνταγματικότητας δεν είναι απαραίτητος για τη διεκπεραίωση της Αίτησης. 9) Άνευ βλάβης του λόγου υπ΄ αρ.
(8)ανωτέρω, (α) ούτε στην Αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν παρατίθεται το αιτιολογικό υπόβαθρο και ή δεν επεξηγείται επαρκώς ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας, (β)δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος ή άλλης αρχής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΤ (εφεξής «ο ΔΤ»), υπαλλήλου της Καθ΄ ης. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων, από την σύναψη συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, ως εξασφάλιση των οποίων συνάφθηκαν οι υπό κρίση υποθήκες, τη μη αποπληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων και τον τερματισμό των εν λόγω συμφωνιών, τις Αγωγές που καταχωρίστηκαν και από τα δύο μέρη, μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας ιδιωτικής εκποίησης των υπό κρίση ακινήτων. Ο ΔΤ επεξηγεί πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε των προβλεπόμενων στο άρθρο 44Γ λόγων προς παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Τέλος, αναφέρει πως οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας δεν εξειδικεύονται με την απαραίτητη σαφήνεια, αλλά εν πάση περιπτώσει αναλύει καθένα εξ αυτών ξεχωριστά και εισηγείται πως δεν υπάρχει παραβίαση οποιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας και ή άλλης αρχής. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Η Αιτήτρια προέβη στην υποθήκευση των υπό κρίση ακινήτων της δυνάμει των υποθηκών Υ. και Υ. ως εξασφάλιση διαφόρων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Αιτήτρια, ήτοι δύο δανείων και ενός τρεχούμενου λογαριασμού. Αντίγραφα των υποθηκών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ πλην των δύο υποθηκών του 1988, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
  2. Λόγω της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων, οι εν λόγω συμβάσεις τερματίστηκαν με σχετική επιστολή της Τράπεζας ημ. 12.11.
  3. Στις 14.12.13 η Αιτήτρια καταχώρισε εναντίον της Τράπεζας την Αγωγή 706/13 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ, στην οποία οι εκεί Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων δήλωση πως η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων οφείλεται σε αντισυμβατικές και ή παράνομες και ή καταχρηστικές ενέργειες και ή κακοπιστία της Τράπεζας, απόφαση για ακύρωση των συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων και εικονικών συμβολαίων, αποζημιώσεις για παράβαση συμβάσεων δανείου και δήλωση πως οι Ενάγοντες δικαιούνται εύλογο χρόνο προς εξόφληση των υπολοίπων. Η εν λόγω Αγωγή εκκρεμεί προς ακρόαση.
  4. Στις 16.1.14 η Τράπεζα καταχώρισε τις Αγωγές υπ΄ αρ. 222/14, 223/14 και 224/14 ΕΔ Λεμεσού, εναντίον, μεταξύ άλλων της Αιτήτριας, με τις οποίες αξιώνει τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των τριών συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων και διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Στις εν λόγω Αγωγές οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Οι Αγωγές και οι Ανταπαιτήσεις αποτελούν τα Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ.
  5. Στις 11.6.18 η Αιτήτρια έλαβε ειδοποιήσεις Θ και Ι ημ. 1.6.18, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ.
  6. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας απάντησαν στην Τράπεζα με επιστολή τους ημ. 12.6.18, στην οποία αναφέρουν πως λόγω της εκκρεμοδικίας των Αγωγών και της αμφισβήτησης της οφειλής, η Τράπεζα δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει με την ειδοποίηση ΙΑ. Η επιστολή είναι το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ.
  7. Στις 25.9.18 επιδόθηκε ειδοποίηση ΙΑ αναφορικά με τις προαναφερόμενες υποθήκες, πλην της Υ. για την οποία επιδόθηκε ειδοποίηση στις 12.10.18, Τεκμήρια 8 και 9 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ αντίστοιχα.
  8. Στις 23.10.18, στα πλαίσια της Αγωγής 706/13, η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης και αποτελεί αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΔΤ πως η αίτηση εκδικάστηκε και αναμένεται η έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου.
  9. Εν τω μεταξύ στις 25.10.18 καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση. ΙΙ. Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 25.10.18, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Ο Ν.87(Ι)/18 αντικατέστησε κάποιες από τις πρόνοιες του παλαιότερου Ν.142(I)/14 ο οποίος εισήγαγε στον υφιστάμενο Ν.9/65το Μέρος VIA για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με την προβλεπόμενη σε αυτό διαδικασία. Οι δύο αυτοί Νόμοι παρουσιάζουν διαφορές. Συγκεκριμένα, το παλαιό άρθρο 44ΙΓ παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου ότι τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη (ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου) παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το ισχύον άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, (όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18), παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ), και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητώς πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ίδιου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου καθώς επίσης και της πρόνοιας του άρθρου 44Γ πάνω σε διάφορες βάσεις εγείρονται τόσο στα πλαίσια της Αίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Αποτελεί λόγο ένστασης πως τυχόν εξέταση της συνταγματικότητας δεν θα οδηγήσει σε επίλυση της υπό κρίση διαφοράς και πως τέτοιος έλεγχος δεν είναι απαραίτητος για την ολοκλήρωση της παρούσας Αίτησης. Από τη στιγμή που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν εν ισχύι ο Ν.87(Ι)/18, τότε σαφώς ζητήματα αντισυνταγματικότητας των προνοιών αυτού περί αναδρομικής ισχύος και ή παραβίασης άρθρων του Συντάγματος αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας εφόσον η εξέταση αυτών και η κατάληξη του Δικαστηρίου θα καθορίσει και την έκβαση της Αίτησης. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Η Καθ΄ ης εγείρει επίσης ως λόγο ένστασης ότι στην Αίτηση και τη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση δεν παρατίθεται το αιτιολογικό υπόβαθρο ούτε και προβάλλονται με την απαραίτητη επεξήγηση και επάρκεια οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας, ούτως ώστε να δύνανται να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Στους λόγους της Αίτησης δίδονται επεξηγήσεις ως προς την αντισυνταγματικότητα του τροποποιητικού Νόμου. Ειδικότερα, αναφέρεται πως ο τροποποιητικός Νόμος παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία κατοχυρώνονται από τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος, καθότι η διαδικασία την οποία προωθεί η Καθ΄ ης ξεκίνησε πριν την τροποποίηση του Μέρους VIA, και πως η αναδρομική ισχύς των άρθρων 44Β και 44Γ του τροποποιητικού Νόμου είναι αντισυνταγματική διότι επιτυγχάνει εκ των υστέρων (ex post facto) αποτελέσματα σε σχέση με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Αιτήτριας. Και στην ένορκη δήλωση ο ΧΜ παραθέτει τους λόγους προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας. Αυτός αναφέρει πως οι τροποποιητικές πρόνοιες έχουν αναδρομική ισχύ με αποτέλεσμα ο Νόμος να επεμβαίνει σε ήδη υπάρχουσες διαδικασίες και να παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Αιτήτριας, ήτοι το δικαίωμα κατοχής, διάθεσης και απόλαυσης ακίνητης ιδιοκτησίας, το δικαίωμα της ισότητας αφού παρέχονται υπέρμετρα δικαιώματα υπέρ της Τράπεζας και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι με την εκποίηση, από τη στιγμή που στην Αγωγή της Αιτήτριας και στις Ανταπαιτήσεις της στις Αγωγές της Τράπεζας αμφισβητεί το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων και τη νομιμότητα των ενεργειών της Τράπεζας, τόσο η Αγωγή της όσο και οι Ανταπαιτήσεις της θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Επίσης ο ΧΜ αναφέρει πως η αναδρομική ισχύς του Νόμου επιφέρει άδικα αποτελέσματα στην Αιτήτρια αφού με την εκποίηση θα χαθεί η ακίνητη περιουσία της. Επιπλέον, ο ΧΜ ισχυρίζεται πως η παροχή δικαιώματος στις Τράπεζες να προχωρούν σε διαδικασίες εκποίησης παρά την εκκρεμοδικία Αγωγών συνιστά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών εφόσον η νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στη δικαστική. Με βάση όσα αναφέρονται τόσο στην Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
  1. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας - Επέμβαση σε Υπάρχουσες Διαδικασίες και Παραβίαση Συνταγματικών Κατοχυρωμένων Δικαιωμάτων Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας, επεμβαίνουν σε υπάρχουσες διαδικασίες και παραβιάζουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Αιτήτριας. Αυτή η εισήγηση, σύμφωνα με τη δικηγόρο της Αιτήτριας, βασίζεται στο ότι η διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA είχε αρχίσει πριν την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εφόσον η ειδοποίηση Ι είχε επιδοθεί στις 11.6.18, και ότι με βάση τον τότε εν ισχύι Ν.142(Ι)/14έφεση σε ειδοποίηση ΙΑ, εκκρεμούσης Αγωγής, είχε σίγουρη επιτυχία ούτως ώστε η Αιτήτρια δεν χρειαζόταν με την παραλαβή της ειδοποίησης Ι να λάβει επιπρόσθετα μέτρα. Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
  2. Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις θεωρώ πως κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, ήτοι στις 11.6.18, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.142(Ι)/14, η Αιτήτρια είχε κάθε δικαίωμα να λάβει μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε ή και των δύο εξ αυτών ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Η προθεσμία των 30 ημερών έληγε στις 11.7.18, ήτοι σε ημερομηνία λίγο πριν την έναρξη ισχύος του Ν.87(Ι)/
  3. Επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, και σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, η Αιτήτρια διατηρούσε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση εντός 30 ημερών, το οποίο δικαίωμα η ιδία επέλεξε να μην ασκήσει. Η θέση της πως δεν ήταν αναγκαίο να λάβει οποιαδήποτε επιπρόσθετα μέτρα, λόγω της ύπαρξης λόγου προς παραμερισμό ενδεχόμενης ειδοποίησης ΙΑ, δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία ως προς τη μη λήψη μέτρων αναφορικά με την ειδοποίηση Ι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ειδικότερα εφόσον, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, η Αιτήτρια προσβάλλει την ορθότητα του τύπου και περιεχόμενου αυτής. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της συνημμένης στην ειδοποίηση Ι κατάστασης λογαριασμού και την εγκυρότητα της ειδοποίησης λόγω του ότι δόθηκε μόνο μια αναφορικά με πέντε υποθήκες, κάτι το οποίο καθιστούσε δυνατή την καταχώριση αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης Ι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών. Επομένως, κατ΄ αρχάς δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος της να αιτηθεί τον παραμερισμό της ειδοποίησης Ι, από τη στιγμή που αυτό υπήρχε στη διάθεση της κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
  4. Η επιλογή της να μην προσβάλει την ειδοποίηση Ι σήμαινε από τότε πως επέλεγε να μην εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα γι΄ αυτήν, δεδομένου ότι και υπό το παλαιό νομικό καθεστώς η έφεση εναντίον της ειδοποίησης ΙΑ ευλόγως θα αφορούσε την τελευταία αυτή ειδοποίηση. Όσον αφορά την προϋπόθεση της ύπαρξης αγωγής για την ειδοποίηση Ι, σαφώς αυτή πλέον δεν υπάρχει με βάση το νέο άρθρο 44Γ
(3). Η Αιτήτρια επικαλείται την ύπαρξη συνταγματικού κατοχυρωμένου δικαιώματος της, ήτοι του δικαιώματος της να πετύχει σε αίτηση-έφεση αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ λόγω της εκκρεμοδικίας της Αγωγής της βάσει του παλαιού άρθρου 44Γ
(3)(δ). Αυτή η εισήγηση ισοδυναμεί με επίκληση κεκτημένου δικαιώματος. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 λέχθηκαν τα εξής: «The expression "vested rights" primarily connotes rights that accrued in law. Rights may accrue both in civil and public law. A right may be deemed to vest if the process of the law for its acquisition has been completed. The right crystallizes thereafter and vests in the subject who becomes its beneficiary in law. Certainty in the legal process and respect for the law, require that rights acquired under the law should remain undisturbed. Inevitably, interference with such rights undermines certainty and reduces respect for the laws. The need to sustain vested rights found expression in the Interpretation Law in the form of a presumption that subsequent laws are presumed, but not deemed, to leave unaffected vested rights. Section 10
(2)(c) of the Interpretation Law, Cap. 1, provides that it shall be presumed that the repeal of a law leaves unaffected rights, privileges, obligations or liabilities, that were acquired, accrued or incurred under the repealed law. However, the presumption is a rebuttable one and may be displaced whenever a clear inten­tion to the contrary is evinced by the repealing law. In the face of a clear legislative expression to the contrary, the presum­ption recedes and gives way to the will of the legislature, the supreme arbiters of the law.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο ακολούθως ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα συμβατικά με το Κράτος δικαιώματα του εφεσείοντος να επιλέξει την αποζημίωση του η οποία δεν υπόκειτο σε φορολογία είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν την τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Αφού κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί με την εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, το Εφετείο υιοθετώντας την προαναφερόμενη υπόθεση Menelaou, ανέφερε τα εξής: «Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.87(Ι)/18 η Αιτήτρια δεν είχε κεκτημένο δικαίωμα με μόνο το γεγονός της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους της. Το δικαίωμα της Αιτήτριας δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, παρά μόνο κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με την καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της, με βάση το παλαιό άρθρο 44Γ
(3). Η καταχώριση της Αγωγής εν αναμονή της ενδεχόμενης μελλοντικής παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ δεν είναι επ΄ ουδενί λόγο ικανή να προσδώσει κεκτημένο δικαίωμα εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί όλη η σχετική διαδικασία και ειδικότερα όλες οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, ήτοι η καταχώριση της έφεσης. Ανεξαρτήτως του ότι η ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στην Αιτήτρια μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως η ίδια θα μπορούσε να επικαλείται ενδεχομένως κεκτημένο δικαίωμα μόνο στην περίπτωση που κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.87(Ι)18 αυτή είχε ήδη καταχωρίσει έφεση στηριζόμενη στην προϋπόθεση του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), ήτοι την ύπαρξη αγωγής. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο συνέβη στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA είχε αρχίσει με την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης Ι στις 11.6.18 πλην όμως η Αιτήτρια δεν είχε ακόμα αποκτήσει το δικαίωμα έφεσης εναντίον της ειδοποίησης ΙΑ για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί τέτοια ειδοποίηση ΙΑ πριν τον Ν.87(Ι)/18. Θεσπίζοντας τον Νόμο αυτό ο Νομοθέτης σαφώς και είχε υπόψιν του ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία με την επίδοση των αρχικών ειδοποιήσεων. Όπως επίσης και σαφώς είχε υπόψιν του πως και το όποιο δικαίωμα έφεσης κατά της ειδοποίησης ΙΑ θα διατηρείτο και θα ήταν και πάλι εντός των 30 ημερών από την επίδοση της. Ο Νομοθέτης δεν επέλεξε να καταργήσει το δικαίωμα έφεσης αλλά αντιθέτως το διατήρησε για όσες διαδικασίες θα προχωρούσαν μέχρι το στάδιο της ειδοποίησης ΙΑ. Περαιτέρω το Δικαστήριο επισημαίνει πως ο Ν.87(Ι)/18δεν καθόρισε ούτε και έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα στην Καθ΄ ης με την απάλειψη της προϋπόθεσης ύπαρξης αγωγής. Το δικαίωμα της Καθ΄ ης να προχωρήσει με την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων δια πλειστηριασμού υπήρχε με βάση τον Ν.142(Ι)/14, και επομένως ο Ν.87(Ι)/18δεν δημιούργησε νέο τέτοιο δικαίωμα σε αυτή. Με άλλα λόγια, η Καθ΄ ης διατηρούσε το ίδιο ακριβώς δικαίωμα με βάση τόσο τον παλαιό όσο και τον νέο Νόμο. Αντιθέτως, ο νέος Νόμος παρέχει περισσότερους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια θα μπορούσε να καταχωρίσει έφεση. Συγκεκριμένα, ενώ το παλαιό άρθρο 44Γ
(3)περιλάμβανε τέσσερις μόνο λόγους για τους οποίους ήταν δυνατή η καταχώριση έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, το νέο άρθρο 44Γ
(3)περιλαμβάνει περισσότερους, διευρύνοντας έτσι το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει τους ίδιους πρώτους τρεις με το παλαιό άρθρο και πρόσθεσε ακόμα τρεις, ήτοι την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, την έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του περί Αφερεγγυότητας Νόμου και την συμμετοχή στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, η εισήγηση της Αιτήτριας πως η αναδρομική ισχύς του Ν.87(Ι)/18 επιφέρει άδικα αποτελέσματα για την Αιτήτρια κρίνεται ανεδαφική. Ούτε και η θέση της Αιτήτριας πως η αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου παραβιάζει το άρθρο 82 του Συντάγματος κρίνεται βάσιμη. Το εν λόγω άρθρο απλώς αναφέρει πως οι νόμοι τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον ίδιο τον Νόμο. Εδώ, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Ν.87(Ι)/18τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του και το άρθρο 44Α του προσδίδει αναδρομική ισχύ, όχι υπό την έννοια ότι μετέθεσε την έναρξη ισχύος του σε άλλη παλαιότερη ημερομηνία, αλλά επεκτείνοντας την ισχύ του σε υφιστάμενες διαδικασίες. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας και δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα της Αιτήτριας. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί εισήγηση της Αιτήτριας πως οι τροποποιητικές πρόνοιες για κατάργηση της εκκρεμοδικίας Αγωγής ως λόγου αίτησης-έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, υπό την έννοια πως στερούν πλέον το δικαίωμα στην Αιτήτρια να επιτύχει στην έφεση της στη βάση αυτού του συγκεκριμένου λόγου. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ πως το άρθρο 44Γ
(3)(δ) δεν στερεί το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει στη δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως της παρέχει τέτοιο δικαίωμα νοουμένου ότι τηρείται η εκεί προβλεπόμενη προϋπόθεση. Το γεγονός πως προηγουμένως η προϋπόθεση ήταν η έγερση αγωγής ενώ τώρα απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν οδηγεί αυτομάτως σε στέρηση του δικαιώματος της Αιτήτριας αλλά αντιθέτως συνεχίζεται η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος έστω και αν αυτό γίνεται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Επομένως δεν δύναται να γίνεται λόγος για αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άλλωστε, από την ημερομηνία ισχύος του νέου Νόμου, η Αιτήτρια είχε κάθε ευχέρεια, όπως και έπραξε στην προκειμένη περίπτωση, να ασκήσει τα δικαιώματα της βάσει του νέου άρθρου 44Γ
(3), στα πλαίσια εξασφάλισης μιας εκ των προϋποθέσεων για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, ειδικότερα εφόσον η ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν της είχε ακόμα επιδοθεί παρά μόνο δύο μήνες αργότερα (25.9.18). Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η Αιτήτρια είχε 30 μέρες από τις 25.9.18, να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση-Έφεση, εντός των οποίων θα μπορούσε να αποταθεί ενωρίτερα για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Αντ΄ αυτού η Αιτήτρια καταχώρισε τέτοια αίτηση, στα πλαίσια της Αγωγής της 706/13, μόλις δύο μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας καταχώρισης Αίτησης-Έφεσης, ήτοι στις 23.10.18, μη παρέχοντας τέτοιο χρονικό περιθώριο ολοκλήρωσης της εν λόγω διαδικασίας και ενδεχόμενης έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Όπως φαίνεται από το κοινό υπόβαθρο γεγονότων, λόγω ακριβώς της καθυστέρησης στην καταχώριση της Αίτησης και της μη έγκρισης αυτής μονομερώς, η Αίτηση έχει εκδικαστεί και αναμένεται η έκδοση απόφασης, με αποτέλεσμα κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης να μην είχε εκδοθεί οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα. Ούτε και η εισήγηση πως με την αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου, τυχόν εκποίηση καθιστά την Αγωγή της Αιτήτριας εναντίον της Τράπεζας άνευ αντικειμένου, κρίνεται βάσιμη. Το Μέρος VIA του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18προνοεί μόνο για την πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας, ενώ τόσο η Αγωγή όσο και οι Ανταπαιτήσεις της Αιτήτριας αφορούν και επεκτείνονται σε άλλα επίδικα θέματα και αξιώσεις οι οποίες απολήγουν να αποτιμούνται σε χρήμα. Συγκεκριμένα το αντικείμενο της Αγωγής της αφορά στις συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, στον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών της Αιτήτριας και σε ισχυριζόμενη αντισυμβατική, καταχρηστική και κακόπιστη συμπεριφορά της Τράπεζας και περιλαμβάνει αξιώσεις για αποζημιώσεις λόγω αυτής της συμπεριφοράς και δυσφήμησης. Οι αξιώσεις στις Ανταπαιτήσεις αφορούν δήλωση ότι οι Αγωγές είναι καταχρηστικές και πρόωρες, αποζημιώσεις για αμέλεια και ή παράβαση καθήκοντος και ή ψευδείς παραστάσεις της Τράπεζας, αποζημιώσεις λόγω της προαναφερόμενης ισχυριζόμενης συμπεριφοράς της Τράπεζας, απόφαση για περιοδικές πληρωμές προς εξόφληση οποιουδήποτε νομίμως οφειλόμενου ποσού και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως οι τροποποιητικές πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 προσκρούουν στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 28 Συντάγματος - Παραβίαση της Ισότητας Η σχετική εισήγηση της Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της ισότητας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος, συνίσταται στο ότι οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 παρέχουν υπέρμετρα δικαιώματα υπέρ της Τράπεζας. Το εν λόγω άρθρο παρέχει μεν δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει με πώληση δια πλειστηριασμού με την προβλεπόμενη εκεί διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα παρέχει και δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην εν λόγω διαδικασία και να λάβει μέτρα για την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Επομένως, δεν θεωρώ πως οι εν λόγω πρόνοιες δημιουργούν αυθαίρετη διάκριση προς όφελος της Τράπεζας, η οποία, σημειώνεται πως, ασκεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης καθ΄ ον χρόνο ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει αυτή τη διαδικασία. ΙΙ.Ζ Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 περιορίζουν το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εφόσον η Αιτήτρια διατηρεί τέτοιο δικαίωμα επί των υπό κρίση ακινήτων, ανεξαρτήτως της επιβάρυνσης αυτών με υποθήκη, και ο πλειστηριασμός των εν λόγω ακινήτων θα έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη αυτού του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Θεωρώ πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί ούτε και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας. Και τούτο καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο εν λόγω Νόμος δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος της Τράπεζας (μάλιστα πέραν των υφιστάμενων μεθόδων εκποίησης ενυπόθηκου όπως με αίτηση στο Κτηματολόγιο ή μέσω δικαστικού διατάγματος). Το δικαίωμα πώλησης άλλωστε παραχωρήθηκε στην Τράπεζα δυνάμει της συμφωνίας υποθήκης την οποία η Αιτήτρια παραδέχεται ότι συνήψε προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν. Σύμφωνα με το περιεχόμενο όλων των συμφωνιών υποθήκης, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ και Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ, περιλαμβάνεται ο όρος 4, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ης) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, χωρίς καμία προειδοποίηση σε μένα». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Αιτήτριας με ένα εκ των προαναφερομένων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση από την Τράπεζα), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχοντας τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Με άλλα λόγια, με τη σύναψη της συμφωνίας υποθήκης, η Αιτήτρια έδωσε δικαίωμα, και μάλιστα με ευρύτερη εξουσία σε σχέση με τον Ν.87(Ι)/18, στην Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα. Ο Ν.87(Ι)/18απλώς ρυθμίζει αυτό το ήδη υπάρχον δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία αλλά και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν αποτελεί στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη ως προς την περιουσία του, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VIA του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένας τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. ΙΙ.Η Παραβίαση Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η εισήγηση της Αιτήτριας πως το άρθρο 44Γ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Και τούτο, καθότι η Νομοθετική Εξουσία έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νομοθεσίες, οι οποίες βεβαίως υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαστική Εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14 (ανωτέρω). Η δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως το υπό κρίση άρθρο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι στερεί και περιορίζει τη δυνατότητα της Αιτήτριας να ακουστεί και να ενστεί. Το άρθρο 44Γ προνοεί το αντίθετο, ήτοι τη δυνατότητα της Αιτήτριας να καταχωρίσει έφεση και ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για ένα των εκεί προβλεπόμενων λόγων. Επομένως, δεν θεωρώ πως με τη θέσπιση του άρθρου 44Γ η νομοθετική εξουσία έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτού, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του στην υπό εξέταση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Η δικηγόρος της Αιτήτριας πρόβαλε τη θέση πως η πρόνοια για δυνατότητα αποστολής της ειδοποίησης ΙΑ ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προσωρινό διάταγμα υπονομεύει την αξία και σημασία αυτού. Θεωρώ πως αυτή η θέση είναι αβάσιμη. Κατ΄ αρχάς η έκδοση και ύπαρξη προσωρινού διατάγματος αποτελεί ένα εκ των λόγων ο οποίος δύναται να προβληθεί για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, μαζί με οποιονδήποτε άλλο ή άλλους από τους προβλεπόμενους λόγους. Με άλλα λόγια, η αίτηση-έφεση δεν είναι απαραίτητο να περιοριστεί μόνο σε ένα εκ των λόγων αλλά δύναται να βασίζεται σε πέραν του ενός αυτών. Επιπλέον, είναι πιθανόν να έχει προηγηθεί η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ και ακολούθως, πριν τη λήξη της προθεσμίας καταχώρισης αίτησης-έφεσης, να έχει εξασφαλιστεί προσωρινό διάταγμα, δηλαδή υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το προσωρινό διάταγμα ενδεχομένως να εκδόθηκε μετά την επίδοση της ειδοποίησης, επομένως η θέση της δικηγόρου κρίνεται ανεδαφική. Επίσης δεν συμμερίζομαι την εισήγηση της δικηγόρου πως το άρθρο 44Γ παραβιάζει την ισχύ των δικαστικών αποφάσεων και διαταγμάτων και πως με αυτό ο Νομοθέτης παρεμβαίνει και υπονομεύει τη σημασία των δικαστικών διαταγμάτων και θέτει τις προϋποθέσεις έκδοσης αυτών. Ως εκ τούτου αυτή η εισήγηση κρίνεται ανεδαφική. Τέλος, ο ισχυρισμός του ΧΜ πως με την παροχή δικαιώματος στις Τράπεζες να προχωρούν σε εκποίηση παρά την εκκρεμοδικία Αγωγών, η νομοθετική εξουσία παρεμβαίνει στη δικαστική, δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα έχουν ήδη αναφερθεί ως προς το ότι τυχόν εκποίηση δεν καθιστά την Αγωγή και τις Ανταπαιτήσεις της Αιτήτριας άνευ αντικειμένου οι οποίες αντιθέτως θα προχωρήσουν κανονικά προς εκδίκαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18δεν είναι αντισυνταγματικές και ότι για σκοπούς της παρούσας Αίτησης αυτός ο Νόμος ισχύει και εφαρμόζεται. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι, για τις οποίες, όπως λέχθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια είχε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση με βάση τον τότε εν ισχύι Ν.142(Ι)/
  2. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να τονιστεί πως η Αιτήτρια επικαλείται πως η ειδοποίηση Ι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ καθότι δεν συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και πως αυτή αφορούσε πέντε υποθήκες. Πέραν της δυνατότητας της Αιτήτριας να προβάλει τέτοια ζητήματα σε προγενέστερο στάδιο, από τη στιγμή που η Αίτηση κρίνεται με βάση τον Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως αυτός ο προβαλλόμενος λόγος δεν τυγχάνει πλέον εξέτασης από το Δικαστήριο. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Αυτός είναι λόγος ο οποίος προβάλλεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Ο μοναδικός ισχυρισμός του ΧΜ προς υποστήριξη αυτού του λόγου είναι ότι στην ειδοποίηση ΙΑ δεν αναγράφεται ο αριθμός του λογαριασμού για τον οποίο ενεγράφησαν οι εκεί αναφερόμενες υποθήκες. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), η ειδοποίηση ΙΑ θα πρέπει να συνάδει με το αντίστοιχο Τύπο ΙΑ του Παραρτήματος ΙΙ του Νόμου, στον οποίο (Τύπο) δεν περιλαμβάνεται απαίτηση για την αναγραφή του αριθμού του λογαριασμού ή της πιστωτικής διευκόλυνσης στην οποία αφορά η υποθήκη. Επομένως, η σχετική εισήγηση της Αιτήτριας δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του ίδιου του Νόμου. Το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο τύπος και το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων ΙΑ, Τεκμήρια 8 και 9 στην ένορκη δήλωση του ΧΜ, βρίσκονται σε πλήρη συμμόρφωση με το Παράρτημα ΙΙ τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό τους, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). Ως εκ τούτου, θεωρώ πως οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΑ πληρούν τις προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο τους. ΙΙΙ.Β. Υπόλοιποι Λόγοι Όσον αφορά τους υπόλοιπους λόγους οι οποίοι περιλαμβάνονται στο νέο άρθρο 44Γ
(3), ήτοι η μη δέουσα επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ, η αποστολή αυτών πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη, η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, η έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του περί Αφερεγγυότητας Νόμου και η συμμετοχή στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, άρθρο 44Γ
(3)(β)-(στ), αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην Αίτηση ούτε και διαφαίνεται ότι οποιοσδήποτε εξ αυτών ισχύει. IV. Παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΒ Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εκ νέου πως ο Ν.87(Ι)/18δεν προβλέπει διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΒ. Βεβαίως, τα αιτητικά για τον παραμερισμό αυτής συνδέονταν ως απότοκο του ενδεχόμενου παραμερισμού των προγενέστερων ειδοποιήσεων ΙΑ, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.