ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. GRAFFITI INDUSTRIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 25/11, 15/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 25/11 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγοντα και GRAFFITI INDUSTRIES LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 15.2.
- Για Ενάγοντα: κ. Α. Προδρόμου. Για Εναγόμενους: κα Ι. Στυλιανίδου με κα Δ. Ζένιου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €13.658,56, ως χρηματική οφειλή που προέκυψε από παράλειψη καταβολής φόρου, πλέον τόκους προς 9% ετησίως από την ημερομηνία που αυτό κατέστη απαιτητό μέχρι εξοφλήσεως και/ή τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €4.479,95 από την 30.10.02 μέχρι εξοφλήσεως και επί ποσού €9.178,61 από 25.11.02 μέχρι εξοφλήσεως. Διαζευκτικά αξιώνει νόμιμο τόκο. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην Λεμεσό και μεταξύ άλλων ασχολούνται με την εισαγωγή, εμπορία και μεταποίηση παντός τύπου χαρτικής ύλης (παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης). Οι Εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωπος τους κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2002 κατέθεσαν στο Τελωνείο Λεμεσού δύο διασαφήσεις εισαγωγής (με αριθμούς 11665 και ημερομηνία καταχώρησης 30.10.02 και 9853 και ημερομηνία καταχώρησης 25.11.02) για τελωνισμό εισαχθέντων, από το Λιμάνι Λεμεσού εμπορευμάτων και δη 88 και 183 δεμάτων χαρτιού αντίστοιχα, συνολικής αξίας €105.063,61 (παρ. 3). Οι διασαφήσεις ελέγχθηκαν και έγιναν αποδεκτές από τον Ενάγοντα και για αυτές βεβαιώθηκαν και/ή επιβλήθηκαν φόροι και/ή δασμοί ύψους €13.658,56 (για την διασάφηση αρ. 11665 με συντελεστή Φ.Π.Α. 13% οφειλόμενος φόρος €4.479,95 και για την διασάφηση αρ. 9853 με ίδιο συντελεστή Φ.Π.Α. οφειλόμενος φόρος €9.178,61). Η καταβολή του εν λόγω ποσού προς τον Ενάγοντα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ως προνοούν οι σχετικοί Νόμοι για την απομάκρυνση και/ή παραλαβή των εισαχθέντων εμπορευμάτων (παρ. 4). Από σχετική έρευνα που ακολούθησε εκ μέρους του Ενάγοντα διαφάνηκε ότι τα ως άνω εμπορεύματα απομακρύνθηκαν και/ή παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους χωρίς να καταβληθούν από τους Εναγόμενους οι οφειλόμενοι και/ή επιβληθέντες φόροι και/ή δασμοί (παρ. 5). Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι οι σχετικοί Νόμοι και Κανονισμοί προβλέπουν ότι σε περίπτωση μη καταβολής του ποσού που βεβαιώνεται ως καταβλητέος φόρος, το πρόσωπο που υπόκειται σε χρηματική οφειλή και/ή επιβάρυνση υποχρεούται να καταβάλει και τόκους προς 9% ετησίως επί του καταβλητέου ποσού από την ημέρα που αυτό κατέστη οφειλόμενο (παρ. 11). Ο Ενάγοντας με επιστολή του προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 22.1.04 τους κάλεσε όπως καταβάλουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό πλέον τους τόκους, πλην όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να το καταβάλουν και αυτό εξακολουθεί να οφείλεται (παρ. 13). Τέλος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω απαίτηση για καταβολή χρηματικής οφειλής και/ή φόρων είναι χρηματική οφειλή σαν αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης και/ή εκτελεστών διοικητικών πράξεων την νομιμότητα των οποίων οι Εναγόμενοι δεν προσέβαλαν εντός της προθεσμίας των 75 ημερών ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ως προβλέπεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι πλέον οριστική και πληρωτέα (παρ. 14). Οι Εναγόμενοι αρχικά καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 14.6.17 εξασφάλισαν διάταγμα τροποποίησης αυτής με προσθήκη Ανταπαίτησης, την οποία καταχώρησαν στις 29.6.
- Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ουσιαστικά παραδέχονται την παράγραφο 2 (της έκθεσης απαίτησης) και την παράγραφο 3 εκτός του ότι οι εν λόγω διασαφήσεις κατατέθηκαν από αντιπρόσωπο τους και ισχυρίζονται ότι ο καταθέτης αυτών ήταν ο τελωνειακός πράκτορας ΧΧΧΧ Σιακίδης, στον οποίο ο Ενάγοντας χορήγησε άδεια και ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό τους μόνο για περιορισμένο σκοπό και όχι για όλες τις πράξεις του και/ή συμπεριφορά του. Είναι δε ισχυρισμός τους ότι ο Ενάγοντας και/ή οι αντιπρόσωποί του αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να ελέγξουν τις εν λόγω διασαφήσεις και/ή να τις ελέγχουν επαρκώς και/ή με επιμέλεια και ότι οι βεβαιώσεις και/ή επιβολές φόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεν έγιναν νόμιμα και/ή είναι παράνομες και/ή αντισυνταγματικές και/ή δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Αρνούνται την παράγραφο 5 και ισχυρίζονται ότι παρέλαβαν τα εν λόγω εμπορεύματα αφού προηγουμένως κατέβαλαν στον ως άνω τελωνειακό πράκτορα τους απαιτούμενους εκ του νόμου φόρους με οδηγίες και/ή με τη συμφωνία να τους καταβάλει στον Ενάγοντα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι παρέλαβαν τα εν λόγω εμπορεύματα βασιζόμενοι στην συμπεριφορά και/ή αμελή συμπεριφορά του Ενάγοντα και/ή των αντιπροσώπων του και/ή βασιζόμενοι στην παράσταση και/ή ψευδή παράσταση του Ενάγοντα και/ή των αντιπροσώπων του ότι οι ως άνω φόροι και/ή δασμοί καταβλήθηκαν δεόντως. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι παρέλαβαν τα εμπορεύματα εφόσον βασίσθηκαν στο ότι για να επιτρέψουν και/ή εγκρίνουν την παραλαβή των εμπορευμάτων και/ή απομάκρυνση τους από τους χώρους του Τελωνείου είχαν δεόντως λάβει τους ως άνω φόρους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας προέβη σε καταγγελία του ως άνω τελωνειακού πράκτορα που οδήγησε σε ποινική δίωξη εναντίον του και αυτός κατά τις 9.7.04 καταδικάστηκε σε φυλάκιση, κατόπιν παραδοχής του σε κατηγορίες που αφορούσαν τον τελωνισμό μεταξύ άλλων των άνω εμπορευμάτων. Ισχυρίζονται δε ότι η μη είσπραξη των ως άνω φόρων δεν οφείλεται ούτε σε λάθος, ούτε σε παράλειψη ούτε στην αμέλεια του ως άνω πράκτορα αλλά σε απατηλή και/ή εσκεμμένη και/ή παράνομη πράξη του και/ή παράλληλα και/ή εναλλακτικά στην συμπεριφορά του Ενάγοντα και/ή των αντιπροσώπων του. Αρνούνται δε τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης και υποστηρίζουν ότι ο Ενάγοντας κωλύεται και/ή εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή έχει απεμπολήσει και/ή παραιτηθεί των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του έναντι των Εναγομένων, εξαιτίας της συμπεριφοράς του και εξαιτούνται την απόρριψη της με έξοδα εναντίον αυτού. Παραθέτουν δε λεπτομέρειες της εν λόγω συμπεριφοράς του Ενάγοντα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που η αγωγή επιτύχει θα εξαναγκασθούν να καταβάλουν φόρο δύο φορές. Στην Ανταπαίτησης τους υποστηρίζουν ότι ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εξουσιοδότησε δημοσίους υπαλλήλους και/ή λειτουργούς όπως εισπράττουν τους φόρους και/ή δασμούς που απαιτούνται από τους Εναγομένους και/ή όπως το πράξουν αυτό πριν επιτρέψουν την απομάκρυνση των εμπορευμάτων και/ή όπως διατηρούν με ασφάλεια στην κατοχή τους τις σφραγίδες που απαιτούνται για την διεκπεραίωση των διαδικασιών αναφορικά με τέτοια είσπραξη και/ή όπως επιτηρούν την διαδικασία διασάφησης και/ή καταβολής των ως άνω φόρων και/ή δασμών και/ή την απομάκρυνση των εν λόγω εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού έτσι ώστε αυτή να γίνεται μετά την δέουσα είσπραξη. Περαιτέρω ο Ενάγοντας με αμέλεια ανέθεσε και/ή εξουσιοδότησε και/ή παρείχε άδεια σε ιδιώτες τρίτα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Σιακίδης, όπως εκτελούν καθήκοντα του και/ή όπως ενεργούν ως αντιπρόσωποι του κατά την διαδικασία είσπραξης δασμών και/ή φόρων καταναλώσεως και/ή όπως συμπληρώνουν και/ή σφραγίζουν για λογαριασμό του έγγραφα που απαιτούνται για την διασάφηση και/ή όπως προκαλούν και/ή διεκπεραιώνουν την απομάκρυνση των επίδικων εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού. Περαιτέρω ο Ενάγοντας με αμέλεια παρείχε άδεια προς τον Σιακίδη όπως συναλλάττεται με τους Εναγόμενους με σκοπό την διεκπεραίωση της διασάφησης και της απομάκρυνσης εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού και/ή του παρείχε άδεια εκτελωνιστή. Προβάλλουν επίσης ότι ο Ενάγοντας επέτρεπε όπως παρουσιάζεται το εν λόγω πρόσωπο ως αντιπρόσωπος του για την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του και/ή παρείχε σε αυτόν δηλωμένη και/ή φαινομενική εξουσιοδότηση και/ή όπως παρουσιάζεται στους Εναγόμενους ως αντιπρόσωπος του όσον αφορά τα ως άνω καθήκοντα και/ή τις εξουσίες του σε σχέση με την διασάφηση και/ή την είσπραξη δασμών και/ή φόρων καταναλώσεως και/ή την απομάκρυνση εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού. Μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2002 ο Σιακίδης ενεργούσε για λογαριασμό των Εναγομένων αναφορικά με τις οδηγίες τους όπως καταθέσει επιταγή τους εκδομένη στο όνομα του, στους εκπροσώπους του Ενάγοντα για την καταβολή των βεβαιωμένων από αυτούς δασμών και/ή φόρων αναφορικά με τα επίδικα εμπορεύματα. Κατά τις ως άνω αναφερόμενες ημερομηνίες ο Σιακίδης διευθέτησε, εν αγνοία των Εναγόμενων και κατά παράβαση των ρητών και/ή εξυπακουόμενων οδηγιών τους, την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού χωρίς προηγουμένως να καταβάλει τους ως άνω βεβαιωμένους δασμούς και/ή φόρους, συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου καθηκόντων του Ενάγοντα και/ή των λειτουργών, οι οποίοι ασκούσαν για λογαριασμού του τα ως άνω καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ως λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράλειψης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα και/ή των προσώπων που ενεργούσαν ως υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του παραθέτουν τα ακόλουθα: (α) Παρέλειψαν να ελέγξουν ότι οι βεβαιωμένοι φόροι και/ή δασμοί είχαν δεόντως καταβληθεί από τον Σιακίδη για λογαριασμό και εκ μέρους των Εναγομένων, (β) Παρέλειψαν να ειδοποιήσουν εγκαίρως και/ή καθόλου τους Εναγόμενους ότι οι εν λόγω φόροι και/ή δασμοί δεν είχαν πληρωθεί, (γ) Επέτρεψαν και/ή δεν εμπόδισαν και/ή συνεργάστηκαν και/ή συνωμότησαν με τον Σιακίδη έτσι ώστε αυτός να πετύχει την απομάκρυνση των εμπορευμάτων χωρίς την προηγούμενη καταβολή των εν λόγω φόρων και/ή δασμών, (δ) Συμπλήρωσαν και/ή συνέταξαν και/ή υπέγραψαν και/ή σφράγισαν τα απαραίτητα για την απομάκρυνση των εν λόγω εμπορευμάτων έγγραφα πλημμελώς και/ή ελλιπώς και/ή ψευδώς, (ε) Επέτρεψαν την ψευδή και/ή ελλιπή υπογραφή και/ή σφράγιση των εν λόγω εγγράφων από τρίτα πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα προς τον σκοπό αυτό, (στ) Παρέλειψαν να παρέχουν ασφαλή φύλαξη της σφραγίδας του Ενάγοντα και/ή του Τμήματος Τελωνείων έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η χρήση της από τρίτα πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα προς τον σκοπό αυτό, (η) Δήλωσαν ψευδώς και/ή πλημμελώς και/ή επέτρεψαν όπως ψευδώς και/ή πλημμελώς δηλωθεί ότι έγινε καταβολή των ως άνω φόρων και/ή δασμών, (θ) Παρέλειψαν να επιδείξουν την δέουσα επιμέλεια κατά την άσκηση των εκ του Νόμου καθηκόντων τους. Συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του Ενάγοντα και/ή των ως άνω προσώπων που ενεργούσαν ως οι υπηρέτες ή αντιπρόσωποι του, οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά και απώλεια και/ή πρόκειται να υποστούν ζημιά και απώλεια εάν η αγωγή επιτύχει. Συγκεκριμένα: (α) αναγκάστηκαν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους να υποβάλουν αίτηση ακύρωσης της διοικητικής απόφασης του Ενάγοντα να απαιτήσει από αυτούς τους ως άνω φόρους μετά την απομάκρυνση των εμπορευμάτων, για την οποία πλήρωσαν δικηγορικά έξοδα ύψους €10.000 και (β) εάν η αγωγή επιτύχει θα αναγκαστούν να καταβάλουν τους ως άνω φόρους και/ή δασμούς. Ως εκ των άνω ανταπαιτούν από τον Ενάγοντα: (Α) ποσό €13.658,56, το οποίο αντιπροσωπεύει φόρους και/ή δασμούς που κατέβαλαν για την απομάκρυνση των επίδικων εμπορευμάτων, (Β) ποσό €10.000 που κατέβαλαν ως δικηγορικά έξοδα και/ή δικηγορική αμοιβή για υποβολή αίτησης ακύρωσης της διοικητικής απόφασης του Ενάγοντα και (Γ) γενικές αποζημιώσεις. Στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση ο Ενάγοντας αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων στο μέτρο που αυτοί είναι αντίθετοι με τους δικούς του ισχυρισμούς, τους οποίους και επαναλαμβάνει. Περαιτέρω απορρίπτει τα περί οποιοσδήποτε δικής του και/ή των αντιπροσώπων του και/ή των αρμοδίων τελωνειακών λειτουργών, ευθύνης και/ή αμέλειας για την μη πληρωμή προς αυτόν του οφειλόμενου υπό των Εναγομένων ποσού. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι η πληρωμή του επίδικου ποσού βαρύνει τους Εναγόμενους και σε καμία περίπτωση οι ισχυρισμοί περί του τελωνειακού πράκτορα που επικαλούνται, συνιστούν οποιαδήποτε απαλλαγή πληρωμής του ποσού. Οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες και/ή εισαγωγείς των επίδικων εμπορευμάτων, τα οποία και παρέλαβαν, ευθύνονται στην πληρωμή των βεβαιουμένων φόρων και σε καμία περίπτωση η ισχυριζόμενη συμπεριφορά του αντιπρόσωπου τους, τους απαλλάσσει από την υποχρέωση αυτήν. Αρνείται δε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής οι Εναγόμενοι θα κληθούν να καταβάλουν φόρο δύο φορές εφόσον ουδέποτε κατέβαλαν στον Ενάγοντα το αξιούμενο ποσό. Στην Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η Ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα έναντι του, είναι κατά νόμο αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί και γιατί θέματα όπως τα επίδικα αφορούν θέματα Διοικητικού Δικαίου και θα έπρεπε να εγερθούν στο Διοικητικό Δικαστήριο και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται να προωθούν την Ανταπαίτηση καθότι έχουν καταχωρήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο, την Προσφυγή 428/2004 εναντίον του Ενάγοντα, στην οποία αιτούνταν τις ίδιες και/ή παρόμοιες θεραπείες και δη ακύρωση της Διοικητικής Πράξης για πληρωμή του αξιούμενου ποσού. Επίσης ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την πληρωμή εξόδων και/ή δικηγορικών εξόδων στα οποία καταδικάστηκαν οι Εναγόμενοι να πληρώσουν στον Ενάγοντα στα πλαίσια της ως άνω Προσφυγής. Περαιτέρω ο Ενάγοντας συνενώνει τα επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους και αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς αυτών στην Ανταπαίτηση. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς των Εναγομένων για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων αυτού και/ή των αρμοδίων και/ή λειτουργών που ασκούσαν για λογαριασμό του καθήκοντα και υποχρεώσεις. Περαιτέρω αρνείται τις ζημιές που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι υπέστησαν και/ή ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη γι' αυτές και υποστηρίζει: (α) ότι η Προσφυγή που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι αποσύρθηκε και/ή απορρίφθηκε χωρίς έξοδα και συνεπώς η απαίτηση τους έναντι του Ενάγοντα για καταβολή των εξόδων της είναι εξωπραγματική και (β) ότι η Ανταπαίτηση για πληρωμή ποσού ίσου με το ποσό της Απαίτησης εάν η αγωγή επιτύχει είναι αντινομική και θα πρέπει να απορριφθεί. Εν κατακλείδι αξιώνει την απόρριψη της Ανταπαίτησης με έξοδα εναντίον των Εναγομένων. Μαρτυρία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσαν 3 μάρτυρες. Από την πλευρά των Εναγομένων κλήθηκε μάρτυρας μόνο για να καταθέσει έγγραφα (διαδικασία «Subpoena Duces Tecum»). Δηλώθηκαν δε και παραδεκτά γεγονότα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Καλογεροπούλου, Τελωνειακή λειτουργός στο Τμήμα Τελωνείων Λεμεσού και στην Υπηρεσία Τελωνείων από το
- Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Τμήματος Τελωνείων και των εξουσιών του Διευθυντή - Ενάγοντα, ο οποίος προΐσταται αυτού, είναι η βεβαίωση και είσπραξη δασμών, φόρων και άλλων επιβαρύνσεων επιβαλλομένων σύμφωνα με την νομοθεσία. Εξήγησε δε διαδικαστικά ότι κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στην Δημοκρατία ο μεταφορέας δηλ. η ναυτιλιακή εταιρεία ενημερώνει τον παραλήπτη, ο οποίος παραδίδει όλα τα έγγραφα στον εξουσιοδοτημένο τελωνειακό πράκτορα και του δίνει οδηγίες για την εκτελώνιση των εμπορευμάτων. Στην συνέχεια με βάση την εξουσιοδότηση αυτή ο τελωνειακός πράκτορας ετοιμάζει την διασάφηση με βάση τα έγγραφα που θα του παραδώσει ο εισαγωγέας και στην συνέχεια παρουσιάζεται η διασάφηση με τα συνοδευτικά έγγραφα στο Τελωνείο και συγκεκριμένα στον Κλάδο Ελέγχου Διασαφήσεων. Η διασάφηση είναι δήλωση του εισαγωγέα προς το Τμήμα Τελωνείων, την οποία υποβάλλει ο τελωνειακός πράκτορας ως εξουσιοδοτημένος από τον εισαγωγέα. Στον συγκεκριμένο Κλάδο οι λειτουργοί ελέγχουν την διασάφηση. Με την αποδοχή αυτής, η οποία γίνεται με την υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού επί αυτής και καταγραφή της ημερομηνίας, βεβαιώνονται οι οφειλόμενοι φόροι και δασμοί και έτσι δημιουργείται η υποχρέωση καταβολής τους από τον υπόχρεο. Η διασάφηση παραδίδεται στον τελωνειακό πράκτορα και ακολουθεί η πληρωμή των οφειλόμενων φόρων στο ταμείο του Τμήματος Τελωνείου και στην συνέχεια παρουσιάζεται η διασάφηση και η απόδειξη του ταμία (ότι δηλ. έγινε η πληρωμή) σε άλλον λειτουργό, ο οποίος αφού βεβαιωθεί ότι έχουν εισπραχθεί οι φόροι αποδεσμεύει τα εμπορεύματα (με την υπογραφή του επί συγκεκριμένης σφραγίδας, η οποία τοποθετείται στο πίσω μέρος του διατακτικού παράδοσης και στην οποία συμπληρώνεται ο αριθμός της διασάφησης και ο αριθμός του ταμείου που αφορά, το όνομα και ο αριθμός της τελωνειακής ταυτότητας του λειτουργού και επίσης τίθεται στρογγυλή σφραγίδα με το σύμβολο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τμήματος Τελωνείων) και δίδει οδηγίες στην Αρχή Λιμένων να τα παραδώσει. Χωρίς την καταβολή των φόρων δεν αποδεσμεύονται τα εισαχθέντα εμπορεύματα. Στην συνέχεια παρουσιάζεται το πιο πάνω διατακτικό στην Αρχή Λιμένων και παραλαμβάνονται τα εμπορεύματα. Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και είχαν εξουσιοδοτήσει τον αδειούχο τελωνειακό πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη όπως, έναντι αμοιβής, τους παρέχει υπηρεσίες εκτελώνισης και τους αντιπροσωπεύει για τις εν λόγω ενέργειες τους δηλ. να εκτελωνίζει και παραλαμβάνει τα εισαγόμενα από το λιμάνι Λεμεσού εμπορεύματα τους. Οι Εναγόμενοι, μέσω του Σιακίδη, ο οποίoς ενεργούσε κατ' εντολή τους, κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2002 κατέθεσαν στο Τελωνείο Λεμεσού δύο διασαφήσεις εισαγωγής για τελωνισμό εισαχθέντων από αυτούς εμπορευμάτων τους από το λιμάνι της Λεμεσού, συνολικής αξίας €105.063,
- Οι διασαφήσεις ελέγχθηκαν και έγιναν αποδεκτές από τους αρμόδιους τελωνειακούς λειτουργούς και έτσι βεβαιώθηκαν φόροι και δασμοί και συγκεκριμένα Φ.Π.Α. ύψους €13.658,
- Η καταβολή του εν λόγω ποσού προς τον Ενάγοντα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την απομάκρυνση και παραλαβή των εισαχθέντων εμπορευμάτων. Από έρευνα που ακολούθησε εκ μέρους του Ενάγοντα διαφάνηκε ότι τα εμπορεύματα που σχετίζονται με τις ως άνω διασαφήσεις εισαγωγής παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους ή αντιπροσώπους τους από τον χώρο εντός του λιμένα Λεμεσού χωρίς να καταβληθούν από τους Εναγόμενους στο Τελωνείο οι οφειλόμενοι και επιβληθέντες φόροι. Αυτό έγινε επειδή ο Σιακίδης παρέκαμψε την διαδικασία πληρωμής των φόρων και την διαδικασία αποδέσμευσης από το Τελωνείο. Συγκεκριμένα μετά την βεβαίωση των φόρων, αφού χρησιμοποίησε αριθμούς ταμείου που αφορούσαν άλλες διασαφήσεις (τεκμήρια 8 και 9) άλλων εισαγωγέων (με τους οποίου αριθμούς φαίνεται ότι έγινε η πληρωμή των φόρων για τα εμπορεύματα εκείνα), υπέγραψε τα διατακτικά παράδοσης (τεκμήρια 6 και 7) στο πίσω μέρος, εκεί που υπάρχει η προαναφερόμενη σφραγίδα, πλαστογραφώντας την υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού και έτσι αφού παρουσίασε τα εν λόγω διατακτικά σε λειτουργό της Αρχής Λιμένων, υπό τη φύλαξη της οποίας βρίσκονταν τα εμπορεύματα, πέτυχε την αποδέσμευση και απομάκρυνση τους χωρίς την καταβολή των φόρων. Οι ενέργειες αυτές του Σιακίδη είναι παράνομες καθότι είναι προϊόν απάτης σε βάρος του Ενάγοντα και έτσι οι Εναγόμενοι δεν απαλλάσσονται των υποχρεώσεων τους ως αντιπροσωπευόμενοι για τις πράξεις ή παραλείψεις του αντιπροσώπου τους. Τα οφειλόμενα από αυτούς προς τον Ενάγοντα ποσά είναι:
(1)για την διασάφηση με αριθμό 11665, ημερομηνίας 30.10.02, ποσότητα/περιγραφή 88 δέματα χαρτί, αξίας €34.462,49, συντελεστής Φ.Π.Α. 13%, ο οφειλόμενος φόρος είναι €4.479,95,
(2)για την διασάφηση με αριθμό 9853, ημερομηνίας 25.11.02, ποσότητα/περιγραφή 183 δέματα χαρτί, αξίας €70.601,12, συντελεστής Φ.Π.Α. 13%, ο οφειλόμενος φόρος είναι €9.178,61. Ο Ενάγοντας απαίτησε γραπτώς από τους Εναγόμενους την πληρωμή του ως άνω οφειλόμενου ποσού πλέον νόμιμους τόκους, χωρίς ανταπόκριση και έτσι αυτό εξακολουθεί να οφείλεται ολόκληρο μέχρι και σήμερα. Η εν λόγω απαίτηση καταβολής φόρων, είναι χρηματική οφειλή σαν αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Οι Εναγόμενοι με την Προσφυγή 428/2004, προσέβαλαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, εκπρόθεσμα την νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής πράξης. Απέσυραν δε την προσφυγή αυτή περί τον Οκτώβριο του 2005 και ως εκ τούτου αυτή κατέστη οριστική και πληρωτέα. Ο Ενάγοντας μετά την απόσυρση της προσφυγής κοινοποίησε την ανωτέρω εξέλιξη στους Εναγόμενους και τους κάλεσε να πληρώσουν την οφειλή τους αλλά μέχρι και σήμερα ολόκληρο το ποσό εξακολουθεί να οφείλεται στον Ενάγοντα. Η μάρτυρας προς υποστήριξη των ανωτέρω κατέθεσε και επεξήγησε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων:
(1)κατάσταση εγγράφων που παραδόθηκαν από τον Διευθυντή των Εναγομένων στον Τελωνειακό Λειτουργό ΧΧΧΧ Μιχαήλ στις 7.7.03 (τεκμήριο 2),
(2)διασάφηση με αριθμό 9853 και ημερομηνία κατάθεσης 25.11.02 με τα συνοδευτικά της έγγραφα (τεκμήριο 3),
(3)διασάφηση με αριθμό 11665 και ημερομηνία κατάθεσης 30.10.02 με τα συνοδευτικά της έγγραφα (τεκμήριο 4),
(4)τιμολόγιο με αριθμό 012607 και ημερομηνία 5.11.02 με εκδότη τον ΧΧΧΧ Σιακίδη προς τους Εναγόμενους με τα συνοδευτικά έγγραφα (τεκμήριο 5),
(5)διατακτικά παράδοσης με αριθμούς 412 και 413 της εταιρείας Μ. TZIOVANIS & SONS LTD στο όνομα των Εναγομένων ημερομηνίας 28.11.02 (τεκμήριο 6),
(6)διατακτικό παράδοσης με αριθμό 05037 ημερομηνίας 30.10.02 της εταιρείας N.G. NICOLAOU FREIGHTWAYS SERVICES LTD, στο όνομα των Εναγομένων (τεκμήριο 7),
(7)αντίγραφο διασάφησης, ΙΜ2, αριθμός ταμείου Τ4/30880 ημερομηνίας 31.10.02 (τεκμήριο 8),
(8)αντίγραφο διασάφησης, ΙΜ2, αριθμός ταμείου Τ3/32268 ημερομηνίας 28.11.02 (τεκμήριο 9),
(9)αντίγραφο διπλοσυστημένης επιστολής με αρ. Φακ. 12.5.01.1, ημερομηνίας 22.1.04 του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους (τεκμήριο 10),
(10)επιστολή με αρ. Φακ. 15/3/182/04, 15/1/30/10 ημερομηνίας 11.11.10 του Ενάγοντα προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (τεκμήριο 11),
(11)αντίγραφο Αίτησης Προσφυγής 428/2004 με Αιτητές τους Εναγόμενους (τεκμήριο 12),
(12)αντίγραφο απόφασης στην Προσφυγή 429/2004 (τεκμήριο 13),
(13)ειδοποίηση Γραφείου Γενικού Εισαγγελέα για το αποτέλεσμα της Προσφυγής 428/2004 (τεκμήριο 14),
(14)αντίγραφο επιστολής του Ενάγοντα με αρ. Τ.Π.250 ημερομηνίας 16.12.1987 προς ΧΧΧΧ Σιακίδη (τεκμήριο 15),
(15)αντίγραφο επιστολής με αρ. Φακ. Γ.15 ημερομηνίας 31.12.1987 από Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό Λεμεσού προς τον Ενάγοντα (τεκμήριο 16),
(16)αντίγραφο επιστολής με αρ. Φακ. Γ.15/Α ημερομηνίας 19.7.02 από Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό Λεμεσού προς Διευθύντρια Τελωνείων (τεκμήριο 17),
(17)Επιστολή/Βεβαίωση Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 23.2.18 (τεκμήριο 18),
(18)αντίγραφο απόφασης στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 10874/2003 για την επιβολή ποινής στον ΧΧΧΧ Σιακίδη (τεκμήριο 19),
(19)αντίγραφο της κατάθεσης του ΧΧΧΧ Σιακίδη στην Αστυνομία ημερομηνίας 7.7.03 (τεκμήριο 20). Περαιτέρω η μάρτυρας περιέγραψε και εξήγησε τις όποιες διαδικασίες ακολουθήθηκαν σε σχέση με τα πιο πάνω και ιδιαίτερα αυτές που αφορούσαν τις διασαφήσεις αλλά και τα όσα επακολούθησαν μέχρι και την παράδοση των εμπορευμάτων. Υπέδειξε δε επί των δύο διασαφήσεων (τεκμήρια 3 και 4) τις υπογραφές των συναδέλφων της με τις οποίες έγιναν αποδεχτές και βεβαιώθηκαν οι φόροι, τις υπογραφές του ΧΧΧΧ Σιακίδη καθώς και τους συγκεκριμένους φόρους που βεβαιώθηκαν. Εξήγησε επίσης ότι στα τεκμήρια 3 και 4 δεν υπάρχει, στο ανάλογο σημείο 47, ένδειξη για καταβολή των οφειλόμενων φόρων και συγκεκριμένα δεν υπάρχει εκτύπωση ταμείου του Τελωνείου όπου φαίνεται η ημερομηνία, το ποσό των φόρων και ο αριθμός του ταμείου, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι. Όσον δε αφορά τις υπογραφές στα διατακτικά παράδοσης τεκμήρια 6 και 7, είπε ότι ήταν πλαστές. Στήριξε δε αυτή της την θέση όχι μόνο στην παραδοχή του Σιακίδη στην κατάθεση του αλλά και στο ότι η ίδια γνώριζε τις υπογραφές των συγκεκριμένων συναδέλφων της, τις οποίες ως είπε είδε άπειρες φορές και βλέποντας τις υπογραφές στα τεκμήρια 6 και 7 διαπίστωσε ότι δεν ανήκαν σε συναδέλφους της. Είπε επίσης ότι λείπει από αυτά το όνομα του τελωνειακού λειτουργού και η στρογγυλή σφραγίδα με το σύμβολο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τμήματος Τελωνείων. Όσον δε αφορά την Ανταπαίτηση ανέφερε ότι ολόκληρη την ευθύνη και υποχρέωση για την μη καταβολή ή πληρωμή του επίδικου ποσού προς τον Ενάγοντα την έχουν οι Εναγόμενοι. Επίσης αρνείται ότι αυτοί υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά για την οποία υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη ο Ενάγοντας. Απέρριψε δε τους ισχυρισμούς περί αμέλειας ή παράβασης καθήκοντος από τον Ενάγοντα ή αντιπροσώπους του. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι στην προκειμένη ο Σιακίδης μετά την βεβαίωση των φόρων παρέκαμψε όλη την υπόλοιπη τελωνειακή διαδικασία. Υποστήριξε δε ότι δεν ήταν εύκολο να την παρακάμψει αναφέροντας προς επίρρωση αυτού ότι οι περιπτώσεις του συγκεκριμένου τελωνειακού πράκτορα ήταν οι μόνες που εντοπίσθηκαν και ήταν μεμονωμένες, αν ληφθεί υπόψην η ποσότητα των εμπορευμάτων που παραδίνονταν και το σύνολο των διασαφήσεων που διεκπεραιώνονταν καθημερινά. Ανέφερε ότι αυτό ήλθε σε γνώση του Τελωνείου μετά από διερεύνηση υπόθεσης από την Αστυνομία για απάτη, η οποία προέκυψε μετά από καταγγελία που έγινε από την εταιρεία ΚΕΟ και διαπιστώθηκαν μετά από παραδοχή του Σιακίδη. Πέραν των πιο πάνω, το Τμήμα Τελωνείων από εσωτερική ερευνά που έκανε στα αρχεία του, στο λογιστικό σύστημα, στους ταμίες, στις μηχανές, από το ότι οι εταιρείες δεν παρουσίασαν τις νόμιμες αποδείξεις καταβολής και από άλλα, διαπίστωσε ότι για συγκεκριμένα εμπορεύματα δεν καταβλήθηκαν οι φόροι και δασμοί. Ανέφερε επίσης ότι ο Σιακίδης εργαζόταν πάρα πολλά χρόνια ως τελωνειακός πράκτορας και γνώριζε τόσο τους τελωνειακούς λειτουργούς όσο και τους λειτουργούς της Αρχής Λιμένων και έτσι υπήρχε η απαιτούμενη οικειότητα για την συνεργασία. Δεν είχε δε απασχολήσει το Τελωνείο με υποθέσεις στο παρελθόν και δεν ήταν από τους πράκτορες, οι οποίοι έκαναν λάθη συνεχώς ή δημιουργούσαν προβλήματα. Ανέφερε δε ότι η σφραγίδα που τέθηκε στα τεκμήρια 6 και 7 βρισκόταν σε ένα τραπέζι έξω από το Γραφείο Αποδέσμευσης Εμπορευμάτων, για σκοπούς διευκόλυνσης του εμπορίου. Η συγκεκριμένη σφραγίδα ήταν εκεί ώστε να μπορούν οι εκτελωνιστές να την βάζουν στα έγγραφα και μετά έπρεπε να πάρουν το σφραγισμένο έγγραφο στον τελωνειακό για να το υπογράψει με το σύνολο των εγγράφων της διασάφησης. Δεν υπήρχε λόγος να ελέγχουν σαν Τελωνείο αν κάθε έγγραφο που σφραγίστηκε με αυτή την σφραγίδα υπογράφηκε από τελωνειακό λειτουργό. Εξήγησε επίσης ότι δεν τίθεται θέμα γνησιότητας της σφραγίδας που τίθεται για αποδέσμευση των εμπορευμάτων, γιατί δεν είναι αυτή που καθορίζει την γνησιότητα αλλά η υπογραφή του τελωνειακού. Η συγκεκριμένη σφραγίδα είναι τυποποιημένη και έχει συγκεκριμένο λεκτικό. Ως δε ανέφερε ακόμα και να μην υπάρχει η σφραγίδα, μπορεί το λεκτικό αυτό να γραφτεί με το χέρι. Ο δε έλεγχος της γνησιότητας της υπογραφής από τον λειτουργό της Αρχής Λιμένων, αφορούσε τις διαδικασίες της Αρχής Λιμένων και δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν οδηγίες από το Τμήμα Τελωνείων προς την Αρχή Λιμένων για το θέμα αυτό. Δεν γνωρίζει εάν στην προκειμένη έγινε διερεύνηση κατά πόσο ο λειτουργός της Αρχής Λιμένων έλεγξε τις υπογραφές στα διατακτικά παράδοσης. Ως δε εξήγησε δεν υπάρχει κανένας Κανονισμός, ο οποίος να λέει ότι κάθε φορά που θα παρουσιάζεται διατακτικό παράδοσης σε λειτουργό της Αρχής Λιμένων, αυτός θα τηλεφωνά στο Τελωνείο για να διαπιστώνει την γνησιότητα της υπογραφής. Ως είπε, κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει χωρίς να προκληθούν μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, με δεδομένο ότι στο λιμάνι υπάρχουν χιλιάδες εμπορεύματα τα οποία παραλαμβάνονταν και παραδίνονταν. Το Τμήμα Τελωνείων διερεύνησε αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν από τον Σιακίδη δηλ. υπόθεση αποφυγής καταβολής φόρων και δεν διαπίστωσε την διάπραξη αδικημάτων από λειτουργούς της Αρχής Λιμένων. Όσον αφορά τον έλεγχο της άδειας του εκτελωνιστή είπε ότι αυτός δεν γίνεται σε κάθε διασάφηση. Εάν ο τελωνειακός λειτουργός που ελέγχει την διασάφηση έχει οποιανδήποτε αμφιβολία κατά πόσο είναι εξουσιοδοτημένος από την συγκεκριμένη εταιρεία, θα ελέγξει το μητρώο του Τελωνείου για να δει αν όντως έχει εξουσιοδότηση. Στο μητρώο καταγράφεται ο αριθμός της άδειας του εκτελωνιστή και υπάρχει ένας αριθμός για κάθε εταιρεία, δηλαδή ένα πρόσωπο για την οποίαν είναι εξουσιοδοτημένος ο εκτελωνιστής. Όσον αφορά την εν λόγω εξουσιοδότηση είπε ότι υπάρχει έντυπο εξουσιοδότησης με το οποίο η εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο διορίζει τον εκτελωνιστή, τον εξουσιοδοτεί να ελέγχει για λογαριασμό του για τις τελωνειακές διαδικασίες. Η γενική εξουσιοδότηση ισχύει μέχρι να τερματιστεί από τον ίδιο τον εισαγωγέα ενώ η ειδική ισχύει για μία συγκεκριμένη εκτελώνιση. Στην επίδικη περίπτωση υπήρχε γενική εξουσιοδότηση. Αυτό το γνωρίζει καθότι στην γενική εξουσιοδότηση δίνεται ένας αριθμός ενώ στην ειδική, αυτή παρουσιάζεται μαζί με το έγγραφο, επομένως το γνωρίζει λόγω της καταχώρησης του αριθμού της συγκεκριμένης διασάφησης. Υπέδειξε δε στα τεκμήρια 3 και 4 στις διασαφήσεις στο σημείο 14 τους αριθμούς 250/56 και είπε ότι το 250 είναι ο αριθμός της άδειας του Σιακίδη και το 56 ο αριθμός της εξουσιοδότησης. Πέραν των πιο πάνω, ως είπε, και τα τιμολόγια τα οποία είναι εμπιστευτικά έγγραφα για κάθε εταιρεία και τα διατακτικά παράδοσης, συνηγορούν στο ότι ο Σιακίδης ήταν εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους να κάνει εκτελώνιση. Δεν έλεγξε το σχετικό μητρώο αλλά γνωρίζει ότι ο Σιακίδης κατά τον επίδικο χρόνο είχε άδεια τελωνειακού πράκτορα. Στήριξε δε την θέση της και στο ότι, ως είπε, δεν υπάρχει περίπτωση ένας εκτελωνιστής να εκτελεί διαδικασίες χωρίς να έχει άδεια. Σε υποβολή ότι ο Σιακίδης δεν είχε πληρώσει κατά τους επίδικους χρόνους το ετήσιο τέλος για την άδεια εκτέλεσης εργασιών τελωνειακού πράκτορα, είπε ότι εάν δεν πληρώσει κάποιος εκδίδεται εγκύκλιος προς όλο το προσωπικό να μην αποδέχεται τις διασαφήσεις τις οποίες καταθέτει στο Τελωνείο. Για αυτό υποστηρίζει ότι ο Σιακίδης είχε άδεια. Δέχθηκε ότι με βάση το τεκμήριο 16 τα πρώτα ετήσια τέλη πληρώθηκαν από τον Σιακίδη στις 22.12.87 και εξήγησε ότι η εξέταση έγινε στις 23.11.87 και για αυτό τα τέλη καταβλήθηκαν τότε. Όσοι είχαν άδειες τότε κατέβαλαν τα ετήσια τέλη στις αρχές του χρόνου αλλά στην περίπτωση του Σιακίδη, επειδή η άδεια δόθηκε τέλος του χρόνου, δεν μπορούσαν να τα καταβάλει από την αρχή του χρόνου. Δεν δέχθηκε ότι επειδή τα πρώτα ετήσια τέλη πληρώθηκαν από τον Σιακίδη, στις 22.12.87 όλα τα επόμενα ετήσια τέλη, έπρεπε να πληρώνονται από τις 22.12 εκάστου έτους, για το επόμενο έτος και είπε ότι στο Τελωνείο καταβάλλουν τα ετήσια τέλη στην αρχή του χρόνου. Όταν της υποβλήθηκε ότι με βάση το τεκμήριο 17 ο Σιακίδης πλήρωσε την ετήσια του άδεια για το έτος 2002 στις 5.6.02, το δέχθηκε. Σε υποβολή ότι βάσει της κείμενης νομοθεσίας ή και των εγκυκλίων, η ετήσια άδεια του Σιακίδη για το 2002 θα έπρεπε να είχε πληρωθεί στις 22.12.01 είπε μεταξύ άλλων ότι με βάση το έγγραφο αυτό φαίνεται ότι για το έτος 2002, ήταν εξοφλημένη η άδεια του στις 5.6.02 και άρα κατά τους επίδικους χρόνους μπορούσε να εκτελεί εργασίες τελωνειακού πράκτορα. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Λοΐζου, Τελωνειακή λειτουργός Α' του Τμήματος Τελωνείων Λεμεσού. Εργάζεται στο εν λόγω Τμήμα από το
- Κατά το 2002, μεταξύ των καθηκόντων της ήταν ο έλεγχος διασαφήσεων εισαγωγής και η βεβαίωση των οφειλόμενων δασμών και φόρων. Οι Εναγόμενοι μέσω του εξουσιοδοτημένου από αυτούς και αδειούχου τελωνειακού πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη που ενεργούσε κατ' εντολή τους, στις 25.11.02 κατέθεσαν στο Τελωνείο Λεμεσού την διασάφηση εισαγωγής με αριθμό 9853 και ημερομηνία 25.11.2002 (τεκμήριο 3) για τελωνισμό εισαχθέντων εμπορευμάτων τους από το λιμάνι της Λεμεσού. Η διασάφηση αφορούσε 183 δέματα χαρτί, αξίας €70.601,12 με συντελεστή Φ.Π.Α. 13% και οφειλόμενο φόρο Φ.Π.Α. €9.178,
- Ως η αρμόδια τελωνειακή λειτουργός η μάρτυρας έλεγξε και έκανε αποδεκτή την εν λόγω διασάφηση στις 26.11.02 και βεβαίωσε τους ως άνω αναλογούντες φόρους. Εξήγησε ότι η διασάφηση συμπληρώνεται και κατατίθεται στο Τελωνείο από τον τελωνειακό πράκτορα. Όταν κατατίθεται μια διασάφηση με όλα τα απαραίτητα συνοδευτικά όπως διατακτικό, τιμολόγια, κιβωτολόγιο και το έντυπο Euro 1, η δουλειά του τελωνειακού είναι να ελέγξει ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται κατατάσσονται στην ορθή ταξινόμηση και ότι οι φόροι έχουν υπολογιστεί ορθά σύμφωνα με το δασμολόγιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκείνη. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 3 σε έγγραφο/έντυπο, που αποτελεί μέρος της δέσμης των εγγράφων (επί της διασάφησης - φέρει αριθμό 9 πάνω δεξιά στην γωνιά) στο σημείο «Λειτουργός» και πάνω από την σφραγίδα «ΧΧΧΧ Λοΐζου» (που είναι το ονοματεπώνυμο της) την υπογραφή της. Ανέφερε δε ότι η υπογραφή της εκεί σημαίνει ότι ελέγχθηκε η διασάφηση σε όλα τα στοιχεία που περιέχει και ότι οφείλονται προς την Κυπριακή Δημοκρατία οι φόροι που αναγράφονται σ' αυτήν. Εξήγησε δε βασικά ότι με τον τρόπο αυτό δηλ. τον έλεγχο της διασάφησης και την υπογραφή της από τον τελωνειακό λειτουργό βεβαιώνονται οι οφειλόμενοι φόροι και γνωστοποιούνται στον εισαγωγέα. Μετά δε από αυτό ο εισαγωγέας ή ο αντιπρόσωπος του που είναι ο εκτελωνιστής πρέπει να πάει στο ταμείο και να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά φόρων. Ακολούθως υπογράφεται από τελωνειακό στο πίσω μέρος του διατακτικού μια σημείωση ότι τα εμπορεύματα μπορούν να αποδεσμευτούν. Η σημείωση αυτή παρουσιάζεται στην Αρχή Λιμένων, η οποία είναι υπεύθυνη να φυλάττει και να παραδίδει τα εισαγόμενα εμπορεύματα στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί ιδρύσεως και λειτουργίας της. Η καταβολή δε των πιο πάνω φόρων προς τον Ενάγοντα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την παραλαβή και απομάκρυνση των εισαχθέντων εμπορευμάτων από τους Εναγόμενους ή αντιπροσώπους τους. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Διευθυντής κοινοποίησε στην Αρχή Λιμένων οδηγίες αναφορικά με το τι ελέγχους θα πρέπει η τελευταία να διεξάγει πριν την παράδοση των εμπορευμάτων. Ανέφερε δε ότι στην προκειμένη η διασάφηση συμπληρώθηκε από τον τελωνειακό πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη. Είπε δε ότι στο κουτάκι αρ.14 αυτής αναγράφεται «Authority No: 250/56», που σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι εξουσιοδότησαν τον Σιακίδη να τους αντιπροσωπεύει τελωνειακά. Ως εξήγησε όταν ένας τελωνειακός πράκτορας διοριστεί από κάποια εταιρεία τηρείται ειδικό μητρώο στο Τμήμα Τελωνείων στο οποίο δίδεται από το Τμήμα ένας αύξον αριθμός για τον τελωνειακό πράκτορα και ένας αύξον αριθμός για τους πελάτες του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αριθμός 250 ανήκει στον Σιακίδη και ο αριθμός 56 στους Εναγόμενους. Η εξουσιοδότηση ενός τελωνειακού πράκτορα από μια εταιρεία για να την αντιπροσωπεύει γίνεται με την συμπλήρωση εντύπου που ονομάζεται «Authority to agent - Εξουσιοδότηση σε τελωνειακό πράκτορα» και την υπογραφή αυτού ενώπιον τελωνειακού λειτουργού. Όσον αφορά τις άδειες των τελωνειακών πρακτόρων είπε ότι για αυτές καταβάλλονται ετήσια τέλη προς το Τμήμα Τελωνείων και αρμόδιο είναι το αρχείο του Τμήματος, το οποίο ελέγχει ότι έχουν καταβληθεί τα νενομισμένα τέλη και είναι σε ισχύ οι άδειες ενώ σε διαφορετική περίπτωση κοινοποιείται προς όλους τους λειτουργούς του Τμήματος ότι οι συγκεκριμένοι πράκτορες δεν κατέχουν πλέον άδεια για να ασκούν το επάγγελμα. Δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πότε ήταν πληρωτέα τα συγκριμένα τέλη για το έτος 2002 καθότι ως είπε δεν είναι της αρμοδιότητας της. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Ματθαίου, Εξεταστής Τελωνείων 1ης Τάξης στο Τμήμα Τελωνείων από την 2.1.
- Μεταξύ των καθηκόντων του είναι να συνδράμει το ανακριτικό έργο των Τελωνειακών Αρχών και να βοηθά στην διερεύνηση υποθέσεων εξαπάτησης του Τμήματος Τελωνείων και αποφυγής καταβολής των νενομισμένων φόρων και δασμών. Με την πρόσληψη του στο Τελωνείο τοποθετήθηκε στον Κλάδο Μετελέγχου του Τελωνείου Λεμεσού. Μεταξύ άλλων κλήθηκε να προβεί σε έρευνα με σκοπό την υποβοήθηση της ανακριτικής ομάδας, η οποία ερεύνησε και χειρίστηκε τις υποθέσεις στις οποίες εμπλεκόταν ΧΧΧΧ Σιακίδης, ο οποίος υπό την ιδιότητα του ως τελωνειακός πράκτορας και ενώ ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος διαφόρων εισαγωγέων, μεταξύ των οποίων και οι Εναγόμενοι, εξαπάτησε το Τελωνείο απομακρύνοντας εμπορεύματα των εισαγωγέων χωρίς την καταβολή των φόρων και δασμών που επιβλήθηκαν. Τελικά ο Σιακίδης περί τον Ιούλιο του 2003 συνελήφθηκε από την Αστυνομία για την εμπλοκή του στις εν λόγω υποθέσεις εξαπάτησης του Τελωνείου και περίπου ένα χρόνο μετά, δηλαδή περί τον Ιούλιο του 2004 καταδικάστηκε. Ο Σιακίδης εξαπάτησε το Τμήμα Τελωνείων με την μη καταβολή των βεβαιωμένων δασμών και φόρων, ενώ πέτυχε την παράνομη απομάκρυνση των εισαχθέντων εμπορευμάτων για τις πιο κάτω περιπτώσεις και ποσά: (α) την παρούσα υπόθεση για μη καταβολή βεβαιωμένων δασμών/φόρων ύψους €13.658,56 πλέον σχετικούς τόκους, (β) την υπόθεση με εισαγωγέα τον ΧΧΧΧ Αγιομαμίτη και μη καταβολή βεβαιωμένων δασμών/φόρων ύψους €23.050 πλέον σχετικούς τόκους, (γ) την υπόθεση με εισαγωγέα την KEO ΛΤΔ και μη καταβολή βεβαιωμένων δασμών/φόρων ύψους €50.085,94 πλέον σχετικούς τόκους και (δ) την υπόθεση με εισαγωγέα την ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (CYPRUS CANNING CO LTD) και μη καταβολή βεβαιωμένων δασμών/φόρων ύψους €49.971,47 πλέον σχετικούς τόκους. Συνολικά οι ως άνω μη καταβληθέντες φόροι/δασμοί ήταν €153.099,23 πλέον σχετικούς τόκους από το έτος
- Η καταβολή των εν λόγω ποσών από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδέσμευση από το Τμήμα Τελωνείων των εισαχθέντων εμπορευμάτων και παραλαβή από τους εισαγωγείς. Αναφορικά με την οφειλή της KEO ΛΤΔ και της ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ έχει εκδοθεί πρόσφατα Δικαστική απόφαση προς όφελος του Τελωνείου για είσπραξη των οφειλόμενων δασμών/φόρων, την οποία όμως οι Εναγόμενες εταιρείες έχουν εφεσιβάλει. Περαιτέρω όταν συνελήφθηκε ο Σιακίδης το μόνο ποσό που πλήρωσε ήταν Λ.Κ.7.000 ή €11.960,21, το οποίο είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό παρακαταθηκών του Τελωνείου. Αναφορικά με το ποσό αυτό ο Ενάγοντας είναι ο αρμόδιος για τη διευθέτηση του εν καιρώ και είναι στην απόλυτη διακριτική του ευχέρεια πώς θα το κατανέμει στα έσοδα της Δημοκρατίας ή άλλως. Ο Σιακίδης πλην του πιο πάνω ποσού, κανένα άλλο ποσό πλήρωσε στο Τμήμα Τελωνείων για τις πιο πάνω υποθέσεις. Εξ όσων γνωρίζει στο πόρισμα που έκαμε το Τμήμα Ελέγχου δεν υπήρχε οποιαδήποτε υπόνοια συνέργειας οποιουδήποτε λειτουργού του Τελωνείου με τον Σιακίδη ούτε και οποιαδήποτε υπόνοια για σφάλμα οποιουδήποτε τελωνειακού λειτουργού σε σχέση με την διαδικασία. Περαιτέρω, εξ όσων γνωρίζει, δεν υπήρξε μαρτυρία για πιθανή συνέργεια ή σφάλμα του λειτουργού της Αρχής Λιμένων που απελευθέρωσε τα εμπορεύματα και δεν έγινε οποιαδήποτε επίπληξη σε οποιονδήποτε υπάλληλο του Τελωνείου ούτε πειθαρχική έρευνα τόσο για την παρούσα υπόθεση όσο και για τις άλλες που προανέφερε. Είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το Τελωνείο κινήθηκε με αγωγή εναντίον του Σιακίδη για να εισπράξει τα οφειλόμενα. Ανέφερε όμως ότι το Τελωνείο απέστειλε στον Σιακίδη σημείωμα απαίτησης, το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο
- Πρόκειται για επιστολή - «Σημείωμα Απαίτησης» ημερ. 22.1.04, η οποία απευθύνεται στον Σιακίδη, αφορά τις επίδικες στην παρούσα διασαφήσεις και έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο για τις ίδιες δηλ. οφειλές, με το τεκμήριο 10 που είναι η αντίστοιχη επιστολή «Σημείωμα Απαίτησης», επίσης ημερ. 22.1.04, η οποία στάληκε στους Εναγόμενους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις, αποκαλύπτοντας την πηγή των γνώσεων της και εξηγώντας τις θέσεις της με λεπτομέρεια και στηρίζοντας τις με αναφορά τόσο στις ακολουθητέες διαδικασίες και πρακτικές όσο και στα τεκμήρια. Ταυτόχρονα δεν δίσταζε να αναφέρει κατά πόσο γνώριζε κάτι ή κατά πόσο ήταν βέβαιη για αυτό. Γενικά άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα μιας ειλικρινούς μάρτυρα. Αναφορικά με το κατά πόσο υπήρχαν και ποιες ήταν οι οδηγίες του Τελωνείου προς την Αρχή Λιμένων όσον αφορά την αποδέσμευση εμπορευμάτων κατά τον επίδικο χρόνο, είπε ότι η Αρχή Λιμένων, βάσει νομοθεσίας ήταν αρμόδια για την παραλαβή, την αποθήκευση και την παράδοση εμπορευμάτων. Με βάση δε τις τότε ισχύουσες διαδικασίες, η Αρχή Λιμένων παρέδιδε εμπορεύματα εφόσον της παρουσιαζόταν διατακτικό παράδοσης και αποδέσμευση, υπογραμμένη από τελωνειακό λειτουργό. Ερωτώμενη σχετικά είπε ότι ο λειτουργός της Αρχής Λιμένων με την παρουσίαση του διατακτικού παράδοσης έλεγχε αν υπήρχε η σφραγίδα και η υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού. Διευκρίνισε όμως κατά την αντεξέταση της ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν οι λειτουργοί της Αρχής Λιμένων, οι οποίοι δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι για τον σκοπό αυτό από το Τελωνείο αλλά δρούσαν με βάση τις νομοθεσίες και τις διαδικασίες της εν λόγω Αρχής, είχαν οποιεσδήποτε οδηγίες από την Αρχή αυτή και ότι γνωρίζει μόνο αυτά που ανέφερε ότι είχαν υποχρέωση οι τελωνειακοί λειτουργοί σαν λειτουργοί αποδέσμευσης εμπορευμάτων να πράττουν στα διατακτικά παράδοσης για την αποδέσμευση εμπορευμάτων. Ερωτώμενη εάν κατά τον επίδικο χρόνο το Τμήμα Τελωνείων είχε παραδώσει στην Αρχή Λιμένων κατάλογο με τα ονόματα των τελωνειακών λειτουργών που ήταν εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν τα διατακτικά παραλαβής, με δείγματα υπογραφών και με τους αριθμούς του εκάστοτε τελωνειακού λειτουργού, είπε ότι δεν γνωρίζει, διευκρινίζοντας ότι όλοι οι τελωνειακοί λειτουργοί ήταν εξουσιοδοτημένοι να αποδεσμεύουν εμπορεύματα και όχι μόνο συγκεκριμένοι αλλά συνήθως έκαναν την αποδέσμευση οι λειτουργοί που εργάζονταν στο συγκεκριμένο Τμήμα, που τότε ήταν λιγότεροι από
- Ήταν δε εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας της επί του θέματος και το ανέφερε άλλωστε και η ίδια ότι δεν γνώριζε εάν οι διαδικασίες αυτές ήταν καταγραμμένες σε εγκύκλιους ή σε νομοθεσία. Η αναφορά της σε μεγάλο όγκο τέτοιων οδηγιών προφανώς αφορούσε το σύνολο των οδηγιών που υπήρχαν στην Υπηρεσία της και όχι μόνο το πιο πάνω θέμα. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπήρχαν εγκύκλιοι για επικοινωνία λειτουργού Αρχής Λιμένων και τελωνειακού λειτουργού. Είπε όμως ότι θεωρεί αυτονόητη την επικοινωνία μεταξύ δύο συνεργαζόμενων Υπηρεσιών και στήριξε αυτό στο γεγονός ότι υπήρχαν περιπτώσεις που υπήρχε πρόβλημα στην διαδικασία και αμφιβολία από τον λιμενικό και εκείνος επικοινώνησε με το Τελωνείο για διευκρινίσεις. Σε υποβολή ότι κατά τον χρόνο που συνέβησαν τα επίδικα γεγονότα, το Τμήμα Τελωνείων δεν είχε εκδώσει εγκυκλίους αναφορικά με τα βήματα που θα έπρεπε να λάβουν οι λειτουργοί του για να βεβαιώνονται ότι δεν θα έφευγαν εμπορεύματα χωρίς την καταβολή των νενομισμένων φόρων, διαφώνησε και είπε ότι υπήρχαν νομοθεσίες, διαδικασίες, ενδοτμηματικές οδηγίες που αφορούν το σύνολο της διαδικασίας από την άφιξη των εμπορευμάτων μέχρι την παράδοση τους και αυτά τα είχαν όλοι οι λειτουργοί στην κατοχή τους. Όσον αφορά την κατά τους επίδικους χρόνους ύπαρξη γραπτής εξουσιοδότησης από τον Διευθυντή του Τελωνείου προς την Αρχή Λιμένων για να παραδίδει εμπορεύματα προς τους εισαγωγείς, παρέπεμψε στους όρους λειτουργίας των αποθηκών της Αρχής Λιμένων, οι οποίες εγκρίθηκαν από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων και περιλαμβάνουν, ως είπε, εξουσιοδότηση να παραδίδει η Αρχή Λιμένων εμπορεύματα με την κατάλληλη σφράγιση και αποδέσμευση με το «out of charge». Κατέθεσε δε μετά που της ζητήθηκε από την συνήγορο των Εναγομένων, το τεκμήριο 21 που ως ανέφερε είναι η έγκριση των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης της Αρχής Λιμένων και οι σχετικοί όροι που τίθενται από τον Ενάγοντα. Ήταν δε η θέση της ότι το τεκμήριο 21 αποτελεί νόμιμη εξουσιοδότηση προς την Αρχή Λιμένων για την παράδοση εμπορευμάτων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το εν λόγω τεκμήριο στηρίζει την θέση της. Συγκεκριμένα πρόκειται για επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων προς τον Γενικό Διευθυντή της Αρχής Λιμένων, ημερ. 17.3.82 με τίτλο «Τελωνειακές Αποθήκες». Αφορά δε την έγκριση των αποθηκών που λειτουργούν στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας σαν Τελωνειακές Αποθήκες, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου 82/67, το οποίο παρείχε στον Διευθυντή εξουσία να εγκρίνει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο και με όρους και περιορισμούς που θα καθόριζε κατά το δοκούν, τόπους εναποθέσεως εμπορευμάτων εισαχθέντων και μη ακόμη τελωνισθέντων, σε λιμάνια ή αεροδρόμια, οι οποίοι θα αναφέρονταν ως τελωνειακές αποθήκες. Με την ίδια επιστολή εγκρίνονται σαν τελωνειακές αποθήκες συγκεκριμένες αποθήκες στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας και τίθενται όροι μεταξύ των οποίων η εναπόθεση σε αυτές εισαγομένων προϊόντων βάσει δηλωτικού πλοίου, το οποίο έχει κατατεθεί στις τελωνειακές αρχές (υπό (α)) και η παράδοση των εμπορευμάτων από τις αποθήκες μόνο αφού καταβληθούν οι δασμοί, οι φόροι ή άλλες τελωνειακές επιβαρύνσεις και βεβαιωθεί το γεγονός με κατάλληλη σφράγιση Διατακτικού («Out of charge Note») (υπό (δ)). Όσον αφορά το κατά πόσο ο Σιακίδης πλήρωσε ποσά στο Τελωνείο σε σχέση με τους οφειλόμενους φόρους, σε υποβολή ότι πλήρωσε αρκετά τέτοια σε διάφορες ημερομηνίες, είπε ότι εξ όσων γνωρίζει και χωρίς να θυμάται ακριβώς υπήρχε ένα ποσό 10.000 ευρώ ή λιρών που είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό παρακαταθήκης για τις υποθέσεις για τις οποίες ο Σιακίδης παραδέχτηκε ότι έχει εξαπατήσει το δημόσιο. Ήταν δε και πάλι εμφανές από την μαρτυρία της ότι δεν ήταν βέβαιη για αυτό. Αυτό φαίνεται και από το ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της δέχθηκε ότι μπορεί να πρόκειται για το ποσό των 7.000 λιρών που της υποβλήθηκε ότι πλήρωσε ο Σιακίδης. Εξήγησε δε ότι πρόκειται για λογαριασμό όπου κατατίθενται κάποια ποσά μέχρι την ολοκλήρωση μίας υπόθεσης υπό μορφή εγγύησης ντεπόζιτου. Ξεκαθάρισε δε ότι δεν πρόκειται για την εγγύηση που δίδει ο τελωνειακός πράκτορας βάσει της νομοθεσίας ή των εγκυκλίων στο Τμήμα Τελωνείων ως εξασφάλιση για την είσπραξη των ποσών που οφείλει ο ίδιος να καταβάλει. Τέτοια εγγύηση με τον έντυπο Τελωνείων C126 έχουν όλοι οι εκτελωνιστές και είναι ύψους, νομίζει 5.000 λίρες. Τέτοια εγγύηση είχε δώσει ο Σιακίδης κατά τον επίδικο χρόνο. Σε σχέση με την εγγύηση αυτή είπε ότι δεδομένης της ανάκλησης της άδειας του Σιακίδη, σήμερα δεν θα ίσχυε ενώ σε άλλο σημείο εξήγησε ότι η εγγύηση αυτή δεν είναι υπό μορφή μετρητών κατατεθειμένη στο Τελωνείο αλλά εγγύηση που έκαναν οι εκτελωνιστές για να γίνονται αποδεκτές οι επιταγές τους. Δεν γνωρίζει εάν ο Σιακίδης κατέβαλε άλλα ποσά μετά την σύλληψη του. Σε υποβολή ότι μετά τη σύλληψη του εξέδωσε προς όφελος του Τελωνείου επιταγές έναντι των χρημάτων που ήταν εισπρακτέα για τις παράνομες ενέργειες του, είπε ότι γνωρίζει ότι κατέβαλε ένα ποσό, αλλά όχι επιταγές. Σε υποβολή δε ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, θα μπορούσε να λάβει αυτά τα χρήματα προς εξόφληση της οφειλής των Εναγομένων είπε ότι θεωρεί ότι δεν θα μπορούσε, γιατί δεδομένης της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και άλλων υποθέσεων, δεν μπορούσε να τα διαθέσει για τους φόρους των Εναγομένων. Είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει εάν η ΚΕΟ ήλθε σε διακανονισμό με τον Σιακίδη και κατέβαλε οποιαδήποτε ποσά το
- Εξ όσων γνωρίζει το Τελωνείο δεν κινήθηκε εναντίον του Σιακίδη με πολιτική αγωγή για είσπραξη των ποσών που παραμένουν ανείσπρακτα. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η μάρτυρας δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια εφόσον δεν γνώριζε τι ποσά δόθηκαν από τον Σιακίδη. Τα θέματα όμως αυτά ξεκαθαρίστηκαν από την μαρτυρία του Μ.Ε.3, ο οποίος ήταν σε θέση να γνωρίζει καλύτερα, με βάση τις πηγές των γνώσεων του στις οποίες παρέπεμψε. Όσον δε αφορά το κατά πόσο η επίδικη οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται η μάρτυρας μεταξύ άλλων κατέθεσε το τεκμήριο 18, που αποτελεί «ΒΕΒΑΙΩΣΗ» του Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού Λεμεσού, ΧΧΧΧ Ορθοδόξου, ημερ. 23.2.
- Με αυτήν βεβαιώνεται ότι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει στην συγκεκριμένη οφειλή προς το Τμήμα Τελωνείων. Πέραν δε των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτέλεσε ποτέ δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων ότι έχουν καταβάλει αυτό το ποσό στο Τμήμα Τελωνείων. Αντίθετα δικογραφούν ότι κατέβαλαν στον Σιακίδη τους απαιτούμενους φόρους με οδηγίες και/ή με την συμφωνία να τους καταβάλει στον Ενάγοντα και δέχονται την μη είσπραξη των φόρων από τον Ενάγοντα. Μάλιστα στην Ανταπαίτηση τους δηλώνουν ότι ο Σιακίδης διευθέτησε, εν αγνοία τους, την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το λιμάνι Λεμεσού χωρίς προηγουμένως να καταβάλει τους βεβαιωμένους δασμούς και/ή φόρους. Δηλώθηκε άλλωστε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στην Δημοκρατία, μετά την λήψη της επιστολής - «Σημείωμα Απαίτησης» του Ενάγοντα (τεκμήριο 21). Δεν υπάρχει δε οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός τους ότι ο Σιακίδης προέβη σε οποιεσδήποτε σχετικές πληρωμές προς το Τμήμα Τελωνείων. Αναφορικά δε με το κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν εξουσιοδοτήσει τον Σιακίδη για την επίδικη περίπτωση, πέραν των στοιχείων που παρέθεσε η μάρτυρας και οδηγούν σε τέτοιο συμπέρασμα, σε αυτό συνηγορεί και η δήλωση ως παραδεκτών γεγονότων ότι οι Εναγόμενοι μέσω του Σιακίδη, κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2002, κατέθεσαν στο Τελωνείο Λεμεσού τις δύο επίδικες διασαφήσεις καθώς και ότι μετά που ειδοποιήθηκαν για την άφιξη των εμπορευμάτων στο λιμάνι Λεμεσού, ανέθεσαν στον ίδιο πρόσωπο να τελωνίσει και παραλάβει τα εμπορεύματα. Είναι δε παραδεκτό στην Έκθεση Υπεράσπισης αλλά αναφέρεται και στην Ανταπαίτηση ότι ο Σιακίδης ήταν αδειούχος τελωνειακός πράκτορας κατά τους επίδικου χρόνους. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι Εναγόμενοι, στα πλαίσια της Προσφυγής 428/2004 (τεκμήριο 12) που καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της επιστολής - «Απαίτησης» του Ενάγοντα ημερομηνίας 22.1.04 (τεκμήριο 10), δήλωσαν στο δικόγραφο τους ότι είχαν εξουσιοδοτήσει τον εγκεκριμένο τελωνειακό πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη για να ενεργεί εκ μέρους τους και για να εκτελωνίζει και να παραλαμβάνει τα εισαγόμενα εμπορεύματα τους από το λιμάνι Λεμεσού, ότι αυτός κατέθεσε τις επίδικες διασαφήσεις στο Τελωνείο για λογαριασμό τους, ότι αυτές έγιναν αποδεκτές κατόπιν ελέγχου από τους αρμόδιους τελωνειακούς λειτουργούς, ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τα ποσά των φόρων στον Σιακίδη και ότι σε μεταγενέστερο στάδιο και μετά από σχετική διερεύνηση από τις τελωνειακές αρχές, εξακριβώθηκε ότι ο Σιακίδης εξαπατούσε τόσο τις τελωνειακές αρχές όσο και τους εισαγωγείς, παραλαμβάνοντας τα εμπορεύματα των Εναγομένων, χωρίς όμως να καταβάλλει στο Τελωνείο τους συγκεκριμένους δασμούς και φόρους. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή με τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Η Μ.Ε.2 ήταν η τελωνειακή λειτουργός, η οποία εξέτασε την μια εκ των δύο επίδικων διασαφήσεων εισαγωγής με αριθμό 9853 και ημερομηνία 25.11.02 (τεκμήριο 3) και κάνοντας την αποδεκτή στις 26.11.02 βεβαίωσε τους αναλογούντες φόρους. Η μάρτυρας εξήγησε τις σχετικές διαδικασίες μέχρι και την παράδοση των εισαγομένων εμπορευμάτων. Το μόνο δε σημείο επί του οποίου αντεξετάσθηκε αφορούσε το γεγονός ότι σε κάποια από τα συνοδευτικά της διασάφησης έγγραφα και συγκεκριμένα στο «DELIVERY ORDER» (τα πρώτα 3 έγγραφα στο τεκμήριο 3) υπάρχει σφραγίδα του Τελωνείου Λεμεσού που αναγράφει «ΚΑΤΑΤΕΘΗ 30 ΔΕΚ. 2002» ενώ η ίδια η διασάφηση έχει ημερ. 25.11.
- Σε σχέση με αυτό θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα στα πλαίσια της παρούσας η ορθότητα αποδοχής της διασάφησης δηλ. κατά πόσο οι βεβαιωθέντες φόροι υπολογίσθηκαν και βεβαιώθηκαν ορθά, λαμβάνοντας υπόψην και τα συνοδευτικά της διασάφησης έγγραφα. Ως θα εξηγηθεί κατωτέρω το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ελέγξει την ορθότητα ή νομιμότητα ή το ύψος της επιβληθείσας φορολογίας που αποτελεί διοικητική πράξη. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι η μάρτυρας έδωσε εξήγηση και για το πιο πάνω και συγκεκριμένα ότι πρέπει να έγινε λάθος από το πρόσωπο που έθεσε την σφραγίδα. Ως είπε, υπάρχει επιφορτισμένος λειτουργός που χειρίζεται αποκλειστικά την σφραγίδα αυτή, η οποία είναι μια και μοναδική, ανοίγει και υπάρχει ειδικός μηχανισμός μέσα και κάθε πρωί ο εν λόγω λειτουργός βάζει την σωστή ημερομηνία και σφραγίζει τα έγγραφα που κατατίθενται στο Τμήμα Διασαφήσεων. Στην προκειμένη, ως εξήγησε, πρέπει να έγινε λάθος καθότι μόνο το «DELIVERY ORDER» (διατακτικό παράδοσης) φέρει ημερομηνία 30.12.02 ενώ τα άλλα έγγραφα τα συνοδευτικά είναι ημερ. 25.11.02 και μάλιστα, ως υπέδειξε, στο σχετικό τιμολόγιο (που είναι το επόμενο σε σειρά έγγραφο) φαίνεται μια παλιά σφραγίδα ημερ. 30.12.02 και πάνω από αυτήν άλλη σφραγίδα ημερ. 25.11.02, κάτι που δείχνει ότι έγινε λάθος και διορθώθηκε από τον λειτουργό με την τοποθέτηση της σωστής σφραγίδας. Ως εκ των άνω και της Μ.Ε.2 η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Ε.3 επίσης τελωνειακός λειτουργός αναφέρθηκε ουσιαστικά στην διερεύνηση από πλευράς του Τελωνείου, των υποθέσεων στις οποίες εμπλεκόταν ο Σιακίδης μεταξύ των οποίων και η σχετιζόμενη με την παρούσα καθώς και στο τι ακολούθησε. Ως δε εξήγησε, ο ίδιος προσελήφθη στο Τελωνείο την 2.1.03 και τοποθετήθηκε στον Κλάδο Μετελέγχου του Τελωνείου Λεμεσού και στα πλαίσια των καθηκόντων του αυτών έλαβε μέρος σε έρευνα με σκοπό την υποβοήθηση της ανακριτικής ομάδας, η οποία ερεύνησε και χειρίστηκε τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Ως δε ανέφερε ο δικός του ρόλος ήταν η διερεύνηση στοιχείων σχετικά με την υπόθεση τα οποία προέκυπταν μέσα από το μαρτυρικό υλικό που συνέλεξε ο Τομέας Διερεύνησης. Η γνώση του λοιπόν για όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του προερχόταν από την μελέτη στοιχείων και δεδομένων που συλλέγηκαν και εξετάσθηκαν στα πλαίσια της διερεύνησης καθώς και δεδομένων που έλαβε από συναδέλφους του. Όσον αφορά το τι πλήρωσε ο Σιακίδης μετά την σύλληψη του, ανέφερε ότι αυτός κατέβαλε μόνο το ποσό των Λ.Κ.7.000 ή €11.960,
- Εξήγησε ότι το ποσό αυτό βρίσκεται «σε εκκρεμότητα», εξακολουθεί δηλ. να είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό παρακαταθηκών του Τελωνείου, δεν έχει πληρωθεί έναντι οποιωνδήποτε δασμών, φόρων ή οφειλών και είναι στην απόλυτη διακριτική του ευχέρεια του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων πώς θα το κατανέμει στα έσοδα της Δημοκρατίας ή άλλως. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 27, στο οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω και κατατέθηκε ως τεκμήριο κατόπιν έκδοσης κλήσης, από τους Εναγόμενους, για προσαγωγή του. Αναφορικά με την μη ύπαρξη άλλου ποσού που καταβλήθηκε από τον Σιακίδη, ανέφερε ότι διεξήλθε το φάκελο του Σιακίδη και δεν υπάρχουν άλλα χρήματα στη διάθεση του Τελωνείου για να εισπράξει το λαβείν του. Είπε δε ότι τα πιο πάνω τα γνωρίζει από το ανακριτικό έργο και από την συνεννόηση που είχε με την υπεύθυνη του Κλάδου Παρακαταθηκών και από το σχετικό έντυπο «ΤΕΛ.21» το οποίο έχει δει. Ανέφερε δε ότι δεν γνωρίζει κάτι όσον αφορά ένα ποσό Λ.Κ.10.000 που ο Σιακίδης ανέφερε στην κατάθεση του (τεκμήριο 20) ότι του όφειλε η ΚΕΟ. Εδώ να σημειωθεί ότι αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του ο Σιακίδης είναι ότι έδωσε στο Τελωνείο το ποσό των Λ.Κ.7.000 και ότι για ένα ποσό Λ.Κ.10.000 που του οφείλει η ΚΕΟ ήλθε σε συνεννόηση με την εν λόγω εταιρεία να το δώσει αυτή στο Τελωνείο. Του ζητήθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του να βρει από φάκελο που είχε στην κατοχή του, εάν ο Σιακίδης κατέθεσε εγγυητήριο έγγραφο «ΤΕΛ.126» και ανέφερε ότι δεν εντοπίζει τέτοιο. Αναφορικά με την θέση που ουσιαστικά του τέθηκε ότι δηλ. το Τμήμα Τελωνείων όφειλε να ζητήσει τέτοιο έγγραφο από τον Σιακίδη ως εγγύηση για την κατάθεση οποιασδήποτε επιταγής από αυτόν ως τελωνειακό πράκτορα, με σκοπό την πληρωμή εισαγωγικών δασμών, φόρων, τελών και άλλων που οφείλονται στο Τελωνείο για κάθε συναλλαγή, είπε γενικά ότι αυτό είναι ένα εγγυητήριο έγγραφο το οποίο κατατίθεται υπέρ του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων για διάφορες πληρωμές τις οποίες μπορεί να κάνει ο τελωνειακός πράκτορας αλλά αφορά μόνο την αποδοχή επιταγών. Εξήγησε δε ότι όταν η πληρωμή γίνεται με μετρητά δεν υπάρχει λόγος να δοθεί οποιανδήποτε εγγύηση ενώ όταν γίνεται με επιταγή, μέχρις ότου ξεκαθαρίσει η επιταγή, πρέπει να υπάρχει μια εγγύηση μέσω της οποίας, εάν προκύψει πρόβλημα με την επιταγή, ο Διευθυντής να μπορεί να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό των δασμών και φόρων. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι αναφορικά με τις επίδικες διασαφήσεις δεν είχαν ληφθεί σχετικές εγγυητικές από το Τμήμα Τελωνείων, εξήγησε ότι δεν λήφθηκαν καθότι η διαδικασία είναι όταν θα γίνει μια διασάφηση για εκτελώνιση εμπορευμάτων, να μην εισπράττονται εγγυητικές και ότι το Τμήμα Τελωνείων μπορεί να εισπράξει χρηματική παρακαταθήκη έναντι του ποσού οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, είτε θα εισπράξει στο ταμείο τα λεφτά σε μετρητά ή σε επιταγή, εφόσον αυτή καλύπτεται από εγγυητήριο έγγραφο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.3 γίνεται επίσης δεκτή. Οι Εναγόμενοι, ως προαναφέρθηκε, δεν κάλεσαν μάρτυρες, ούτε και προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Η διαδικασία που ακολούθησαν, ήτοι η κλήτευση μάρτυρα με μόνο σκοπό την παρουσίαση εγγράφων, εδράζεται στην Δ.32, Κ.Κ.3-5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και είναι γνωστή ως «Subpoena Duces Tecum». Αντιπαραβάλλεται δε με την κλήση σε μάρτυρα για να καταθέσει στο Δικαστήριο («Subpoena ad testificandum»). Η κλήτευση για παρουσίαση εγγράφων λειτουργεί προς την κατεύθυνση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Κυρίως παρέχεται η δυνατότητα σε κάποιο διάδικο, ο οποίος δεν έχει την δυνατότητα, να προσκομίσει στο Δικαστήριο έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή είτε του αντίδικου του είτε άλλου προσώπου. Από την μελέτη της σχετικής με το θέμα Κυπριακής νομολογίας έχω εντοπίσει μόνο την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 287, η οποία όμως αφορούσε μόνο την διαδικασία ακύρωσης της κλήσης subpoena duces tecum. Ιδιαίτερα όμως βοηθητική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου Χ. Πογιατζή, στην Αγωγή Αρ. 7457/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων Α.Η.Κ. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., ημερ. 18.12.2015, όπου γίνεται αναφορά και σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις (βλ. Αγωγή Αρ. 5581/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Lasala κ.α. ν. Κυπριανού κ.α., αποφάσεις ημερ. 10.7.08 και 8.10.08) αλλά και στην σχετική Αγγλική νομολογία και συγγράμματα. Εδώ να σημειωθεί ότι η Δ.32 Κ.Κ.3-4 αντιστοιχεί στην Ο.37 R.20 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Βοηθητικό είναι επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης
(2014), σελ. 357-359. Από την μελέτη λοιπόν των πιο πάνω προκύπτουν τα ακόλουθα: Η διαδικασία μπορεί να διαχωριστεί σε τρία στάδια: (α) την έκδοση της κλήσης subpoena duces tecum, (β) την διαδικασία που ακολουθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και (γ) την φύλαξη και χρήση των εγγράφων μετά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Στην παρούσα μας ενδιαφέρουν μόνο τα υπό (β) και (γ) ανωτέρω εφόσον εκδόθηκε κλήση και επιδόθηκε χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε θέμα ως προς αυτά. Όσον αφορά λοιπόν το δεύτερο στάδιο, το κλητευθέν πρόσωπο υποχρεούται να παραστεί στον τόπο και χρόνο που προνοείται, μαζί με τα έγγραφα τα οποία θα πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένα και όχι γενικά στην κλήση. Εάν όντως τα έγγραφα είναι στην κατοχή του εν λόγω προσώπου αυτό προβαίνει σε σχετική δήλωση για το γεγονός και, εάν δεν έχει ένσταση στην παρουσίασή τους, δύναται να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο χωρίς να προβεί σε όρκο. Δεν δίδει δηλ. μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν ορκίζεται και δεν υποβάλλεται σε αντεξέταση. Εάν η πλευρά που τον κλήτευσε επιθυμεί να τον εξετάσει, πέρα από την παρουσίαση του εγγράφου, τότε το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να ορκιστεί, θεωρείται πλέον ως μάρτυρας και υπόκειται σε αντεξέταση από την άλλη πλευρά (βλ. Perry v. Gibson
(1834)1 Ad & El 48, 3 Nev & M.K.B. 462, 3 L.J. K.B. 158, 110 E.R. 1125, Phipson on Evidence, 12th edition par. 1464 και 1527). Σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο φέρει ένσταση στην παρουσίαση των εγγράφων τότε ορκίζεται και εγείρει την ένστασή του υπό όρκο, οπότε και εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο ευσταθεί η ένστασή του. Η δε παρουσίαση και παράδοση των εγγράφων γίνεται προς το Δικαστήριο και όχι προς οποιοδήποτε διάδικο, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε θεσμοθετημένη διαδικασία. Μετά την παρουσίαση του εγγράφου η περαιτέρω χρήση και αξιοποίηση του στην δίκη και η αποδοχή του ή μη σαν μέρους του αποδεικτικού υλικού, κρίνεται από το Δικαστήριο είτε σ' εκείνο το στάδιο, αν αυτό είναι εφικτό, είτε στην εξέλιξη της υπόθεσης δυνάμενο να καταστεί μέρος της μαρτυρίας είτε εκ συμφώνου, είτε παρουσιαζόμενο από κάποιο μάρτυρα είτε, κατά τη διάρκεια αντεξέτασης μάρτυρα, ακολουθουμένων και στις δύο περιπτώσεις των κανόνων αποδεκτότητας μαρτυρίας. Το γεγονός και μόνο ότι το έγγραφο που προσκομίζει στο Δικαστήριο πρόσωπο που κλητεύθηκε προς τούτο βρισκόταν στην κατοχή του, δεν ενεργοποιεί τη δυνατότητα που προσφέρεται μέσω του άρθρου 34
(5)του περί Αποδείξεως Νόμου με αυτόματη εισαγωγή του σαν μαρτυρία. Η παρουσίαση λοιπόν των εγγράφων στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας, εξασφαλίζει μόνο την παρουσία των εγγράφων στο Δικαστήριο με την προοπτική της χρήσης τους ως μαρτυρία αφού αυτά δεν καθίστανται αυτόματα τεκμήρια στην διαδικασία, εξ ου και το πρόσωπο που τα παρουσιάζει δεν ορκίζεται. Άλλως εάν η κατοχή και μόνο του εγγράφου το καθιστούσε αποδεκτή μαρτυρία, θα σήμαινε ότι η όλη διαδικασία δεν υφίσταται για να διασφαλίζει την φυσική παρουσία εγγράφων στο Δικαστήριο, αλλά ταυτόχρονα την εκ των προτέρων αποδοχή τους σαν μαρτυρία στην αντιδικία κατά παρέκκλιση από άλλους κανόνες, περιορισμούς και πρακτικής του δικαίου της απόδειξης. Στην προκειμένη εκδόθηκε από τους Εναγόμενους κλήση προς τον Ενάγοντα για παρουσίαση των ακόλουθων εγγράφων:
- Εγκύκλιο και/ή οδηγίες και/ή επιστολή εκδοθείσα από το Τμήμα Τελωνείων αναφορικά με πάσης μορφής εγγυήσεις που το Τμήμα Τελωνείων απαιτούσε και/ή απαιτεί όπως οι τελωνειακοί πράκτορες παραχωρούν και καταθέτουν στο Τμήμα Τελωνείων για την χρονική περίοδο από 1.1.02 μέχρι την 12.6.18, συμπεριλαμβανομένων ειδικά (χωρίς περιορισμό μόνο σε αυτές), εγγυήσεις με τις οποίες εγγυάτο ο ίδιος ο τελωνειακός πράκτορας και εγγυήσεις με τις οποίες εγγυάτο το Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ ΛΙΜΙΤΕΔ και/ή το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΚΑΙ ΕΠIΧΕIΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΤΕΚΕΚ) ΛΤΔ.
- Κάθε εγγύηση ή αντίγραφο αυτής την οποία είχε παραχωρήσει και καταθέσει στο Τμήμα Τελωνείων ο τελωνειακός πράκτορας ΧΧΧΧ Σιακίδης με την οποία ο ίδιος εγγυάτο έναντι του Τμήματος Τελωνείων, από την αδειοδότηση του να ασκεί το επάγγελμα του τελωνειακού πράκτορα, μέχρι την 12.6.
- Κάθε εγγύηση ή αντίγραφο αυτής την οποία είχε παραχωρήσει και καταθέσει στο Τμήμα Τελωνείων το Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ ΛΙΜΙΤΕΔ και/ή το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΚΑΙ ΕΠIΧΕIΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΤΕΚΕΚ) ΛΤΔ, αναφορικά με τον τελωνειακό πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη µέχρι την 12.6.
- Αντίγραφα όλων των αστικών αγωγών που καταχώρησε το Τμήμα Τελωνείων εναντίον του ΧΧΧΧ Σιακίδη αναφορικά με οφειλές του προς το Τμήμα Τελωνείων από τις 30.10.02 μέχρι τις 12.6.
- Το μητρώο παρακαταθηκών αναφορικά με τον τελωνειακό πράκτορα ΧΧΧΧ Σιακίδη από την ημερομηνία αδειοδότησης του μέχρι τις 12.6.
- Το μητρώο πληρωμών της ετήσιας άδειας του ΧΧΧΧ Σιακίδη να ασκεί το επάγγελμα του τελωνειακού πράκτορα από την ημερομηνία αδειοδότησης του μέχρι τις 12.6.
- Προς συμμόρφωση με την κλήση παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο η ΧΧΧΧ Καμένου, λειτουργός του Τμήματος Τελωνείων. Αυτή δήλωσε ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή του Τελωνείου τα υπ' αριθμό 1, 2, 3, 4 και
- Όσον αφορά το υπ' αριθμό 5, προσκόμισε μέρος του μητρώου χρηματικών παρακαταθηκών που αφορά την περίοδο 1999 μέχρι το 2004 και συγκεκριμένα μια σελίδα, η οποία αναφέρεται σε μια χρηματική παρακαταθήκη, η οποία ως είπε δεν έχει διευθετηθεί. Παρέπεμψε δε σε συγκεκριμένο σημείο του εγγράφου όπου υπό την στήλη «Deposit» αναφέρεται «Τ3-61/03», υπό την στήλη «Cash book number» αναφέρεται «Οφειλόμενοι δασμοί για ΚΕΟ & Cyprus Canning» από Σιακίδη και υπό την στήλη «Amount» αναφέρεται «7.000» (να σημειωθεί ότι μπροστά από το 7.000 υπάρχει κάτι που φαίνεται σαν Ι αλλά δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό είναι 7.000). Η κα Καμένου δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του προαναφερόμενου εγγράφου (τεκμήριο 27). Εδώ να σημειωθεί ότι παρά το ότι το εν λόγω έγγραφο δεν κατατέθηκε στην συνέχεια από άλλο μάρτυρα, εκ του γεγονότος ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε ένσταση αλλά έγινε και δήλωση παραδεκτού γεγονότος ως προς το σχετικό με την παρούσα μέρος του περιεχομένου του κρίνεται ότι κατέστη εκ συμφώνου μέρος της μαρτυρίας. Το προαναφερόμενο δε πρόσωπο παρουσίασε το εν λόγω έγγραφο χωρίς όρκο και δεν κλήθηκε να καταθέσεις ως μάρτυρας ως προς το θέμα των λοιπών εγγράφων που ζητήθηκαν. Ευρήματα Με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά στα πλαίσια της παρούσας και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα: Η διαδικασία που ακολουθείτο κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους όσον αφορά την εισαγωγή εμπορευμάτων ήταν η ακόλουθη: Κατά την άφιξη εμπορευμάτων στην Δημοκρατία ο μεταφορέας δηλ. η ναυτιλιακή εταιρεία ενημέρωνε σχετικά τον παραλήπτη - εισαγωγέα, ο οποίος στη συνέχεια παρέδιδε όλα τα έγγραφα στον εξουσιοδοτημένο αδειούχο τελωνειακό πράκτορα και του έδιδε οδηγίες για την εκτελώνιση των εμπορευμάτων. Ακολούθως με βάση την εξουσιοδότηση αυτή ο τελωνειακός πράκτορας ετοίμαζε την διασάφηση με βάση τα έγγραφα που του παρέδιδε ο εισαγωγέας, όπως διατακτικό, τιμολόγια, κιβωτολόγιο και έντυπο Euro
- Η διασάφηση είναι δήλωση του εισαγωγέα προς το Τμήμα Τελωνείων, την οποία υποβάλλει ο τελωνειακός πράκτορας ως εξουσιοδοτημένος από τον εισαγωγέα. Ακολούθως η διασάφηση με τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα παρουσιαζόταν στον Κλάδο Ελέγχου Διασαφήσεων του Τελωνείου. Εκεί ελεγχόταν από τελωνειακούς λειτουργούς, οι οποίοι βεβαιώνονταν ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται κατατάσσονται στην ορθή ταξινόμηση και ότι οι φόροι είχαν υπολογιστεί ορθά σύμφωνα με το δασμολόγιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκείνη. Με την αποδοχή αυτής, η οποία γινόταν με την υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού επί αυτής και καταγραφή της ημερομηνίας, βεβαιώνονταν οι οφειλόμενοι φόροι και δασμοί και έτσι δημιουργείτο η υποχρέωση καταβολής τους από τον υπόχρεο. Στην συνέχεια η διασάφηση παραδιδόταν στον τελωνειακό πράκτορα και ακολουθούσε η πληρωμή των οφειλόμενων φόρων στο ταμείο του Τμήματος Τελωνείου. Κατόπιν η διασάφηση και η απόδειξη πληρωμής του ταμείου παρουσιαζόταν σε άλλον τελωνειακό λειτουργό, ο οποίος αφού βεβαιωνόταν ότι είχαν πληρωθεί οι επιβληθέντες φόροι και δασμοί, αποδέσμευε τα εμπορεύματα. Η αποδέσμευση γινόταν με την υπογραφή του εν λόγω λειτουργού επί συγκεκριμένης σφραγίδας, η οποία τοποθετείτο στο πίσω μέρος του διατακτικού παράδοσης και στην οποία αναγραφόταν ο αριθμός της διασάφησης και ο αριθμός του ταμείου που αφορούσε, τίθετο το όνομα και ο αριθμός της τελωνειακής ταυτότητας του τελωνειακού λειτουργού καθώς και στρογγυλή σφραγίδα με το σύμβολο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τμήμα Τελωνείων. Με τον τρόπο αυτό δίδονταν ουσιαστικά οδηγίες στην Αρχή Λιμένων να παραδώσει τα εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα βρίσκονταν στην κατοχή της Αρχής Λιμένων, η οποία ήταν αρμόδια για την παραλαβή, αποθήκευση, φύλαξη και παράδοση τους. Στην συνέχεια παρουσιαζόταν το πιο πάνω διατακτικό σε λειτουργό της Αρχής Λιμένων, ο οποίος αφού έλεγχε ότι υπήρχε αποδέσμευση υπογραμμένη από τελωνειακό λειτουργό, παρέδιδε τα εμπορεύματα στον εισαγωγέα ή σε αντιπρόσωπο του. Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στη Λεμεσό και μεταξύ άλλων ασχολούνται με την εισαγωγή, εμπορία και μεταποίηση διαφόρων τύπων χαρτικής ύλης. Οι Εναγόμενοι κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους ανέθεσαν στον αδειούχο τελωνειακό πράκτορα (η ετήσια άδεια του είχε ανανεωθεί στις 5.6.02) ΧΧΧΧ Σιακίδη, τον οποίο είχαν εξουσιοδοτήσει δεόντως (με γενική εξουσιοδότηση) να τους παρέχει υπηρεσίες και να τους αντιπροσωπεύει για τον τελωνισμό και παραλαβή εισαχθέντων από αυτούς εμπορευμάτων, τα οποία είχαν φθάσει στο λιμάνι Λεμεσού με δύο διαφορετικά πλοία και είχαν παραληφθεί από την Αρχή Λιμένων. Για τον σκοπό αυτό, μέσω του Σιακίδη, οι Εναγόμενοι κατέθεσαν στο Τελωνείο Λεμεσού τις ακόλουθες διασαφήσεις εισαγωγής:
- Διασάφηση με αριθμό 11665 και ημερομηνία καταχώρησης 30.10.02, η οποία αφορούσε την εισαγωγή 88 δεμάτων χαρτιού (τεκμήριο 4). Τα εμπορεύματα ήταν αξίας €34.462,49 (Λ.Κ.20.170), με συντελεστή Φ.Π.Α 13% και υπολογισθέντα φόρο €4.479,95 (Λ.Κ.2.622).
- Διασάφηση με αριθμό 9853 και ημερομηνία καταχώρησης 25.11.02, η οποία αφορούσε την εισαγωγή 183 δεμάτων χαρτιού (τεκμήριο 3). Τα εμπορεύματα ήταν αξίας €70.601,12 (Λ.Κ.41.321), με συντελεστή Φ.Π.Α 13% και υπολογισθέντα φόρο €9.178,61 (Λ.Κ.5.372). Σύνολο δηλωμένης αξίας εισαχθέντων εμπορευμάτων €105.063,61 (Λ.Κ. 61.491) και υπολογισθέντων φόρων €13.658,56 (Λ.Κ. 7.994). Οι εν λόγω διασαφήσεις ελέγχθηκαν και έγιναν δεόντως αποδεκτές από τους αρμόδιους τελωνειακούς λειτουργούς στις 30.10.02 και στις 26.11.02 αντίστοιχα και έτσι βεβαιώθηκαν φόροι και συγκεκριμένα Φ.Π.Α. ύψους €13.658,56 (Λ.Κ.7.994). Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Σιακίδη το ποσό των οφειλόμενων φόρων, ώστε αυτός να το καταβάλει στο Τμήμα Τελωνείων και να παραληφθούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, όμως ο τελευταίος ουδέποτε το κατέβαλε στο Τελωνείο. Οι Εναγόμενοι μέσω αντιπροσώπων τους παρέλαβαν τα εισαχθέντα εμπορεύματα. Αργότερα μετά από καταγγελία της εταιρείας ΚΕΟ ΛΤΔ εναντίον του Σιακίδη για απάτη, η Αστυνομία προέβη σε διερεύνηση της υπόθεσης. Το δε Τμήμα Τελωνείων προέβη σε εσωτερική ερευνά οπόταν διαπιστώθηκε ότι τα προαναφερόμενα εμπορεύματα παραλήφθηκαν χωρίς να καταβληθούν στο Τμήμα Τελωνείων οι βεβαιωθέντες φόροι. Αυτό έγινε καθότι ο Σιακίδης παρέκαμψε την διαδικασία πληρωμής των φόρων και την διαδικασία αποδέσμευσης των εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα μετά την αποδοχή των διασαφήσεων και την βεβαίωση των φόρων, χρησιμοποίησε αριθμούς ταμείου που αφορούσαν άλλες διασαφήσεις (τεκμήρια 8 και 9) άλλων εισαγωγέων (με τους οποίους αριθμούς φαίνεται ότι έγινε η πληρωμή των φόρων για τα εμπορεύματα εκείνα), υπέγραψε τα διατακτικά παράδοσης (τεκμήρια 6 και 7) στο πίσω μέρος, εκεί όπου έθεσε την προαναφερόμενη σφραγίδα, πλαστογραφώντας την υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού, έθεσε τον αριθμό της υπηρεσιακής ταυτότητας του λειτουργού και συμπλήρωσε και τα λοιπά στοιχεία επί της σφραγίδας (ποσότητα εμπορευμάτων, είδος διασάφησης, ημερομηνία και αριθμό ταμείου). Στην συνέχεια παρουσίασε τα εν λόγω διατακτικά σε λειτουργό της Αρχής Λιμένων και έτσι πέτυχε την αποδέσμευση και απομάκρυνση των εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή των φόρων. Ο Ενάγοντας με επιστολή του - «Σημείωμα Απαίτησης», προς τους Εναγομένους, ημερομηνίας 22.1.04 (τεκμήριο 10), κάλεσε αυτούς όπως καταβάλουν στο Τελωνείο Λεμεσού, εντός 21 ημερών από την λήψη της επιστολής, το οφειλόμενο ποσό φόρων για τις προαναφερόμενες διασαφήσεις, ύψους Λ.Κ.7.994 πλέον νόμιμους τόκους. Στην εν λόγω επιστολή γίνεται συνοπτική αναφορά και στα γεγονότα της παρούσας και καταλήγει ότι η εν λόγω απαίτηση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία μπορεί να προσβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός 75 ημερών από την λήψη της. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό στην Δημοκρατία μετά τη λήψη της πιο πάνω επιστολής. Οι Εναγόμενοι στις 6.4.04 καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την Προσφυγή 428/2004 εναντίον της πιο πάνω «Απαίτησης». Περί τον Οκτώβριο του 2005 η εν λόγω Προσφυγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Ο Ενάγοντας μετά την απόσυρση της προσφυγής κοινοποίησε την εξέλιξη στους Εναγόμενους και τους κάλεσε να πληρώσουν την οφειλή τους αλλά μέχρι και σήμερα ολόκληρο το ποσό εξακολουθεί να οφείλεται στον Ενάγοντα. Διαπιστώθηκε δε από την διερεύνηση ότι ο Σιακίδης εξαπάτησε το Τμήμα Τελωνείων με την μη καταβολή των βεβαιωμένων φόρων και πέτυχε την παράνομη απομάκρυνση των εισαχθέντων εμπορευμάτων πέραν από την παρούσα και στις περιπτώσεις εισαγωγών από τους ΧΧΧΧ Αγιομαμίτη, KEO ΛΤΔ και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (CYPRUS CANNING CO LTD). Ο Σιακίδης συνελήφθηκε από την Αστυνομία περί τον Ιούλιο του 2003 για την παρούσα αλλά και τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις. Σε κατάθεση του ημερ. 7.7.03 (τεκμήριο 20) παραδέχθηκε τα πιο πάνω και περιέγραψε τον προαναφερόμενο τρόπο με τον οποίο παρέκαμπτε την διαδικασία και εξαπατούσε το Τελωνείο, αφού πλαστογραφώντας τα διατακτικά παράδοσης και παρουσιάζοντας τα στην Αρχή Λιμένων πετύχαινε την παραλαβή των εισαχθέντων εμπορευμάτων χωρίς να πληρώσει τους οφειλόμενους φόρους, οικειοποιούμενος τα λεφτά που του έδιδαν για τον σκοπό αυτό οι εισαγωγείς των εμπορευμάτων. Εναντίον αυτού καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 10874/03 στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, όπου αντιμετώπισε κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κλοπής υπό αντιπροσώπου και δόλιας αποφυγής καταβολής Φ.Π.Α, αδικήματα που διέπραξε με τον ίδιο τρόπο και μέθοδο. Στις 9.7.04 μετά από παραδοχή του καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισες με μεγαλύτερη αυτή των 2 ½ ετών. Μέχρι την σύλληψη του ο Σιακίδης εργαζόταν για πάρα πολλά χρόνια ως τελωνειακός πράκτορας και δεν είχε απασχολήσει το Τελωνείο με οποιεσδήποτε υποθέσεις ενώ δεν ήταν από τους πράκτορες, οι οποίοι έκαναν λάθη συνεχώς ή δημιουργούσαν προβλήματα. Οι πιο πάνω περιπτώσεις ήταν και οι μόνες που το Τελωνείο εξαπατήθηκε με αυτό τον τρόπο. Μετά την σύλληψη του ο Σιακίδης κατέβαλε στο Τμήμα Τελωνείων μόνο το ποσό των Λ.Κ.7.000 ή €11.960,21, όσον αφορά οφειλόμενους δασμούς για τις εταιρείες KEO ΛΤΔ και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (βλ. τεκμήριο 27), το οποίο βρίσκεται «σε εκκρεμότητα», εξακολουθεί δηλ. να είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό παρακαταθηκών του Τελωνείου (πρόκειται για λογαριασμό στον οποίο κατατίθενται κάποια ποσά μέχρι την ολοκλήρωση μίας υπόθεσης υπό μορφή εγγύησης), δεν έχει πληρωθεί έναντι οποιωνδήποτε δασμών, φόρων ή οφειλών και είναι στην απόλυτη διακριτική του ευχέρεια του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων πώς θα το κατανέμει στα έσοδα της Δημοκρατίας ή άλλως, μετά την περάτωση όλων των υποθέσεων στις οποίες ο Σιακίδης εξαπάτησε το Τελωνείο. Πρόσφατα εκδόθηκε απόφαση αναφορικά με τις οφειλές της KEO ΛΤΔ και της ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ προς όφελος του Τελωνείου για είσπραξη των οφειλόμενων φόρων, την οποία όμως οι εκεί Εναγόμενες εταιρείες έχουν εφεσιβάλει. Η εγγύηση που κατατίθεται από τους τελωνειακούς πράκτορες υπέρ του Ενάγοντα δεν είναι σε μετρητά αλλά πρόκειται για εγγυητήριο έγγραφο το οποίο αφορά μόνο την αποδοχή επιταγών που εκδίδει για πληρωμές ο πράκτορας (δηλ. εγγύηση μέχρι το ξεκαθάρισμα της επιταγής). Ο Ενάγοντας δεν κινήθηκε με αγωγή εναντίον του Σιακίδη για να εισπράξει τα οφειλόμενα. Το Τελωνείο απέστειλε στον Σιακίδη επιστολή - «Σημείωμα Απαίτησης» ημερ. 22.1.04 (τεκμήριο 26), η οποία αφορά τις επίδικες στην παρούσα διασαφήσεις και έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο για τις ίδιες δηλ. οφειλές με το τεκμήριο 10 που στάληκε στους Εναγόμενους. Η σφραγίδα που τέθηκε στα τεκμήρια 6 και 7 βρισκόταν σε τραπέζι έξω από το Γραφείο Αποδέσμευσης Εμπορευμάτων του Τελωνείου, για σκοπούς διευκόλυνσης. Την έβαζαν δηλ. μόνοι τους οι εκτελωνιστές. Εκείνο που καθόριζε την γνησιότητα της αποδέσμευσης των εμπορευμάτων ήταν η υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού και όχι η τοποθέτηση της σφραγίδας, εφόσον αυτή ήταν τυποποιημένη με συγκεκριμένο λεκτικό, το οποίο μπορούσε να τεθεί χειρόγραφα δηλ. αντί της σφραγίδας. Ο έλεγχος της γνησιότητας της εν λόγω υπογραφής από τον λειτουργό της Αρχής Λιμένων, αφορούσε τις διαδικασίες της Αρχής Λιμένων. Δεν υπήρχαν δε οδηγίες από το Τμήμα Τελωνείων προς την Αρχή Λιμένων για το συγκεκριμένο θέμα. Δεν υπάρχει Κανονισμός, ο οποίος να λέει ότι κάθε φορά που θα παρουσιάζεται διατακτικό παράδοσης σε λειτουργό της Αρχής Λιμένων, αυτός θα επικοινωνεί με το Τελωνείο για να διαπιστώνει την γνησιότητα της υπογραφής. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει χωρίς να προκληθούν μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, με δεδομένο ότι στο λιμάνι υπάρχουν χιλιάδες εμπορεύματα τα οποία παραλαμβάνονταν και παραδίνονταν. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Τμήματος Τελωνείων ανήκει η εποπτεία και ο έλεγχος των χώρων που έχουν αναγνωρισθεί ως τελωνειακοί περίβολοι και αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης ή έχουν εγκριθεί ως ελεύθερες ζώνες ή ελεύθερες αποθήκες. Όσον αφορά την, κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους, ύπαρξη γραπτής εξουσιοδότησης από τον Διευθυντή του Τελωνείου προς την Αρχή Λιμένων για να παραδίδει εμπορεύματα προς τους εισαγωγείς, σχετικό είναι το τεκμήριο 21, που είναι επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων προς τον Γενικό Διευθυντή της Αρχής Λιμένων, ημερ. 17.3.82 με τίτλο «Τελωνειακές Αποθήκες». Αφορά δε την έγκριση των αποθηκών που λειτουργούν στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας σαν Τελωνειακές Αποθήκες, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου 82/67, το οποίο παρείχε στον Διευθυντή εξουσία να εγκρίνει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο και με όρους και περιορισμούς που θα καθόριζε κατά το δοκούν, τόπους εναποθέσεως εμπορευμάτων εισαχθέντων και μη ακόμη τελωνισθέντων, σε λιμάνια ή αεροδρόμια, οι οποίοι θα αναφέρονταν ως τελωνειακές αποθήκες. Με την ίδια επιστολή εγκρίνονται σαν τελωνειακές αποθήκες συγκεκριμένες αποθήκες στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας και τίθενται όροι μεταξύ των οποίων η εναπόθεση σε αυτές εισαγομένων προϊόντων βάσει δηλωτικού πλοίου το οποίο έχει κατατεθεί στις τελωνειακές αρχές (υπό (α)) και η παράδοση των εμπορευμάτων από τις αποθήκες μόνο αφού καταβληθούν οι δασμοί, οι φόροι ή άλλες τελωνειακές επιβαρύνσεις και βεβαιωθεί το γεγονός με κατάλληλη σφράγιση Διατακτικού («Out of charge Note») (υπό (δ)). Εξέταση Απαίτησης Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά τον χρόνο αποδοχής από πλευράς Τελωνείου των δύο επίδικων διασαφήσεων και βεβαίωσης των φόρων, ημερ. 30.10.02 και 26.11.02, δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ ο περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος 94(Ι)/2004 ούτε και ο περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμος 91(Ι)/2004, οι οποίοι αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Ίσχυε τότε ο περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμος 82/1967 καθώς και ο περί Φόρου Προστιθέµενης Αξίας Νόµος 95(Ι)/
- Το ότι στο δικόγραφο του Ενάγοντα γίνεται αναφορά στους Νόμους του 2004 δεν είναι βέβαια μοιραίο για την υπόθεση του καθότι, ως γνωστό, στα δικόγραφα πρέπει να περιέχονται τα αναγκαία και ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, τα οποία να εξάγουν το συγκεκριμένο νομικό αποτέλεσμα και όχι ο ίδιος ο Νόμος. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση στην προκειμένη στην Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνονται και οι Νόμοι 82/1967 και 95(Ι)/
- Σύμφωνα δε με τον Νόμο 82/1967, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους: · Ο εισαγωγέας οποιωνδήποτε εμπορευμάτων οφείλει όπως καταθέσει στον αρμόδιο λειτουργό (δηλ. σε πρόσωπο εντεταλμένο από τον Διευθυντή του Τµήµατος Τελωνείων) διασάφηση εισαγωγής, στον τύπο, με τον τρόπο και τα στοιχεία που καθορίζει ο Διευθυντής (άρθρο 24
(1). · Οι τελωνειακοί δασμοί βεβαιώνονται άμα την κατάθεση της διασάφησης εισαγωγής, οπότε και οφείλονται δασμοί βάσει των συντελεστών, οι οποίοι ισχύουν αναφορικά με τα συγκεκριμένα εμπορεύματα κατά την κατάθεση της διασάφησης (άρθρο 30
(3). · Απαγορεύεται η παράδοση ή μεταφορά εισαγομένων εμπορευμάτων, μέχρις ότου ο εισαγωγέας καταβάλει στον αρμόδιο λειτουργό τους αναλογούντες στα εμπορεύματα δασμούς. Στην περίπτωση δε εμπορευμάτων για τα οποία απαιτείται η κατάθεση διασάφησης ο δασμός καταβάλλεται άμα τη καταθέσει της διασαφήσεως (άρθρο 30
(1)· Κάθε οφειλόμενο ποσό υπό μορφή δασμού ή φόρου καταναλώσεως εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενο στην Δημοκρατία (άρθρο 169
(1). · Κάθε διαδικασία προς είσπραξη των τελωνειακών δασμών ασκείται εν ονόματι του Διευθυντού σε κάθε Δικαστήριο (άρθρο 176). · Ισχυρισμοί σε οποιοδήποτε στάδιο διαδικασίας, η οποία άρχισε δυνάμει του Νόμου αυτού όπως: ότι αυτή άρχισε με εντολή του Διευθυντή, ότι συγκεκριμένο πρόσωπο φέρει την ιδιότητα του λειτουργού, ότι πρόσωπο είναι ή ήταν διορισμένο ή εξουσιοδοτημένο από τον Διευθυντή προς ενάσκηση οιουδήποτε καθήκοντος ή ότι ασχολήθηκε κατ' εντολή ή την συναίνεση του Διευθυντή στην ενάσκηση οιουδήποτε καθήκοντος, συνιστούν μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου επαρκή απόδειξη του γεγονότος (άρθρο 177
(1). Σύμφωνα με το Νόµο 95(Ι)/2000, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, τηρουµένων κάποιων εξαιρέσεων και προσαρµογών, οι διατάξεις του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόµου και των άλλων νοµοθετηµάτων και δευτερογενούς νοµοθεσίας που εκάστοτε ισχύουν γενικά σε σχέση µε τελωνειακούς δασµούς και φόρους κατανάλωσης, οι οποίοι επιβάλλονται επί της εισαγωγής αγαθών στην Δηµοκρατία, εφαρµόζονται (στην έκταση που είναι σχετικές) σε σχέση µε οποιοδήποτε Φ.Π.Α. επιβλητέο επί της εισαγωγής αγαθών στην Δηµοκρατία όπως εφαρµόζονται σε σχέση µε οποιοδήποτε τέτοιο τελωνειακό δασµό ή φόρο κατανάλωσης (άρθρο 13
(1). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι και το άρθρο 53 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004, προνοεί ότι η τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή ενώ το άρθρο 125 του ίδιου Νόμου, με το οποίο καταργείται ο Νόμος 82/67, προβλέπει στην παράγραφο 3 αυτού ότι η συνέχεια της νομοθεσίας που σχετίζεται με τα τελωνεία δεν επηρεάζεται από την αντικατάσταση των καταργηθέντων Νόμων από την τελωνειακή νομοθεσία. Με βάση τη νομολογία, οι αποφάσεις των τελωνειακών αρχών στην εκτέλεση των καθηκόντων τους για επιβολή δασμών ή/και φόρων ανάγονται στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Μέχρι δε την θέσπιση του τροποποιητικού του Συντάγματος Νόμου 130(Ι)/2005, αυτές οι αποφάσεις μπορούσαν να ελεγχθούν μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση τις αποκλειστικές εξουσίες που του παρείχε το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μετά την εν λόγω τροποποίηση οι αποφάσεις αυτές μπορούν να προσβληθούν στο Διοικητικό Δικαστήριο. Εφόσον λοιπόν οι διοικητικές αποφάσεις για επιβολή δασμών ή/και φόρων δεν προσβάλλονται ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, στα πλαίσια πάντα του δημοσίου δικαίου, το ποσό των δασμών ή/και φόρων που επιβάλλεται με αυτές καθίσταται απαιτητό ως οφειλή με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού αυτό στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί του θέματος. Σε τέτοια δε περίπτωση η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη και δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ούτε η επιβολή αλλά ούτε και το ύψος των δασμών ή φόρων (βλ. The Director of the Department of Customs & Excise v. Grecian Hotel Enterprises Ltd
(1985)1 C.L.R. 476, Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1Α Α.Α.Δ. 589 και Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1136). Εκείνο που εξετάζεται είναι μόνο το κατά πόσο ο υπόχρεος στην καταβολή των δασμών ή φόρων έχει εξοφλήσει ή πληρώσει την οφειλή του (βλ. Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. ΚΕΟ Λτδ
(2008)3 Α.Α.Δ. 350 και Ανδρέας Γ. Ιωαννίδης & Υιός Λτδ κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 905/05, 917/05 και 1006/05, ημερ. 4.7.04). Στην ΚΕΟ Λτδ αναφέρεται επίσης ότι η αρχική και μόνη υποχρέωση για καταβολή των δασμών δημιουργείται με την διασάφηση (και τα στοιχεία που την συνιστούν) και τον καθορισμό των δασμών και φόρων τότε. Η οποιαδήποτε μετέπειτα απαίτηση της Δημοκρατίας δεν δημιουργεί στον φορολογούμενο νέα υποχρέωση καταβολής δασμού εφόσον τέτοια προϋπάρχει. Τέτοια μεταγενέστερη απαίτηση απλά επιδιώκει την εφαρμογή ήδη υφιστάμενης υποχρέωσης. Στην Αγιομαμίτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 429/04, ημερ. 12.10.05, η οποία αφορούσε περίπτωση στην οποία ο ίδιος τελωνειακός πράκτορας ενήργησε με τον ίδιο τρόπο, λέχθηκε ότι η επιστολή που απέστειλε η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων με την οποία αξίωνε από τον Αιτητή την καταβολή του ποσού των μη καταβληθέντων δασμών και φόρων, δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα, ούτε επέβαλλε στον Αιτητή μη υφιστάμενες προηγουμένως υποχρεώσεις. Τα έννομα αποτελέσματα παρήχθησαν με την επιβολή του δασμού και με την εν λόγω επιστολή δεν δημιουργούνταν, μεταβάλλονταν ή καταργούνταν δικαιώματα και υποχρεώσεις αλλά απλώς πληροφορείτο ο Αιτητής για την χρηματική οφειλή του προς την διοίκηση. Ούτε το γεγονός ότι στο τέλος της επιστολής αναφερόταν ότι αυτή αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία μπορούσε να προσβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν μετέβαλε την φύση της και δεν την μετέτρεπε σε εκτελεστή διοικητική πράξη. Ο εισαγωγέας ή εξαγωγέας εμπορευμάτων δύναται, εκτός όπως ορίζει διαφορετικά ο Διευθυντής, να πράξει οτιδήποτε επιβάλλεται σε αυτόν από τον Νόμο 82/67, δια αντιπροσώπου, ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό αυτού. Κανένας δεν δύναται να ενεργεί για λογαριασμό εισαγωγέα ή εξαγωγέα εκτός εάν είναι τελωνειακός πράκτορας ή βοηθός τελωνειακός πράκτορας προσηκόντως αδειούχος με τον τρόπο που καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 187 Νόμου 82/67). Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα προκύπτει ότι με την αποδοχή των δύο επίδικων διασαφήσεων από τους τελωνειακούς λειτουργούς επιβλήθηκαν στους Εναγόμενους, ως εισαγωγείς συγκεκριμένων εμπορευμάτων, φόροι συνολικού ύψους ίσου με τα αξιούμενα ποσά. Πρόκειται για εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες ουδέποτε ακυρώθηκαν και συνεπώς παραμένουν ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα δηλ. την υποχρέωση καταβολής των προαναφερόμενων φόρων. Η επιστολή-«Σημείωμα Απαίτησης», του Ενάγοντα προς τους Εναγομένους, ημερομηνίας 22.1.04 (τεκμήριο 10), δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και δεν δημιούργησε νέα υποχρέωση καταβολής των φόρων. Η εν λόγω υποχρέωση δημιουργήθηκε με την αποδοχή των διασαφήσεων. Με το τεκμήριο 10 οι Εναγόμενοι απλά πληροφορούνταν για την χρηματική τους οφειλή προς τον Ενάγοντα και με αυτό ο τελευταίος επιδίωκε την εφαρμογή της προϋπάρχουσας υποχρέωσης. Το μόνο λοιπόν που απομένει προς εξέταση από το παρών Δικαστήριο είναι το κατά πόσο τα αξιούμενα ποσά των φόρων έχουν καταβληθεί στον Ενάγοντα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους αλλά οι οφειλόμενοι φόροι ουδέποτε καταβλήθηκαν στον Ενάγοντα και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλονται εξ ολοκλήρου. Το ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τα εν λόγω ποσά στον εξουσιοδοτημένο από αυτούς τελωνειακό πράκτορα δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον αυτός δεν τα κατέβαλε στον Ενάγοντα και σίγουρα σε καμία περίπτωση δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή λειτουργός για να ενεργεί εκ μέρους και να εισπράττει φόρους και δασμούς για λογαριασμό του Ενάγοντα. Ήταν αντίθετα εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους να καταβάλει αυτούς τους φόρους για λογαριασμό τους. Η βάση δε της παρούσας αγωγής, ως προκύπτει σαφώς από την Έκθεση Απαίτησης είναι η μη καταβολή των επιβληθέντων στους Εναγόμενους φόρων και όχι η πλαστογραφία που έκανε ο εξουσιοδοτημένος από αυτούς αντιπρόσωπος τους - τελωνειακός πράκτορας και η εξ αυτού εξαπάτηση του Τελωνείου για την παραλαβή των εμπορευμάτων άνευ της καταβολής των φόρων, ως εισηγούνται οι Εναγόμενοι. Δεν αποτελεί θέμα προς κρίση και δεν θα ήταν ορθό να αποφασισθεί στην παρούσα εφόσον δεν είναι διάδικος, το κατά πόσο έχει και ο Σιακίδης υποχρέωση καταβολής των επίδικων φόρων. Το ουσιώδες είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν τέτοια υποχρέωση και κατά πόσο αυτή είναι αυτοτελής και υφίσταται ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε υποχρέωση έχει ο Σιακίδης. Ως δε προκύπτει από τα ανωτέρω η υποχρέωση των Εναγομένων είναι και αυτοτελής και ανεξάρτητη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Ενάγοντας δεν έχει κινήσει οποιαδήποτε αγωγή εναντίον του Σιακίδη για το ίδιο θέμα δεν επιδρά με οποιοδήποτε τρόπο στην υπόθεση του εφόσον ακόμη και εάν έχει και ο Σιακίδης οποιαδήποτε σχετική υποχρέωση, είναι απόλυτο δικαίωμα του Ενάγοντα να στραφεί εναντίον των Εναγομένων και μόνο. Σε κάθε περίπτωση η ερμηνεία που εισηγούνται οι Εναγόμενοι όσον αφορά το άρθρο 188 του Νόμου 82/67 ότι δηλ. σε περίπτωση που συνεπεία δηλώσεως ή εγγράφου που είναι αναληθές σε ουσιώδες στοιχείο του δεν καταβληθεί φόρος, τότε ο εκπεσθείς φόρος εισπράττεται ως χρέος οφειλόµενο στην Δηµοκρατία ή ως αστικό χρέος, «από το άτομο που είναι ένοχο του αδικήματος», δεν βρίσκει έρεισμα στο Νόμο. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε κάτι τέτοιο θα το προέβλεπε ρητά, κάτι που δεν έπραξε. Αυτό δεν είναι τυχαίο κατά την κρίση μου καθότι ο σκοπός της εν λόγω πρόνοιας είναι η είσπραξη του φόρου που δεν πληρώθηκε συνεπεία της διάπραξης του αδικήματος και όχι ο περιορισμός της ευθύνης στον αδικοπραγούντα εφόσον μπορεί αυτός να μην είναι ο υπόχρεος του φόρου, ο οποίος δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης του ακόμη και σε τέτοια περίπτωση. Δεν μου διαφεύγει ότι προβλέπεται η ύπαρξη αλληλέγγυης ευθύνης τελωνειακού πράκτορα και εισαγωγέα για λογαριασμό του οποίου ο πράκτορας ενεργεί, για την καταβολή παντός δασμού ή φόρου αναφορικά με οποιαδήποτε εμπορεύματα, ως επίσης για την καταβολή κάθε ποσού πληρωτέου στις Τελωνειακές Αρχές δυνάμει του Νόμου, το οποίο λόγω λάθους, παραλείψεως ή αμέλειας οποιουδήποτε τελωνειακού πράκτορα δεν χρεώθηκε, επιβλήθηκε ή εισπράχθηκε κατά τον χρόνο της εισαγωγής ή του τελωνισμού εμπορευμάτων (βλ. Κανονισμό 17
(1)των περί Χορήγησης Άδειας σε Τελωνειακούς Πράκτορες και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορες Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 119/74). Η εν λόγω διάταξη όμως, πέραν του ότι δεν ισχύει στην παρούσα εφόσον δεν υφίσταται θέμα λάθους, παράλειψης ή αμέλειας του πράκτορα, σκοπό έχει να αποδώσει ευθύνη και να δημιουργήσει υποχρέωση και στον τελωνειακό πράκτορα, εφόσον ο εισαγωγέας σε κάθε περίπτωση ως ο υπόχρεος - οφειλέτης των φόρων έχει τέτοια ευθύνη και υποχρέωση. Το ποσό δε των €11.960,21 (Λ.Κ.7.000) που βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό παρακαταθηκών του Τελωνείου, ως προκύπτει και από το τεκμήριο 27, είναι το μόνο ποσό που ο Σιακίδης κατέβαλε μετά την σύλληψη του και το κατέβαλε για συγκεκριμένο σκοπό και δη όσον αφορά τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς για τις εταιρείες KEO ΛΤΔ και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (Cyprus Canning). Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί πληρωμή που δόθηκε για τους επίδικους στην παρούσα οφειλόμενους από τους Εναγόμενους φόρους. Φαίνεται δε ότι ο Ενάγοντας έχει την εξουσία να διαθέσει αυτό στα έσοδα της Δημοκρατίας ή άλλως, ως θα κρίνει μετά και την περάτωση όλων των υποθέσεων στις οποίες ο Σιακίδης εξαπάτησε το Τελωνείο. Δεν μου διαφεύγει ότι πρόσφατα εκδόθηκε απόφαση αναφορικά με τις οφειλές των προαναφερόμενων 2 εταιρειών αλλά φαίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αποφασίσει τι θα πράξει με το εν λόγω ποσό με δεδομένο ότι αυτές έχουν εφεσιβάλει τις εν λόγω αποφάσεις. Οι Εναγόμενοι κατέστησαν λοιπόν και εξακολουθούν να είναι υπόχρεοι εκ του Νόμου να καταβάλουν τους αξιούμενους φόρους. Η γενική, αόριστη και μη νομικά προσδιορισμένη θέση των Εναγόμενων περί κωλύματος του Ενάγοντα, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά ούτε και στο νόμο και την σχετική νομολογία. Όσον αφορά το θέμα των αξιούμενων τόκων θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι στον Νόμο 82/67, ως ίσχυε κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους, δεν γίνεται τέτοια πρόνοια. Ο συνήγορος του Ενάγοντα στις τελικές του αγορεύσεις στήριξε την απαίτηση αυτή στο άρθρο 45
(4)του περί Φόρου Προστιθέµενης Αξίας Νόµου 95(Ι)/2000 και στο άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Όσον αφορά το άρθρο 45 του Νόμου 95(Ι)/2000, αυτό βρίσκεται στο μέρος εκείνο που αναφέρεται σε διοικητικές και ποινικές κυρώσεις και φέρει τον πλαγιότιτλο «Παραβάσεις. Πρώτο Παράρτηµα». Το δε άρθρο 45
(4)προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο δυνάµει του εδαφίου
(3)του ίδιου άρθρου, καταβάλει στον Έφορο τόκο προς 9% ετησίως επί του καταβλητέου ποσού Φ.Π.Α. από την ηµέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόµενο. Το Πρώτο Παράρτημα του ίδιου Νόμου έχει ως τίτλο «ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ΜΗΤΡΩΟ Φ.Π.Α». Σε κάθε δε περίπτωση η παρούσα δεν εμπίπτει κατά την κρίση μου στις περιπτώσεις του εδαφίου 3 όπου γίνεται μάλιστα λόγος για πρόσθετο φόρο. Όσον δε αφορά το άρθρο 33
(2)του Νόμου 14/60, ο κ. Προδρόμου παραπέμπει στην επιφύλαξη αυτού που προβλέπει, όσον αφορά την επιδίκαση τόκου από το Δικαστήριο, ότι σε περιπτώσεις δόλου ή απάτης εκ µέρους του εναγοµένου, ο τόκος αρχίζει να υπολογίζεται από την ηµεροµηνία δηµιουργίας του αγώγιµου δικαιώµατος, ανεξαρτήτως του κατά πόσο εκκρεµεί ή όχι αγωγή. Η βάση όμως της παρούσας αγωγής, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι δόλος ή απάτη εκ μέρους των Εναγομένων. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της εν λόγω πρόνοιας. Ο τόκος λοιπόν που μπορεί να επιδικασθεί στην παρούσα είναι ο νόμιμος δηλ. από την καταχώρηση της αγωγής, ο οποίος αξιώνεται διαζευκτικά στην Έκθεση Απαίτησης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει, πάντοτε στο απαραίτητο για αστικές υποθέσεις, μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την αξίωση του εναντίον των Εναγομένων. Εξέταση Ανταπαίτησης Οι Εναγόμενοι στηρίζουν την Ανταπαίτηση τους στο ότι, ως ισχυρίζονται, υπέστησαν ζημιές λόγω αμελών πράξεων ή παραλείψεων του Ενάγοντα. Προς εξέταση του θέματος θα πρέπει να γίνει κατ' αρχάς αναφορά στη νομική πτυχή της αμέλειας τόσο γενικά αλλά και όσον αφορά Δημόσιες Αρχές, όπως είναι ο Ενάγοντας. Στην Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 λέχθηκε ότι αμέλεια, κατά το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, είναι παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον αυτό «περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμελείας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». Στην Ξενοφώντος ν. Κ.Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 447/2011 ημερ. 5.12.16 λέχθηκε ότι το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Σημειώνεται δε ότι δεν είναι η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας αλλά είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας έναντι «του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability») ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται τέτοιο καθήκον. Στην Ξενοφώντος εξηγείται ότι οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue , ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες και ότι η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Γίνεται επίσης παραπομπή στην Anns ν. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, όπου αναφέρεται ότι το θέμα εξετάζεται σε δύο στάδια: «Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας». Εξηγείται δε ότι σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το τεστ που τέθηκε στην Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568 και στην Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd
(1996)1 AC 211. Συγκεκριμένα θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε (δυνατότητα εύλογης πρόβλεψης (reasonable foreseeability),
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις». Δεν είναι δε αρκετό να απαντηθεί αν κάποιος αφηρημένα οφείλει καθήκον επιμέλειας σε άλλο, αλλά απαιτείται ταυτόχρονα να καθοριστεί η έκταση αυτού του καθήκοντος με αναφορά στο είδος της συγκεκριμένης ζημιάς την οποία ο πρώτος θα έπρεπε να προσέξει ώστε να μην υποστεί ο δεύτερος. Το καθήκον επιμέλειας δεν εξετάζεται λοιπόν αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην ορισμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την ζημιά (βλ. Λάππας ν. Παφίτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 832) και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1861). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Όπως δε τονίστηκε στην Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541 είναι ανάγκη να καταδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει. Η απόδειξη του συνδετικού αυτού στοιχείου στην αλυσίδα του εν λόγω αστικού αδικήματος βαρύνει τον ενάγοντα. Στην Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σια Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009, ημερ. 10.7.15 (απόφαση Πλειοψηφίας) αναφέρεται ότι η αμέλεια ως αστικό αδίκημα αφορά τη νομική αναγκαιότητα λήψης εύλογης επιμέλειας ώστε να αποφευχθούν πράξεις ή παραλείψεις που προβλεπτώς μπορούν να επιφέρουν ζημία στον γείτονα. Ως «γείτονας», θεωρούνται όλα εκείνα τα πρόσωπα που είναι σε επαρκή σχέση εγγύτητας ή γειτονίας με το πρόσωπο που επιφέρει τη ζημία ώστε το τελευταίο να έπρεπε λογικά να γνώριζε ή να προέβλεπε ότι οι πράξεις του θα επηρέαζαν το άλλο μέρος. Στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις Δημόσιες Αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμελείας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα (βλ. και Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs
(1866)LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει δηλ. ασυλία εναντίον των Δημοσίων Αρχών ή του Κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται περαιτέρω ότι και στην περίπτωση των Δημόσιων Αρχών το κριτήριο για την διαπίστωση ύπαρξης καθήκοντος επιμέλεια έγκειται στην εφαρμογή των τριών βασικών γνωστών προϋποθέσεων της πρόβλεψης («foreseeability»), της εγγύτητας («proximity») και του δικαίου, ορθού και λογικού μέτρου («just, fair and reasonable»), τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νουν πριν αποδώσει ευθύνη σε κρατική υπηρεσία. Στην άσκηση δε αυτή υπεισέρχεται και ο παράγοντας της πολιτικής του Κράτους, αλλά και του τρόπου της εν τη πράξει εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 937, όπου εξετάσθηκε το κατά πόσο η Δημοκρατία ως τριτοδιάδικος είχε καθήκον επιμέλειας να τοποθετήσει στηθαίο ασφάλειας στο σημείο όπου έγινε το τροχαίο ατύχημα, λέχθηκε ότι η υποχρέωση για επίδειξη επιμέλειας είναι ανάλογη με το μέγεθος του αναμενόμενου υπό τις περιστάσεις κινδύνου εκτός αν ο κίνδυνος είναι τέτοιος που λογικά μπορεί με ασφάλεια να αγνοηθεί. Τέτοιο καθήκον υφίσταται μόνο όπου ο κίνδυνος είναι λογικά προβλεπτός. Το τι συνιστά κίνδυνο και το κατά πόσο εξ αυτού προκλήθηκε ζημιά δεν είναι θεωρητικό θέμα αλλά εξαρτάται από τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Στο σημείο αυτό χρήσιμη κρίνεται η αναφορά για τα ισχύοντα στην Αγγλία όσον αφορά το καθήκον επιμέλειας που οφείλεται από Δημόσιες Αρχές. Τα όσα θα παρατεθούν στην συνέχεια έχουν ως πηγή τους το Butterworths Personal Injury Litigation Service / Division XXIV Liability of Public Authorities / A Negligence claims against public authorities. Η σχετική Αγγλική νομολογία αναθεωρήθηκε πρόσφατα στα πλαίσια δύο αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Michael v. The Chief Constable of South Wales Police [2015] UKSC 2 και Robinson v. The Chief Constable of West Yorkshire Police [2018] UKSC 4). Στις αποφάσεις αυτές τέθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα, οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Μια Δημόσια Αρχή οφείλει καθήκον επιμέλειας (χαρακτηρίζεται ως «notional duty of care» και εξηγείται ότι πρόκειται για ενδεχόμενο με βάση την πρόβλεψη για ζημιά) να αποφύγει αμελείς πράξεις.
- Δεν έχει όμως καθήκον επιμέλειας να αποφύγει αμελείς παραλείψεις εκτός εάν ισχύει είτε η εξαίρεση που θέτει η υπόθεση Dorset Yacht Co Ltd v Home Office [1970] AC 1004, είτε η εξαίρεση της ανάληψης ευθύνης («assumption of responsibility») και η ζημιά είναι προβλεπτή. Έχει δε καταστεί ξεκάθαρο με βάση τις δύο αυτές αποφάσεις ότι το καθήκον επιμέλειας αποτελεί τον μηχανισμό ελέγχου της ύπαρξης ευθύνης Δημόσιων Αρχών σε αξιώσεις που εγείρονται εναντίον τους για αμέλεια. Για να υπέχει μια Δημόσια Αρχή τέτοιο καθήκον επιμέλειας ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι ήταν ευλόγως προβλεπτό από αυτήν ότι η πράξη της ή παράλειψη της δυνατό να οδηγήσει στην πρόκληση της ζημιάς για την οποία ο ενάγοντας παραπονείται. Το τεστ της πρόβλεψης («foreseeability test») ως εφαρμόζεται για Δημόσιες Αρχές είναι το ίδιο με αυτό που εφαρμόζεται για κάθε εναγόμενο. Όσον δε αφορά την ευθύνη Δημόσιων Αρχών για αμελείς παραλείψεις σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Michael ανωτέρω όπου τέθηκε ο γενικός κανόνας από τον Λόρδο Toulson ως ακολούθως: «English law does not as a general rule impose liability on a defendant (D) for injury or damage to the person or property of a claimant (C) caused by the conduct of a third party (T): Smith v Littlewoods Organisation Ltd[1987] AC 241, 270 (a Scottish appeal in which a large number of English and Scottish cases were reviewed). The fundamental reason, as Lord Goff explained, is that the common law does not generally impose liability for pure omissions. It is one thing to require a person who embarks on action which may harm others to exercise care. It is another matter to hold a person liable in damages for failing to prevent harm caused by someone else». Ως δε έχει προαναφερθεί, πάντα σύμφωνα με τον Λόρδο Toulson, υπάρχουν δύο εξαιρέσεις σε αυτό τον γενικό κανόνα:
- Η εξαίρεση που θέτει η υπόθεση Dorset Yacht,
- Η εξαίρεση της ανάληψης ευθύνης («assumption of responsibility») Η πρώτη εξαίρεση περιγράφηκε από τον Λόρδο Toulson ως ακολούθως: «The first [exception] is where D was in a position of control over T and should have foreseen the likelihood of T causing damage to somebody in close proximity if D failed to take reasonable care in the exercise of that control. Dorset Yacht is the classic example .». Από την προαναφερόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ευθύνη στην βάση αυτής είναι περιοριστική και έτσι ερμηνεύθηκε στην μεταγενέστερη νομολογία (βλ. Hill v. Chief Constable of West Yorkshire [1989] AC 53 και Palmer v. Tees Health Authority [1998] 45 BMLR 88). Την δεύτερη εξαίρεση ο Λόρδος Τoulson την περιέγραψε ως ακολούθως: «The second general exception applies where D assumes a positive responsibility to safeguard C under the Hedley Byrne principle, as explained by Lord Goff in Spring v Guardian Assurance Plc. It is not a new principle. It embraces the relationships in which a duty to take positive action typically arises: contract, fiduciary relationships, employer and employee, school and pupil, health professional and patient. The list is not exhaustive ... There has sometimes been a tendency for the courts to use the expression "assumption of responsibility" when in truth the responsibility has been imposed by the court rather than assumed by D. It should not be expanded artificially». Η εξαίρεση της ανάληψης ευθύνης εξηγείται στην υπόθεση Spring v. Guardian Assurance plc [1995] 2 AC 296 από τον Λόρδο Goff ως εξής: «The wide scope of the principle recognised in Hedley Byrne is reflected in the broad statements of principle which I have quoted. All the members of the Appellate Committee in the case spoke in terms of the principle resting upon an assumption or undertaking of responsibility by the defendant towards the plaintiff, coupled with reliance by the plaintiff on the exercise by the defendant of due care and skill. Lord Devlin, in particular, stressed that the principle rested upon an assumption of responsibility when he said, at p.531, that "the essence of the matter in the present case and in others of the same type is the acceptance of responsibility." For the purpose of the case now before your Lordships it is, I consider, legitimate to proceed on the same basis. Furthermore, although Byrne itself was concerned with the provision of information and advice, it is clear that the principle in the case is not so limited and extends to include the performance of other services, as for example the professional services rendered by a solicitor to his client: see, in particular, Lord Devlin, at pp. 529-
- Accordingly where the plaintiff entrusts the defendant with the conduct of his affairs, in general or in particular, the defendant may be held to have assumed responsibility to the plaintiff, and the plaintiff to have relied on the defendant to exercise due skill and care, in respect of such conduct». Το τεστ αυτό είναι αντικειμενικό και συνίσταται στο κατά πόσο ο εναγόμενος έδρασε με τέτοιο τρόπο ώστε να εκλήφθηκε ότι ανέλαβε ευθύνη για τον ενάγοντα. Το κατά πόσο αναλήφθηκε τέτοια ευθύνη είναι θέμα γεγονότων και απαντάται στην βάση των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Μια Δημόσια Αρχή δεν θα εκληφθεί όμως ότι ανέλαβε ευθύνη για ένα ενάγοντα μόνο κάνοντας ότι απαιτείτο από αυτήν να πράξει ή είχε την εξουσία να πράξει σύμφωνα με τον Νόμο. Βέβαια τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων και ειδικά των Αγγλικών δεν είναι όμοια με τα γεγονότα στην παρούσα. Γίνεται όμως αναφορά σε αυτές προκειμένου να καταδειχθεί πώς εξετάζεται νομικά το θέμα της διαπίστωσης ύπαρξης ή μη καθήκοντος επιμέλειας από μια Δημόσια Αρχή. Ως έχει προαναφερθεί το καθήκον επιμέλειας δεν εξετάζεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην ορισμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την ζημιά και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη για να επιτύχουν λοιπόν οι Εναγόμενοι στις αξιώσεις τους θα πρέπει να αποδειχθεί εν πρώτοις ότι ο Ενάγοντας είχε έναντι τους συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας, η μη άσκηση ή η πλημμελής άσκηση του οποίου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς σε αυτούς. Ως έχει επίσης προαναφερθεί, στην περίπτωση των Δημόσιων Αρχών το κριτήριο για την διαπίστωση ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας έγκειται στην εφαρμογή των τριών προϋποθέσεων: της πρόβλεψης, της εγγύτητας και του δικαίου, ορθού και λογικού μέτρου. Ως επίσης προκύπτει από τα πιο πάνω μια Δημόσια Αρχή υπέχει καθήκον όσον αφορά παραλείψεις της είτε στην περίπτωση που βρίσκεται σε θέση ελέγχου όσον αφορά το πρόσωπο που προκαλεί ζημιά σε τρίτο και θα έπρεπε να προβλέψει το ενδεχόμενο τέτοιας ζημιάς εάν δεν ασκήσει εύλογη φροντίδα στην άσκηση του ελέγχου, είτε στην περίπτωση που λόγω της σχέσης της με τον ζημιωθέντα αναλαμβάνει ευθύνη έναντι αυτού να ασκήσει την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ο Ενάγοντας στην προκειμένη έδρασε ως Δημόσια Αρχή, η οποία έχει εκ του Νόμου την εξουσία να επιβάλλει φόρους και/ή δασμούς στους εισαγωγείς, η πληρωμή των οποίων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για αποδέσμευση και παραλαβή των εμπορευμάτων. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι εάν ως τέτοια Αρχή υπέχει κατά την εκτέλεση των πιο πάνω καθηκόντων του καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγομένων, που ήταν εισαγωγείς. Οι τελευταίοι δεν κάλεσαν μάρτυρες ως προς τα γεγονότα και η υπόθεση τους περιορίσθηκε στην αντεξέταση των μαρτύρων που κάλεσε ο Ενάγοντας. Από τα όσα τέθηκαν λοιπόν στους εν λόγω μάρτυρες αλλά και από τις τελικές αγορεύσεις τους προκύπτει ότι αυτό που οι Εναγόμενοι αποδίδουν στον Ενάγοντα είναι ότι παρέλειψε - δεν θέσπισε ελέγχους και διαδικασίες ικανές να εγγυηθούν την ασφαλή διεξαγωγή της εκτελώνισης εμπορευμάτων από τον χρόνο υποβολής μιας διασάφησης µέχρι τον χρόνο αποµάκρυνσης τους από την Αρχή Λιµένων, ώστε να διασφαλίζεται η πληρωμή των επιβληθέντων φόρων ή δασμών πριν την απομάκρυνση. Έμφαση δίδουν μάλιστα στην έλλειψη σχετικών Κανονισμών, γραπτών οδηγιών και εγκυκλίων τόσον όσον αφορά τις ενέργειες των λειτουργών του Τελωνείου όσο και σε σχέση με τις ενέργειες της Αρχής Λιμένων κατά τον έλεγχο για παράδοση των εμπορευμάτων. Εδώ να λεχθεί ότι στις αγορεύσεις τους αναφέρονται γενικά και αόριστα σε αμέλεια του Ενάγοντα, χωρίς όμως να προσδιορίζουν ποιο καθήκον επιμέλειας έναντι τους δεν εκτέλεσε και σε ποιο βαθμό. Αντίθετα στην κατάληξη τους αναφέρονται σε συμπεριφορά με την οποία ζημιώνουμε όλοι «ως φορολογούµενοι πολίτες αυτής της χώρας» και για «ζηµιά για την οποία υπεύθυνη να την αποφύγει είναι η Δηµοκρατία και εν προκειµένω το Τµήµα Τελωνείων». Αυτό που ισχυρίζονται λοιπόν στην ουσία δεν είναι ότι ο Ενάγοντας προέβη σε αμελείς πράξεις έναντι τους αλλά ότι οι παραλείψεις του επέτρεψαν στον αναφερόμενο τελωνειακό πράκτορα να παρακάμψει την υφιστάμενη διαδικασία και να πετύχει έτσι την παραλαβή των εισαχθέντων εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή των επιβληθέντων φόρων δηλ. να εξαπατήσει τον ίδιο τον Ενάγοντα. Αποδίδουν λοιπόν στον Ενάγοντα ότι παρέλειψε να λάβει εύλογα μέτρα για να εισπράξει τους επιβληθέντες φόρους πριν την παράδοση των εμπορευμάτων. Το συγκεκριμένο όμως καθήκον του Ενάγοντα ως Δημόσιας Αρχής είναι ασφαλώς δημόσιας φύσης και οφείλεται απέναντι στο Κράτος εφόσον το εκτελεί στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και υποχρέωσης που του ανατίθενται από το Νόμο και όχι έναντι του εισαγωγέα των εμπορευμάτων. Περαιτέρω ο Ενάγοντας δεν βρίσκεται σε θέση ελέγχου όσον αφορά τον τελωνειακό πράκτορα, ο οποίος αντίθετα είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του εισαγωγέα δηλ. στην προκειμένη των Εναγομένων. Ούτε και η σχέση μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να κριθεί ότι αυτός ανέλαβε ευθύνη έναντι των Εναγομένων να ασκήσει την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Θα πρέπει δε σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι με βάση τα όσα τέθηκαν από τους μάρτυρες του Ενάγοντα, οι έλεγχοι που γίνονταν και η διαδικασία που ακολουθείτο κατά τους επίδικους χρόνους για τον τελωνισμό και παραλαβή εισαχθέντων εμπορευμάτων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεπαρκείς ή πλημμελείς απλά και μόνο επειδή ο συγκεκριμένος τελωνειακός πράκτορας κατάφερε να δράσει με τρόπο ώστε να τους παρακάμψει και να εξαπατήσει τον Ενάγοντα. Ως προκύπτει από την μαρτυρία, πέραν της περίπτωσης του εν λόγω πράκτορα ουδέποτε στο παρελθόν παρατηρήθηκε κάτι τέτοιο, ούτε και υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που να έκανε τον Ενάγοντα να λάβει διαφορετικά μέτρα για την περίπτωση του Σιακίδη, ο οποίος εκτελούσε για πολλά χρόνια την εργασία του χωρίς να επιδείξει κάτι το μεμπτό ή που έχρηζε διαφορετικής μεταχείρισης. Εάν δε αναλογιστεί κανείς τον μεγάλο αριθμό των διασαφήσεων που διεκπεραιώνονταν και την μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων που τελωνίζονται και παραλαμβάνονται καθημερινά τότε η εν λόγω περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί μεμονωμένη, κάτι που δείχνει κιόλας ότι δεν ήταν εύλογα προβλεπτή. Όσον δε αφορά το ότι η σφραγίδα που ετίθετο στο πίσω μέρος του διατακτικού για σκοπούς αποδέσμευσης των εμπορευμάτων, βρισκόταν σε χώρο όπου μπορούσε να την χρησιμοποιήσει ο καθένας, που είναι ο μόνος ισχυρισμός που τίθεται με συγκεκριμένο τρόπο στις λεπτομέρειες αμέλειας που δικογραφούν οι Εναγόμενοι, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν ήταν αποφασιστικό στην διάπραξη της εξαπάτησης εκ μέρους του Σιακίδη, γιατί ως προέκυψε από τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 η εν λόγω σφραγίδα δεν ήταν απαραίτητη για τον σκοπό αυτό αλλά υπήρχε για σκοπούς ευκολίας, εφόσον τα όσα ανέγραφε μπορούσαν να τεθούν και χειρογράφως. Ως εξήγησε η Μ.Ε.1 το ουσιώδες ήταν η υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού επί αυτής και όχι η τοποθέτηση της και σίγουρα δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας υπέχει καθήκον και μάλιστα έναντι του εισαγωγέα να διασφαλίζει ότι ο τελωνειακός πράκτορας που ο τελευταίος εξουσιοδοτεί, δεν προβαίνει σε παράνομες ενέργειες όπως να πλαστογραφεί τα σχετικά με την αποδέσμευση των εμπορευμάτων έγγραφα. Στην βάση λοιπόν των πιο πάνω αλλά και όλων των λοιπών περιστάσεων κρίνεται ότι στην προκειμένη δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομολογία ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας ως Δημόσια Αρχή υπείχε, κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων του, καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγομένων. Σε κάθε δε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας έναντι των Εναγομένων και συναφώς αυτοί δεν δικαιούνται οποιεσδήποτε γενικές ή άλλες αποζημιώσεις αξιώνουν. Όσον δε αφορά την υπό (Β) αιτούμενη θεραπεία τους θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια της κατ' ισχυρισμό ζημιάς τους με τα όσα αποδίδουν στον Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι επέλεξαν να ασκήσουν Προσφυγή εναντίον της επιστολής - «Σημείωμα Απαίτησης» του Ενάγοντα (τεκμήριο 10), με την οποία αυτός τους καλούσε να καταβάλουν τους οφειλόμενους φόρους. Πέραν δε του ότι η Προσφυγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς έξοδα, καμία μαρτυρία προσκόμισαν με την οποία να αποδεικνύουν το ποσό που αξιώνουν ως δικηγορικά έξοδα για την δικαστική εκείνη διαδικασία. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την Ανταπαίτηση τους. Κατάληξη Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €13.658,56, με νόμιμο τόκο μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της παρούσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Αγωγή - Τελική - Οφειλόμενοι φόροι cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο