← Κύπρος

Α. Ν. ν. Λ.Μ., Αρ. Αγωγής: 1643/2018, 20/2/2019

Α. Ν. ν. Λ.Μ., Αρ. Αγωγής: 1643/2018, 20/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1643/2018 Μεταξύ: Α. Ν., από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Λ.Μ., από τη Λεμεσό Εναγόμενου -------------------- Αίτηση ημερ. 20.07.2018 Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2019 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μ. Φιλίππου Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Βασιλακκάς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως αυτό τροποποιήθηκε, παραθέτει, μεταξύ άλλων, δημοσιεύματα που αναρτήθηκαν από τον Εναγόμενο στο FACEBOOK την περίοδο Ιανουαρίου 2018 - Ιουλίου 2018 και αξιώνει την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων με τις οποίες να δηλώνεται ότι οι εν λόγω δημοσιεύσεις αναφέρονται στο πρόσωπο του. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελλο και/ή παραβίαση προσωπικών δεδομένων, καθώς επίσης και την έκδοση διαταγμάτων για διαγραφή των επίδικων δημοσιευμάτων και για δημόσια απολογία του Εναγόμενου. Ο Ενάγων (στο εξής «Αιτητής») καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση στις 20.07.18, η οποία μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου κατέστη δια κλήσεως και επιδόθηκε στον Εναγόμενο (στο εξής «Καθ' ου η αίτηση»). Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «A. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση από το να δημοσιεύει και/ή αναδημοσιεύει και/ή συντάσσει και/ή επανασυντάσσει και/ή κοινοποιεί και/ή αναρτά και/ή επαναμεταδίδει δυσφημιστικά και/ή κακόβουλα σχόλια γραπτά και/ή προφορικά και/ή άρθρα αναφορικά με τη προσωπικότητα και/ή την υπόληψη και/ή την εντιμότητα και/ή την επαγγελματική του υπόσταση του Αιτητή, το ίδιο και/ή παρόμοιο δημοσίευμα στην διαδικτυακή ιστοσελίδα «FACEBOOK» που αναφέρονται πιο κάτω ως ι) μέχρι νιι), μέχρι εκδίκασης της πιο πάνω αριθμού και τίτλου αγωγής και/ή σε οποιοδήποτε χρόνο κρίνει το σεβαστό σας δικαστήριο εύλογο και δίκαιο:
  2. i)κατά ή περί την ημερομηνία 29/06/2018 και ώρα 4:29μ.μ με περιεχόμενο ανάρτησης «Me megali m xara thelo n eyxaristiso tin Astinomiki dinami kyprou, gia TON XIRISMO TON KATAGKELION POU EXW ΚΑΝΙ SAN L.M. MELOS TIS S.K.O.L.E.M!!! Episis thelo n enimeroso olon ton kynigetiko kai skopeftiko kosmo oti o A.N. den einai pleon XXXX tou skopeftiriou lemesou., episis gia tis dikastikes katadikes pou exei o kyrios autos tha sas enimeroso graptos (m tipomena filadia sto skopeftirio lemesou)»,
  3. ii)σχόλιο κατά ή περί την ημερομηνία 29/06/2018 και ώρα 4:29μ.μ με περιεχόμενο ανάρτησης «File m distixos kai esy opos kai parapoli aloi exoun pesi stin apati tou prion XXXX tou skopeftiriou ke sas ksegelase... Elpizo apo vdomada pout ha katharisoume apo ayta ola to simnoulio mazi me ton nomiko simvoulio na vri kapia lisi sosti kai gia tis dyo plevres!!», iii) σχόλιο κατά ή περί την ημερομηνία 29/06/2018 και ώρα 4:01 μ.μ με περιεχόμενο ανάρτησης «Pros PROIN XXXX tou skopeftiriou lemesou AYRIO TA KLIDIA STO S.E.», ιν) σχόλιο κατά ή περί 4 Ιουλίου 2018 «οχί mono exei moutra ala exei kai kosmo pou ton prostatevi giati exoun simferonta. Tha tous mathi t PediA tous n einai athlites» «epitelous prepi olio n katalavome oti osoi kanoun kako sti skopovoli epivalete n pane spiti tous»
  4. v)σχόλιο κατά ή περί το μήνα Ιούλιο του 2018 «einai epitelous keros n katalavoun oti to skoftirio mas exei swsto pleon simvoulio, kai den tha kani o kathe asxetos oti theli...» νι) σχόλιο κατά ή περί το μήνα Ιούλιο του 2018 «file m enoite exoun ksefelasi ton kosmo. Eplirosan gia taytotites ala telika tou exoun ksegelasi.. opios theli perisoteres plirofories as epikinonisi mazi m» vii) σχόλιο κατά ή περί 4 Ιουλίου 2018 «Ta ypolipa opos sas yposxethika!!! Ta eysima ston olympioniki mas». τα οποία πιο πάνω ι) μέχρι νιι) αναφέρονται στον προσωπικό λογαριασμό FACEBOOK του Καθ' ου η αίτηση εις βάρος του Αιτητή. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τον Καθ' ου η Αίτηση εν γένει και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτού και/ή άλλως πως, από το να δυσφημούν με οποιοδήποτε τρόπο γραπτό και/ή προφορικό και/ή να προβαίνουν σε δηλώσεις και/ή να δημοσιεύουν και/ή να προκαλούν τη συγγραφή και/ή τη διανομή εντύπων και/ή αναρτούν στην διαδικτυακή ιστοσελίδα FACEBOOK σχόλια και\ή άρθρα ή οτιδήποτε άλλο περιέχει λέξεις και/ή φράσεις ιδίων και ή παρόμοιων και/ή οιωνδήποτε δυσφημιστικών κειμένων και/ή λιβέλλων οι οποίες ψευδώς και/ή σφαλμένα και/ή συκοφαντικά και/ή εσκεμμένα και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα δυσφημούν τον Ενάγοντα/Αιτητή, την προσωπικότητα, το επαγγελματικό κύρος, υπόληψη του, προκαλούν γενικό μίσος κα/ή χλεύη και/η περιφρόνηση εις βάρος του Ενάγοντα, την ηθική ακεραιότητα του Ενάγοντα και αποδίδει ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση εις βάρος του Ενάγοντα, προσβάλει το ήθος, το κύρος, την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του και/ή άλλως του Αιτητή, μέχρι εκδίκασης της πιο πάνω αριθμού και τίτλου αγωγής και/ή σε οποιοδήποτε χρόνο κρίνει το σεβαστό σας δικαστήριο εύλογο και δίκαιο. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διαττάττει τον Καθ' ου η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών και/ή άλλως πως όπως προβούν σε άμεση επανόρθωση διά της ανακατασκευής του επίδικου δημοσιεύματος και/ή σχολίου και/ή άρθρου στην διαδικτυακή ιστοσελίδα FACEBOOK και/ή της προβολής και/ή κοινοποίησης δημόσιας ανακοίνωσης και/ή διά της γραπτής και/ή προφορικής απόσυρσης του επίδικου δημοσιεύματος και/ή σχολίου και/ή ομιλίας και/ή δυσφημιστικών δηλώσεων προφορικών και/ή εφημερίδας και/ή δημοσίου εντύπου παγκύπριας και/ή ευρείας μετάδοσης και/ή στην διαδικτυακή ιστοσελίδα FACEBOOK και/ή στον προσωπικό λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση στην διαδικτυακή ιστοσελίδα FACEBOOK, με την ένδειξη δημόσια ανάρτηση (PUBLIC) και/ή σε περίοπτη δημόσια θέση ως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει και/ή ορίσει ως εύλογο υπό τις περιστάσεις, μέχρι εκδίκασης της πιο πάνω αριθμού και τίτλου αγωγής και/ή σε οποιοδήποτε χρόνο κρίνει το σεβαστό σας δικαστήριο εύλογο και δίκαιο. Δ. Οποιοδήποτε άλλο και/ή περαιτέρω διάταγμα και/ή οποιεσδήποτε άλλες θεραπείες και/ή παρεπόμενες οδηγίες θεωρήσει το Δικαστήριο εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή ημερομηνίας 20.07.18, 14.01.19 και 24.01.19, καθώς επίσης και από την ένορκη δήλωση της Μ. Β. ημερομηνίας 31.10.18. Στην αρχική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 20.07.18 ο Αιτητής αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι υπήρξε αθλητής σκοποβολής και συμμετείχε σε 4 Ολυμπιάδες. Σήμερα είναι ενταγμένος στο σχέδιο επαγγελματικής αποκατάστασης, είναι μέλος του Κ.Ο.Α και διευθυντής άνευ απολαβών της εταιρείας STASENIA INVESTMENTS LTD η οποία είναι η διαχειρίστρια εταιρεία του Σκοπευτηρίου Λεμεσού. Ως διευθυντής του Σκοπευτηρίου Λεμεσού έλαβε επιστολή από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού με την οποία πληροφορήθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε στέρηση άδειας κυνηγίου και άδειας μεταφοράς κυνηγετικού όπλου για περίοδο 3 ετών από 03.11.17 - 03.11.20. Ως αποτέλεσμα του εν λόγω διατάγματος ο Καθ' ου η αίτηση στερήθηκε και της ειδικής άδειας μεταφοράς όπλου για σκοπούς εκγύμνασης. Κατόπιν τούτου ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορούσε να προπονείται ή να αγωνίζεται. Έκτοτε ο Καθ' ου η αίτηση κήρυξε «πόλεμο» εναντίον του και συγκεκριμένα τον απειλούσε τηλεφωνικά ή μέσω άλλων προσώπων και τον δυσφημούσε. Πιο συγκεκριμένα ο Καθ' ου η αίτηση ψευδώς, εσκεμμένα και παραπλανητικά αναρτά άρθρα και σχόλια στον προσωπικό λογαριασμό του στο FACEBOOK τα οποία δυσφημούν την προσωπικότητα, το ήθος, το κύρος, την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του. Για τις προαναφερόμενες δημοσιεύσεις ενημερώθηκε από φιλικά του πρόσωπα καθώς ο ίδιος δεν διατηρεί λογαριασμό στο FACEBOOK. Μετά που περιήλθαν σε γνώση του τα πιο πάνω γεγονότα αποτάθηκε σε δικηγόρο και στις 10.07.18 απέστειλε μέσω του δικηγόρου του παράπονο στο γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ο Αιτητής παραθέτει λεπτομέρειες των δυσφημιστικών δημοσιεύσεων του Καθ' ου η αίτηση στο FACEBOOK ημερομηνίας 29.06.18 και 04.07.18 οι οποίες και επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης. Επίσης ο Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του ημερομηνίας 06.06.18 η οποία απευθύνεται στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, στον Κ.Ο.Α και στην Σκοπευτική Ομοσπονδία Κύπρου τον συκοφαντεί προσβάλλοντας το επαγγελματικό του κύρος αλλά και την ηθική ακεραιότητα, υπόληψη και αξιοπρέπεια του. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στην αρχική ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 5, ενώ ως Τεκμήριο 6 επισυνάπτεται η απαντητική επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 29.06.18. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.01.19 ο Αιτητής αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης περιήλθε σε γνώση του δημοσίευση που έγινε στον λογαριασμό FACEBOOK που διατηρεί ο Καθ' ου η αίτηση η οποία είναι και πάλι δυσφημιστικού περιεχομένου. Η εν λόγω δημοσίευση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 14.01.19. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν καλεσμένος σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 07.12.18 και στα πλαίσια της εν λόγω εκπομπής προέβηκε σε δηλώσεις ανακριβών και εσφαλμένων στοιχείων εναντίον του οι οποίες και πάλι προσβάλλουν την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του. Η ηχογράφηση της προαναφερόμενης ραδιοφωνικής εκπομπής επισυνάπτεται σε ηλεκτρονική μορφή (usb) ως Τεκμήριο 2 σε νέα συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 24.01.19. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση παρατίθενται και απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα των δυσφημιστικών δηλώσεων που έγιναν από τον Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της ραδιοφωνικής εκπομπής ημερ. 07.12.18. Η υπό κρίση αίτηση, ως ήδη αναφέρθηκε, υποστηρίζεται και από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.18 της Μ.B., δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή ήλθε σε γνώση του δημοσίευμα το οποίο αναρτήθηκε στον προσωπικό λογαριασμό FACEBOOK που διατηρεί ο Καθ' ου η αίτηση και περιλαμβάνει δυσφημιστικά σχόλια εις βάρος του Αιτητή. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του υπό αναφορά δημοσιεύματος. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε στις 24.09.18 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείροντας 12 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ο Αιτητής εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς και/ή δηλώσεων του σε έγγραφα στην προώθηση της παρούσας αίτησης η οποία είναι καταχρηστική. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αίτηση παραβιάζει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση και/ή το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Τα σχόλια του Καθ' ου η αίτηση είναι έντιμα, ειλικρινή και αφορούν θέματα δημοσίου συμφέροντος. Ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ν.A. ημερ. 24.09.18 και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση ημερ. 04.02.19. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 24.09.18 η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής παρέπεμψε το όλο ζήτημα στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ως εκ τούτου η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική εφόσον επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα με διαφορετικούς τρόπους. Από την άλλη, εφόσον οι επίδικες δημοσιεύσεις αφορούν προσωπικά δεδομένα του Αιτητή, τότε ο ίδιος δημιουργεί κώλυμα, αφού για το αδίκημα της δυσφήμισης υπάρχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Ο Αιτητής είναι δημόσιο πρόσωπο και οι επίδικες δημοσιεύσεις αφορούν πραγματικά γεγονότα και περιστατικά τα οποία έλαβαν χώρα υπό την ιδιότητα του Αιτητή ως δημοσίου προσώπου και συνεπώς συνιστούν έντιμα σχόλια για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Ο Αιτητής δεν παρουσιάζει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ενώ με ένα εκ των αιτουμένων διαταγμάτων ζητείται η απαγόρευση επαναδημοσίευσης, εντούτοις δεν υποστηρίζεται ότι υπήρξε άλλη δημοσίευση ή σχόλιο μετά τις 04.07.18. Αυτό το οποίο ουσιαστικά επιδιώκει ο Αιτητής είναι την τιμωρία του Καθ' ου η αίτηση επειδή ο τελευταίος παραπονέθηκε για ενέργειες του πρώτου στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας. Τυχόν δε επιτυχία της αίτησης θα οδηγήσει σε μία ανεπίτρεπτη παραβίαση του δικαιώματος έκφρασης του Καθ' ου η αίτηση. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 04.02.19 ο Καθ' ου η αίτηση απαντά στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τη μεριά του Αιτητή στις 31.10.18, 14.01.19 και 24.01.19. Συγκεκριμένα σε σχέση με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.31.10.18, ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι ζήτησε από τον φίλο του Κ.Φ., ο οποίος έχει γνώσεις επεξεργασίας ηλεκτρονικών αρχείων, να εντοπίσει όλες τις αναρτήσεις που έγιναν στον λογαριασμό του στο FACEBOOK. Πράγματι ο Κ.Φ. μετέφερε όλες τις αναρτήσεις του Καθ' ου η αίτηση της περιόδου 31.12.17 - 02.02.18 σε έγγραφο της WORD το οποίο στη συνέχεια εκτύπωσε. Το εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι η ισχυριζόμενη δημοσίευση που περιλαμβάνεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.18 δεν έγινε από τον ίδιο και δεν σχετίζεται με τον λογαριασμό του στο FACEBOOK. Σε σχέση με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ. 14.01.19 και 24.01.19, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η δημοσίευση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 14.01.19 αφορά την αγωγή με αρ.2627/18 και το διάταγμα ημερ. 26.11.18 που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και ως εκ τούτου είναι προνομιούχα βάσει του άρθρου 20

(1)(ε) του Κεφ.
  1. Όσον αφορά τη ραδιοφωνική εκπομπή ημερ. 07.12.18, δεν συντελέστηκε οποιαδήποτε δυσφήμιση του Καθ' ου η αίτηση, αφού τα όσα λέχθηκαν καλύπτονται επίσης από προνόμιο καθώς αφορούσαν το κλείσιμο του Σκοπευτηρίου στα πλαίσια της αγωγής με αρ.2627/
  2. Περαιτέρω, ο Αιτητής απέκρυψε ότι ήταν σε γνώση του το θέμα της προαναφερθείσας εκπομπής και ότι κλήθηκε να λάβει μέρος σε αυτήν. Μάλιστα, στα πλαίσια της εκπομπής δεσμεύτηκε όπως παρουσιαστούν μαζί στις 14.12.18 προκειμένου να γίνει δημόσιος διάλογος για τα θέματα του Διεθνούς Σκοπευτηρίου Λεμεσού. Παρά ταύτα ο Αιτητής λίγες μέρες πριν την προγραμματισμένη ραδιοφωνική συνάντηση ενημέρωσε τη ραδιοφωνική παραγωγό ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει. Η προαναφερόμενη συμπεριφορά του Αιτητή συνιστά κώλυμα για τον ίδιο, ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του. Σε κάθε περίπτωση δεν συντελέστηκε οποιαδήποτε δυσφήμιση του Αιτητή, είτε με τη δημοσίευση (Τεκμήριο 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ.14.01.19), είτε με τη ραδιοφωνική εκπομπή ημερ. 07.12.
  3. Καταληκτικά ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι, εξ' όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, επιτρέπεται η άσκηση κριτικής σε δημόσια πρόσωπα. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ.ά) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Συμπεράσματα Προδικαστικές ενστάσεις Προτού εισέλθω στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά προτεραιότητα δύο ζητήματα τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση εγείρει υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων. Το πρώτο ζήτημα αφορά τη θέση του κ. Βασιλακκά ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η εν λόγω θέση του στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας συνίσταται στο ότι παρατηρείται σημαντική καθυστέρηση εφόσον μέχρι σήμερα ο Αιτητής δεν έχει καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης. Η εισήγηση του κ. Βασιλακκά δεν με βρίσκεται σύμφωνο. Σημειώνω ότι η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν στις 20.07.18 και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως αυτή καταστεί διά κλήσεως. Η διαδικασία καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση ολοκληρώθηκε στις 04.02.
  1. Παράλληλα ο Αιτητής καταχώρησε στις 19.12.18 αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης του Καθ' ου η αίτηση να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης το οποίο εν τέλει καταχωρήθηκε στις 16.01.
  2. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο έγκειται, κατά την άποψη μου, στο ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα και επομένως η παρούσα δεν εντάσσεται σε εκείνη την κατηγορία των περιπτώσεων όπου ο Αιτητής με την εξασφάλιση ενός προσωρινού διατάγματος επαναπαύεται και παραλείπει να προωθήσει με την δέουσα επιμέλεια την υπόθεση του. Στη βάση των δεδομένων που έχουν παρατεθεί πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση τέτοια καθυστέρηση η οποία να οδηγεί σε συμπέρασμα κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας. Ο δεύτερος πυλώνας συνίσταται στη θέση ότι προωθούνται περισσότερες διαδικασίες προς επίτευξη όμοιων σκοπών. Συγκεκριμένα ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση παραπέμπει στο παράπονο που υπέβαλε ο Αιτητής στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Τεκμήριο 2 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση του συνηγόρου, δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας. Η υποβολή παραπόνου στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είναι ανεξάρτητη διαδικασία και μάλιστα εξωδικαστικού χαρακτήρα. Συνεπώς η νομολογία που επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του προς υποστήριξη της εισήγησης του δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον αυτή αναφέρεται σε προώθηση παράλληλων δικαστικών διαδικασιών προς επίτευξη όμοιου σκοπού. Στα πλαίσια της προδικαστικής ένστασης περί κατάχρησης της διαδικασίας ο κ. Βασιλακκάς αναφέρεται και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Τα εν λόγω σημεία για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης της παρούσας απόφασης θα σχολιαστούν κατά την εξέταση του δεύτερου κριτηρίου του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Η δεύτερη τώρα προδικαστική ένσταση βασίζεται στη θέση ότι ο Αιτητής κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς του στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Εξειδικεύοντας την εν λόγω εισήγηση του ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δημιούργησε κώλυμα στον εαυτό του εφόσον με το Τεκμήριο 2 της αρχικής ένορκης του δήλωσης παραδέχεται την αλήθεια των επίδικων δημοσιευμάτων. Περαιτέρω, όσον αφορά τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ. 14.01.19 και 24.01.19 που αφορούν τη ραδιοφωνική εκπομπή ημερ. 07.12.18, ο κ. Βασιλακκάς υποστηρίζει ότι αφενός ο Αιτητής γνώριζε αφενός το θέμα της εν λόγω εκπομπής και αφετέρου στα πλαίσια αυτής δεσμεύτηκε να παρουσιαστεί για διεξαγωγή δημόσιου διαλόγου, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Τα προαναφερόμενα δεν συνιστούν, κατά την κρίση μου, κώλυμα λόγω συμπεριφοράς. Μελετώντας το παράπονο που υποβλήθηκε στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν διαπιστώνω ότι ο Αιτητής παραδέχεται ότι τα όσα του καταλογίζει ο Καθ' ου η αίτηση είναι αληθή. Όσον αφορά τη ραδιοφωνική εκπομπή, η γνώση του Αιτητή ως προς το θέμα της εκπομπής ή η δέσμευση του να παρουσιαστεί και να διεξαγάγει δημόσιο διάλογο δεν δημιουργεί καθ' οιονδήποτε τρόπο κώλυμα στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας πολύ δε περισσότερο από την στιγμή που τελικά δεν έλαβε μέρος στην προγραμματιζόμενη για τις 14.12.18 εκπομπή. Μετά την επίλυση των προδικαστικών ζητημάτων θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Προϋποθέσεις άρθρου 32 Ν.14/60 Όπως προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τις αξιούμενες θεραπείες, η βασική αιτία αγωγής που επικαλείται ο Αιτητής είναι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης στην οποία μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 17 και 18 του Κεφ.
  5. Συνεπώς, θεωρώ ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η προσφερόμενη μαρτυρία αποκαλύπτει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Είναι αυτόδηλο ότι η μαρτυρία εξετάζεται μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς του άρθρου 32 του Ν.14/60, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή σε εις βάθος εξέτασή της ή σε διατύπωση ευρημάτων (Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 και Recnex Trading Ltd κ.α ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση αρ, 71/11 ημερ. 16.04.14). Περαιτέρω, όπως έχει κατά κόρον τονισθεί στη νομολογία, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ A.A.Δ 1802). Εν προκειμένω ο Αιτητής παραθέτει λεπτομέρειες των δημοσιεύσεων στις οποίες προέβη ο Καθ' ου η αίτηση και οι οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είναι δυσφημιστικές ως προς το πρόσωπο του. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται ότι προέβη στις εν λόγω δημοσιεύσεις, με εξαίρεση τη δημοσίευση που του αποδίδεται με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31.10.18, ούτε και ότι αυτές αφορούν το πρόσωπο του Αιτητή. Ό,τι ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση είναι ότι το περιεχόμενο των επίδικων δηλώσεων του δεν είναι δυσφημιστικό και εν πάση περιπτώσει είναι αληθές το περιεχόμενο τους. Προτού εξετάσω κατά πόσο ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60, θεωρώ ορθό να εξετάσω τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, που αποτελεί μέρος της πρώτης προδικαστικής ένστασης του για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, δηλαδή ότι οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ. 31.10.18, 14.01.19 και 24.01.19 δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα θα ασχοληθώ με τα διαδικαστικά ζητήματα που εγείρει ο Καθ' ου η αίτηση. Ξεκινώ από την ένορκη δήλωση ημερ.31.10.18 σε σχέση με την οποία εισηγείται ο κ. Βασιλακκάς ότι θα πρέπει να αγνοηθεί διότι δεν υπογράφεται από τον Αιτητή, αλλά από δικηγόρο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Η εν λόγω διαπίστωση δεν συνιστά, κατά την άποψη μου, λόγο για απόρριψη της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ.31.10.18. Η Δ.48 θ.4
(2)δεν καθορίζει ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση πρέπει να υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο που υπογράφει την αρχική, ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου ότι σε περιπτώσεις αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων οι υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις πρέπει να υπογράφονται αποκλειστικά από τον Αιτητή. Αντιθέτως, θεωρώ ότι η διατύπωση της Δ.48 θ.4
(2)παρέχει τη δυνατότητα καταχώρησης ενόρκων δηλώσεων και από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν προβεί αρχικά στην καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Τα προαναφερόμενα επιβεβαιώνονται και από την υπόθεση A. Messios Sons Ltd κ.α ν. Ανδρέα A. Λεωνίδα (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Στη συγκεκριμένη υπόθεση είχε καταχωρηθεί αίτηση επαναφοράς έφεσης, η οποία υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των εφεσειόντων. Μετά την καταχώρηση ένστασης η πλευρά των εφεσειόντων ζήτησε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τόσο από την ίδια τη δικηγορική υπάλληλο, όσο και από τον δικηγόρο ο οποίος είχε τον χειρισμό της υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας την καταχώρηση των δύο προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέκυπτε ζήτημα ανεπίτρεπτης μαρτυρίας έτσι ώστε να προχωρήσει σε απόρριψη της σχετικής αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όσον αφορά τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ.14.01.19 και 24.01.19, ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι θα πρέπει να αγνοηθούν διότι τα ζητήματα που εγείρονται σε αυτές εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής, όπως αυτά καθορίστηκαν στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα ζητήματα που εγείρονται με τις υπό αναφορά ένορκες δηλώσεις σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, αφού προβάλλονται ισχυρισμοί περί δυσφημιστικών δηλώσεων του Καθ' ου η αίτηση προς το πρόσωπο του Αιτητή. Όπως αναφέρθηκε κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 η βασική αιτία αγωγής που επικαλείται ο Αιτητής συνίσταται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Επομένως, οι εν λόγω ισχυρισμοί συνδέονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Το γεγονός τώρα ότι οι ισχυριζόμενες δυσφημιστικές δηλώσεις έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης, επίσης δεν οδηγούν σε απόρριψη των υπό αναφορά συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Υπενθυμίζω ότι ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.09.18 ισχυρίζεται ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε δημοσίευση ή σχόλιο μετά τις 04.07.
  2. Επομένως, οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής θα διαδραματίσουν ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Παράλληλα, σημειώνω και την εξής παράμετρο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση δεν έφερε ένσταση στα προφορικά αιτήματα με τα οποία ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, τα οποία και εκδόθηκαν εκ συμφώνου. Εάν θεωρούσε ότι με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις θα προβάλλονταν ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα, το κατάλληλο στάδιο για να εγερθεί ένσταση επί του ότι δεν αποκαλύφθηκε καλός λόγος για την καταχώρηση τους ήταν ο χρόνος υποβολής των αιτημάτων. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στα διαδικαστικά ζητήματα, θεωρώ ότι η δήλωση του Αιτητή στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ.14.01.19 και 24.01.19 ότι αυτές έγιναν κατόπιν γνώσης και καθοδήγησης που έλαβε από τη δικηγόρο του δεν οδηγεί σε απόρριψη τους. Καταρχάς δεν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του Αιτητή, εφόσον, ως είναι καλά γνωστό, το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν καταλήγει σε ευρήματα αξιοπιστίας. Περαιτέρω, η επίμαχη δήλωση του Αιτητή δεν έγινε σε σχέση με το πλήρες περιεχόμενο των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων του, αλλά μόνο σε σχέση με τα νομικά σημεία τους. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται, κατά την άποψη μου, οτιδήποτε μεμπτό στις εν λόγω δηλώσεις του Αιτητή. Μετά την επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων, θα προχωρήσω στην ουσιαστική εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι είναι θέμα γεγονότων και κριτήριο είναι η έννοια που αποδίδεται σε αυτό από λογικά σκεπτόμενα πρόσωπα και όχι η φύση της πρόθεσης του Εναγόμενου. Γενικά, δημοσίευμα θεωρείται δυσφημιστικό, όταν, με αυτό, καταλογίζεται σε κάποιον που κατέχει οποιοδήποτε αξίωμα ή θέση ανέντιμη ή δόλια συμπεριφορά, ή οποιαδήποτε άλλη μη αποδεκτή συμπεριφορά, ή ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (Κωμοδρόμος ν. Παπαναστασίου Πολ. Έφεση αρ.110/10 ημερ. 03.01.14) Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες νομικές αρχές, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, θεωρώ ότι παρέχεται έρεισμα προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 σε σχέση με ορισμένα εκ των επίδικων δημοσιευμάτων. Συγκεκριμένα τα δημοσιεύματα που καταγράφονται στις παραγράφους Β, Δ και Θ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως αυτό τροποποιήθηκε και τα οποία περιλαμβάνονται στην αρχική ένορκη δήλωση ημερ.20.07.18 δημιουργούν αντικειμενικά και εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι προσβάλλουν την αξιοπρέπεια, την εντιμότητα και το κύρος του Αιτητή. Αυτό διότι αποδίδουν στον Αιτητή κακή άσκηση των καθηκόντων του, εξαπάτηση και εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων εις βάρος του αθλήματος της σκοποβολής. Επαναλαμβάνω ότι από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυριζόμενες δημοσιεύσεις ή ότι αυτές αναφέρονται στο πρόσωπο του Αιτητή, με εξαίρεση τη δημοσίευση που περιλαμβάνεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.
  4. Ανοίγω στο σημείο αυτό μία παρένθεση για να αναφέρω ότι η δημοσίευση που περιλαμβάνεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.18 θα αγνοηθεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ο Αιτητής δεν έχει απαντήσει στους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση ότι η σχετική δημοσίευση δεν έγινε από τον ίδιο και δεν περιλαμβάνεται στον λογαριασμό που διατηρεί στο FACEBOOK. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι στην υπό αναφορά συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για το ότι το ισχυριζόμενο δημοσίευμα δεν περιήλθε σε γνώση του Αιτητή κατά τον χρόνο καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης, αφήνει, κατά την κρίση μου, εντελώς μετέωρο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Επανέρχομαι στα της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 για να σημειώσω ότι δεν παραβλέπω ότι ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν έντιμα σχόλια για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Επίσης δεν παραβλέπω ότι σε σχέση με τα σχόλια του στη ραδιοφωνική εκπομπή που συμμετείχε ισχυρίζεται ότι είναι προνομιούχα καθώς εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 20
(1)(ε) του Κεφ.148. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση αποτελούν εκ του νόμου αναγνωρισμένες υπερασπίσεις (βλ. άρθρα 19(α) - (γ) και 20
(1)(ε) του Κεφ.148). Για να διαπιστωθεί όμως κατά πόσο ευσταθούν οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις απαιτείται ανάλυση της μαρτυρίας προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο σε τελικά ευρήματα. Σύμφωνα με την παρατεθείσα νομολογία, αυτή η διεργασία δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο. Όπως τονίστηκε στη Recnex Trading Ltd κ.α ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω) η διατύπωση τελικών συμπερασμάτων γίνεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Η τρίτη τώρα προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 εξετάζεται κατά κανόνα υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί ικανοποιητική και επαρκή υπό τις περιστάσεις θεραπεία. Ωστόσο, όπως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ 1245, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια. Τονίστηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην παρούσα περίπτωση, όπου η βασική αιτία αγωγής συνίσταται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, θεωρώ ότι η απονομή αποζημιώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αποτελέσει επαρκή θεραπεία σε περίπτωση που ο Αιτητής επιτύχει στην αγωγή. Η σπίλωση του ονόματος ενός προσώπου είναι αναμενόμενο ότι θα προκαλέσει σε αυτόν ζημιά η οποία εκ των πραγμάτων είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήματα. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην δυνατότητα του να αποζημιώσει χρηματικά τον Αιτητή. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Επιπρόσθετες προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος σε υποθέσεις δυσφήμισης Η μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει ότι στις περιπτώσεις που ζητούνται προσωρινά διατάγματα σε υποθέσεις δυσφήμισης το Δικαστήριο ασκεί με ιδιαίτερη φειδώ την εξουσία έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων εφαρμόζοντας μάλιστα επιπρόσθετα κριτήρια. Ο λόγος που αντιμετωπίζονται με διστακτικότητα διατάγματα αυτής της φύσης έγκειται στην προστασία της ελεύθερης έκφρασης η οποία διασφαλίζεται συνταγματικά δυνάμει του άρθρου 19 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Κωμοδρόμος ν. Παπαναστασίου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις έκδοσης απαγορευτικών προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης δεν αρκεί η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της έκδοσης απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων ή δηλώσεων έχει, κατ' επανάληψη, απασχολήσει τα δικαστήρια. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν αρκεί η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων του ΄Αρθρου 32 του Ν. 14/60, και όλων όσα νομολογιακά[3] καθορίστηκαν, αλλά θα πρέπει τα κείμενα ή οι δηλώσεις να είναι αναμφίβολα δυσφημιστικά, εάν προβάλλεται η υπεράσπιση της αλήθειας, αυτή να μην μπορεί να ευσταθήσει, να μην υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει, εκτός από τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα, και, τέλος, να υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης της δυσφήμισης. Στην Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ. 78, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 85-87) «Στην Κύπρο το θέμα εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση C.T. Tobacco Limited ν. Της Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ και ΄Αλλοι
(2003)1 Α.Α.Δ. 853, στην οποία καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφήμισης, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (
  1. i)Η δήλωση που θα επακολουθήσει πρέπει να είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. ... ... ... ... ... ... ... .. .... ... ... ... ... ... ... ... ... .. .... ... (
  2. ii)Η υπεράσπιση που θα προβληθεί από τον εναγόμενο είναι εκείνη της αλήθειας (Justification). Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων, όταν ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι το επίδικο κείμενο είναι ψευδές (Quartz Hill Consolidated Gold Mining company v. Beall [1882] Ch. D. 501). ΄Οταν ο εναγόμενος θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα εκτός αν πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. ... ... ... ... ... ... ... ... .. .... ... ... ... ... ... ... ... ... .. .... ... (iii) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει. Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για τη μη επανάληψη μιας δυσφήμισης, όταν η απειλούμενη δυσφήμιση μπορεί να είναι προνομιούχος, εκτός από περιπτώσεις στις οποίες υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα (maliciously). ...» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 οι επίδικες δημοσιεύσεις που καταγράφονται στις παραγράφους Β, Δ και Θ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως τροποποιήθηκε, είναι, αντικειμενικά και εκ πρώτης όψεως κρινόμενες, δυσφημιστικές. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση ο Καθ' ου η αίτηση, πέραν της απλής αναφοράς του ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς, δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις αναφορές του ότι ο Αιτητής ξεγέλασε και εξαπάτησε άλλα πρόσωπα, ότι τυγχάνει προστασίας από άτομα που έχουν συμφέροντα και ότι βλάπτει το άθλημα της σκοποβολής. Ο απλός ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι οι επίδικες δηλώσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν είναι αρκετός για να οδηγήσει σε άρνηση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (βλ. υποσημ. με αρ.428 σελ.367 - 368 του συγγράμματος «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης» του Π. Πολυβίου). Στη βάση των προαναφερόμενων δεδομένων, χωρίς ασφαλώς να προβαίνω σε τελικές διαπιστώσεις, θεωρώ ότι δεν παρέχεται έρεισμα προς επιτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε ανεπίτρεπτα σε πλήρη παραγνώριση ή υποβάθμιση του δικαιώματος της υπόληψης. Από την άλλη ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση ότι ο Αιτητής είναι διευθυντής στην εταιρεία Stasenia Investments Ltd είναι κοινά αποδεκτός. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε συμπέρασμα ή σε υπόνοια εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων και δη οικονομικών. Επί τούτου σημειώνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση με επιστολή του η οποία λήφθηκε από τον Κ.Ο.Α στις 08.06.18 (Τεκμήριο 5 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή) προέβη σε καταγγελίες εναντίον του Αιτητή για πιθανό αθέμιτο πλουτισμό οι οποίες περιλαμβάνουν και το γεγονός ότι κατέχει θέση διευθυντή στην εταιρεία Stasenia Investments Ltd. Η εν λόγω επιστολή απευθύνεται μάλιστα και στον Γενικό Ελεγκτή. Συνεπώς θα ήταν φρονιμότερο να αναμένει ο Καθ' ου η αίτηση την έκβαση της καταγγελίας του που αφορά και το ζήτημα της συμμετοχής του Αιτητή στην προαναφερόμενη εταιρεία, αντί να καταφέρεται δημόσια εναντίον του. Όσον αφορά την υπεράσπιση του προνομίου του άρθρου 20
(1)(ε) του Κεφ.148 θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της με επιτυχία. Από τη διατύπωση του άρθρου 20
(1)(ε) του Κεφ.148 είναι προφανές ότι αυτό αφορά δημοσιεύσεις που γίνονται σε δικαστική διαδικασία και όχι οπουδήποτε αλλού (βλ. σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις» Τόμος 1 των κκ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου σελ.73 ). Στην προκείμενη περίπτωση οι επίδικες δημοσιεύσεις δεν έγιναν στη δικαστική διαδικασία, αλλά στο FACEBOOK. Ολοκληρώνοντας την εξέταση των ιδιαίτερων προϋποθέσεων που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης σημειώνω ότι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία περί πρόθεσης επανάληψης των ισχυριζόμενων δυσφημιστικών δηλώσεων. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ανάρτηση που έγινε στο FACEBOOK στις 04.12.18 και στη ραδιοφωνική εκπομπή ημερ.07.12.18 (Τεκμήριο 1 των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ημερ.14.01.19 και 24.01.19 αντίστοιχα). Ισοζύγιο της ευχέρειας Έχοντας εξετάσει τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, καθώς και τα επιπρόσθετα κριτήρια που τάσσει η νομολογία στις περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ 788 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Σε ένα κράτος δικαίου τα δικαιώματα που απολαμβάνει ένας πολίτης οριοθετούνται από τα δικαιώματα των υπολοίπων πολιτών. Η άσκηση ενός δικαιώματος δεν μπορεί να οδηγεί στην κατάργηση ή την καταπάτηση του δικαιώματος κάποιου άλλου. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην κατάλυση του κράτους δικαίου και στην επικράτηση της αναρχίας. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, σε σχέση με το οποίο το άρθρο 19.3 του Συντάγματος αναφέρει ότι υπόκειται σε περιορισμούς οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων άλλων προσώπων. Στην υπόθεση Κωμοδρόμος ν. Παπαναστασίου (ανωτέρω) λέχθηκαν επί του εν λόγω σημείου τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι σήμερα είναι αποδεκτό ότι η έκταση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη. Ο περιορισμός, όμως, αυτός δεν μπορεί να φτάνει σε σημείο κατάργησής του, όταν, μάλιστα, η φήμη ανθρώπων σε θέσεις και αξιώματα αποκτάται μετά από σκληρή εργασία και προσήλωση σε αρχές». Στην Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1Α Α.Α.Δ 715 αναφέρθηκαν και τα εξής επίσης σχετικά: «Είναι ιδιαίτερης σημασίας να τονιστεί σ' αυτό το στάδιο ότι η διάδοση γεγονότων, πληροφοριών, σχολίων και γνωμών, που αποτελεί δικαίωμα, αλλά και εχέγγυο βέβαια της ελευθεροτυπίας, πρέπει να εξισορροπείται με την απαίτηση του κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητά του, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα του να εκφράζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, εφόσον βέβαια το πράττει νομίμως. Η εξισορροπητική αυτή άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και την γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονικής αξίας ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα.» Αποφεύγοντας επιμελώς να διατυπώσω τελικά συμπεράσματα επί της βασιμότητας της απαίτησης ή της υπεράσπισης, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση. Η βλάβη που θα υποστεί ο Αιτητής σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θα είναι πολύ μεγαλύτερη και δύσκολα θα μπορέσει να επανορθωθεί, σε αντίθεση με την όποια βλάβη υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις προέχει η προστασία του δικαιώματος της υπόληψης του Αιτητή. Πριν τη διατύπωση της κατάληξης του Δικαστηρίου θεωρώ ότι θα πρέπει να σχολιαστεί η θέση που προβάλλει σε αρκετά σημεία της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση περί του ότι η περίπτωση του Αιτητή θα πρέπει να αντικριστεί υπό το πρίσμα ότι πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο. Είναι αλήθεια ότι σε περιπτώσεις δημοσίων προσώπων η νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Ε.Δ.Α.Δ δέχεται μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση όσον αφορά την έκταση και ένταση της ασκούμενης κριτικής. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο, στη βάση των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, ο Αιτητής μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιο πρόσωπο. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα: «Το δημόσιο πρόσωπο (public figure) αντλεί τη θέση αυτή από μια διαχρονική ανάμειξη με τα κοινά, ώστε το πρόσωπό του να καθίσταται ουσιαστικά δημόσιο, να εκτίθεται, δηλαδή, σε κοινή ή δημόσια θέα ή συζήτηση με κάποια σταθερή συχνότητα είτε λόγω κατοχής μιας συγκεκριμένης δημόσιας ή τοπικής θέσης, είτε λόγω ανάμειξης με δημόσια θέματα. Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την ανάλυση που παρατίθεται στα σχετικά συγγράμματα των Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights 5η έκδ.
(2010), σελ. 432-436 και Harris, O´Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights 2η έκδ.
(2009), σελ. 501-503, ο ρόλος του τύπου ως «a public watchdog in a democratic society» (Goodwin v. United Kingdom [1996] 22 EHRR 123), είναι ισχυρότερος σε σχέση με πολιτικά πρόσωπα ή άλλα δημόσια πρόσωπα και ακόμη πιο ισχυρός με αναφορά σε κυβερνήσεις. (Castells v. Spain[1992] 14 EHRR 445). Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η επιτρεπόμενη και ανεκτή κριτική είναι μεγαλύτερης εμβέλειας όταν απευθύνεται σε τέτοια δημόσια πρόσωπα, παρά σε ιδιώτες.». Εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη προσέγγιση στα γεγονότα που βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Αιτητής είναι δημόσιο πρόσωπο, ούτε και ότι τα επίδικα ζητήματα είναι υψίστου δημοσίου συμφέροντος (Πετρίδη ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας κ.α.
(2013)ΙΒ Α.Α.Δ 1464). Επισημαίνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο Αιτητής έχει διαχρονική ανάμειξη με τα κοινά και ότι εκτίθεται σε δημόσια θέα με σταθερή συχνότητα. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του θέτει ζήτημα ερμηνευτικής προσέγγισης του άρθρου 17 του Κεφ.148 ενόψει του ότι οι διατάξεις του προϋπήρχαν του Συντάγματος. Το όλο θέμα επιλύθηκε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α ν. Αλωνεύτη
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1863 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπό το φως των όσων έχουμε διαγράψει, κρίνουμε ότι οι περιορισμοί οι οποίοι τίθενται με τις διατάξεις του Κεφ. 148, που αναφέρονται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ευρίσκουν έρεισμα στο Άρθρο 19.3 του Συντάγματος, χάριν της προστασίας της υπόληψης του ατόμου και των θεμελιωδών του δικαιωμάτων ... ........................................................ Διαπιστώνεται ότι οι περί δυσφήμισης διατάξεις του Κεφ. 148 συνάδουν με τις διατάξεις του Άρθρου 19.3 του Συντάγματος, συνιστώσες περιορισμούς, αναγόμενες στην προστασία της υπόληψης ατόμου και των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το ίδιο το Σύνταγμα, όπως τα δικαιώματα που εξασφαλίζονται από τα Άρθρα 12.4 και 30.2 του Συντάγματος.» Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να εγκριθεί. Θα υπάρξει ωστόσο διαφοροποίηση στο λεκτικό των διαταγμάτων έτσι ώστε το περιεχόμενο τους να είναι, κατά την άποψη μου, πιο κατανοητό για να μπορεί ο Καθ' ου η αίτηση να αντιληφθεί την έκταση του διατάγματος και να συμμορφωθεί με αυτό. Είναι προαπαιτούμενο πως ένα ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και συγκεκριμένο έτσι ώστε το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται να γνωρίζει επακριβώς πως πρέπει να ενεργήσει ή πως θα πρέπει να αποφύγει να ενεργήσει, εφόσον ότι τυχόν παρακοή Διατάγματος του Δικαστηρίου επιφέρει σοβαρές συνέπειες (Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Darya Abramchyk κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.2014). Καταρχάς σημειώνω ότι το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ. Α είναι άνευ ουσίας καθώς όσα διαλαμβάνονται σε αυτό καλύπτονται από το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ. Β. Το λεκτικό τώρα του διατάγματος Β είναι αρκετά ευρύ με επαναλαμβανόμενες έννοιες και ως εκ τούτου θα πρέπει να περιοριστεί. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ.Β το οποίο όμως διαμορφώνεται ως ακολούθως: «Προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τον Καθ' ου η αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του από το να δυσφημούν τον Αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο γραπτό και/ή προφορικό περιλαμβανομένων αναρτήσεων και/ή δημοσιεύσεων δυσφημιστικών σχολίων στη διαδικτυακή ιστοσελίδα FACEBOOK.» Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα υπ' αρ. Γ απορρίπτεται, αφού ενδεχόμενη έγκριση του θα έθετε τέρμα στη διαφορά των διαδίκων αποδίδοντας τελική θεραπεία σε αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας. Είναι καλά γνωστό ότι τα Δικαστήρια δεν εκδίδουν προσωρινά διατάγματα αν η έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1A Α.Α.Δ 149). Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Δυσφήμιση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.