← Κύπρος

Κακουλλή ν. Οικονομίδου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 320/2017, 8/2/2019

Κακουλλή ν. Οικονομίδου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 320/2017, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 320/2017 Μεταξύ: ... Κακουλλή Ενάγουσας και

  1. ....... Οικονομίδου
  2. ... Κωστή
  3. Eurosure Insurance Company Limited
  4. Royal Crown Insurance Company Limited Εναγόμενων ------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.2.2019 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: κα Καραμανή, για Marios A. Sofroniou LLC Για εναγόμενους 1 και 3: κα Αρμεύτη, για Chrysses Demetriades & Co LLC Για εναγόμενους 2 και 4: κα Βαρνάβα, για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων 1 μέχρι 4 είναι για το ποσό των €1.805,00, με νόμιμο τόκο από 7/11/2016, πλέον έξοδα. Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής της πρώτης είναι τα εξής: Η ενάγουσα, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής xxx x
  5. Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη 1 ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής xxx x55 και ο εναγόμενος 2, οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής xxx x
  6. Τα τρία αυτά αυτοκίνητα, στο εξής θα αναφέρονται και ως «οχήματα» ή «ενεχόμενα οχήματα». Κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι 3 και 4 που είναι ασφαλιστικές εταιρείες παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη των ενεχόμενων οχημάτων των εναγόμενων 1 και 2, αντίστοιχα. Κατά ή περί τις 7/11/2016, η εναγόμενη 1 οδηγούσε το όχημά της στην οδό Μαρίνου Γερουλάνου στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό, με βόρεια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 2 είχε σταθμευμένο το δικό του όχημα στην ίδια οδό, στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη
  7. Ένεκα της αμέλειας της εναγόμενης 1 και/ή του εναγόμενου 2 και/ή και των δυο, η εναγόμενη 1 έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο συγκρούστηκε με το όχημα του εναγόμενου 2, με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να χάσει τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο κινήθηκε προς το πεζοδρόμιο και προσέκρουσε στο όχημα της ενάγουσας, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της εναγόμενης
  8. Από την πρόσκρουση, το όχημα της ενάγουσας υπέστη ζημιές, ύψους €1.805,
  9. Αποτελεί θέση της ενάγουσας, ότι η παραπάνω σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική και/ή σε συντρέχουσα αμέλεια των εναγόμενων 1 και
  10. Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων που τους αποδίδει εκτίθενται σε δυο παραγράφους (μία για κάθε εναγόμενο). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12, διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι στην παρούσα υπόθεση έχει άμεση εφαρμογή η αρχή και/ή το δόγμα «RES IPSA LOQUITUR». Ισχυρίζεται ακόμη η ενάγουσα, ότι οι εναγόμενοι 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες εξέδωσαν και παρέδωσαν τους εναγόμενους 1 και 2 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για κάλυψη των ενεχόμενων οχημάτων τους, είναι κατά νόμο υπόχρεοι στην κάλυψη οποιωνδήποτε ποσών θα επιδικάσει υπέρ της το Δικαστήριο. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών της ενάγουσας, οι εναγόμενοι 1 μέχρι 4, με την υπεράσπισή τους - μεταξύ άλλων - αντιτείνουν τα εξής: Αρχίζοντας από τους εναγόμενους 1 και 3 δέχονται ότι κατά ή περί τις 7/11/2016 επισυνέβη σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων των εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και μεταξύ του οχήματος της εναγόμενης 1 με το όχημα της ενάγουσας. Ωστόσο αρνούνται ότι η εναγόμενη 1 οδηγούσε αμελώς και/ή κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα επισυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του εναγόμενου 2, οποίος, ξαφνικά και/ή χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση άνοιξε την πόρτα του οχήματός του με αποτέλεσμα αυτή να προσκρούσει στο όχημα της εναγόμενης 1, να σκάσει το ελαστικό του εν λόγω οχήματος, να χάσει η εναγόμενη 1 τον έλεγχό του και να συγκρουστεί με το όχημα της ενάγουσας. Αρνούνται ότι το όχημα της ενάγουσας υπέστη ζημιές καθώς και τις σχετικές λεπτομέρειές τους. Παραδέχονται και υιοθετούν τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 2 - όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης - και προσθέτουν ακόμη 5 τέτοιες λεπτομέρειες. Τέλος αρνούνται ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή «RES IPSA LOQUITUR», ενώ παραδέχονται ότι οι εναγόμενοι 3 και 4, υπό την ιδιότητά τους ως ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους 1 και 2 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για κάλυψη των ενεχόμενων οχημάτων τους είναι κατά νόμο υπόχρεοι στην κάλυψη οποιωνδήποτε ποσών θα επιδικάσει το Δικαστήριο υπέρ της ενάγουσας. Με τη σειρά τους, οι εναγόμενοι 2 και 4, με τη δική τους υπεράσπιση - μεταξύ άλλων - αντιτείνουν τα εξής: Η εναγόμενη 1 φέρει αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Η επίδικη σύγκρουση και/ή οι οποιεσδήποτε απώλειες και/ή ζημιές ήθελε αποδείξει η ενάγουσα - τις οποίες οι ίδιοι αρνούνται - οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της εναγόμενης 1, στη βάση των σχετικών λεπτομερειών που της αποδίδονται από την ενάγουσα - τις οποίες υιοθετούν - και στη βάση αριθμού επιπλέον λεπτομερειών (οι οποίες εκτίθενται). Αρνούνται ότι ο εναγόμενος 2 υπήρξε με οποιοδήποτε τρόπο αμελής, είτε ακόμη ότι εφαρμόζεται η αρχή «RES IPSA LOQUITUR». Ισχυρίζονται ότι η εν λόγω νομική αρχή, ουδεμία εφαρμογή έχει στην παρούσα υπόθεση. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 από τη μια και οι εναγόμενοι 2 και 4 από την άλλη, σε εφαρμογή της Δ.10 Θ.12

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξέδωσαν και επέδωσαν οι μεν στους δε, ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, με την οποία ισχυρίζονται ότι δικαιούνται συνεισφοράς σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό το οποίο το Δικαστήριο δυνατό να επιδικάσει στην ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Η αγωγή είναι «Ταχείας Εκδίκασης» και σε εφαρμογή της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η εκδίκασή της έγινε στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, χωρίς να προσαχθεί καθόλου προφορική μαρτυρία. Κατά την ακρόαση, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών παρουσίασαν γραπτή αγόρευση. Για την ενάγουσα, ... Κακουλλή κατατέθηκε ένορκη δήλωση από την ίδια, από το σύζυγό της, ... Κακουλλή και τέλος, από τον υπάλληλο της εταιρείας Rescue Line Auto Services Ltd, ... Αχιλλέως (M.E. 1, 2 και 3, αντίστοιχα). Για τους εναγόμενους 1 και 3 κατατέθηκε ένορκη δήλωση από την εναγόμενη 1, ... Οικονομίδου, από το σύζυγό της, ... Χατζηφιλίππου και τέλος, από το διευθυντή της εταιρείας FCIC IOANNOU LTD, ... Ιωάννου [Μ.Υ. 1, 2, και 3 (Εναγόμενων 1 και 3), αντίστοιχα]. Τέλος, για τους εναγόμενους 2 και 4 κατατέθηκε ένορκη δήλωση από τον εναγόμενο 2, ... Κωστή καθώς και από την αρμόδια λειτουργό του τμήματος απαιτήσεως των εναγόμενων 4, ... Πούρου [Μ.Υ.1 και 2 (Εναγόμενων 2 και 4), αντίστοιχα]. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη γραπτή μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Κατά τη γνώμη μου, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, ποιος από τους εναγόμενους 1 και 2 ευθύνεται για τη σύγκρουση του οχήματος της εναγόμενης 1 με το όχημα της ενάγουσας; Η εναγόμενη 1, ο εναγόμενος 2 ή και οι δυο; Δεύτερο, σε περίπτωση που κριθεί ότι ευθύνονται και οι δυο, ποιο το ποσοστό ευθύνης καθενός από αυτούς; Τρίτο, ποιο το ύψος των ζημιών που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία του επίδικου ατυχήματος; Είχα την ευκαιρία να μελετήσω καθώς και να αντιπαραβάλω με μεγάλη προσοχή την κατατεθείσα εκ μέρους των τριών, ουσιαστικά μερών, μαρτυρία και αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τις αναφορές και ισχυρισμούς όλων των μαρτύρων, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου βέβαια, ότι συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Ειδικά για όσους από τους μάρτυρες κατάθεσαν ως πραγματογνώμονες έχω υπόψη τα εξής: Ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα, δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Τέλος, δεδομένου ότι το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος είναι το πλέον βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που θα πρέπει να επιλύσω, λαμβάνω υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων όπου το θέμα της ευθύνης είναι επίδικο και προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές για το πώς έγινε το ατύχημα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη χρησιμότητα, όταν δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας (βλ. Καστάνας κ.ά. ν. Αντωνίου
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1979) και τούτο, επειδή, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439, η πραγματική μαρτυρία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Βλέπε και την Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213 σύμφωνα με την οποία, η πραγματική μαρτυρία δεν αποτελεί μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι, εύκολα μπορεί να κάνουν λάθος, όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων. Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, στην οποία υποδεικνύεται ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μίας σύγκρουσης. Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η μαρτυρία της ενάγουσας (Μ.Ε.1) γίνεται συνολικά αποδεκτή. Καταρχήν, επειδή παρέμεινε αναντίλεκτη. Κυρίως όμως, επειδή, επί της ουσίας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Και η ουσία της έγκειται στα εξής: Η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος με αριθμό xxx x59, το οποίο, στις 7/11/2016 είχε σταθμευμένο έξω από το μαγαζί της στην οδό Μαρίνου Γερουλάνου στα Κάτω Πολεμίδια. Ενώ βρισκόταν μέσα στο μαγαζί της άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και βγήκε έξω οπότε είδε ότι το όχημα του εναγόμενου 2 είχε προσκρούσει στο δικό της, το οποίο είχε υποστεί ζημιές. Της σύγκρουσης των δυο οχημάτων προηγήθηκε η σύγκρουση του οχήματος της εναγόμενης 1 με το όχημα του εναγόμενου
  1. Δε γνωρίζει ποιος είχε την ευθύνη γι' αυτή τη σύγκρουση. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι το δικό της όχημα ήταν σταθμευμένο κανονικά, όπως συνήθιζε και σε τόπο που δεν εμπόδιζε. Επί του ισχυρισμού της ότι οι ζημιές του οχήματός της είναι ύψους, €1.805,00 παρατηρώ τα εξής: Για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης του εν λόγω ισχυρισμού της, στην ένορκη της δήλωση επισυνάπτει δυο εκθέσεις εκτίμησης. Η μία είναι της εταιρείας A. Anastasiou. Co. Ltd. Από το περιεχόμενό της είναι σαφές, ότι έχει ετοιμαστεί για λογαριασμό των εναγόμενων 3, οι οποίοι, στον ουσιώδη χρόνο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη
  2. Η άλλη είναι των S & G Malactos και ετοιμάστηκε για λογαριασμό των εναγόμενων 4, οι οποίοι, κατά τον ίδιο χρόνο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  3. Αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο των δυο αυτών εκθέσεων προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με την πρώτη, το κόστος αποκατάστασης των ζημιών του οχήματος της ενάγουσας εκτιμάται στο συνολικό ποσό των €1.805,
  4. Σύμφωνα και με τις δυο εκθέσεις, το εν λόγω όχημα, μετά και συνεπεία του επίδικου ατυχήματος θα πρέπει να θεωρηθεί ως ολοκληρωτικά καταστρεμμένο (total loss). Η εκτιμημένη αγοραία αξία του πριν από το επίδικο ατύχημα εκτιμάται σε €2.200,00 και μετά από αυτό στα €500,
  5. Το τι ποσό θα επιδικάσω της ενάγουσας - σε περίπτωση που ήθελε πετύχει η αγωγή της - για τη σχετική αξίωσή της καθώς και ο λόγος, θα αναφερθούν αργότερα. Η μαρτυρία του συζύγου της ενάγουσας, ... Κακουλλή (Μ.Ε.2), στο σύνολό της σχεδόν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και απλή επανάληψη όσων αναφέρει και η ενάγουσα στη δική της ένορκη δήλωση, που είναι και αυτή η οποία προέβη στις αρχικές δηλώσεις προς το μάρτυρα. Δεδομένου ότι η μαρτυρία της ενάγουσας έχει γίνει αποδεκτή είναι αυτονόητο ότι ισχύει το ίδιο και για τη μαρτυρία του συζύγου της. Το μόνο επιπλέον στοιχείο που προκύπτει από τη μαρτυρία του τελευταίου - το οποίο, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία - είναι η ώρα που του είχε τηλεφωνήσει η σύζυγός του και του είπε για το επίδικο ατύχημα. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη σχετική παράγραφο 3, αυτό έγινε γύρω στις 10:30 το πρωί. Σε συνδυασμό και με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι με το που άκουσε το δυνατό θόρυβο βγήκε έξω από το μαγαζί της και είδε τις ζημιές και τηλεφώνησε αμέσως στο σύζυγό της να έρθει στο μέρος, το μόνο λογικό και ασφαλές συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση - όπως και η πρώτη - σημειώθηκε την ίδια ώρα. Δηλαδή, γύρω στις 10:
  6. Το παραπάνω γεγονός επιβεβαιώνεται και από την - επίσης αναντίλεκτη - μαρτυρία του ... Αχιλλέως (Μ.Ε.3), ο οποίος, επίσης κατάθεσε για την υπόθεση της ενάγουσας. Μολονότι η μαρτυρία και αυτού, στο σύνολό της είναι εξ ακοής, εντούτοις την αποδέχομαι και τούτο, επειδή, είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία είτε τέλος επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία. Από τη μαρτυρία του συγκρατώ τα εξής: Στις 7/11/2016, ο ... Νεοφύτου, υπάλληλος - όπως και ο μάρτυρας - της Rescue Line Auto Services Ltd - η οποία ασχολείται με τροχαία ατυχήματα - είχε μεταβεί στην οδό Μαρίνου Γερουλάνου όπου είχε συμβεί τροχαίο ατύχημα. Αφού έφθασε στη σκηνή σημείωσε διάφορα στοιχεία τα οποία συνέταξε σε έκθεση επί του ατυχήματος, την οποία υπόγραψαν τα παρευρισκόμενα εμπλεκόμενα μέρη. Με την επιστροφή του στο γραφείο τους κατέγραψε τα στοιχεία του ατυχήματος ηλεκτρονικά και τα παράδωσε στον ίδιο όπου τα είχε στην κατοχή και φύλαξή του. Ο μάρτυρας εκτύπωσε σχετικό αντίγραφο με τα εν λόγω στοιχεία (τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση) και από το περιεχόμενό του προκύπτουν τα εξής: Ο ... Νεοφύτου μετέβη στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος αυθημερόν, στις 11:
  7. Όταν έφθασε, η εναγόμενη 1 ήταν εκεί, αλλά αποχώρησε οπότε δεν της πήρε δήλωση και στοιχεία. Το όχημα της ενάγουσας, από το χτύπημα που δέχθηκε, μετακινήθηκε το μούτρο του προς τα έξω, προς το δρόμο, σχεδόν διαγώνια. Το επίδικο ατύχημα έγινε στις 10:
  8. Για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια ομολογώ πως δε θεωρώ πειστική τη μαρτυρία της εναγόμενης 1, του συζύγου της καθώς και του ... Ιωάννου [Μ.Υ. 1, 2, και 3 (Εναγόμενων 1 και 3), αντίστοιχα]. Αρχίζοντας από τους δυο πρώτους, το γεγονός ότι ένας από τους πλέον ουσιώδης ισχυρισμούς τους συναφώς με τις συνθήκες και την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και ιδίως της δεύτερης σύγκρουσης που το συνθέτει (του οχήματος της εναγόμενης 1 με αυτό της ενάγουσας), όχι απλώς δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας - περιλαμβανομένης, ακόμη και αυτής που παρουσίασαν οι εναγόμενοι 1 και 3 -, αλλά, αντίθετα στερείται λογικής και πειστικότητας θεωρώ πως δεν μου επιτρέπει να αποδώσω βαρύτητα στη μαρτυρία τους για το πρώτο επίδικο θέμα της υπόθεσης που είναι και το σημαντικότερο. Συναφώς με αυτό, οι εναγόμενοι 1 και 3, στην παράγραφο 3 της υπεράσπισής τους και συγκεκριμένα, στις 8 τελευταίες γραμμές ισχυρίζονται τα εξής: «..το αναφερόμενο δυστύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Εναγόμενου 2, ο οποίος ξαφνικά και/ή άνευ οιασδήποτε προειδοποιήσεως άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου αρ. 3, με αποτέλεσμα να προσκρούσει η πόρτα του τελευταίου αυτοκινήτου, στο αυτοκίνητο αρ.2, να σκάσει το ελαστικό του αυτοκινήτου αρ. 2, να χάσει η Εναγόμενη 1 τον έλεγχο του αυτοκινήτου αρ.2 και να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο αρ.1.» (η έμφαση είναι δική μου.) Η εναγόμενη 1, στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: Το επίδικο ατύχημα επισυνέβη στις 7/11/2916, υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Οδηγούσε το όχημά της με συνοδηγό το σύζυγό της επί της οδού Μαρίνου Γερουλάνου, με βόρεια κατεύθυνση, κρατώντας κανονική πορεία και τηρώντας το όριο ταχύτητας. Στα αριστερά του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, μεταξύ τους και τα οχήματα της ενάγουσας και του εναγόμενου
  9. Σε κάποιο σημείο της οδού Γερουλάνου όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του εναγόμενου 2, αυτός άνοιξε απότομα και απροειδοποίητα την πόρτα του. Η ίδια δεν είχε χρόνο να αντιδράσει, αλλά ούτε και να αποφύγει το ατύχημα και ως αποτέλεσμα, το όχημά της συγκρούστηκε επί της πόρτας του οχήματος του εναγόμενου
  10. Λόγω της πιο πάνω σύγκρουσης έσκασε το ελαστικό του οχήματός της. Συνεπεία των πιο πάνω έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο συγκρούστηκε με το όχημα της ενάγουσας. Να σημειωθεί ότι τα ίδια ακριβώς αναφέρει και ο σύζυγός της στη δική του ένορκη δήλωση. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: Από τους παραπάνω ισχυρισμούς των δυο είναι σαφές, ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματος της εναγόμενης 1 που οδήγησε στη σύγκρουσή του με το όχημα της ενάγουσας συναρτάται και με το «γεγονός» ότι συνεπεία της προηγηθείσας σύγκρουσης του οχήματος της πρώτης στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 είχε σκάσει το ελαστικό του οχήματος της. Και ενώ το συγκεκριμένο «γεγονός», δηλαδή ότι έσκασε το ελαστικό του οχήματος της είναι τόσο σημαντικό, αφού αποτελεί μέρος της αλληλουχίας γεγονότων που έλαβαν χώρα μεταξύ των δυο συγκρούσεων θεωρώ πως, όχι τυχαία οι εναγόμενοι 1 και 3, δικογραφικά και η εναγόμενη 1 και ο σύζυγός της, ενόρκως παραλείπουν να αναφέρουν ποιο από τα 4 ελαστικά του οχήματος της εναγόμενης 1 είχε σκάσει. Ωστόσο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής - και όχι κατ' ανάγκη πραγματογνωμοσύνης - δεδομένου ότι η πορεία που ακολουθεί εκτός ελέγχου ένα αυτοκίνητο σε περίπτωση που ξαφνικά σκάσει ένα από τα ελαστικά του, δεν μπορεί να είναι ασύνδετη με το μέρος του αυτοκινήτου στο οποίο βρίσκεται το συγκεκριμένο ελαστικό θεωρώ ότι οι εναγόμενοι 1 και 3, τόσο δικογραφικά όσο και με τη μαρτυρία τους όφειλαν να με διαφωτίσουν συναφώς με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό τους. Το γεγονός ότι δεν το έκαναν - σε συνδυασμό και με όσα ακολουθούν -, στο μόνο λογικό συμπέρασμα που οδηγεί είναι ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός τους, ότι συνεπεία της πρώτης σύγκρουσης (του οχήματος της εναγόμενης 1 στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2) είχε σκάσει το ελαστικό του οχήματος της εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός της και να συγκρουστεί με αυτό της ενάγουσας. Ενώ δέχομαι ότι μετά την πρώτη σύγκρουση είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματός της και συνεπεία αυτού συγκρούστηκε με το όχημα του εναγόμενου 2 (εξάλλου αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών) δεν μπορώ να αποδώσω την απώλεια ελέγχου του οχήματός της, είτε στην πρώτη σύγκρουση είτε στο μη αποδειχθέν γεγονός, ότι συνεπεία αυτής είχε σκάσει το ελαστικό του οχήματός της. Οι δυο βασικοί λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ ότι το τελευταίο αποτελεί γεγονός είναι οι εξής: Καταρχήν, κανένας απ' όσους κατάθεσαν στην υπόθεση εκ μέρους οποιουδήποτε διαδίκου ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο. Ιδιαίτερα ο ... Ιωάννου, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων 1 και 3, υπό την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα - χωρίς να σημαίνει με αυτό που θα πω ότι δέχομαι τη μαρτυρία του -, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι συνεπεία της σύγκρουσης του οχήματός της με το όχημα του εναγόμενου 2 είχε σκάσει το ελαστικό του οχήματός της θεωρώ αυτονόητο ότι θα το είχε αναφέρει τόσο στην ένορκη του δήλωση όσο και στην επισυνημμένη σ' αυτή έκθεση που ετοίμασε αναφορικά με τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Για να μην το αναφέρει - τη στιγμή που, ιδιαίτερα στην έκθεσή του αναφέρει τόσα άλλα, εκ των οποίων, μερικά, όχι και τόσο σημαντικά - καθιστά απολύτως βέβαιο πως δεν ευσταθεί ο επί του προκειμένου ισχυρισμός των εναγόμενων 1 και
  11. Ο άλλος λόγος - συναφής με τον προηγούμενο - για τον οποίο και πάλιν, καθαρά ως θέμα κοινής λογικής δεν μπορώ να δεχθώ τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγόμενων 1 και 3 είναι ο εξής: Πόσο λογικό είναι να το δεχθώ τη στιγμή που ακόμη και ο ... Ιωάννου, ο οποίος υποτίθεται ότι διερεύνησε τα αίτια του επίδικου ατυχήματος, στη σχετική έκθεση που ετοίμασε συναφώς με αυτό, ενώ αναφέρει ότι η άμεση ζημιά στο όχημα της εναγόμενης 1 κατά σύγκρουσή του με το όχημα του εναγόμενου 2 - που ήταν και πρώτη - ήταν περί το μέσο του μπροστινού αριστερού φτερού δεν αναφέρει ότι υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά σ' οποιοδήποτε από τα ελαστικά του και πολύ περισσότερο, ότι είδε οποιοδήποτε από αυτά σκασμένο. Ακόμη και από τις φωτογραφίες που έλαβε ο μάρτυρας, οι οποίες αποτυπώνουν το όχημα της εναγόμενης 1 στην πλευρά που είχε συγκρουστεί στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 δε φαίνεται να είναι σκασμένο το μπροστινό αριστερό ελαστικό του οχήματός της. Των παραπάνω λεχθέντων και με δεδομένη την αξία της πραγματικής μαρτυρίας, ιδιαίτερα σε τέτοιου είδους υποθέσεις - για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) με αναφορά σε νομολογία -, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, όχι απλώς δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 - καθώς και του συζύγου της -, ότι συνεπεία της σύγκρουσης του οχήματός της στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 είχε σκάσει το ελαστικό της, αλλά, αντίθετα, τον καταρρίπτει, ενώ από τη μια, η πειστικότητα της μαρτυρίας της εναγόμενης 1 καθώς και του συζύγου της κλονίζεται καίρια, από την άλλη δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα, ότι η απώλεια ελέγχου του οχήματος της εναγόμενης 1 - η οποία δέχομαι ότι οδήγησε στη σύγκρουσή του στο όχημα της ενάγουσας - συνδέεται αιτιωδώς και δη άμεσα με την προηγηθείσα σύγκρουσή του στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου
  12. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας καθώς και του συζύγου της και όσα θα αναφέρω στη συνέχεια για τη μαρτυρία του ... Ιωάννου σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι για λόγους που θα αναφέρω στο κατάλληλο στάδιο δέχομαι τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, με οδηγούν στο να απορρίψω και τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 καθώς και του συζύγου της, ότι η σύγκρουση του οχήματος της εναγόμενης 1 στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 προέκυψε όταν ο τελευταίος απότομα και απροειδοποίητα άνοιξε την πόρτα του οχήματός του και η εναγόμενη 1 δεν είχε χρόνο να αντιδράσει, αλλά ούτε και να αποφύγει το ατύχημα, με αποτέλεσμα το όχημά της να συγκρουστεί στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου
  13. Θεωρώ ότι αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι αυτό που ισχυρίζονται ενόρκως ο εναγόμενος 2 καθώς και η σύζυγός του. Συγκεκριμένα, ότι ο εναγόμενος 2, αμέσως μόλις εισήλθε στο σταθμευμένο όχημά του στη θέση του οδηγού, στην προσπάθειά του να κλείσει την πόρτα και ενώ αυτή δεν ήταν εντελώς ανοιχτή, το όχημα της εναγόμενης 1, το οποίο ερχόταν από πίσω του δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του με αποτέλεσμα να κτυπήσει στη δεξιά πόρτα του οχήματός του και ακολούθως να κινηθεί αριστερά μπροστά και να συγκρουστεί με το όχημα της ενάγουσας, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο μπροστά του. Η προσπάθεια των εναγόμενων 1 και 3 να με πείσουν μέσω της μαρτυρίας του ... Ιωάννου ότι το επίδικο ατύχημα και στις δυο φάσεις του, έγινε υπό τις συνθήκες και αιτίες που ισχυρίζονται οι ίδιοι, απέτυχε. Μολονότι δέχομαι ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας για θέματα διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων και τούτο, επειδή, από τη μια, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του παρέμεινε αναντίλεκτος και από την άλλη, για οτιδήποτε αναφέρει σε σχέση με τα ακαδημαϊκά του προσόντα επισυνάπτει και τα σχετικά πτυχία/πιστοποιητικά, εντούτοις, για τρεις βασικούς λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι - δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του για πλείστα όσα αναφέρει τόσο στην ένορκή του δήλωση όσο και στην έκθεσή του. Καταρχήν, για πλείστα όσα αναφέρει δε με έχει εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και/ή πραγματικά δεδομένα ώστε να μπορώ να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα για ό,τι - κατά περίπτωση - αποτελεί το ζητούμενο. Ακολούθως, μερικά από τα συμπεράσματά του είναι τελείως αυθαίρετα, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του σε σημαντικό βαθμό είναι σε αντίθεση είτε με τη μαρτυρία της εναγόμενης 1 καθώς και του συζύγου της είτε με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας είτε τέλος συγκρούεται με την κοινή λογική. Σ' όλα αυτά υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο το οποίο κλονίζει καίρια την αξιοπιστία του, γενικά ως μάρτυρα και όχι κατ' ανάγκη, ως πραγματογνώμονα. Από τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ ότι, ενώ από τη μια, η κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας του υπό αναφορά είναι απολύτως δικαιολογημένη, από την άλλη νομιμοποιούμαι να πω ότι ο μάρτυρας επιστρατεύτηκε από τους εναγόμενους 1 και 3, όχι για να με βοηθήσει να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, αλλά για να με παρασύρει να δεχθώ την εκδοχή τους συναφώς και με το ένα και με το άλλο. Ειδικότερα: Καταρχήν, μου προκαλεί εντύπωση το γεγονός, ότι ο μάρτυρας, όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, στις 7/11/2016 και περί ώρα 10:15 κλήθηκε από τους εναγόμενους 3 να επισκεφθεί τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος με σκοπό να διερευνήσει τα αίτια πρόκλησής του, τη στιγμή που - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - αυτό έγινε γύρω στις 10:
  14. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, μου προκαλεί το γεγονός, ότι σύμφωνα με την έκθεσή του επισκέφθηκε τη σκηνή κατά την τέλεση του ατυχήματος, ως επίσης ότι εκεί ενημερώθηκε από τους ενεχόμενους (δηλαδή από την ενάγουσα και τους εναγόμενους 1 και 2) αλλά και από το υπεύθυνο άτομο του οχήματος της ενάγουσας, για τα αίτια του ατυχήματος, τη στιγμή που, πρώτο, κανένας από τους ενεχόμενους οδηγούς αναφέρει κάτι τέτοιο στην ένορκη του δήλωση, δεύτερο, όπως αναφέρει η εναγόμενη 1 στη δική της ένορκη δήλωση (παράγραφος 5), εξ όσων γνωρίζει οι μόνοι μάρτυρες που υπήρχαν στη σκηνή ήταν η ίδια, ο σύζυγός της και ο εναγόμενος 2 και τρίτο, δεν μπορώ να αντιληφθώ σε ποιον αναφέρεται ο μάρτυρας, όταν λέει στην έκθεσή του, ότι στη σκηνή ενημερώθηκε από τους ενεχόμενους, δηλαδή από την ενάγουσα, και τους εναγόμενους 1 και 2, αλλά και από το υπεύθυνο άτομο του οχήματος της ενάγουσας, δεδομένου ότι η αυτή είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής xxx x59, επομένως δεν μπορεί να είναι υπεύθυνο άτομο για το συγκεκριμένο όχημα κάποιο άλλο άτομο, εκτός από την ίδια. Και πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος, κατά την τέλεσή του; Σύμφωνα πάντοτε με την ίδια έκθεση, η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε στο μάρτυρα τα εξής: καθώς οδηγούσε το όχημά της κανονικά στην πλευρά κυκλοφορίας της και περνώντας δίπλα από σειρά σταθμευμένων οχημάτων που βρίσκονταν στα αριστερά, το όχημά της συγκρούστηκε με την πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2, του οποίου ο οδηγός, την τότε χρονική στιγμή επιχειρούσε να ανοίξει την πόρτα για να βγει από αυτό. Ακολούθως, το όχημά της συγκρούστηκε και σε σταθμευμένο όχημα (πρόκειται για το όχημα της ενάγουσας) το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο πιο βόρεια της οδού Γερουλάνου, εναντίον φοράς, με νότιο μέτωπο. Να πω απλώς, ότι η εκδοχή της εναγόμενης 1 καθώς και του συζύγου της είναι διαφορετική. Καταρχήν, ενώ στο μάρτυρα η εναγόμενη 1, κατά τον ίδιο, ανάφερε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή της σύγκρουσης του οχήματός της στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2, αυτός επιχειρούσε να ανοίξει την πόρτα, η ίδια, στη γραπτή της δήλωση ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 άνοιξε την πόρτα απότομα και απροειδοποίητα. Με βάση το τι ανάφερε στο μάρτυρα είναι φανερό, ότι η θέση της είναι ότι ο εναγόμενος 2 επιχειρούσε απλώς να ανοίξει την πόρτα, που με απλά λόγια σημαίνει ότι, πρώτο, δεν είχε προλάβει να την ανοίξει και δεύτερο, τον είχε δει τη στιγμή που επιχειρούσε να την ανοίξει. Με αυτό δεδομένο δεν μπορεί να ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση, ενάμισι και πλέον χρόνο μετά το επίδικο ατύχημα, ότι ο εναγόμενος 2 άνοιξε την πόρτα απότομα και απροειδοποίητα, οπότε η ίδια δεν είχε χρόνο να αντιδράσει μα ούτε και να αποφύγει τη σύγκρουση. Προφανώς δεν μπορεί να ισχύουν και τα δυο. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ωστόσο, η παραπάνω αντίφαση δεν είναι και η μόνη που εντοπίζω να υπάρχει με αναφορά στο τι ισχυρίζονται η εναγόμενη 1 καθώς και ο σύζυγός της ενόρκως και σ' αυτά που η εναγόμενη 1 φέρεται από το μάρτυρα να έχει δηλώσει στον ίδιο για τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, στη σκηνή του ατυχήματος. Εντοπίζω ακόμη μια. Συγκεκριμένα, ενώ η ίδια και ο σύζυγός της, ενόρκως ισχυρίζονται ότι λόγω της πρώτης σύγκρουσης έσκασε το ελαστικό του οχήματος της εναγόμενης 1 και συνεπεία αυτού και της εν λόγω σύγκρουσης, έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, με αποτέλεσμα αυτό να συγκρουστεί με το όχημα της ενάγουσας, στο μάρτυρα ισχυρίστηκε απλώς ότι η σύγκρουση του οχήματός της με το όχημα της ενάγουσας ακολούθησε της πρώτης σύγκρουσης. Ούτε ότι έσκασε το ελαστικό του οχήματός της του είχε ισχυριστεί μα ούτε και ότι συνεπεία και αυτού του «γεγονότος» έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, με αποτέλεσμα αυτό να συγκρουστεί στο όχημα της ενάγουσας. Και βέβαια, ως είναι φυσικό, οι παραπάνω αντιφάσεις δεν επηρεάζουν απλώς την πειστικότητα της εκδοχής των εναγόμενων 1 και 3 αναφορικά με το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω, το οποίο αφορά στις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Αναπόφευκτα δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας και πειστικότητας της έκθεσης του μάρτυρα - την οποία, θα έλεγα αποδομούν - δοθέντος ότι, όπως αναφέρει ο ίδιος σε δυο παραγράφους στην ένορκη του δήλωση, η έκθεσή του εδράζεται και σε όσα του ανάφεραν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί για τα αίτια του επίδικου ατυχήματος. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 3, την ημέρα του ατυχήματος μετέβη στη σκηνή, όπου έλαβε αριθμό φωτογραφιών, πήρε τα αναγκαία μέτρα για να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα και ενημερώθηκε προφορικά από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, ως προς τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος. Ακολούθως ετοίμασε σχετική έκθεση. Έπειτα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 4, τα όσα αναφέρονται στην έκθεσή του προκύπτουν απ' όσα του ανάφεραν οι εμπλεκόμενοι, από τις τελικές θέσεις και τις υλικές ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων. Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορώ να βασιστώ είτε στην έκθεση του μάρτυρα είτε στη μαρτυρία του - αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος - τη στιγμή που η έκθεσή του αναφορικά με τα αίτια του ατυχήματος βασίζεται και στην ενημέρωση που είχε από την εναγόμενη 1 συναφώς με αυτά, τα οποία διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά που αναφέρουν η ίδια καθώς και ο σύζυγός της στην ένορκη τους δήλωση. Το πόσο επισφαλές είναι να βασιστώ στην έκθεση του μάρτυρα προκειμένου να μπορώ να καταλήξω σε ορθά συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος καταφαίνεται και από τα εξής: Για να επαναλάβω, όπως αναφέρει ο μάρτυρας στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης, την ημέρα του επίδικου ατυχήματος μετέβηκε στη σκηνή όπου έλαβε αριθμό φωτογραφιών, πήρε τα αναγκαία μέτρα για να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα και ενημερώθηκε προφορικά από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ως προς τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος. Ακολούθως ετοίμασε σχετική έκθεση, συνοδευόμενη από το φωτογραφικό υλικό και σχετικά σχεδιαγράμματα με τα ευρήματά του. Παρόλα αυτά, στην έκθεσή του, μόνο ένα σχεδιάγραμμα επισυνάπτεται και σ' αυτό, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε μέτρα. Και με δεδομένο ότι η έκθεση είναι ημερομηνίας 29/3/2018, δηλαδή ετοιμάστηκε ενάμισι περίπου χρόνο μετά το επίδικο ατύχημα, διερωτώμαι επί τη βάσει ποιων δεδομένων ετοιμάστηκαν τόσο το σχεδιάγραμμα - που είναι χωρίς ημερομηνία - όσο και η έκθεση και κυρίως, πού εδράζονται οι διάφορες αναφορές του μάρτυρα, είτε σε αποστάσεις είτε στο μήκος των ενεχόμενων οχημάτων και γενικά οτιδήποτε αναφέρει στην έκθεσή του με αναφορά σε αριθμούς. Και κάτι ακόμη. Αν υποτεθεί ότι ο μάρτυρας μετέβη όντως στη σκηνή του ατυχήματος αυθημερόν και εκεί πήρε τα αναγκαία μέτρα για να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα, γιατί στην έκθεσή του καθώς και στην ένορκη του δήλωση, όλες οι αναφορές του σε μέτρα είναι στο περίπου; Και με αυτό δεδομένο, πόσο αξιόπιστη και ορθή μπορεί να θεωρηθεί η εργασία του και κυρίως τα συμπεράσματά του και σε τελική ανάλυση, πώς μπορώ να βασιστώ στην έκθεσή του για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα; Από τα σχετικά παραδείγματα που ακολουθούν καταφαίνεται πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ την έκθεσή του προκειμένου να είμαι σε θέση να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Ειδικότερα: Στην έκθεση του ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Από το φωτογραφικό υλικό που έλαβε κατά την επίσκεψή στη σκηνή του ατυχήματος, φαίνεται ότι στον μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος της εναγόμενης 1 υπάρχουν μαυρίσματα, τα οποία προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση που είχε με το αριστερό πλαϊνό μέρος του οχήματος της ενάγουσας και συγκεκριμένα, από το μαύρο πλαστικό που βρίσκεται σ' όλο το μήκος της αριστερής του πλευράς. Επίσης, η άμεση ζημιά στο όχημα του εναγόμενου 2 είναι στην πόρτα του οδηγού, η οποία είναι άσπρου χρώματος. Από την επίσκεψή του στη σκηνή του ατυχήματος, αλλά και από το φωτογραφικό υλικό διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε επαφή του οχήματος της εναγόμενης 1 με το μπροστινό δεξιό ελαστικό του οχήματος του εναγόμενου 2 (το οποίο είναι στριμμένο προς τα δεξιά), επαφή η οποία θα δικαιολογούσε το μαύρισμα στον μπροστινό προφυλακτήρα το οχήματος της εναγόμενης
  15. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, προστίθεται, φαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 άνοιξε την πόρτα του οχήματός του απότομα, τη στιγμή που το όχημα της εναγόμενης 1 βρισκόταν ήδη στο πλάι του. Σ' οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η άμεση ζημιά στο όχημα της εναγόμενης 1, θα παρουσιαζόταν στο μπροστινό του μέρος (προφυλακτήρα, φανάρι). Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί όλα τα παραπάνω αποκλείουν την εκδοχή του εναγόμενου 2 και συγκεκριμένα, ότι η υπό αναφορά σύγκρουση σημειώθηκε καθ' ον χρόνο αυτός έκλεινε την πόρτα του οχήματός του και όχι επειδή την είχε ανοίξει απότομα. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: Από το τσαλάκωμα/δίπλωμα του φτερού του οχήματος της εναγόμενης 1, φαίνεται ότι η πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 άνοιξε απότομα, δηλαδή με ορμή προς τα έξω, κατά 2/3, την ώρα που το όχημα της εναγόμενης 1 βρισκόταν δίπλα του και όχι πίσω του. Διερωτώμαι και πάλι: Από το τσαλάκωμα/δίπλωμα του φτερού του οχήματος της εναγόμενης 1, γιατί κατ' ανάγκη φαίνεται αυτό που αναφέρει ο μάρτυρας και όχι αυτό που αναφέρει ο εναγόμενος 2; Δηλαδή, ότι, ενώ ο ίδιος ήταν ήδη μέσα στο όχημά του και προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα, η εναγόμενη 1 που ερχόταν από πίσω με μεγάλη ταχύτητα δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του στο δρόμο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στην πόρτα του οχήματός του. Ωστόσο, το γεγονός ότι ακόμη και ο μάρτυρας που αναφέρει τα πιο πάνω, δε φαίνεται μάλλον να είναι και τόσο βέβαιος ότι αυτά ευσταθούν καταφαίνεται απ' όσα αναφέρει στη συνέχεια. Συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής: Όσον αφορά τη ζημιά στην πόρτα του οχήματος του εναγόμενου 2 δεν μπορούν να εξαχθούν περαιτέρω ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος, λόγω του τσαλακώματος/αλλοίωσης της πόρτας κατά την επαφή που είχε το κάτω μέρος της, με την μπροστινή ζάντα του αριστερού τροχού του οχήματος της εναγόμενης 1, κατά την περιστροφή του. Εάν με τα παραπάνω αναφέρεται στη σύγκρουση του οχήματος της εναγόμενης 1 στο όχημα της ενάγουσας, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: γιατί τότε στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 προέβηκε στο άνοιγμα της πόρτας του οχήματός του, όταν το όχημα της εναγόμενης 1 βρισκόταν στο πλάι του οχήματός της, είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξουν διαδοχικά οι δυο συγκρούσεις; Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Και αφού ο μάρτυρας - όπως αναφέρει - στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, μεταξύ άλλων πήρε και τα αναγκαία μέτρα για να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα, καταρχήν, γιατί σ' αυτό δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε μέτρα; Έπειτα, δεδομένων όσων ακολουθούν από την έκθεσή του καθώς και από τη γραπτή του δήλωση, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι πήρε τα αναγκαία μέτρα για να ετοιμάσει σχεδιάγραμμα; Και στα δυο αναφέρει τα εξής: Το όχημα της ενάγουσας βρισκόταν σταθμευμένο σε μια απόσταση περί τα 2 με 3 μέτρα από το όχημα του εναγόμενου
  16. Το αριστερό πλαϊνό μέρος του οχήματος της ενάγουσας προεξείχε του μπροστινού δεξιού γωνιακού μέρους του οχήματος του εναγόμενου 2, περί το 0,5 με 0,80 μέτρα. Αφού πήρε τα αναγκαία μέτρα (και τα πιο πάνω μέτρα υποθέτω πως είναι αναγκαία για να τα αναφέρει) γιατί δεν τα αναφέρει με ακρίβεια; Το παράδοξο με την έκθεσή του είναι ότι για να καταλήξει στα συμπεράσματα που καταγράφει σ' αυτή βασίστηκε και σε ανύπαρκτους ισχυρισμούς των ενεχόμενων οδηγών. Όταν για παράδειγμα, στη σελίδα 6 αναφέρει ότι, «Επίσης, εάν υιοθετήσουμε τον ισχυρισμό, ότι η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής xxx x55, αμέσως μετά την σύγκρουση με το όχημα με αρ. εγγραφής xxx x61 προέβη σε μανούβρα δεξιά συμφώνως της πορείας της, και για τον λόγο αυτό, δεν κτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος με αρ. εγγραφής xxx x59, ισχυρισμός που όμως και αυτός καταρρίπτεται και δεν μπορεί να ευσταθεί.», διερωτώμαι: αλήθεια, ποιος από τους ενεχόμενους οδηγούς ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, πότε και σε ποιον το ισχυρίστηκε; Στην έκθεσή του ο μάρτυρας παραθέτει τι ισχυρίστηκαν στον ίδιο οι τρεις ενεχόμενοι οδηγοί και κανένας από αυτούς φέρεται να ισχυρίστηκε ό,τι σχολιάζει ο ίδιος και καταλήγει πως δεν ευσταθεί. Περαιτέρω, και οι τρεις, ούτε και στη ένορκη τους δήλωση προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό. Εν τέλει, ότι το ουσιαστικό συμπέρασμα του μάρτυρα - σύμφωνα πάντοτε με την έκθεσή του το οποίο επαναλαμβάνει και ενόρκως - είναι αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο καταφαίνεται από τα εξής (όχι ιδιαίτερα κατανόητα) που αναφέρει στη συνέχεια, τα οποία εκλαμβάνουν ως δεδομένο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός - που κατά τον ίδιο δεν ευσταθεί -, όχι απλώς προβλήθηκε, αλλά, αυτός που τον προέβαλε είναι ο εναγόμενος 2: Σύμφωνα λοιπόν με το μάρτυρα, από την υποενότητα «δ» διαπιστώνεται ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 2, η εναγόμενη 1 δε θα είχε το διαθέσιμο χώρο και χρόνο να προβεί σε έγκαιρη αποφευκτική ενέργεια προς τα δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση με το μπροστινό μέρος του οχήματος της ενάγουσας, αφού η συνολική απόσταση που είχαν τα οχήματα του εναγόμενου 2 και της ενάγουσας δεν ξεπερνούσε τα 3 μέτρα, τη στιγμή που ένα όχημα το οποίο οδηγείται με ταχύτητα 30 χ.α.ω., καλύπτει μια απόσταση των 8,33 μέτρων το δευτερόλεπτο, απόσταση σχεδόν τριπλάσια. Και πώς γνωρίζει ο μάρτυρας με ποια ταχύτητα οδηγούσε η εναγόμενη 1 κατά το χρόνο σύγκρουσης του οχήματός της, είτε με το όχημα του εναγόμενου 2 είτε με το όχημα της ενάγουσας και προσπαθεί να τεκμηριώσει το παραπάνω συμπέρασμά του, επιστρατεύοντας ακόμη και την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η εναγόμενη 1; Όμως - για να καταλήξω -, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός «του εναγόμενου 2» αποτελεί μάλλον εφεύρημα του μάρτυρα - προκειμένου να τεκμηριώσει το αυθαίρετο συμπέρασμά του, ότι γενεσιουργός αιτία και των δυο συγκρούσεων που συνθέτουν το επίδικο ατύχημα αποτελεί η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου 2 - και ουδέποτε προβλήθηκε από τον εναγόμενο 2, είτε στο μάρτυρα είτε σ' οποιοδήποτε άλλο, καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι ο εναγόμενος 2, στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο από αυτό που φέρεται από το μάρτυρα να είχε ισχυρίστεί στον ίδιο. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 ισχυρίζεται τα εξής: στο ουσιώδη χρόνο, αμέσως μόλις εισήλθε εντός του σταθμευμένου οχήματός του στη θέση του οδηγού και στην προσπάθειά του να κλείσει την πόρτα και ενώ αυτή δεν ήταν εντελώς ανοιχτή, το όχημα της εναγόμενης 1, το οποίο ερχόταν από πίσω του με μεγάλη ταχύτητα, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του, με αποτέλεσμα να κτυπήσει στη δεξιά πόρτα του οχήματός του και ακολούθως να κινηθεί αριστερά και να συγκρουστεί με το όχημα που βρισκόταν μπροστά του σταθμευμένο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να βασιστώ στην έκθεση του μάρτυρα και κατ' επέκταση στη μαρτυρία του προκειμένου να καταλήξω σε συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης των δυο συγκρούσεων που μαζί συνθέτουν το επίδικο ατύχημα. Ό,τι απομένει είναι η μαρτυρία του εναγόμενου 2, την οποία, στο βαθμό που αναφέρεται σε γεγονότα που έχει βιώσει ο ίδιος, αποδέχομαι, επειδή, πρώτο παρέμεινε αναντίλεκτη, δεύτερο συνάδει με τα δικόγραφα των εναγόμενων 1 και 4, τρίτο, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, τέταρτο, δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε αντίφαση και πέμπτο, σε κανένα σημείο της αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Ακόμη ένα στοιχείο που καθιστά την εν λόγω μαρτυρία και κατ' επέκταση την εκδοχή των εναγόμενων 2 και 4 πιο πειστική από την αντίστοιχη εκδοχή των εναγόμενων 1 και 3 και τη σχετική μαρτυρία που έχουν παρουσιάσει κατά τη δίκη είναι το εξής: Σε αντίθεση με τους τελευταίους, οι οποίοι επιστράτευσαν ως μάρτυρα τον ... Ιωάννου, ο οποίος, με τη σειρά του επιστράτευσε την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα των συνθηκών και αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων, όχι για να με βοηθήσει να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, αλλά - για να επαναλάβω - για να με παρασύρει να δεχθώ την εκδοχή των εναγόμενων 1 και 3 συναφώς με αυτά, οι εναγόμενοι 2 και 4 λειτούργησαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Παρουσίασαν ως μάρτυρες γεγονότων μόνο τον πρώτο που είναι ένας από τους ενεχόμενους οδηγούς και προφανώς, παρών κατά το επίδικο ατύχημα καθώς και την αρμόδια λειτουργό του τμήματος απαιτήσεων των εναγόμενων 4, η οποία μολονότι εκφράζει τη θέση ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος φέρει η εναγόμενη 1, ως επίσης και ότι ο εναγόμενος 2, καμιά ευθύνη φέρει γι' αυτό, προς τούτο παραπέμπει στα όσα ο τελευταίος είχε δηλώσει στους εναγόμενους 4 καθώς και στο περιεχόμενο αριθμού φωτογραφιών της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, το περιεχόμενο των οποίων αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, χωρίς να επικαλείται οτιδήποτε το οποίο δεν αποτελεί γεγονός προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή της. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων 2 και 4 και εν μέρει της ενάγουσας. Σε συντομία είναι τα εξής: Στις 7/11/2016 και ώρα 10:30 περίπου, ο εναγόμενος 2 είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής xxx x61 στην αριστερή πλευρά του δρόμου στην οδό Μαρίνου Γερουλάνου στα Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός, με βόρεια κατεύθυνση. Μπροστά από το όχημά του βρισκόταν σταθμευμένο και το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής xxx x59, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, με νότια κατεύθυνση. Όταν κάποια στιγμή ο εναγόμενος 2 εισήλθε στο όχημά του στη θέση του οδηγού και προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα του, προτού την κλείσει, η εναγόμενη 1, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμό εγγραφής xxx x55 στον ίδιο δρόμο, με βόρεια κατεύθυνση, επειδή δεν είχε αντιλήφθεί την παρουσία του οχήματος του εναγόμενου 2 συγκρούστηκε στη δεξιά του πόρτα. Ακολούθως, για άγνωστο λόγο ή λόγους, αφού έχασε τον έλεγχο του οχήματός της κινήθηκε αριστερά μπροστά και συγκρούστηκε στο σταθμευμένο όχημα της ενάγουσας, προκαλώντας σ' αυτό ζημιές, ύψους €1.805,
  17. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. ..................................» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας, που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Στην υπόθεση Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 70 - από την οποία αντλούνται μερικές από τις παραπάνω παρατηρήσεις - επισημαίνονται και τα εξής: «.αμέλεια είναι παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικά συνθήκες που ενήργησε ο δράστης. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι κατ' αρχή η έλλειψη προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε εκ των περιστάσεων να καταβάλει για να μη προκαλέσει ζημία στον πλησίο του. Το κριτήριο είναι πάντοτε αντικειμενικό, γενικό και αφηρημένο. Τα στοιχεία του μέσου συνετού ανθρώπου και του πλησίον διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο συγκεκριμένος δράστης. Τέλος, η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας προβλέψεως ότι δηλαδή η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475: «. η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια*». Ομοίως και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Και λίγο παρακάτω: «Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία.» Προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με τη Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η από­φαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα». Συναφώς με τα παραπάνω είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι 'μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou ν. Adamou
(1988)1 C.L.R.727». Στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 επισημαίνονται τα εξής: «Συμφωνούμε με τη θέση ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι οδοί και όλως ιδιαίτερα ο υπεραστικός δρόμος είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R. 903. Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. ................................. Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει σαφή αντίληψη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας και η καθοδήγησή του επί του προκειμένου υπήρξε πλήρης. Γίνεται αναφορά στην απόφασή του στις υποθέσεις, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η απόφραξη μέρους του δρόμου δεν προοιώνιζε σ' αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό αν η ορατότητα μεταξύ του σημείου που καθίστατο εμφανής η παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του χώρου στάθμευσης του ήταν μικρότερη και δεν παρεχόταν η ευκαιρία αποφυγής του. Σύμφωνα με το εύρημα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη του εφεσείοντα να σημειώσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψή του, ευχέρεια, που του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και της άκρης του δρόμου». Περαιτέρω σύμφωνα με την Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 974: «. έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών.» Τέλος σύμφωνα με την Κωνσταντίνου κ.ά Κατσιαρδή
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1178: «Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση, και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποία είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ΄ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Με υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η ενάγουσα και οι εναγόμενοι 1 και 3 απέτυχαν να αποδείξουν τη δικογραφημένη θέση τους ότι ο εναγόμενος 2 ευθύνεται για την πρώτη επίδικη σύγκρουση και πολύ περισσότερο, ότι η απώλεια ελέγχου του οχήματος της εναγόμενης 1 στη συνέχεια, που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσής του στο όχημα της ενάγουσας και την πρόκληση ζημιών σ' αυτό, συνδέεται αιτιωδώς με την πρώτη σύγκρουση, υπό την έννοια ότι αποτελεί το αποτέλεσμα ή τη γενεσιουργό της αιτία. Ακολουθεί ότι η ευθύνη της εναγόμενης 1 για τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας κατά το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (ανωτέρω), στοιχειοθετείται πλήρως. Από την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία και με βάση τα γεγονότα που απορρέουν από αυτή σε συνάρτηση βέβαια με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών θεωρώ πως δε στοιχειοθετείται καθόλου ευθύνη της ενάγουσας για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Των παραπάνω λεχθέντων δεν τίθεται θέμα επιμερισμού ευθύνης είτε μεταξύ ενάγουσας και των εναγόμενων 1 και 2, από τη μια είτε μεταξύ των τελευταίων, από την άλλη. Αναφορικά με τις ζημιές της ενάγουσας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ αυτής και των εναγόμενων 1 και 3 (βλ. τη σχετική αναφορά στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των τελευταίων) ότι ανέρχονται στο ποσό των €1.805,00. Με αυτό δεδομένο, η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση σχετικής απόφασης για το ποσό αυτό. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €1.805,00, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο. Οι εκατέρωθεν ειδοποιήσεις προς συνεναγόμενο απορρίπτονται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα, ως «επιτυχών διάδικος» έναντι των εναγόμενων 1 και 3, με βάση την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιούται έξοδα. Το ίδιο ισχύει και για τους εναγόμενους 2 και 4, οι οποίοι, με βάση την ίδια αρχή δικαιούνται έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Των παραπάνω λεχθέντων, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται ως ακολούθως: Α) Ένα σετ, υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 3. Β) Άλλο ένα σετ, υπέρ των εναγόμενων 2 και 4 και σε βάρος της ενάγουσας. Αναφορικά με τη διαδικασία ειδοποίησης προς συνεναγόμενο, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - τροχαίο ατύχημα - ευθύνη, αποζημιώσεις.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.