A. Nearchou Developers Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3750/2014, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3750/2014 Μεταξύ:
- A. Nearchou Developers Ltd
- . Νεάρχου
- S.A.N La Forma Estates Ltd
- Azica Trading Ltd Εναγόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων 1, 3 και 4 ημ. 9.10.18 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες 1, 3 και 4 - Αιτητές: κα Μ. Σοφοκλέους για Μ.Π. Σοφοκλέους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα δια κλήσεως Αίτηση οι Ενάγοντες 1, 3 και 4 - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να προχωρήσουν σε πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού στις 15.1.19 και ή στις 13.2.19 και ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, των ακινήτων τα οποία περιγράφονται στα Παραρτήματα Α-Γ, ιδιοκτησίας των Εναγόντων 1, 3 και 4 αντίστοιχα, μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, αντιπροσώπου των Εναγόντων 1, 3 και
- Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα αναφέρει πως έλαβε ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ αναφορικά με κάποια των ενυπόθηκων υπό κρίση ακινήτων και πως αναμένει να λάβει αντίστοιχες ειδοποιήσεις και για τα υπόλοιπα. Σημειώνει πως για όλα τα ενυπόθηκα, εκκρεμούν ήδη έξι Αγωγές εκ μέρους της Τράπεζας (τότε Marfin) στις οποίες ζητά, μεταξύ άλλων, διατάγματα εκποίησης αυτών. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας πως κατά τα έτη 2004 μέχρι και το 2008 οι Ενάγουσες 1, 3 και 4 υπέγραψαν συμφωνίες δανείου με την Τράπεζα, με εξασφαλίσεις την υποθήκευση ακινήτων, και τις οποίες τιμούσαν κανονικά μέχρι και το 2008, με αποτέλεσμα τη μείωση των οφειλόμενων υπολοίπων. Όταν οι Ενάγοντες 1 άρχισαν να έχουν ζημιές κατά το 2008, λειτουργοί της Τράπεζας οι οποίοι γνώριζαν για την οικονομική κατάσταση των Εναγόντων και την αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη μόρφωσης των γονέων της ενόρκως δηλούσας και μοναδικών διευθυντών των Εναγόντων 1 και την επίδειξη εμπιστοσύνης που οι τελευταίοι είχαν προς αυτούς (τους λειτουργούς), μέσω παραπλάνησης, αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού τους και επικαλούμενοι την παροχή περιόδου χάριτος, τους παρότρυναν και υπέγραψαν διάφορες άλλες συμφωνίες, εικονικές και μη, με την υποθήκευση επιπλέον ακινήτων και τη χρέωση παράνομων ποσών. Αυτή η συμπεριφορά της Τράπεζας παραβιάζει το καθήκον πίστης και τιμιότητας προς τους πελάτες της και την κείμενη νομοθεσία και τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με αποτέλεσμα την ακυρότητα των συμφωνιών υποθήκευσης και την αποκόμιση κέρδους το οποίο συνίσταται σε παράνομες χρεώσεις και τόκους υπερημερίας. Σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα, οι προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης των διαφορών μεταξύ των μερών απέβησαν άκαρπες και γι΄ αυτό ζητά τα αιτούμενα διατάγματα ούτως ώστε να διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση πραγμάτων και διασφαλιστεί το δικαίωμα περιουσίας των Αιτητών μέχρι την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ή καταχρηστική. 2) Οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν τη νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και ή υποθήκης λόγω της συμπεριφοράς τους στην οποία η Τράπεζα στηρίχθηκε και προέβη σε πράξεις και ή παραλείψεις οι οποίες ήταν επιζήμιες για τα έννομα συμφέροντα της. 3) Οι Αιτητές κωλύονται να αιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και ή την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων καθότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθηκών η Τράπεζα έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει με πώληση αυτών όπως η ίδια ήθελε επιλέξει και χωρίς καν ενημέρωση των Αιτητών. 4) Οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση παραδέχονται πως οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων είναι έγκυρες και νόμιμες και πως οφείλουν ποσό πέραν των €4.000.
- 5) Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- 6) Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσης και δεν έχει αμφισβητηθεί η δυνατότητα της Τράπεζας να τους αποζημιώσει σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. 7) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΑ, Δικαστηριακού Λειτουργού στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Ο κ. Α αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2 και αρχικά επισημαίνει πως στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι και τον τερματισμό των συμφωνιών πιστωτικής διευκόλυνσης το 2015 η Τράπεζα παρείχε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες δόθηκαν εξασφαλίσεις, τόσο προσωπικές όσο και εμπράγματες. Ο κ. Α ισχυρίζεται πως από το 2008 οι υποχρεώσεις των εταιρειών δεν εξυπηρετούνταν κανονικά και, κατόπιν απαίτησης των Αιτητών, ανά τακτά χρονικά διαστήματα γίνονταν αναδιαρθρώσεις με τη σύμφωνη γνώμη των Αιτητών και χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν για οτιδήποτε. Ειδικότερα, αναφέρει ότι οι Αιτητές υπέγραψαν τις συμφωνίες μεταξύ των ετών 2008 και 2013 για παροχή περιόδου χάριτος, κατόπιν δικής τους απαίτησης, με την ελεύθερη τους βούληση και αφού έλαβαν ανεξάρτητη συμβουλή. Αποτελεί ισχυρισμό του κ. Α πως όλες οι χρεώσεις έγιναν στη βάση των ρητών όρων των συμφωνιών και ήταν καθόλα νόμιμες και πως οι συμφωνίες υποθήκης δίδουν στην Τράπεζα το δικαίωμα να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα. Ο κ. Α επικαλείται την παραδοχή των Αιτητών για οφειλή ποσού της τάξης των €3.464.201,35 κατά τον Δεκέμβριο του
- Ισχυρίζεται επίσης πως το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί έναντι της οφειλής των Αιτητών, επομένως αυτοί δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ενώ η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να τους αποζημιώσει σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με προφορικές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Επιπλέον, η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
- Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ζητείται η ακύρωση διάφορων υποθηκών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορά η Αίτηση, λόγω του ότι είναι παράνομες και άκυρες και ή λόγω του ότι καταρτίστηκαν καθ΄ υπέρβαση των καταστατικών εγγράφων των εταιρειών και ή λόγω του ότι παραχωρήθηκαν ως αποτέλεσμα δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράνομης επιρροής και ή οικονομικού εξαναγκασμού. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και στην υπογραφή διαφόρων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα έτη 1994 μέχρι και 2008, καθ΄ ον διάστημα δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων με αποτέλεσμα την πεποίθηση των Εναγόντων πως η Τράπεζα ενεργούσε προς το συμφέρον των τελευταίων και χωρίς δόλο ή παραπλάνηση. Δίδονται επίσης λεπτομέρειες παράβασης καθήκοντος πίστης και τιμιότητας και ή παραπλάνησης και ή ψευδών παραστάσεων και ή δόλου και ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων βάσει των οποίων οι Ενάγοντες συνήψαν νέες συμφωνίες, εικονικές και μη, με την Τράπεζα η οποία προέβη σε παράνομες χρεώσεις, αυθαίρετη χρήση ποσών από πώληση ενυπόθηκων ακινήτων με την κατανομή τους έναντι άλλων υποχρεώσεων των Εναγόντων, και σε υποθήκευση νέας περιουσίας των Εναγόντων. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, οι πιο πάνω ενέργειες της Τράπεζας οδήγησαν τους Ενάγοντες σε οικονομικό αδιέξοδο και υπέστησαν ζημιές ίσες με τα ποσά των χρεώσεων των νέων λογαριασμών. Στην έκθεση απαίτησης υπάρχει κάποια διαφοροποίηση και διεύρυνση των αρχικών αξιώσεων των Εναγόντων. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο οι αξιώσεις αφορούν την ακύρωση 24 υποθηκών, ενώ στην έκθεση απαίτησης οι αντίστοιχες αξιώσεις περιορίζονται μόνο σε 16 εξ αυτών με την προσθήκη ακόμα τριών. Στην έκθεση απαίτησης, ζητούν περαιτέρω ακύρωση των επίδικων συμφωνιών δανείου, αποζημιώσεις ύψους €400.000 ως παράνομες χρεώσεις, τόκους υπερημερίας και αποκατάσταση οφέλους που προσπορίστηκε η Τράπεζα, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για καταπάτηση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων επί της ακίνητης περιουσίας τους. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον αυτή περιέχει ισχυρισμούς για παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παράνομη επιρροή και παράνομη και αυθαίρετη χρέωση τόκου και άλλων ποσών, και περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθήκης. Και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει πως υπάρχουν και ισχυρισμοί οι οποίοι θεωρώ πως δεν ικανοποιούν αυτή την προϋπόθεση, όπως το ότι η Τράπεζα όφειλε να μην ενεργεί εναντίον των συμφερόντων των Εναγόντων ούτε και να έθετε τα δικά της συμφέροντα πάνω από αυτά των Εναγόντων, αποδίδοντας βασικά καθήκον στην Τράπεζα να επενεργεί πρωτίστως προς το συμφέρον των πελατών και όχι της ίδιας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η Ενάγουσα 2 αναφέρεται σε διάφορες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, (ήτοι λογαριασμών δανείων), οι οποίες υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων κατά τα έτη 2004 μέχρι και 2008 με εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, την υποθήκευση ακινήτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τα οποία έχουν σταλεί οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2, αυτές, οι συμφωνίες, είναι παραδεκτές και αναγνωρίζεται τόσο η σύναψη τους όσο και η οφειλή ποσών δυνάμει αυτών. Μάλιστα, η Ενάγουσα 2 δεν προβάλλει ισχυρισμό περί εξάλειψης εκείνης της οφειλής παρά μόνο την αύξηση αυτής λόγω της αποδιδόμενης στην Τράπεζα συμπεριφοράς από το 2008 μέχρι και το 2013 με τη σύναψη νέων συμφωνιών και συνακόλουθα την παράνομη και αυθαίρετη χρέωση ποσών και διόγκωση των οφειλόμενων ποσών. Είναι δε αξιοσημείωτη η αναφορά στις παρ. 6 και 10 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 2 πως για αυτές τις συμφωνίες οι Ενάγουσες εταιρείες κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις τους με αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών των δανείων και ότι «μόνο ένεκα της παράνομης τακτικής τόσο της πρώην Marfin από το έτος 2008 η οποία συνεχίστηκε από τους εναγόμενους περί το έτος 2013, . να εξακολουθεί να δεικνύει ως οφειλόμενο αναληθές και παράνομο ποσό ως επιζητούν οι εναγόμενοι το αρχικό ενυπόθηκο ποσό». Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα 2, «η πραγματική οικονομική υποχρέωση της αιτήτριας 1, της αιτήτριας 3 και της αιτήτριας 4 για τις τραπεζικές διευκολύνσεις τους με την πρώην Marfin ως ήταν κατά το τέλος του 2008 για τα υφιστάμενα και σήμερα επίδικα δάνεια ήταν €1.445.426,17, €359.563,07 και €275.469,28 αντίστοιχα». Αυτά τα ποσά περιέχονται στις ανασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμών οι οποίες ετοιμάστηκαν από τον κ. ΝΕ, αδειούχο εγκεκριμένο λογιστή και ελεγκτή, στον οποίο οι Ενάγοντες ανέθεσαν τον ορθό υπολογισμό των οφειλόμενων υπολοίπων, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
- Σημειώνεται ακόμα πως οι εν λόγω καταστάσεις δείχνουν τα τελικά οφειλόμενα ποσά για έκαστο λογαριασμό δανείου σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ιδίων των Εναγόντων σε αντιπαραβολή με τους υπολογισμούς της Τράπεζας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Εναγόντων, το συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το 2018 ανέρχεται σε περίπου €5.134.162,
- Όλες οι πιο πάνω θέσεις της Ενάγουσας 2 δεν αναιρούν ούτε την υπογραφή των αρχικών συμφωνιών και των εγγράφων υποθήκης ούτε και την οφειλή των ποσών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ιδίων των Εναγόντων, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα. Ακόμα και ο ισχυρισμός της για τη σύναψη τριών εικονικών δανείων, στις 10.3.09 με τον λογαριασμό δανείου -116, στις 4.11.11 με τον λογαριασμό δανείου -623 και στις 11.12.12 με τον λογαριασμό δανείου -029, αφορά την σύσταση των υφιστάμενων υποθηκών οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο εξασφάλισης και προγενέστερων συμφωνιών (όπως αναφέρεται τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην υπεράσπιση της Τράπεζας) και οι οποίες εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, φαίνεται να είναι παραδεκτές και να παρουσιάζουν οφειλόμενα υπόλοιπα. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 2 περί εικονικών δανείων, υπερχρεώσεων, παραπλανητικών και ψευδών δηλώσεων αντικρούονται από την Τράπεζα μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Ο κ. Α απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2 και αναφέρει πως στα πλαίσια της πολυετούς συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, είναι κατόπιν δικής τους απαίτησης που η Τράπεζα προέβη σε παροχή περιόδου χάριτος και στη σύναψη νέων συμφωνιών τις οποίες οι Αιτητές υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση και κατόπιν μελέτης και λήψης ανεξάρτητης συμβουλής. Επισυνάπτει αντίγραφα των συμφωνιών, Τεκμήριο 1, στις οποίες φαίνεται η έγκριση των αιτήσεων των Εναγόντων για ανανέωση ή έγκριση διευκολύνσεων και η υπογραφή εκ μέρους τους. Ο κ. Α αναφέρει επίσης πως οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται ότι το συνολικό ύψος της οφειλής τους προς την Τράπεζα ανέρχεται στα €3.464.201,35 κατά τον Δεκέμβριο του 2013, το οποίο περί τα τέλη του 2017 ανέρχεται στα €4.165.450,
- Σύμφωνα δε με την Τράπεζα, το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται περίπου στα €7εκ. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε συμπεράσματα επί αυτών, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αρκούμαι να επισημάνω αρχικά πως και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως από το 2008 οι Ενάγοντες άρχισαν να έχουν δυσκολία στην τήρηση των υποχρεώσεων τους δυνάμει των υφιστάμενων συμφωνιών και συνήψαν νέες συμφωνίες με την Τράπεζα δυνάμει των οποίων τους παραχωρείτο παράταση χρόνου για εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Επίσης, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων για παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παράνομη επιρροή τίθενται με γενικότητα και αοριστία στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν, ως θα έπρεπε, να συνεκτιμηθούν στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο εν σχέσει με την πιθανότητα επιτυχίας αν κατά την ακρόαση της ουσίας γίνονταν αποδεκτά. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα 2 παρουσιάζει τους γονείς της ως «αγράμματους και ανίδεους», οι οποίοι απλώς αποδέχονταν δίχως άλλο τις συνεχείς εισηγήσεις και προτάσεις της Τράπεζας για την παροχή περιόδου χάριτος, χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες διαβούλευσης και επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη κάθε φορά μεταξύ τους, ποιοι και τι τους έλεγαν, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Ενάγοντες και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή της κάθε συμφωνίας για σειρά ετών, οι οποίες (συμφωνίες) παρείχαν κάθε δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με ένα των καθορισμένων σε αυτές τρόπο, συμπεριλαμβανομένων του διατάγματος πώλησης στα πλαίσια Αγωγής ή πώλησης μέσω προσφορών. Είναι δε άξιο απορίας πως, παρά την καθόλα ομαλή πολυετή συνεργασία μεταξύ των μερών, οι Ενάγοντες αποδίδουν τέτοια δόλια και απατηλή συμπεριφορά στην Τράπεζα μόνο από το 2008, όταν άρχισαν να αντιμετωπίζουν δυσκολία στην εκπλήρωση των τότε υφιστάμενων υποχρεώσεων τους και ειδικότερα πως αυτή η κατάσταση διήρκησε για μια περίοδο πέντε ετών, χωρίς οι Ενάγοντες σε οποιοδήποτε στάδιο κατά αυτή τη σχετικά μακρά περίοδο και οποτεδήποτε πριν το 2013 να προβληματιστούν για την εξέλιξη και κατάσταση των λογαριασμών τους και να λάβουν ενδεχομένως άλλα μέτρα. Εν πάση περιπτώσει αυτοί οι ισχυρισμοί αντικρούονται από τις προαναφερόμενες θέσεις του κ. Α ο οποίος αναφέρει επίσης πως οι Ενάγοντες «όχι μόνο απαιτούσαν την αναδιάρθωση των υποχρεώσεων τους αλλά ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν είτε για τις αναδιαρθρώσεις είτε για τις όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου τυχόν γίνονταν». Σημειώνω δε πως οι Ενάγοντες δεν καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση αυτών των θέσεων αλλά ούτε και ζήτησαν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα. Η δικηγόρος των Αιτητών απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη φύση της απαίτησης τους η οποία δεν είναι άλλη από την ακύρωση των υποθηκών και την αποζημίωση τους, τονίζοντας πως η θέση της Τράπεζας περί αποδοχής εκ μέρους των Αιτητών οφειλής δυνάμει των συμφωνιών δανείων είναι καθαρά παραπλανητική ως προς το αντικείμενο τόσο της Αγωγής όσο και της παρούσας Αίτησης. Η απαίτηση των Εναγόντων, όπως διαμορφώνεται στην έκθεση απαίτησης, περιορίζεται και αφορά μεν στις συμφωνίες υποθηκών αλλά επεκτείνεται και στις συμφωνίες δανείων, ζητώντας την ακύρωση αυτών καθώς επίσης και ποσά που απορρέουν δυνάμει αυτών των συμφωνιών, υπό τη μορφή παρανόμων χρεώσεων, εντούτοις αυτές είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τις προγενέστερες συμφωνίες δανείων και τις υποθήκες. Όπως επεξηγείται ανωτέρω, οι Αιτητές αναγνωρίζουν τη σύναψη των προγενέστερων συμφωνιών και την οφειλή δυνάμει αυτών, και επομένως η σύναψη των νέων συμφωνιών δανείων και υποθήκης, κάποιες εκ των οποίων αφορούν τις ήδη υφιστάμενες υποθήκες, είναι άρρηκτα σχετική και καθίσταται επίδικο θέμα στην παρούσα Αγωγή. Αυτό προκύπτει μέσα από την έκθεση απαίτησης (και συνακόλουθα την υπεράσπιση της Τράπεζας), στην οποία γίνεται εκτενής και αναλυτική αναφορά σε όλο το φάσμα συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, στη σύναψη προγενέστερων συμφωνιών δανειοδότησης και εξόφληση αυτών, και ειδικότερα στις συνθήκες σύναψης των υπό κρίση νέων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθήκης. Στην υπεράσπιση της η Τράπεζα ισχυρίζεται πως κάποιες συμφωνίες εξοφλήθηκαν και κάποιες συνάφθηκαν με την απαλλαγή των παλαιών υποθηκών και τη σύναψη νέων, κατόπιν αιτήματος των ίδιων των Εναγόντων, επικαλούμενη πως όλες αυτές είναι καθόλα νόμιμες και έγκυρες. Με άλλα λόγια, εκτιμάται πως το Δικαστήριο δεν θα απομονώσει τις υπό κρίση συμφωνίες υποθηκών για σκοπούς και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας Αγωγής, ως παντελώς αυτόνομες και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και σύνδεση με τις προγενέστερες συμφωνίες και υποθήκες. Άλλωστε αυτή η θέση βρίσκει έρεισμα κυρίως στις ισχυριζόμενες συμφωνίες των τριών εικονικών δανείων, οι οποίες αφορούν και σχετίζονται με προγενέστερες συμφωνίες και με εξασφαλίσεις τις παλαιότερες υποθήκες, αλλά και σε άλλες συμφωνίες για τις οποίες, όπως ρητώς αναγνωρίζουν και οι δύο πλευρές στα εκατέρωθεν δικόγραφα τους, η καθεμιά βεβαίως υπό τη δική της σκοπιά, λόγω απαλλαγής παλαιότερων συμφωνιών υποθήκης υπεγράφησαν συμφωνίες υποθήκευσης άλλων ακινήτων. Επίσης τέτοια διαπίστωση προκύπτει και από το γεγονός πως οι ίδιες ακριβώς θέσεις των Εναγόντων περί παραπλάνησης, πιέσεων, αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης και οικονομικού εξαναγκασμού και κατά συνέπεια περί ακυρότητας των συμφωνιών υποθήκης προβάλλονται στην υπεράσπιση τους στα πλαίσια της Αγωγής 2647/16 Ε.Δ. Λεμεσού, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Η εν λόγω Αγωγή είναι μια εξ αυτών που κινήθηκε από την Τράπεζα εναντίον των Αιτητών, στην οποία οι Αιτητές αναγνωρίζουν οφειλή και αναφέρουν το αληθές συνολικό οφειλόμενο ποσό δυνάμει των εκεί επίδικων λογαριασμών δανείου. Εδώ είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως η ίδια η Ενάγουσα 2, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, παραδέχεται την καταχώριση συνολικά έξι Αγωγών από την Τράπεζα αναφορικά με όλα τα υπό κρίση ενυπόθηκα ακίνητα και για τα οποία ζητά διάταγμα εκποίησης και στις οποίες έχουν καταχωριστεί υπερασπίσεις όπου προφανώς οι Αιτητές (εκεί Εναγόμενοι) προβάλλουν σε όλες αντίστοιχους ισχυρισμούς αναφορικά με την εγκυρότητα των συμφωνιών υποθήκης. Είναι δε άξιο απορίας γιατί οι Αιτητές επέλεξαν να καταχωρίσουν Αγωγή από τη στιγμή που θα μπορούσαν να προβάλουν τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις τους στα πλαίσια εκείνων που ήγειρε η Τράπεζα εναντίον τους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και ειδικότερα την αναγνώριση της υπογραφής των αρχικών συμφωνιών παροχής δανείων με εξασφαλίσεις την υποθήκευση ακινήτων, την ύπαρξη οφειλών δυνάμει αυτών μέχρι και σήμερα, τη μη παροχή συγκεκριμένων ισχυρισμών αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής των νέων συμφωνιών και την υποθήκευση νέων ακινήτων, και την ισχυριζόμενη σύναψη εικονικών δανείων με τις ήδη υφιστάμενες υποθήκες, δεν ικανοποιούμαι πως έχει διαφανεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας η οποία απαιτείται για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις και συζητήσεις μεταξύ των μερών για εξώδικη διευθέτηση όλων των επίδικων διαφορών τους, κάτι το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Μάλιστα η Ενάγουσα 2 επισυνάπτει τη σχετική αλληλογραφία κατά τα έτη 2013-2018 μεταξύ των μερών, Τεκμήρια 9-
- Όπως επισημαίνουν και οι δύο πλευρές, και διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία, και χωρίς να μου διαφεύγει πως οι διαπραγματεύσεις γίνονταν άνευ βλάβης, οι Ενάγοντες πρότειναν αναδιάρθρωση των δανείων τους και ακόμα μεταβίβαση κάποιων ακινήτων τους εις ανταλλαγή των χρεών τους. Η Ενάγουσα 2 αποδίδει την αύξηση των οφειλόμενων ποσών στην αδιάλλακτη και παράλογη στάση της Τράπεζας να δεχθεί τις προτάσεις των Εναγόντων σύμφωνα με τους οποίους το συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά τον Δεκέμβριο του 2013 ανέρχετο στα €3.464.201,35 από τους Ενάγοντες 1, €276.023,10 από τους Ενάγοντες 3 και €379.487,40 από τους Ενάγοντες
- Σημειώνεται πως η ίδια η Ενάγουσα 2 αναφέρει πως τα αξιούμενα από την Τράπεζα ποσά κατά τον Σεπτέμβριο του 2016 είναι, στην Αγωγή 2647/16 εναντίον των Εναγόντων 1 €4.996.271,97, στην Αγωγή 2690/16 εναντίον των Εναγόντων 3 €323.857,91 και στην Αγωγή 2584/16 εναντίον των Εναγόντων 4 €470.685,
- Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ως προς την στάση της Τράπεζας αντικρούεται από τον κ. Α ο οποίος ισχυρίζεται πως οι Αιτητές ενεργούν καταχρηστικά και παράνομα καθότι αρχικά έδειξαν πως δεν είχαν ένσταση στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και οι ίδιοι πρότειναν την εκποίηση μέσω της διαδικασίας ανταλλαγής χρέους-περιουσίας (DFAS), εντούτοις μόλις η Τράπεζα προχώρησε στη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού αυτοί προβάλλουν προσκόμματα στην ολοκλήρωση της. Η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται επίσης πως η Τράπεζα Κύπρου δεν νομιμοποιείται ως ενυπόθηκος δανειστής λόγω του ότι αυτός ήταν η Marfin η οποία ουδέποτε διαλύθηκε ή εκκαθαρίστηκε και επομένως η Τράπεζα Κύπρου δεν την αντικαθιστά αυτόματα. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται από τον κ. Α ο οποίος παραπέμπει στο Διάταγμα περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ΚΔΠ104/13 δυνάμει του οποίου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της τελευταίας έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου η οποία έχει αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Marfin που πηγάζουν από τις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις προς τους Αιτητές. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως τα όσα αναφέρει ο κ. Α περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, ούτως ώστε να παρατηρείται και κάποια αντιφατικότητα στους αντίστοιχους ισχυρισμούς των ίδιων των Αιτητών μεταξύ της Αίτησης και του δικογράφου τους. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους. Είναι επίσης άξιο σχολιασμού πως η Ενάγουσα 2 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά για την αξία των επίδικων ακινήτων. Ως εκ τούτου, δεν προβάλλεται ισχυρισμός πως τυχόν πώληση των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ ακόμα και τα ισχυριζόμενα κατ΄ αυτήν οφειλόμενα υπόλοιπα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Τράπεζα θα καταβάλει το υπόλοιπο στους Αιτητές, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως οι Αιτητές θα έχουν υποστεί ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Τράπεζα δύναται να τους αποζημιώσει. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Αιτητές πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα προέβαλε ισχυρισμό πως είναι φερέγγυα και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, κάτι το οποίο διαφαίνεται και μέσα από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληξε στις 31.12.17, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Αιτητών στην περιουσία τους, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Τράπεζας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα και κυρίως η αναγνώριση της σύναψης συμφωνιών υποθήκης και της οφειλής δυνάμει συμφωνιών δανείων και υποθήκης διαφοροποιούν την υπό κρίση περίπτωση από την υπόθεση Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, στην οποία βασίστηκε η δικηγόρος των Αιτητών. Σε εκείνη την υπόθεση το επίδικο ζήτημα ήταν ακριβώς η κατοχή του διαμερίσματος το οποίο ο εφεσείων είχε αγοράσει δυνάμει συμφωνίας την οποία κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και το Εφετείο έκρινε πως το δικαίωμα του εφεσείοντος σε κατοχή και μεταβίβαση παρέμενε ισχυρό δυνάμει των όρων της συμφωνίας ούτως ώστε αυτό έπρεπε να διασφαλιστεί με τη διατήρηση του status quo μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Έτσι παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα παρεμπόδισης παραχώρησης κατοχής του διαμερίσματος σε τρίτους. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση και για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας στην προκειμένη περίπτωση κλίνει υπέρ της Τράπεζας. Αυτό προκύπτει κυρίως από την παραδοχή της οφειλής, την εκτίμηση που δίδουν οι ίδιοι οι Αιτητές για το ύψος αυτής, το γεγονός ότι κάποιες επίδικες συμφωνίες αφορούν σε υφιστάμενες συμφωνίες υποθήκης και τη συνεχόμενη αύξηση του οφειλόμενου ποσού μέχρι εξοφλήσεως. Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα σε όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω πως η θέση της Ενάγουσας 2 ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη για να της παρέχεται η δυνατότητα υποβολής Αίτησης-Έφεσης σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την έκδοση αυτών, αλλά σαφώς το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτών. Τέλος, η Ενάγουσα 2 προβάλλει ισχυρισμό περί της αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας του πλειστηριασμού και των σχετικών άρθρων του Νόμου καθώς επίσης πως σε εκείνη τη διαδικασία δεν προβλέπεται εύλογη και δίκαιη αποζημίωση υπέρ των Αιτητών, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα τους στην κατοχή περιουσίας. Θεωρώ πως η νομιμότητα ή μη της διαδικασίας πλειστηριασμού δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά το θέμα τυχόν αποζημίωσης στους Αιτητές, ισχύουν τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο και θα κριθεί στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και ενδεχομένως άλλων κατάλληλων δικαστικών διαδικασιών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1, 3 και 4 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο