Ηρακλέους ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 308/2018, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 308/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, άρθρο 27 και τους τροποποιητικούς Νόμους 142(Ι)/14 και 87(Ι)/18, άρθρα 44Α-44IΖ Μεταξύ: .. Ηρακλέους Αιτήτριας - Εφεσείουσας v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Μ. Καραπατάκη για Charis Demetriou LLC Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια - Εφεσείουσα ζητά διατάγματα με τα οποία: (
- i)να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η ειδοποίηση ΙΑ για την σκοπούμενη πώληση με πλειστηριασμό των ακινήτων της που βαρύνονται με την υποθήκη Υ./10, (
- ii)να κηρύσσεται ως άκυρη και ή αντισυνταγματική και ή στερημένη έννομου αποτελέσματος η εν λόγω ειδοποίηση ΙΑ, (iii) να αναγνωρίζεται πως η εν λόγω ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, (
- iv)να τερματίζεται η διαδικασία του πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση και τελεσιδικία της Αγωγής υπ΄ αρ. 1542/18 ΕΔ Λεμεσού, (
- v)να τερματίζεται η διαδικασία του πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση και τελεσιδικία των Αγωγών υπ΄ αρ. 5441/15, 156/16, 5029/15 και 3530/15 ΕΔ Λεμεσού, (
- vi)να κηρύσσεται ότι η διαδικασία προώθησης του πλειστηριασμού αποτελεί κατάχρηση και ή ότι οι Καθ΄ ων κωλύονται δια συμπεριφοράς και ή λόγω πολλαπλότητας και ή λόγω κατάχρησης διαδικασιών να προωθούν την εν λόγω διαδικασία, (vii) να κηρύσσεται ως άκυρη και ή αντισυνταγματική και ή στερημένη έννομου αποτελέσματος η εν λόγω ειδοποίηση ΙΒ, (viii) να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν το άρθρο 30 του Συντάγματος, (
- ix)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος, (
- x)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας, (
- xi)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής: (α) Το άρθρο 44Γ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, στερεί και ή παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα της Αιτήτριας για προσφυγή στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος. (β) Η επιβολή της προϋπόθεσης του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος επηρεάζει και ή ματαιώνει το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει στο Δικαστήριο, δημιουργεί ανεπίτρεπτο κώλυμα στην Αιτήτρια να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 30.1 του Συντάγματος, δημιουργεί αθέμιτο πλεονέκτημα προς όφελος των Καθ΄ ων και καταστρατηγεί την αρχή της ισότητας των όπλων όπως αυτή διασφαλίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος. (γ) Το άρθρο 44Γ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, παραβιάζει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. (δ) Οι πρόνοιες του άρθρου 44Α του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, περί αναδρομικής ισχύος του Μέρους VIA, είναι αντισυνταγματικές καθότι πλήττουν την αρχή της αναδρομικότητας. (ε) Το Μέρος VIA του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, περί αναδρομικής ισχύος είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. (στ) Η ειδοποίηση ΙΑ είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου. (ζ) Δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία ως προς την αποστολή και ή την επίδοση των ειδοποιήσεων. (η) Δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Θ πριν την ειδοποίηση Ι. (θ) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ είναι άκυρες και χωρίς έννομο αποτέλεσμα καθότι εκκρεμούν οι προαναφερόμενες Αγωγές. (ι) Η διαδικασία προώθησης του πλειστηριασμού συνιστά κατάχρηση και ή οι Καθ΄ ων κωλύονται δια της συμπεριφοράς τους και ή λόγω πολλαπλότητας και ή λόγω κατάχρησης διαδικασιών να προωθούν τον πλειστηριασμό. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, στην οποία ισχυρίζεται πως το 2010 υποθήκευσε τα υπό κρίση ακίνητα της σύμφωνα με την υποθήκη Υ./10 για το ποσό των €556.000 πλέον τόκους, ως εξασφάλιση δανείου και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων προς την ίδια, τον σύζυγο της και τις συνδεδεμένες με αυτούς εταιρείες. Αναφέρει πως γι΄ αυτές τις πιστωτικές διευκολύνσεις και την υποθήκη, οι Καθ΄ ων καταχώρισαν τις Αγωγές 3530/15, 5029/15, 5441/15 και 156/16 ΕΔ Λεμεσού (εφεξής «οι Αγωγές της Τράπεζας»), στις οποίες καταχωρίστηκαν υπερασπίσεις. Ακολούθως η Αιτήτρια παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας από τη λήψη ειδοποιήσεων τύπου Ι και Θ, μέχρι και της ειδοποίησης ΙΒ, και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση - Έφεση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Η Αιτήτρια ερμηνεύει λανθασμένα τις διατάξεις του Ν.9/
- 3) Οι Καθ΄ ων έχουν ακολουθήσει ορθά και νομότυπα τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου και οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ είναι σε πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου. 4) Η υποθήκη Υ./10 είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική και παρέχει δικαίωμα στους Καθ΄ ων να εκκινήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. 5) Η προώθηση των Αγωγών της Τράπεζας δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αλλά άσκηση των νομίμων και συμβατικών καθηκόντων της. 6) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει το δικαίωμα των Καθ΄ ων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα προς εξασφάλιση του λαβείν τους εντός εύλογου χρόνου και αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του Νομοθέτη. 7) Οι υπερασπίσεις στις Αγωγές της Τράπεζας και η Αγωγή 1542/18 δεν αποτελούν λόγο παραμερισμού των επίδικων ειδοποιήσεων και ή καταχωρίστηκαν καταχρηστικά και τεχνηέντως με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. 8) Δεν έχουν παραβλαφθεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας από την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης ΙΒ, αντιθέτως με αυτή η Αιτήτρια πληροφορήθηκε για τα προβλεπόμενα στον Νόμο δικαιώματα της τα οποία και άσκησε. 9) Ουδέποτε πριν την καταχώριση των Αγωγών της Τράπεζας η Αιτήτρια ήγειρε ισχυρισμό περί ακυρότητας των υπό κρίση συμφωνιών και ή εγγυήσεων και ή υποθηκών, παρά μόνο με τις υπερασπίσεις οι εκεί εναγόμενοι εγείρουν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αφού προηγουμένως οι Καθ΄ ων τερμάτισαν τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις και καταχώρισαν τις Αγωγές. 10) Οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου είναι καθόλα συνταγματικές και δεν παραβλάπτουν κανένα δικαίωμα της Αιτήτριας. Το δικαίωμα των Καθ΄ ων υπήρχε πολύ πριν την τροποποίηση του Νόμου με την προσθήκη του Μέρους VIA, αφού παρείχετο η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, μέσω του Κτηματολογίου, και χωρίς να απαιτείται η όποια δικαστική απόφαση. 11) Δεν πληρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις για να δύναται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συνταγματικό έλεγχο των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου και ή τέτοιος έλεγχος θα ήταν μόνο ακαδημαϊκής αξίας. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω διατάξεις συνάδουν πλήρως με το Σύνταγμα και δεν πλήττουν ούτε επηρεάζουν οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΤ (εφεξής «ο ΔΤ»), υπαλλήλου στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών Μεγάλων Επιχειρήσεων (Corporate Debt Recovery) των Καθ΄ ων. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε όλο το πλαίσιο των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων για τις οποίες παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκη Υ./10, επισυνάπτοντας αντίγραφα των συμφωνιών, επιστολών τερματισμού, καταστάσεων λογαριασμών καθώς επίσης και των Αγωγών της Τράπεζας και των υπερασπίσεων. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας επίδοσης όλων των ειδοποιήσεων, ισχυριζόμενος πως η διαδικασία έγινε προς πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου, πως η Αιτήτρια δεν δύναται πλέον να ζητά ακύρωση των ειδοποιήσεων Ι και Θ, και πως δεν παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα της. Τέλος και αυτός με τη σειρά του επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να τεθεί εξαρχής το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Στις 19.3.10 η Αιτήτρια συνέστησε υποθήκη Υ./10 αναφορικά με δύο ακίνητα της προς όφελος των Καθ΄ ων για το ποσό των €556.000 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης του ΔΤ. Η εν λόγω υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν δυνάμει συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού προς την Αιτήτρια, τον σύζυγο της και τη συνδεδεμένη με αυτούς εταιρεία A.&A. Heracleous Estates Ltd, Τεκμήρια Γ1, Δ.1, Ε1, Ζ1, Η1 και Ι1 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Όλες οι εν λόγω συμφωνίες τραπεζικών διευκολύνσεων και λειτουργίας των αντίστοιχων λογαριασμών τερματίστηκαν με επιστολές των Καθ΄ ων ημ. 9.12.13, 12.12.13, 18.2.14 και 12.3.14, Τεκμήρια Γ2, Δ.2, Ε2, Ζ2, Η2 και Ι2 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Αναφορικά με τις εν λόγω διευκολύνσεις οι Καθ΄ ων καταχώρισαν εναντίον της Αιτήτριας, του συζύγου της και της εταιρείας, τις Αγωγές υπ΄ αρ. 3530/15, 5029/15, 5441/15 και 156/16, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας.
- Στις εν λόγω Αγωγές οι εκεί εναγόμενοι καταχώρισαν υπερασπίσεις στις οποίες βασικά αρνούνται τη σύναψη των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και υποθήκης καθώς επίσης και τη λήψη των επιστολών τερματισμού, Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας.
- Στις 13.6.18 οι Καθ΄ ων επέδωσαν στην Αιτήτρια, στον σύζυγο της προσωπικά και εκ μέρους της εταιρείας, στο Τμήμα Φορολογίας και στην Eurobank Cyprus Ltd, ειδοποίηση τύπου Ι συνοδευόμενη από ειδοποίηση τύπου Θ με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού, αναφορικά με τα υπό κρίση ενυπόθηκα ακίνητα, Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης και τα σχετικά έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο ΙΑ στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Οι Καθ΄ ων απέστειλαν με συστημένο ταχυδρομείο τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ ημ. 23.8.18, τόσο στην Αιτήτρια όσο και σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα τα οποία όμως παρέλειψαν να τις παραλάβουν, Τεκμήριο ΙΓ στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Στις 28.9.18 οι Καθ΄ ων επέδωσαν στον σύζυγο της Αιτήτριας, για την ίδια, αυτόν προσωπικά και εκ μέρους της εταιρείας, τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ ημ. 23.8.18, με τις οποίες ενημέρωναν για την πρόθεση πώλησης δια πλειστηριασμού στις 17.1.19, Τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο ΙΔ στην ένορκη δήλωση του ΔΤ.
- Στις 10.7.18 η Αιτήτρια καταχώρισε εναντίον των Καθ΄ ων την Αγωγή υπ΄ αρ. 1542/18 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η Αιτήτρια ζητά, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υπό κρίση υποθήκης, την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου Ι, απόφαση πως ουδέν ποσό οφείλεται δυνάμει της εν λόγω ειδοποίησης και αποζημιώσεις για δόλο και ή εξαπάτηση. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι το ποιες πρόνοιες του Ν.9/65 εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως διαφαίνεται μέσα από τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, αποτελεί βασική θέση της Αιτήτριας πως οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν διάφορες βασικές αρχές ούτως ώστε αυτές (οι πρόνοιες) να μην έχουν νομική ισχύ ούτε και να τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 24.10.18, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή και η βάση της θέσης της Αιτήτριας. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη η οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητώς πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ίδιου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Ι και Θ είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου καθώς επίσης και της πρόνοιας του άρθρου 44Γ πάνω σε διάφορες βάσεις εγείρονται τόσο στα πλαίσια της Αίτησης, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με σαφήνεια και λεπτομέρεια. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
- (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας - Αποστέρηση Κεκτημένου Δικαιώματος Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Α περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας ως προς τη δημιουργία δικαιώματος προς όφελος των Καθ΄ ων. Αυτή η εισήγηση βασίζεται στο ότι αφενός αφαιρείται κεκτημένο δικαίωμα της Αιτήτριας και αφετέρου δίδεται δικαίωμα στους Καθ΄ ων. Προφανώς η Αιτήτρια αναφέρεται στο δικαίωμα που είχε με βάση τον προγενέστερο Ν.142(Ι)/14να προσβάλει τις ειδοποιήσεις Ι και Θ και να ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ επικαλούμενη την εκκρεμότητα αγωγής αναφορικά με την ειδοποίηση Ι. Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις θεωρώ πως κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Ι και Θ, ήτοι στις 13.6.18, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.124(Ι)/14, η Αιτήτρια είχε κάθε δικαίωμα να λάβει μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε ή και των δύο εξ αυτών ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Η προθεσμία των 30 ημερών έληγε στις 13.7.18, ημερομηνία που συμπίπτει με την έναρξη ισχύος του Ν.87(Ι)/
- Επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Ι και Θ, και σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, η Αιτήτρια διατηρούσε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση εντός 30 ημερών, το οποίο δικαίωμα η ίδια επέλεξε να μην ασκήσει. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος της, από τη στιγμή που αυτό υπήρχε στη διάθεση της κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
- Όσον αφορά την προϋπόθεση της ύπαρξης αγωγής για την ειδοποίηση Ι, σαφώς αυτή πλέον δεν υπάρχει με βάση το νέο άρθρο 44Γ
(3). Η δικηγόρος της Αιτήτριας παρέπεμψε σε νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία του κεκτημένου δικαιώματος. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 λέχθηκαν τα εξής: «The expression "vested rights" primarily connotes rights that accrued in law. Rights may accrue both in civil and public law. A right may be deemed to vest if the process of the law for its acquisition has been completed. The right crystallizes thereafter and vests in the subject who becomes its beneficiary in law. Certainty in the legal process and respect for the law, require that rights acquired under the law should remain undisturbed. Inevitably, interference with such rights undermines certainty and reduces respect for the laws. The need to sustain vested rights found expression in the Interpretation Law in the form of a presumption that subsequent laws are presumed, but not deemed, to leave unaffected vested rights. Section 10
(2)(c) of the Interpretation Law, Cap. 1, provides that it shall be presumed that the repeal of a law leaves unaffected rights, privileges, obligations or liabilities, that were acquired, accrued or incurred under the repealed law. However, the presumption is a rebuttable one and may be displaced whenever a clear intention to the contrary is evinced by the repealing law. In the face of a clear legislative expression to the contrary, the presumption recedes and gives way to the will of the legislature, the supreme arbiters of the law.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο ακολούθως ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα συμβατικά με το Κράτος δικαιώματα του εφεσείοντος να επιλέξει την αποζημίωση του η οποία δεν υπόκειτο σε φορολογία είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν την τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Αφού κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί με την εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, το Εφετείο υιοθετώντας την προαναφερόμενη υπόθεση Menelaou, ανέφερε τα εξής: «Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο ισχύος του Ν.87(Ι)/18 η Αιτήτρια δεν είχε κεκτημένο δικαίωμα με μόνο το γεγονός της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους της. Το δικαίωμα της Αιτήτριας δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, παρά μόνο κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με την καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της, με βάση το παλαιό άρθρο 44Γ
(3). Η καταχώριση της Αγωγής με την πιθανή αναμονή και ενδεχόμενη προοπτική της παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ δεν είναι επ΄ ουδενί λόγο ικανή να προσδώσει κεκτημένο δικαίωμα εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί όλη η σχετική διαδικασία και ειδικότερα όλες οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, ήτοι η καταχώριση της έφεσης. Ανεξαρτήτως του ότι η ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στην Αιτήτρια μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως η ίδια θα μπορούσε να επικαλείται ενδεχομένως κεκτημένο δικαίωμα μόνο στην περίπτωση που κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.87(Ι)18 αυτή είχε ήδη καταχωρίσει έφεση στηριζόμενη στην προϋπόθεση του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), ήτοι την ύπαρξη αγωγής. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο συνέβη στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA είχε αρχίσει με την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης Ι στις 13.6.18 πλην όμως η Αιτήτρια δεν είχε ακόμα αποκτήσει το δικαίωμα έφεσης εναντίον της ειδοποίησης ΙΑ για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί τέτοια ειδοποίηση ΙΑ πριν τον Ν.87(Ι)/18. Θεσπίζοντας τον Νόμο αυτό ο Νομοθέτης σαφώς και είχε υπόψιν του ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία με την επίδοση των αρχικών ειδοποιήσεων. Όπως επίσης και σαφώς είχε υπόψιν του πως το όποιο δικαίωμα έφεσης κατά της ειδοποίησης ΙΑ θα διατηρείτο και θα ήταν και πάλι εντός των 30 ημερών από την επίδοση της. Ο Νομοθέτης δεν επέλεξε να καταργήσει το δικαίωμα έφεσης αλλά αντιθέτως το διατήρησε για όσες διαδικασίες θα προχωρούσαν μέχρι το στάδιο της ειδοποίησης ΙΑ. Η δικηγόρος της Αιτήτριας αναφέρθηκε επίσης στις υποθέσεις Ανδρέα Μιχαηλίδη κ.ά. v. Γενικού Εφόρου Εκλογής κ.ά., Εκλογική Αίτηση 1/17, ημ. 30.4.18, και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας (ανωτέρω), προς υποστήριξη της θέσης περί αναδρομικής παραχώρησης δικαιώματος στους Καθ΄ ων. Θεωρώ πως αυτές οι υποθέσεις δεν βοηθούν την Αιτήτρια. Αυτές καθιέρωσαν την αρχή πως δεν είναι επιτρεπτός ο αναδρομικός καθορισμός, ήτοι η παραχώρηση και δημιουργία, δικαιωμάτων ακόμα και με την τροποποίηση Νόμου, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση ο Ν.87(Ι)/18δεν καθόρισε ούτε και έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα στους Καθ΄ ων με την απάλειψη της προϋπόθεσης ύπαρξης αγωγής. Το δικαίωμα των Καθ΄ ων να προχωρήσουν με την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων δια πλειστηριασμού υπήρχε με βάση τον Ν.142(Ι)/14, και επομένως ο Ν.87(Ι)/18δεν δημιούργησε νέο τέτοιο δικαίωμα σε αυτούς. Με άλλα λόγια, οι Καθ΄ ων διατηρούσαν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα με βάση τόσο τον παλαιό όσο και τον νέο Νόμο. Αντιθέτως, ο νέος Νόμος παρέχει περισσότερους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια θα μπορούσε να καταχωρίσει έφεση. Συγκεκριμένα, ενώ το παλαιό άρθρο 44Γ
(3)περιλάμβανε τέσσερις μόνο λόγους για τους οποίους ήταν δυνατή η καταχώριση έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, το νέο άρθρο 44Γ
(3)περιλαμβάνει περισσότερους, διευρύνοντας έτσι το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει τους ιδίους πρώτους τρεις με το παλαιό άρθρο και πρόσθεσε ακόμα τρεις, ήτοι την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, την έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του περί Αφερεγγυότητας Νόμου και την συμμετοχή στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ. Είναι ακριβώς με αυτή τη λογική και βάση που οι Καθ΄ ων εισηγούνται πως δεν υπάρχει μεταβολή του ήδη υφιστάμενου καθεστώτος αλλά προσθήκη νέου τρόπου-μεθόδου πώλησης και πως το νέο άρθρο 44Γ
(3)δεν παρέχει νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή αλλά ένα τρόπο άσκησης του ήδη υπάρχοντος δικαιώματος για πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας. Θεωρώ πως αυτές οι θέσεις συνάδουν με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και βρίσκουν έρεισμα στις πιο πάνω νομικές αρχές. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας, δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα της Αιτήτριας ούτε και δημιουργείται νέο δικαίωμα στους Καθ΄ ων. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί εισήγηση της Αιτήτριας πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.87(Ι)/18, με την οποία εισήχθη η προϋπόθεση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ πως το άρθρο 44Γ
(3)(δ) δεν στερεί το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει στη δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως της παρέχει τέτοιο δικαίωμα νοουμένου ότι τηρείται η εκεί προβλεπόμενη προϋπόθεση. Το γεγονός πως προηγουμένως η προϋπόθεση ήταν η έγερση αγωγής ενώ τώρα απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν οδηγεί αυτομάτως σε στέρηση του δικαιώματος της Αιτήτριας αλλά αντιθέτως συνεχίζεται η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Επομένως δεν δύναται να γίνεται λόγος για αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άλλωστε, από την ημερομηνία ισχύος του νέου Νόμου, η Αιτήτρια είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα δικαιώματα της βάσει του νέου άρθρου 44Γ
(3), στα πλαίσια εξασφάλισης μιας εκ των προϋποθέσεων για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, ειδικότερα εφόσον η ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν της είχε ακόμα επιδοθεί παρά μόνο δύο μήνες αργότερα (28.9.18). Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και κυρίως το γεγονός πως κατά την εξέταση της έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε τελικά συμπεράσματα επί γεγονότων, θεωρώ πως δεν έχουν βάση και έρεισμα οι εισηγήσεις της Αιτήτριας ότι η επιβολή της προϋπόθεσης για έκδοση τέτοιου διατάγματος δημιουργεί ανεπίτρεπτο κώλυμα, ότι καθιστά υπερβολικά δύσκολο το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο, ότι δεν είναι εύλογη ή ότι στερεί ή περιορίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά τρόπο δυσχερή, κατά τρόπο που καταστρατηγεί τις πρόνοιες του άρθρου 30.1 του Συντάγματος. Αντιθέτως, θεωρώ πως αυτή η προϋπόθεση έχει περιληφθεί ακριβώς για να παρέχει τη δυνατότητα ύπαρξης λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ, νοουμένου βεβαίως ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως αιτητής έχει καταδείξει καλή πιθανότητα στην υπόθεση του (εν αντιθέσει με την παλαιά πρόνοια περί ύπαρξης αγωγής-υπόθεσης δίχως άλλο) και πως είναι ορθό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, όροι οι οποίοι είναι καθόλα λογικοί και δεν εναποθέτουν τέτοιο βάρος στον αιτητή ούτως ώστε να θεωρηθεί παντελώς αδύνατο να τους ικανοποιήσει. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) προσκρούουν στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 30.2 Συντάγματος - Παραβίαση της Ισότητας των Όπλων Η σχετική εισήγηση της Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνίσταται στο ότι το άρθρο 44Γ του Ν.87(Ι)/18 δημιουργεί αθέμιτο πλεονέκτημα προς όφελος των Καθ΄ ων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει μεν δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει με πώληση δια πλειστηριασμού με την προβλεπόμενη εκεί διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα παρέχει και δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην εν λόγω διαδικασία και να λάβει μέτρα για την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Επομένως, δεν θεωρώ πως το άρθρο 44Γ δημιουργεί αυθαίρετη διάκριση προς όφελος της Τράπεζας, η οποία, σημειώνεται πως, ασκεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης καθ΄ ον χρόνο ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει αυτή τη διαδικασία. ΙΙ.Ζ Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως τα άρθρα 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον αυτά τα άρθρα παρεμβαίνουν στους όρους της σύμβασης υποθήκης με την παροχή νέου τρόπου πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατ΄ αρχάς και εδώ τονίζεται πως το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Θεωρώ πως ούτε και αυτή η βάση εισήγησης της Αιτήτριας βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΖ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα της Αιτήτριας να συνάπτει συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας της ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων της ίδιας και ή άλλων συνδεδεμένων με αυτή προσώπων, όπως η ίδια ήθελε αποφασίσει. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας υποθήκης, Υ./10, Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του ΔΤ, την οποία η Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, παραδέχεται ότι υπέγραψε, περιλαμβάνεται ο όρος 4, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Αιτήτριας με ένα εκ των προαναφερομένων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση από την Τράπεζα), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχοντας τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VIA του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένα τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙΙ.Η Παραβίαση Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η εισήγηση της Αιτήτριας ότι το άρθρο 44Γ του Ν.78(Ι)/18 παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Και τούτο, καθότι η Νομοθετική Εξουσία έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νομοθεσίες, οι οποίες βεβαίως υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαστική Εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14 (ανωτέρω). Η δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως το υπό κρίση άρθρο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι στερεί και περιορίζει τη δυνατότητα της Αιτήτριας να ακουστεί και να ενστεί. Το άρθρο 44Γ προνοεί το αντίθετο, ήτοι τη δυνατότητα της Αιτήτριας να καταχωρίσει έφεση και ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για ένα των εκεί προβλεπόμενων λόγων. Επομένως, δεν θεωρώ πως με τη θέσπιση του άρθρου 44Γ η νομοθετική εξουσία έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτού, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του στην υπό εξέταση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Έτσι δεν συμμερίζομαι την εισήγηση της δικηγόρου της Αιτήτριας πως η περίληψη της προϋπόθεσης περί έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60 «καθορίζει εκ προοιμίου ποιος ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και ποιος όχι χωρίς να ασκηθεί δικαστική κρίση». Ως εκ τούτου αυτή η εισήγηση κρίνεται ανεδαφική. ΙΙ.Θ Παραβίαση της Αρχής της Φυσικής Δικαιοσύνης Στην ίδια βάση στηρίζεται και η εισήγηση της Αιτήτριας πως το άρθρο 44Γ παραβιάζει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, καθότι στερεί και περιορίζει το δικαίωμα της να ακουστεί και ενστεί. Σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση, θεωρώ πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθότι η Αιτήτρια διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση για ένα εκ των λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ και να αιτείται τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι για σκοπούς της παρούσας Αίτησης ισχύει και εφαρμόζεται ο τροποποιητικός Ν.78(Ι)/
- ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Ι και Θ, για τις οποίες, όπως λέχθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια είχε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση με βάση τον τότε εν ισχύι Ν.142(Ι)/
- Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να τονιστεί πως οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ, όπως αυτοί περιέχονται και αναλύονται στην Αίτηση, βασικά αφορούν στις ειδοποιήσεις Ι και Θ. Οι συναφείς ισχυρισμοί της Αιτήτριας για τις εν λόγω ειδοποιήσεις Ι και Θ είναι πως δεν στάληκε η ειδοποίηση Θ ή άλλη ειδοποίηση για υπερημερία ή καθυστέρηση πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους, πως στάληκε η ειδοποίηση Ι μαζί με την ειδοποίηση Θ και πως η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση Ι δεν είναι ορθή, και επομένως αυτές (οι ειδοποιήσεις Ι και Θ) κατά την άποψη της πρέπει να παραμεριστούν και συνακόλουθα να συμπαρασύρουν και τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Πέραν της δυνατότητας της Αιτήτριας να προβάλει τέτοια ζητήματα σε προγενέστερο στάδιο, από τη στιγμή που η Αίτηση κρίνεται με βάση τον Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως όλοι αυτοί οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν τυγχάνουν πλέον εξέτασης από το Δικαστήριο. Επίσης η Αιτήτρια επικαλείται την ύπαρξη των Αγωγών της Τράπεζας και τη δική της, ως λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, λόγος ο οποίος υφίστατο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14 αλλά δεν περιλαμβάνεται στο νέο αντίστοιχο άρθρο του Ν.87(Ι)/18. Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος δύναται να αποτελέσει βάση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόεμενο προϋποθέσεις. Αυτός είναι λόγος ο οποίος προβάλλεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Θεωρώ όμως πως αυτός προβάλλεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να παρέχεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους της Αιτήτριας που να τον υποστηρίζει και έτσι δεν μπορεί να τύχει εξέτασης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αυτόν τον λόγο. Ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επίδικη υποθήκη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες επισυνάπτουν αυτή στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους, Τεκμήριο Α και Τεκμήριο ΙΔ αντίστοιχα. Προκύπτει ξεκάθαρα πως η εν λόγω ειδοποίηση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με το Παράρτημα ΙΙ τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό της, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). Στην ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην ειδοποίηση ΙΑ είναι λανθασμένα και ή αυθαίρετα και ή είναι αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και χρεώσεων και ή στηρίζονται σε όρους των συμφωνιών δανείου και ή πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίοι όροι δεν είναι έγκυροι και ή δεσμευτικοί και πως η ορθότητα των ποσών και η εγκυρότητα των συμφωνιών θα αποφασιστεί στα πλαίσια των Αγωγών της Τράπεζας και της δικής της. Σαφώς αυτό το ζήτημα δεν εμπίπτει εντός των λόγων του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τους οποίους δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης από 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και όχι την ειδοποίηση ΙΑ. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της. ΙΙΙ.Β. Μη Δέουσα Επίδοση Ο λόγος της Αίτησης πως οι ειδοποιήσεις δεν επιδόθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου σαφώς περιλαμβάνει και την ειδοποίηση ΙΑ. Και αυτός ο λόγος παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος ούτως ώστε να μην δύναται να τύχει εξέτασης. Επιπλέον, ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτόν είτε στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είτε στην αγόρευση της δικηγόρου της, επομένως θεωρώ πως έχει εγκαταλειφθεί. Για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω αυτόν τον λόγο ο οποίος αναγνωρίζεται στο άρθρο 44Γ
(3)(β) του Ν.87(Ι)/18. Οι συνθήκες παράδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ αποτελούν αντικείμενο αναφοράς και από τις δύο πλευρές. Μάλιστα σημειώνω πως η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ στην Αιτήτρια αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ειδικότερα, η Αιτήτρια στη δική της ένορκη δήλωση αναφέρει πως στις 28.9.18 της επιδόθηκε η ειδοποίηση ΙΑ. Ο ΔΤ με τη σειρά του ισχυρίζεται πως οι επιδόσεις της ειδοποίησης έγιναν στις 28.9.18 στον σύζυγο της Αιτήτριας (έναντι της υπογραφής του) τόσο εκ μέρους της, για τον ίδιο προσωπικά και εκ μέρους της εταιρείας A.&A. Heracleous Estates Ltd. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης επισυνάπτονται ως Τεκμήριο ΙΔ. Το ερμηνευτικό άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, δίδει τον ορισμό του όρου «επίδοση» ως εξής: «επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:.» Σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2
(1)(i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση θεωρείται καλή και κανονική, αν το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση δεν βρεθεί στο σπίτι του, νοουμένου ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφεθεί σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι άνω των 16 ετών και να είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Σχετική είναι η υπόθεση Θεοδώρου κ.ά. v. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.
- Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έγινε στον σύζυγο της Αιτήτριας, η οποία, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη, δεν ανευρέθηκε στην οικία ή στον συνηθισμένο τόπο εργασίας της. Επίσης και η επίδοση στην εταιρεία έγινε νομότυπα και κανονικά σε αυτόν ως δειυθυντή, ιδιότητα η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι ειδοποιήσεις έχουν δεόντως επιδοθεί στην Αιτήτρια ως ενυπόθηκο οφειλέτη και στα υπόλοιπα πρόσωπα, ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα εν τη εννοία του άρθρου 441Β εφόσον πρόκειται για πρόσωπα στα οποία παραχωρήθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις με βάση την κοινή θέση των ενόρκως δηλούντων. Επομένως δεν συντρέχει κανείς των προβαλλόμενων λόγων του άρθρου 44Γ
(3)που να δικαιολογεί τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ. IV. Παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΒ Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εκ νέου πως ο Ν.87(Ι)/18δεν προβλέπει διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΒ. Βεβαίως, τα αιτητικά για τον παραμερισμό αυτής συνδέονταν ως απότοκο του ενδεχόμενου παραμερισμού των προγενέστερων ειδοποιήσεων, Ι, Θ και ή ΙΑ, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. V. Κατάχρηση Διαδικασίας Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί κατάχρησης της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ ταυτόχρονα εκκρεμούν και Αγωγές εκ μέρους των Καθ΄ ων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων και εναντίον της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο