← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:601/2015, 15/2/2019

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:601/2015, 15/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:601/2015 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα Και ΧΧΧΧΧΧ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.02.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα : κα Ε. Μενελάου για Γεώργιο Τσίκκο Για την εναγόμενο: κα Χριστοφίδου για Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €2.800 που αντιστοιχεί στο ύψος της ζημιάς που υπέστη το όχημα του κατά το δυστύχημα που επεσυνέβη στις 30.6.2012 στη Λεμεσό στη συμβολή του ΧΧΧΧ δρόμου ΠΧΧΧΧΧΧΧ με την οδό ΝΧΧΧΧΧΧ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας στις 30.6.2012 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ18 στον ΧΧΧΧον δρόμο της περιοχής ΠΧΧΧΧΧ Λεμεσού με κατεύθυνση την οδό ΝΧΧΧΧΧ. Φτάνοντας στη συμβολή των πιο πάνω δρόμων συμμορφούμενος με το σήμα τροχαίας ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του σταμάτησε έλεγξε το δρόμο και αφού διαπίστωσε ότι μπορούσε με ασφάλεια να εισέλθει στην οδό ΝΧΧΧΧΧ επιχείρησε στροφή δεξιά προς την εν λόγω οδό, όταν ο εναγόμενος οδηγώντας την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ99 προσπερνούσε από δεξιά παράνομα προπορευόμενο του αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων οφείλεται στην αμέλεια και /ή συντρέχουσα αμέλεια και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του εναγόμενου παραθέτοντας στην έκθεση απαίτησης του σχετικές λεπτομέρειες. Συνέπεια τούτου ως ισχυρίζεται υπέστη ζημιές ύψους €2.

  1. Σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης ο εναγόμενος παραδέχεται ότι όταν έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο δυστύχημα ο ίδιος ήταν οδηγός της μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ99 και ο ενάγοντας οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΧΧΧ Χ
  2. Περαιτέρω αρνείται ότι υπέχει ευθύνη για τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα ο οποίος φθάνοντας στη συμβολή των ως άνω δρόμων χωρίς να σταματήσει στο σήμα ΣΤΟΠ και ή χωρίς να σταματήσει εντελώς και ή κινούμενος με μειωμένη ταχύτητα και ή σταματώντας αλλά παραλείποντας να ελέγξει το δρόμο εισήλθε με στροφή δεξιά στη οδό ΝΧΧΧΧΧ αποκόπτοντας τη πορεία της μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ίδιος με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Ο εναγόμενος αποδέχεται ότι πριν από τη σύγκρουση προσπέρασε από δεξιά εντός της λωρίδας της πορείας του προπορευόμενο αυτοκινήτου ο οδηγός του οποίου αμέσως μετά επιχείρησε στροφή στα αριστερά προς τον ΧΧΧΧον δρόμο. Ο εναγόμενος αναφέρει επίσης ότι κατά το δυστύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά και για το επίδικο δυστύχημα έχει ήδη καταχωρήσει στις 6.11.2014 την αγωγή 4712/14 στο Ε.Δ. Λεμεσού με εναγόμενους το ενάγοντα στη παρούσα και την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα του τελευταίου. Ο ενάγοντας με την απάντηση του στην υπεράσπιση αρνείται τα όσα ο εναγόμενος αναφέρει και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη με βάση την νέα Δ.30 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας αφού η απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.
  3. Συνεπώς η μαρτυρία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εγγράφως μαζί με τα επισυνημμένα τεκμήρια χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες. Από την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε γραπτή μαρτυρία ο ίδιος και ο ΧΧΧΧΧΧ Μαρκουλής. Από την πλευρά του εναγόμενου κατέθεσε γραπτή μαρτυρία ο ίδιος και ο ΧΧΧΧΧΧ Ιωάννου. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή

(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Η θέση του ενάγοντα όπως προκύπτει τόσο από την έκθεση απαίτησης αλλά και τη γραπτή μαρτυρία του είναι ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφειλόταν στην αμέλεια και ή συντρέχουσα αμέλεια του εναγόμενου. Σύμφωνα με την εκδοχή που προβάλει με την έγγραφη μαρτυρία του φτάνοντας στη συμβολή των δρόμων αφού σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ για να ελέγξει αν ο δρόμος ήταν καθαρός για να εισέλθει στη οδό ΝΧΧΧΧΧ είδε ένα αυτοκίνητο τύπου Mercedes σε απόσταση περίπου 300 μέτρων το οποίο έδειχνε με το δείχτη πορείας την πρόθεση του να στρίψει αριστερά στο ΧΧΧΧον δρόμο όπου βρισκόταν ακινητοποιημένο το δικό του όχημα. Σε απόσταση περίπου 100 μέτρων μεταξύ του οχήματος του και αυτοκινήτου τύπου Mercedes και αφού υπήρχε ασφαλής απόσταση μεταξύ των οχημάτων ο ίδιος επιχείρησε να εισέλθει δεξιά στην οδό ΝΧΧΧΧΧ. Τότε ξαφνικά σε απόσταση 10 περίπου μέτρων και αφού βρισκόταν στην διαδικασία εισόδου εντός της οδού ΝΧΧΧΧΧ αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος με μεγάλη ταχύτητα να προσπερνά το αναφερόμενο αυτοκίνητο τύπου Mercedes πριν ακόμα αυτό επιχειρήσει να στρίψει αριστερά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη και σφοδρή σύγκρουση του αυτοκινήτου του με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Ο ενάγοντας στην έγγραφη μαρτυρία του επισυνάπτει σε δέσμη τέσσερεις φωτογραφίες ως τεκμ 1 που ως ισχυρίζεται δείχνουν τις ζημιές του οχήματος του. Ζήτησε επίσης την ετοιμασία αστυνομικής έκθεσης την οποία επισυνάπτει ως τεκμ
  1. Επισυνάπτει επίσης την εκτίμηση του ΧΧΧΧΧΧ Μαρκουλή σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του ως τεκμ. 3 καθώς και έντυπο επισκευής από το γκαράζ ΜΙΧΑΛΗΣ Μ. ΣΑΒΒΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ τεκμ.
  2. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια. Στην έγγραφη μαρτυρία του ο ενάγοντας επαναλαμβάνει επίσης τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του εναγόμενου ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης του. Από την πλευρά του ο εναγόμενος στην έγγραφη μαρτυρία του αναφέρει ότι όπως είχε αναφέρει και στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία δεν θυμάται τίποτα σε σχέση με το πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Επισυνάπτει αντίγραφο της κατάθεσης του αυτής ως τεκμ 1 που θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για κακής ποιότητας αντίγραφο που δεν είναι καθόλου ευανάγνωστο. Δηλώνει περαιτέρω ότι κατατέθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση το κατηγορητήριο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμ. 2 επισημαίνοντας ότι δεν έχει κατηγορηθεί για αμελή οδήγηση. Με βάση το εν λόγω κατηγορητήριο αντιμετώπισε τις κατηγορίες της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου, επικίνδυνα για το κοινό, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς φώτα και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση. Από τις εν λόγω κατηγορίες δήλωσε μη παραδοχή μόνο στις κατηγορίες για επικίνδυνη οδήγηση και της οδήγησης χωρίς φώτα ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες δήλωσε παραδοχή. Στις κατηγορίες που δεν παραδέχθηκε ενοχή αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στο εκ πρώτης όψεως βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.1.6.2017 το κείμενο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμ
  3. Ο ΧΧΧΧΧΧ Ιωάννου στη έγγραφη μαρτυρία του αναφέρει ότι υπήρξε μάρτυρας στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Η μαρτυρία του σχετικά με το δυστύχημα καταγράφηκε στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 3.8.2012 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμ 1 και υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Από το περιεχόμενο του τεκμ 1 σημειώνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είδε πως επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι αφού άκουσε το κτύπημα έτρεξε στη σκηνή και είδε τον εναγόμενο να βρίσκεται στο έδαφος. Αναφέρει επίσης ότι όταν ο ενάγοντας εξήλθε από το αυτοκίνητο του απευθυνόμενος προς αυτόν του είπε «τον σκότωσες» και τότε ο ενάγοντας του απάντησε «δεν τον είδα». Πριν όμως ο μάρτυρας αυτός ακούσει το κτύπημα, όπως αναφέρει στην κατάθεση του, είδε τυχαία τη μοτοσυκλέτα που οδηγείτο στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο η οποία «πήγαινε σιγά». Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία εκ μέρους του εξεταστή του δυστυχήματος. Ο ενάγοντας περιορίσθηκε μόνο να καταθέσει τη σχετική αστυνομική έκθεση. Μέρος της αστυνομικής έκθεσης τεκμ. 2 αποτελεί το σχεδιάγραμμα της σκηνή του δυστυχήματος το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς ως πραγματική μαρτυρία θα ληφθεί υπόψη κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία όπως τονίσθηκε στην Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 389, ορθά είχε χρησιμοποιηθεί ως γνώμονας για να ελεγχθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. επίσης Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Μιχαήλ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1388). Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην Ε. Ιορδάνου κ.α. v. Γ. Κυριάκου κ.α.
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1364, «Η κοινή λογική αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό στην εξαγωγή συμπερασμάτων από γεγονότα και το συσχετισμό τους. Τα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία, αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, όπως και η εξήγηση γεγονότων που ανάγονται σε στοιχειώδεις κανόνες της φυσικής - (Σαββίδης ν. White
(1996)1 Α.Α.Δ. 567)». Στην υπόθεση Ιωαννίδου κ.α.v. Singh κ.α.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1805 μέσα από το ακόλουθο απόσπασμα τονίστηκε η σημασία που ενέχει η πραγματική μαρτυρία στην περίπτωση, που προβάλλονται δύο αντικρουόμενες εκδοχές: «Πρέπει περαιτέρω να τονίσουμε πως σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν δύο συγκρουόμενες εκδοχές ή αμφισβήτηση συγκεκριμένων γεγονότων που καθίστανται επίδικα, είναι τεράστια η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας, γιατί όπου αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καθίσταται το μέτρο ελέγχου της ορθότητας της προφορικής και άλλης μαρτυρίας που δίδεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 216 στην Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά και σε άλλη νομολογία: "H σημασία και οι προεκτάσεις της πραγματικής μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την ανίχνευση της σκηνής του δυστυχήματος έχει τονιστεί σε πολλές αποφάσεις. Δεν αποτελεί (η πραγματική μαρτυρία) μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων. (Βλ. μεταξύ άλλων Halloumias v. The Police
(1970)2 C.L.R. 154, Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R., 486, Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R., 278, και Teklima Ltd. v. A.P. Lanitis Co. Ltd & another
(1987)1 C.L.R. 614). Ως καταγράφεται επί του σχεδιαγράμματος του τεκμ. 2 η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγοντας σημειώνεται με το σημείο Α και η τελική θέση του με το σημείο Α
  1. Η πορεία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο εναγόμενος σημειώνεται με το σημείο Β ενώ με το σημείο Β1 σημειώνονται εκδορές στην άσφαλτο και με το σημείο Β2 η τελική θέση της μοτοσυκλέτας. Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων που σημειώνεται με το σημείο Χ βρίσκεται στο σημείο που βρίσκεται η συμβολή των δύο δρόμων εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ΝΧΧΧΧΧΧ επί της οποίας κινείτο σύμφωνα με την πορεία του ο εναγόμενος. Το σημείο Χ υποδεικνύει ότι η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε επί του δεξιού μέρους του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγοντας ενώ από την τελική θέση του αυτοκινήτου του ενάγοντα φαίνεται ότι αυτό απόφραξε εντελώς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου. Σημειώνεται επίσης ότι από την αστυνομική έκθεση προκύπτει ότι το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη η ώρα 12.
  2. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο ο οποίος δηλώνει ότι δεν θυμάται τίποτα σε σχέση με το πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί ότι ο ενάγοντας πριν επιχειρήσει να εισέλθει στην οδό ΝΧΧΧΧΧ σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ της πορείας του. Σύμφωνα δε με την έκθεση υπεράσπισης είναι αποδεκτό ότι ο εναγόμενος πριν από τη σύγκρουση προσπέρασε από δεξιά εντός της λωρίδας της πορείας του προπορευόμενο αυτοκίνητο ο οδηγός του οποίου αμέσως μετά επιχείρησε στροφή στα αριστερά προς τον ΧΧΧΧον δρόμο. Τούτο συνάδει και με τη θέση του ενάγοντα ότι ο οδηγός του αναφερόμενου αυτοκίνητου έδειχνε με το δείκτη την πρόθεση του να στρίψει αριστερά. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΧΧΧΧΧΧ Ιωάννου αυτή δεν προσθέτει οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και από αυτή σημειώνεται η δήλωση του ενάγοντα αμέσως μετά το δυστύχημα ότι δεν είδε τον εναγόμενο. Με βάση συνεπώς την πιο πάνω μαρτυρία μπορώ να καταλήξω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 30.6.2012 περί η ώρα η ώρα 12.20, ο εναγόμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγρ. ΧΧΧ Χ99 στην αριστερή λωρίδα της οδού ΝΧΧΧΧΧ. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. ΧΧΧ Χ18 στον ΧΧΧΧο δρόμο ΠΧΧΧΧΧ που είναι πάροδος επί της οδού ΝΧΧΧΧΧ. Ο ενάγοντας φτάνοντας στη συμβολή του ΧΧΧΧου δρόμου με την οδό ΝΧΧΧΧΧ αφού πρώτα σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ ακολούθως εισήλθε στην οδό ΝΧΧΧΧΧ με πρόθεση να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο που οδηγούσε να συγκρουστεί με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ΝΧΧΧΧΧ επί της οποία κινείτο σύμφωνα με την πορεία του ο εναγόμενος και στο σημείο που βρίσκεται η συμβολή των δύο οδών. Η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος συγκρούστηκε επί του δεξιού μέρους του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγοντας ενώ το αυτοκίνητο του ενάγοντα με τη τελική του θέση απόφραξε εντελώς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου. Δεδομένων των πιο πάνω, θα προσχωρήσω να εξετάσω εάν ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του εναγόμενου ως ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης του. Νομική Πτυχή Το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979), 1 C.L.R., 215)." Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (βλ. Ανδρέας Βίκης ν. Πολύκαρπου Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, εισαγάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Επίσης στην υπόθεση Panayiotou v. Mavros
(1970)1 C.L.R. 215, λέχθηκε ότι αναμένεται από ένα λογικό οδηγό να χρησιμοποιεί το δρόμο και να ασκεί τα δικαιώματα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην επεμβαίνει στα δικαιώματα των άλλων. Στην Νικολαίδης κ.α. v. Κλεοβούλου 1 Α.Α.Δ.
(1992)σελ. 4ΧΧΧΧ, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 428: «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στην Varnavas K. Varnakkides v. The Police 2 C.L.R.
(1969)σελ. 1. Παρόλο που οι θέσεις αυτές υιοθετήθηκαν σε ποινική υπόθεση σε σχέση με το πταίσμα αμελούς οδήγησης η αρχή η οποία υιοθετείται τυγχάνει καθολικής εφαρμογής και συσχετίζεται με τις αρχές της αμέλειας και τις πραγματικότητες της τροχαίας κίνησης. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Το καθήκον του οδηγού να συμμορφώνεται με τα σήματα τροχαίας κίνησης όπως και το ότι ο οδηγός κύριου δρόμου έχει προτεραιότητα έναντι άλλου οδηγού που χρησιμοποιεί πάροδο είναι πάγια νομολογημένα. (βλ. Κοντού v. Ιωάννου
(1999)1 Α.Α.Δ., 936, Ουλούπη v. Χρίστου
(1999)1 Α.Α.Δ. 108). Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κα΄ αρχή θα πρέπει να λεχθεί πως η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα δεν τεκμηριώνεται από την μαρτυρία ούτε τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου που να καταμαρτυρεί ή να υποδηλώνει ταχύτητα του εναγόμενου πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ή πιο συγκεκριμένα ταχύτητα που συνιστούσε στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης παράβαση καθήκοντος οφειλόμενου στον ενάγοντα. Υπενθυμίζεται επίσης ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΧΧΧΧΧΧ Ιωάννου η μοτοσυκλέτα του εναγόμενου πριν από την σύγκρουση «οδηγείτο σιγά». Επιπρόσθετα η θέση του ενάγοντα ότι η μοτοσυκλέτα οδηγείτο από τον εναγόμενο με μεγάλη ταχύτητα δεν βρίσκω να συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσυκλέτας σε απόσταση μόνο 10 περίπου μέτρων πριν από τη σύγκρουση στοιχείο που λογικά δεν θα του επέτρεπε να είναι σε θέση να αναφερθεί στην ταχύτητα με την οποία αυτή κινείτο. Είναι συνεπώς προφανές ότι η θέση αυτή του ενάγοντα βασίσθηκε μόνο σε εικασίες. Σε κάθε περίπτωση η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν στοιχειοθετεί αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια (ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, v. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΗΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1825). Εύλογα ερωτήματα αφήνει επίσης για την αξιοπιστία της εκδοχής του ενάγοντα το γεγονός ότι ενώ όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε είδε αρχικά από απόσταση 300 μέτρων και ακολούθως πριν επιχειρήσει να εισέλθει στον κύριο δρόμο από απόσταση 100 μέτρων το προπορευόμενο αυτοκίνητο τύπου Mercedes που έδειχνε με το δείκτη του ότι θα στρίψει αριστερά, εντούτοις, δεν αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα που λογικά ακολουθούσε και οδηγείτο από τον εναγόμενο. Ο ενάγοντας δεν έδωσε προς τούτο οποιανδήποτε λογική εξήγηση ούτε ισχυρίσθηκε ότι είχε οποιονδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα του. Ακόμα και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος προσπέρασε από δεξιά το προπορευόμενο του αυτοκίνητο που έδειχνε ότι θα στρίψει αριστερά δεν ενισχύει θεωρώ την εκδοχή του ενάγοντα. Τούτο διότι η θέση του ότι είδε από απόσταση 10 μέτρων τον εναγόμενο να προσπερνά και ενώ ο ίδιος βρισκόταν ήδη στη διαδικασία δεξιού στριψίματος εντός του κύριου δρόμου οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι προηγουμένως η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος ακολουθούσε το προπορευόμενο αυτοκίνητο και επομένως ο ενάγοντας όφειλε να την αντιληφθεί. Το στοιχείο αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας εισήλθε στον κύριο δρόμο και επιχείρησε στροφή δεξιά χωρίς προηγουμένως να ελέγξει ότι τούτο ήταν ασφαλές με αποτέλεσμα να ανακόψει τη πορεία του εναγόμενου. Ο ενάγοντας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παραθέτει στην έκθεση απαίτησης του και την έγγραφη μαρτυρία του προβάλλει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να σταματήσει και ή να φρενάρει κατάλληλα και ή να ελέγξει την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε έτσι ώστε να μην συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του. Το περιεχόμενο όμως του σχεδιαγράμματος που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν συνάδει με τις θέσεις του Ενάγοντα. Το γεγονός ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο σημείο που βρίσκεται η συμβολή των δύο οδών και το ότι στο σχεδιάγραμμα δεν καταγράφονται ίχνη τροχοπέδησης υποδηλώνει ότι η σύγκρουση έγινε σε ελάχιστη απόσταση και χρόνο μετά την είσοδο του ενάγοντα στον κύριο δρόμο και δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης του εναγόμενου. Επομένως υπό αυτές τις περιστάσεις και παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας προηγουμένως σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ της συμβολής των δύο δρόμων η είσοδος του από την πάροδο στον κύριο δρόμο κρίνεται εξ αντικειμένου απρόσμενη. Γενεσιουργός λοιπόν αιτία του ατυχήματος ήταν η ενέργεια του ενάγοντα να εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση που υπήρχε και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος είχε οποιοδήποτε καθήκον να εντείνει την προσοχή του έναντι δυνητικού κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει από ενέργεια άλλου οδηγού, πριν τέτοιος κίνδυνος εκδηλωθεί. Και αυτό γιατί και όπως είναι καλά νομολογημένο το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. ν. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72). Το προσπέρασμα από τον εναγόμενο του προπορευόμενου αυτοκινήτου από δεξιά δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη αμέλειας προς το εξερχόμενο από πάροδο όχημα του ενάγοντα. Ο ενάγοντας δεν ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος προσπερνούσε το προπορευόμενο όχημα επί του σημείου που βρίσκεται η συμβολή των δύο δρόμων. Αντίθετα η θέση του ότι είδε τον εναγόμενο να προσπερνά το προπορευόμενο του όχημα πριν αυτό επιχειρήσει ακόμα να στρίψει αριστερά οδηγεί στο ότι ο εναγόμενος δεν προσπέρασε το προπορευόμενο όχημα επί του σημείου που βρίσκεται η συμβολή των δύο οδών όπου ενδεχομένως θα ελλόχευε και ο κίνδυνος να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του από τον ενάγοντα που εξερχόταν από την αριστερή πάροδο. Στην απόφαση ΒΙΚΗΣ v. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ (πιο πάνω) κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος ο εφεσείοντας, ο οποίος οδηγώντας φορτηγό ανέκοψε την πορεία επερχόμενης μοτοσυκλέτας που προσπερνούσε ουρά αυτοκινήτων από την έξω πλευρά της βρισκόμενη όμως στην αριστερή πλευρά σε σχέση με το μέσο της Λεωφόρου. Λέχθηκε ότι δεν αναμενόταν κατά λογική πρόβλεψη η είσοδος του οχήματος του εφεσείοντα στον κύριο δρόμο και η παρεμβολή στην πορεία πλεύσεως του εφεσίβλητου. Κρίθηκε συνεπώς ότι ο τελευταίος δεν παρέλειψε να εκπληρώσει κανένα καθήκον το οποίο όφειλε στον εφεσείοντα. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η θέση που διατύπωσε ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να προσέξει εγκαίρως το αυτοκίνητο του που εκείνη τη στιγμή επιχειρούσε νόμιμα στροφή προς τα δεξιά εντός του κύριου δρόμου δεν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από την νομολογία και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση ΛΟΙΖΟΣ ΤΟΥΜΑΖΗ v. ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΚΟΥΛΑ
(1994)1 Α.Α.Δ 420 ο οδηγός σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι οδηγός σε πάροδο, κατά παράβαση του σαφούς του καθήκοντος, θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδος του είναι ασφαλής - εκτός αν έχει ένδειξη, ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης, πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή. (Βλ. μεταξύ άλλων Varnakides v. Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367, Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530, Siakos v. Nikolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Neokleous and Another v. Christodoulou
(1979)1 C.L.R. 714, HjiGeorghiou and Another v. Rodinis
(1978)1 C.L.R. 175, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, Μαρία Ιωαννίδου ν. Ηλία Αγαθοκλέους
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, Νίκος Παναγιώτου ν. Ιωάννη Χατζηγιάννη
(1994)1 Α.Α.Δ. 178). Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και με δεδομένο ότι ο ενάγοντας σταμάτησε στο σήμα ΣΤΟΠ δεν αναμενόταν από τον εναγόμενο να προβλέψει ότι θα εισερχόταν στον κύριο δρόμο χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδος του είναι ασφαλής. Στην υπόθεση ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ v. ΗΛΙΑ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΓΙΑΝΝΗ (πιο πάνω) αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον οδηγό που εισήλθε στη Λεωφόρο από πάροδο ενώ προηγουμένως σταμάτησε στο σημείο ελέγχου (ΑΛΤ) στη συμβολή των δύο οδών. Λέχθηκε ότι «Όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί σε δικαστικές αποφάσεις οι οδηγοί οχημάτων που κατευθύνονται κατά μήκος της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα και εύλογα μπορεί να αναμένουν ότι οι οδηγοί αυτοκινήτων που προσεγγίζουν την κύρια οδό δεν θα παρεμβάλουν εμπόδια στην πορεία τους. Κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που επιβαρύνει τους οδηγούς που προσεγγίζουν την κύρια οδική αρτηρία από τις παρόδους. (Βλ. μεταξύ άλλων Christophorou v. Asproftas & Another
(1988)1 Α.Α.Δ. 441, και Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 178.» Ουδεμία επίσης μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού που προβάλλει ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης και την έγγραφη μαρτυρία του ότι ο εναγόμενος οδηγούσε μοτοσυκλέτα το σύστημα πέδησης της οποίας ήταν εκτός λειτουργίας. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη τα στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί καταλήγω ότι ο ενάγοντας οδηγούσε χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα αφού εισήλθε από πάροδο στον κύριο δρόμο χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση και να βεβαιωθεί ότι τούτο ήταν ασφαλές, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας που οδηγείτο από τον εναγόμενο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και να συγκρουστεί με αυτή. Ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο ενάγοντας έχει στοιχειοθετήσει συντρέχουσα αμέλεια του εναγόμενου. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων. Όπως επαναλήφθηκε στην Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 623 : «....το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και συνέβαλε με τη δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ. σχετικά Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Xenophontos and Another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521)». Πρέπει όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 «..... να αποδεικτεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του». Στην παρούσα περίπτωση βάσει των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου που καταγράφονται πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες ή παραλείψεις που συνέβαλαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Επαναλαμβάνω μόνο ότι η σύγκρουση έγινε σε ελάχιστη απόσταση και χρόνο μετά την είσοδο του ενάγοντα στον κύριο δρόμο και δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης του εναγόμενου. Συνακόλουθα ο ενάγοντας κρίνεται ως αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Με την πιο πάνω κατάληξη μου η τύχη της αγωγής είναι προδιαγεγραμμένη. Παρόλα αυτά για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας έχει αποδείξει τις ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί και που σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ανέρχονται ποσό των €2.
  1. Προς τούτο προσκομίσθηκε η μαρτυρία του ΧΧΧΧΧΧ Μαρκουλή που είναι ο εκτιμητής που προέβηκε στην επιθεώρηση και εκτίμηση της ζημιάς του αυτοκινήτου του ενάγοντα. Στην γραπτή μαρτυρία του επισυνάπτει την εκτίμηση ημερ. 6.7.2012 που ετοίμασε στην οποία περιγράφει το είδος και το ύψος των ζημιών του αυτοκινήτου. Οι ζημιές αυτές αντιστοιχούν στο ποσό των €1700 για την αγορά των εξαρτημάτων που περιγράφονται αναλυτικά, στο ποσό των €300 εργατικά έξοδα και €450 για βαφή. Στην έκθεση καταγράφεται επίσης το ποσό των €300 για την απώλεια χρήσης του οχήματος για 10 μέρες και το ποσό των €50 έξοδα μεταφοράς στους οχήματος στο συνεργείο. Η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα δεν απετέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Τα όσα αναφέρει συνεπώς στη μαρτυρία του σε σχέση με το είδος και το ύψος των ζημιών του αυτοκινήτου γίνονται αποδεκτά και αποδεικνύουν ότι η ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητο του ενάγοντα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €
  2. Δεν γίνεται όμως αποδεκτό το ποσό των €300 για την απώλεια χρήσης και το ποσό των €50 για την μεταφορά του αυτοκινήτου στο συνεργείο δεδομένου ότι ο ενάγοντας πλην της αναφοράς του στις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών στην έκθεση απαίτησης δεν προσκόμισε οποιασδήποτε σχετική μαρτυρία προς απόδειξη των ποσών αυτών. Είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ζημιές θα πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει τη ζημιά του με θετική μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους, 1989 1 Ε. Α.Α.Δ σελ. 288, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη, Αγωγή Ναυτοδικείου 92182/94 1 Α.Α.Δ. σελ. 510 Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Ελισάβετ Ηρακλέους V. Ρένου Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ 239, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω ο ενάγοντας θα δικαιούτο να λάβει επί πλήρους ευθύνης το ποσό των €2.450. Όπως συνάγεται από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τροχαίο ατύχημα - Ταχεία εκδίκαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.