← Κύπρος

Οντόνι ν. Nomato Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4935/2013, 22/2/2019

Οντόνι ν. Nomato Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4935/2013, 22/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4935/2013 Μεταξύ: . Οντόνι Ενάγοντος v.

  1. Nomato Investments Limited
  2. . Μάρη
  3. . Δασκαλάκη
  4. . Αθανασίου
  5. Ergofinance Limited
  6. BAW Ιnternational Limited
  7. Bwin.party Digital Entertainment Plc Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 27.5.15 Μεταξύ: . Οντόνι Ενάγοντος v.
  8. Nomato Investments Limited
  9. . Μάρη
  10. . Δασκαλάκη
  11. . Αθανασίου
  12. Ergofinance Limited
  13. bwin.party services (Gibraltar) Limited
  14. Bwin.party Digital Entertainment Plc
  15. Dunric Services Limited
  16. . Ζαχαρίου
  17. . Βελαχουτάκου Εναγομένων Αίτηση Eνάγοντος ημ. 14.9.18 για Προδικαστική Εκδίκαση Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χ. Βελάρης για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3, 9 και 10 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Θ. Κορφιώτης για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαράλαμπους ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 6 και 7 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Πετρίδου με κα Χ. Χαραλαμπίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά διάταγμα για προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου το οποίο ηγέρθη στην παρ. 27 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1-3, 9 και 10, στην παρ. 22 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 6 και 7 και στις παρ. 9 και 19 της Απάντησης του Ενάγοντος, και ειδικότερα κατά πόσο το εφαρμοστέο δίκαιο επί της ουσίας της υπόθεσης είναι το Κυπριακό ή το Ελληνικό. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. ΣΚ (εφεξής «ο ΣΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σε αυτή ο ΣΚ ισχυρίζεται ότι με βάση τη δικογραφία προκύπτει διαφωνία ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει την ουσία της υπόθεσης και ότι θα είναι άδικο για τον Ενάγοντα να προσπαθήσει να αποδείξει την υπόθεση του χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το δίκαιο που διέπει την υπόθεση και έτσι να υποχρεωθεί να προσκομίσει περισσή μαρτυρία αναλώνοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Οι λόγοι της ένστασης των Εναγομένων 1-3, 9 και 10 είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ή ουσιαστικά αβάσιμη και ή αντίθετη με τη νομολογία και ή τη δικαστική πρακτική και ή εγείρεται καταχρηστικά και ή αντικανονικά και ή παράτυπα. 2) Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3) Δεν υπάρχει το αναγκαίο παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων και ή το επαρκές υπόβαθρο γεγονότων και ή η απαραίτητη μαρτυρία ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αποφασίσει επί του ως άνω νομικού σημείου προδικαστικά. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΦΘ (εφεξής «η ΦΘ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εν λόγω Εναγόμενους. Σε αυτή η ΦΘ επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται περαιτέρω πως στην παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων με αποτέλεσμα το νομικό ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου να καθίσταται πρωθύστερο εφόσον το θέμα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να αποφασιστεί πρώτο. Η ένσταση των Εναγομένων 6 και 7 στηρίζεται βασικά στους ίδιους λόγους ως η ένσταση των Εναγομένων 1-3, 9 και 10 καθώς επίσης και στους εξής λόγους: 1) Το εφαρμοστέο δίκαιο είναι θέμα πραγματικό για το οποίο πρέπει να ακουστεί μαρτυρία για να τεθούν όλα τα επίδικα και πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. 2) Η Αίτηση είναι παραπλανητική καθότι ο Ενάγων παραλείπει να αναφέρει πως στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 6 και 7 ισχυρίζονται ότι οι όποιες συμφωνίες ήθελαν αποδειχθεί μεταξύ των Εναγομένων στις οποίες ο Ενάγων δεν είναι διάδικος πιθανό να διέπονται από το Αυστριακό δίκαιο. 3) Η Αίτηση είναι παραπλανητική καθότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων στις εκατέρωθεν Υπερασπίσεις τους περί μη εφαρμογής του Κυπριακού δικαίου δεν συνιστά παραδοχή πως εφαρμόζεται είτε το Κυπριακό είτε το Ελληνικό δίκαιο. 4) Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης πρέπει να αγνοηθεί για τον λόγο ότι ορκίζεται δικηγόρος χωρίς να παρέχει εξήγηση ως προς τούτο. 5) Η Αίτηση δεν αφορά αμιγώς νομικό σημείο το οποίο δύναται να εκδικαστεί προδικαστικά. Η ένσταση στηρίζεται στον φάκελο και τη δικογραφία, ενώ συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση του κ. ΑΧ (εφεξής «ο ΑΧ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εν λόγω Εναγόμενους. Σε αυτή ο ΑΧ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες επισημάνσεις προφορικά. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση, όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.27, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ 225 τονίστηκε πως «. η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης . αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά». Στα πλαίσια ακρόασης της παρούσας Αίτησης, το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ως εγείρεται στον λόγο ένστασης των Εναγομένων 6 και 7. Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1045/05, ημ. 27.10.05. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, εάν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη. Στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που ο ενόρκως δηλών, ΣΚ, δεν παρέχει εξήγηση γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι διάδικος στην ένορκη δήλωση, εντούτοις προκύπτει ξεκάθαρα από τον φάκελο αφενός πως ο Ενάγων διαμένει στην Ελλάδα και αφετέρου πως το υπό κρίση ζήτημα είναι καθαρά νομικό και επομένως είναι καθόλα επιτρεπτό και δικαιολογημένο όπως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προέρχεται από δικηγόρο. Ως εκ τούτου θεωρώ πως αυτή είναι νομότυπη και δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.27 και τις προαναφερόμενες αποφάσεις, βασικό κριτήριο για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου και για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι η ύπαρξη του αναγκαίου υπόβαθρου γεγονότων. Αυτό αφορά στους κοινούς λόγους των ενστάσεων. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ζητήματος, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ κατ΄ αρχάς στη φύση της απαίτησης του Ενάγοντος. Σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων αξιώνει: (
  1. i)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 30% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1. (
  2. ii)Δήλωση ότι το ως άνω ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου αποτελεί προϊόν εξ απαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος του Ενάγοντος. (iii) Δήλωση ότι ο Ενάγων δικαιούται να ιχνηλατήσει και ή ανακτήσει οποιαδήποτε χρήματα έχουν προκύψει από τις ως άνω αναφερόμενες μετοχές. (
  3. iv)Διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι αποκαταστήσουν στον Ενάγοντα το 30% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 και ή οποιαδήποτε χρηματικά ποσά και ή οφέλη και ή περιουσία προέκυψαν και ή καρπώθηκαν από τις ως άνω μετοχές. (
  4. v)Διάταγμα για απόδοση πλήρων λογαριασμών. (
  5. vi)Διάταγμα για απόδοση ποσού ίσου με 30% των πραγματοποιηθέντων κερδών της Εναγομένης 1 από τις 29.6.05 μέχρι την έκδοση και εκτέλεση της απόφασης. (vii) Διαζευκτικά, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €6.942.000 για παράβαση συμφωνίας. (viii) Γενικές αποζημιώσεις για συνωμοσία και ή απάτη και ή παράνομη κατακράτηση και ή δόλια βοήθεια και ή δόλια παραλαβή. (
  6. ix)Διάταγμα για καταχώριση ένορκης δήλωσης με την οποία να αποκαλύπτεται ο τελικός δικαιούχος της Εναγομένης 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι από τις 29.6.05 μέχρι σήμερα. (
  7. x)Αυξημένες και ή τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. O Ενάγων κατοικεί μόνιμα και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην Ελλάδα, στους τομείς των επενδύσεων σε διάφορες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του εντύπου και ή ηλεκτρονικού αθλητικού τύπου. 2. Η Εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με διευθύντρια την Εναγομένη 4, Κύπρια υπήκοο και γραμματέα την Εναγομένη 5, επίσης εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Μοναδική εγγεγραμμένη μέτοχος της Εναγομένης 1 είναι η Morewig Ltd, η οποία ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος των πραγματικών δικαιούχων της Εναγομένης 1, ήτοι από τις 4.3.05 μέχρι και τις 8.11.05 του Εναγομένου 2 κατά 90% και του Εναγομένου 9 κατά 10%, ενώ από τις 8.11.05 του Εναγομένου 2 κατά 100%. 3. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τα πρόσωπα που έδιναν οδηγίες στους Εναγόμενους 4 και 5 αναφορικά με τις υποθέσεις της Εναγομένης 1 είναι οι Εναγόμενοι 2 και 10. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 9 και 10 είναι Έλληνες υπήκοοι και οι τρεις τελευταίοι στενοί συνεργάτες του Εναγομένου 2. Οι Εναγόμενες 6 και 7 είναι εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στο Γιβραλτάρ και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Η Εναγομένη 8 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. 4. Δυνάμει συμφωνίας ημ. 14.7.03, η οποία ανανεώθηκε τον Μάρτιο του 2004, οι Εναγόμενες 1 και 6 συνήψαν κοινοπραξία με σκοπό τη λειτουργία δύο ιστοσελίδων προσφέροντας υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος και διαφόρων τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου. 5. Τον Νοέμβριο του 2003 ο Εναγόμενος 2 προσέγγισε τον Ενάγοντα ο οποίος διηύθυνε την ημερησία αθλητική εφημερίδα «Sportime» στην Ελλάδα με ευρεία αναγνωσιμότητα, και μέσω ψευδών παραστάσεων παρέστησε στον Ενάγοντα πως εταιρεία δικών του συμφερόντων αποκόμιζε μεγάλα κέρδη από τη διαφήμιση αλλοδαπών εταιρειών στοιχημάτων στο διαδίκτυο. Βασιζόμενος σε αυτές τις παραστάσεις ο Ενάγων ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον Εναγόμενο 2, ενώ στην ουσία οι μοναδικοί διαφημιζόμενοι ήταν η κοινοπραξία των Εναγομένων 1 και 6 και η Εναγομένη 6. 6. Στην προσπάθεια διεύρυνσης της συνεργασίας τους, ο Εναγόμενος 2 αποκάλυψε πως αυτός ήταν ο τελικός δικαιούχος κατά 80% και ο Εναγόμενος 3 κατά 20% στην Εναγομένη 1, και τον Ιούνιο του 2004 συνήφθη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 2 για δωρεάν αποκλειστική διαφήμιση των ιστοσελίδων της κοινοπραξίας τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική μορφή της εφημερίδας «Sportime» με αντάλλαγμα την άμεση μεταβίβαση του 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 στον Ενάγοντα και σε περίπτωση επίτευξης προκαθορισμένων στόχων τη μεταβίβαση του 30%. 7. Ο Ενάγων εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις του δυνάμει της ως άνω συμφωνίας και ο Εναγόμενος 2 του παρέδωσε ένα χρηματικό ποσό κατά τον Δεκέμβριο του 2004, πλην όμως παρέλειψε να του μεταβιβάσει τις μετοχές ως προνοούσε η συμφωνία. 8. Λόγω της μη τήρησης της συμφωνίας εκ μέρους του Εναγομένου 2, η εκδοτική εταιρεία του Ενάγοντος αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και κατέληξε σε χρεωκοπία. 9. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε με δόλιο σχέδιο με τη βοήθεια και ή συνδρομή των Εναγομένων 3, 9 και 10, εν γνώσει των Εναγομένων 6 και 7 στις οποίες ο Εναγόμενος 2 πώλησε την επιχείρηση και ή τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 η οποία απώλεσε την όποια αξία των μετοχών της λόγω ρευστοποίησης αυτών. Η πώληση έγινε δυνάμει συμφωνίας ημ. 21.6.05 μεταξύ των Εναγομένων 6 και 7, από τη μια, και της Εναγομένης 1 και άλλης εταιρείας συμφερόντων των Εναγομένων 2 και 9, από την άλλη. 10. Οι Εναγόμενες 6 και 7 συνέδραμαν στο δόλιο σχέδιο, καθότι ενώ γνώριζαν ότι ο Ενάγων είχε δικαίωμα στο 30% των μετοχών της Εναγομένης 1, ενήργησαν ούτως ώστε να φανεί μεγάλο ενδιαφέρον για την επιχείρηση της Εναγομένης 1, και ακολούθως, με συμφωνία με τον Εναγομένο 2, έλαβαν τα περιουσιακά της στοιχεία σε υποτιμημένη αξία παρακάμπτοντας πλήρως τον Ενάγοντα και το μερίδιο του. Έτσι τα ποσά που δικαιούτο ο Ενάγων κατέληξαν σε εταιρείες συμφερόντων του Εναγομένου 2, ενώ το προϊόν της ρευστοποίησης των μετοχών κατέληξε από τις εταιρείες συμφερόντων του Εναγομένου 2 σε λογαριασμό της Εναγομένης 8 και ακολούθως σε προσωπικούς λογαριασμούς του Εναγομένου 2. Οι Εναγόμενοι 1-3, 9 και 10 στην Υπεράσπιση τους, εγείρουν προδικαστική ένταση πως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή και ή πως αρμόδια είναι τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Επίσης ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη 8 έχει διαγραφεί οριστικά από το μητρώο και ή έχει διαλυθεί, επομένως δεν δύναται να ενάγεται και αποτελεί διάδικο μέρος. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη σύναψη της ισχυριζόμενης κοινοπραξίας, όχι υπό τέτοια μορφή αλλά υπό τη μορφή συμφωνίας. Ισχυρίζονται πως λόγω της κάμψης κυκλοφορίας της αθλητικής εφημερίδας «Sportime» του Ενάγοντος, αυτός ζήτησε τη συνεργασία του με τον Εναγόμενο 2 και πως η συνεργασία μεταξύ τους αφορούσε τη δημιουργία και λειτουργία αθλητικής ειδησεογραφικής ιστοσελίδας για την οποία ο Εναγόμενος 2 θα παρείχε την τεχνογνωσία και εξειδίκευση. Η συνεργασία δεν ευοδώθηκε εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντος, ο οποίος παρείχε ψευδείς πληροφορίες ως προς την επιτυχία των επαγγελματικών του ενεργειών. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τη σύναψη της ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένου 2, και ισχυρίζονται πως τα μέρη απλώς αντάλλαξαν πληροφορίες και σχέδια πλην όμως ουδέποτε έφθασαν σε επίσημες διαπραγματεύσεις, πόσω μάλλον σε ολοκληρωμένη συμφωνία. Ισχυρίζονται ακόμα πως σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί η σύναψη συμφωνίας, αυτή συνήφθη μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1. Σε τέτοια περίπτωση, η συμφωνία διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο (παρ. 27 Υπεράσπισης) βάσει του οποίου ο Ενάγων δεν δικαιούται να απαιτεί τη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγομένης 1 λόγω της μη εκπλήρωσης των εκεί προβλεπόμενων στόχων ή λόγω ακυρότητας της συμφωνίας ελλείψει αντιπαροχής. Ισχυρίζονται ακόμα πως η χρεωκοπία της εκδοτικής εταιρείας του Ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά στη συρρίκνωση του κλάδου, σε επιχειρηματικές αστοχίες και διοικητικές ελλείψεις. Τέλος, επικαλούνται την πρακτική του Ενάγοντος να συστήνει εταιρείες που εξέδιδαν την εφημερίδα και μετά να τις πτωχεύει, και ισχυρίζονται πως ο Ενάγων επιχείρησε να αποσπάσει τη συμφωνία συνεργασίας της Εναγομένης 1 με τις Εναγόμενες 6 και 7, επιδιώκοντας πλήγμα στην Εναγομένη 1 και λόγω αυτής της συμπεριφοράς του Ενάγοντος, η Εναγομένη 6 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας (White Label Agreement) με την Εναγομένη 1. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενες 6 και 7 εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις περί μη ύπαρξης καθ΄ ύλην και ή κατά τόπον αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την Αγωγή αναφορικά με αυτούς, λόγω του ότι δεν έχουν σχέση με τα επίδικα γεγονότα και ή δεν αποτελούν μέρος της ισχυριζόμενης συμφωνίας με τον Ενάγοντα, το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους έχει παραγραφεί, οι ισχυριζόμενες συμφωνίες έγιναν στην Ελλάδα και διέπονται από το Ελληνικό δίκαιο και αυτές είναι εξ υπαρχής άκυρες και ή μη εκτελεστές δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου. Επικαλούνται έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την Αγωγή. Αρνούνται ότι ανήκαν στους Εναγόμενους 2 και 9 και επικαλούνται τη σύναψη συμφωνίας (White Label Agreement) ημ. 14.7.03 μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 6 (και όχι κοινοπραξία) για τη σύσταση από την Εναγομένη 6 και λειτουργία και προώθηση από την Εναγομένη 1 ιστοσελίδων αθλητικών στοιχημάτων και καζίνου στην Ελληνική αγορά. Ήταν ρητός όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι αυτή διέπετο από το Αυστριακό δίκαιο και ότι οποιαδήποτε διαφορά επί αυτής θα παραπέμπετο σε διαιτησία σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Στις 31.3.04 υπεγράφη συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 2. Η Εναγομένη 6 με επιστολές της ημ. 20 και 26.4.05 προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας με την Εναγομένη 1 ενώ η Εναγομένη 1 με επιστολές της ημ. 22.4.05 και 5.5.05 κήρυξε άκυρο τον τερματισμό και τερμάτισε η ίδια τη συμφωνία. Τελικώς οι Εναγόμενες 1 και 6 υπέγραψαν συμφωνία διευθέτησης ημ. 21.6.05, μεταξύ αφενός των Εναγομένων 6 και 7 και αφετέρου της Εναγομένης 1 και άλλης εταιρείας. Δυνάμει αυτής η Εναγομένη 6 αναγνωρίστηκε ως η ιδιοκτήτης των ιστοσελίδων ενώ η Εναγομένη 6 κατέβαλε χρηματικό ποσό στην Εναγομένη 1 έναντι μεταβίβασης 200.000 μετοχών της τελευταίας στην Εναγομένη 6. Η συμφωνία αυτή διέπετο από το Αυστριακό δίκαιο και οποιαδήποτε διαφορά δυνάμει αυτής θα παραπέμπετο πάλι σε διαιτησία. Οι Εναγόμενες αρνούνται τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ τους και του Ενάγοντος και ισχυρίζονται πως η όποια συμφωνία ήθελε αποδειχθεί μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων 1-3 διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο. Οποιαδήποτε ισχυριζόμενη αξίωση του Ενάγοντος έναντι των Εναγομένων 1 και 6, η οποία απορρέει από τη συμφωνία διευθέτησης, διέπεται από το Αυστριακό δίκαιο. Οι ισχυριζόμενες συναλλαγές και ή συμφωνίες και ή αδικοπραξίες δεν έχουν εφαρμοστέο το Κυπριακό δίκαιο και δεν έχει δικογραφηθεί το αλλοδαπό δίκαιο που τις διέπει ώστε να υπάρχει το υπόβαθρο που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα (παρ. 22 Υπεράσπισης). Στην Απάντηση στην Υπέρασπιση όσον αφορά τους Εναγόμενους 1-3, 9 και 10 ο Ενάγων ισχυρίζεται πως εφαρμόζεται το Κυπριακό δίκαιο επί της ουσίας (παρ. 9 Απάντησης) και επί του ζητήματος της παραγραφής και κάνει αναφορά επίσης και στις πρόνοιες του Ελληνικού δικαίου. Όσον αφορά τις Εναγόμενες 6 και 7, αρνείται τις προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο οι Εναγόμενες 6 και 7 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνες για τις πράξεις του Εναγομένου 3 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην υπηρεσία τους (παρ.19 Απάντησης). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως ο Ενάγων επιζητεί την εκδίκαση προδικαστικού σημείου ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο της ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 2, ήτοι κατά πόσο αυτή διέπεται από το Κυπριακό ή το Ελληνικό δίκαιο. Είναι σαφές από το περιεχόμενο των δικογράφων όλων των πλευρών πως υπάρχει διαφωνία μεταξύ τους αναφορικά με αυτό το ουσιώδες επίδικο ζήτημα. Κατ΄ αρχάς ο Ενάγων επικαλείται τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας ενώ οι Εναγόμενοι 1-3, 9 και 10 όχι μόνο αρνούνται τη σύναψη της αλλά προβάλλουν ισχυρισμό πως τα μέρη αυτής, ήτοι ο Ενάγων και η Εναγομένη 1, παρέμειναν μόνο σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους χωρίς την κατάληξη σε συναντίληψη και συνακόλουθα σε συμφωνία μεταξύ τους. Οι δε Εναγόμενες 6 και 7 με τη σειρά τους αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν ήταν εμπλεκόμενο μέρος. Περαιτέρω, ενώ ο Ενάγων επικαλείται πως η εν λόγω συμφωνία διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο, οι Εναγόμενοι 1-3, 9 και 10 ισχυρίζονται πως οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο ενώ οι Εναγόμενες 6 και 7 ισχυρίζονται πως τυχόν τέτοια συμφωνία δεν διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο, δεν δικογραφείται το αλλοδαπό δίκαιο που ισχύει και πως για τυχόν αξίωση του Ενάγοντος εναντίον της Εναγομένης 6 δυνάμει της συμφωνίας διευθέτησης εφαρμόζεται το Αυστριακό δίκαιο. Εδώ είναι κατάλληλο να επισημάνω πως το αιτητικό αφορά και περιορίζεται στο κατά πόσο εφαρμόζεται το Κυπριακό ή το Ελληνικό δίκαιο, το οποίο σαφώς αποτελεί τη διαφορετική θέση μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων 1-3, 9 και 10. Όμως η θέση των Εναγομένων 6 και 7 δεν εκφράζεται μέσα από αυτή τη διατύπωση, καθότι αυτές αρνούνται την εφαρμογή του Κυπριακού δικαίου, χωρίς καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, και ισχυρίζονται πως οι όποιες αξιώσεις εναντίον τους διέπονται από το Αυστριακό δίκαιο δυνάμει άλλης συμφωνίας. Οι πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων καταδεικνύουν χωρίς δυσκολία πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε παραδεκτό ή έστω κοινό υπόβαθρο γεγονότων όσον αφορά την ισχυριζόμενη εκ μέρους του Ενάγοντος συμφωνία. Οι Εναγόμενοι 1-3, 9 και 10 αρνούνται τη σύναψη αυτής με αναφορά σε διαφορετικά μέρη, ενώ οι Εναγόμενες 6 και 7 ισχυρίζονται πως αυτές δεν αποτελούν μέρος τυχόν τέτοιας συμφωνίας αλλά ενδεχομένως οι όποιες αξιώσεις του Ενάγοντος απορρέουν από άλλη ξεχωριστή συμφωνία, ήτοι τη συμφωνία διευθέτησης. Επομένως, ελλείπει παντελώς το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει και βάσει του οποίου να αποφασίσει και καταλήξει κατά πόσο οι διάδικοι συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία, τα μέρη και τους όρους αυτής και συνακόλουθα να καθορίσει το δίκαιο που τη διέπει. Είναι ξεκάθαρο πως γι΄ αυτά τα ζητήματα είναι απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας από όλες τις πλευρές εφόσον η καθεμιά προβάλλει εντελώς διαφορετικές θέσεις. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το ζήτημα που εγείρεται στην προδικαστική ένσταση δεν περιορίζεται σε ένα καθαρά νομικό θέμα αλλά απαιτεί τη διακρίβωση γεγονότων μετά την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας από όλες τις πλευρές. Σαφώς τέτοια κοινώς αποδεκτή μαρτυρία επί της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης ελλείπει παντελώς στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος ούτε για αμιγώς νομικό ζήτημα ούτε και για παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων υπό αυτές τις περιστάσεις. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πιερίδης V. Keshishian κ.ά.
(1996)1(Α) A.A.Δ. 224: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του.» Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Karik Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σια Λτδ
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 530, ως εξής: «Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. v. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Lτd
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 990. Υπό το φως όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω πως η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά ελλείψει του αναγκαίου κοινού πραγματικού υπόβαθρου που θα καθιστούσε δυνατή την εξέταση αυτής. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην υπόθεση Δημοκρατία της Κύπρου v. Μουξούρη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, στην οποία πριν τον καθορισμό της αποζημιώσης το Δικαστήριο αποφάσισε προδικαστικά το νομικό καθεστώς της αποζημίωσης. Είναι ορθή η διαπίστωση του δικηγόρου του Ενάγοντος πως στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε πρώτα αυτό το νομικό ζήτημα του ισχύοντος καθεστώτος, πλην όμως σε εκείνη την υπόθεση δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαφωνία ως προς τη συμφωνία, στοιχείο το οποίο ελλείπει στην υπό κρίση περίπτωση και είναι καθοριστικό για την εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι καθοριστικές ως προς την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, καθιστώντας την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης αχρείαστη. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-3, 9 και 10 και των Εναγομένων 6 και 7 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.