Μιχαηλίδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 305/2018, 26/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 305/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: 1. Μιχαηλίδη ., εκ Λεμεσού 2. Μιχαηλίδου ., εκ Λεμεσού Αιτητών-Εφεσειόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσιβλήτων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 28.1.19 Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Για τους Καθ΄ ων η αίτηση - Εφεσίβλητους: κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την παρούσα Αίτηση, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημ. 28.1.19, οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία: (
- i)να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημ. 23.8.18 (
- ii)να ακυρώνεται ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου ως αυτό περιγράφεται στην ως άνω ειδοποίηση και ο οποίος είναι ορισμένος στις 26.2.19, λόγω ακυρότητας και ή παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και (iii) να ακυρώνεται η διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, λόγω ακυρότητας και ή παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Η Αίτηση αρχικά στηρίζετο συνολικά σε δέκα λόγους και κατόπιν τροποποίησης προστέθηκαν ακόμα έξι. Αυτοί συνοπτικά αφορούν: · τη μη δέουσα επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ · την ακυρότητα της ειδοποίησης λόγω παράτυπης έναρξης της διαδικασίας όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/65 · τη μη συμμόρφωση της εν λόγω ειδοποίησης με τις προβλεπόμενες στον Νόμο κατά τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις · το λανθασμένο περιεχόμενο της ειδοποίησης · την κατάχρηση διαδικασίας λόγω εκκρεμότητας Αγωγών της Τράπεζας (Καθ΄ ων) εναντίον των Αιτητών · την ακυρότητα των όρων της σύμβασης υποθήκης · την αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIΑ του Ν.9/65 · την παράλειψη επισύναψης αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού στην ειδοποίηση τύπου Ι. Η αρχική Αίτηση συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή και εκ μέρους της Αιτήτριας. Η καταχωρισθείσα τροποποιημένη Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η Aίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Οι Aιτητές έχουν ερμηνεύσει εσφαλμένα τις διατάξεις του Μέρους VIΑ του Ν.9/65. 3) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν ακολουθήσει κανονικά και νομότυπα τη διαδικασία όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/65. 4) Η υποθήκη είναι καθόλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική. 5) Η προώθηση εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση των Αγωγών δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 6) Οι διατάξεις του Μέρους VIΑ του Ν.9/65 είναι συνταγματικές και δεν παραβλάπτουν κανένα δικαίωμα των Αιτητών. 7) Οι Αιτητές κωλύονται να προβάλλουν λόγους ακύρωσης αναφορικά με την ειδοποίηση τύπου Ι, αφού απώλεσαν το δικαίωμα προσβολής αυτών εντός της προβλεπόμενης εκ του Νόμου προθεσμίας. 8) Οι λόγοι ακύρωσης που προστέθηκαν με το διάταγμα τροποποίησης στερούνται οποιασδήποτε πραγματικής τεκμηρίωσης στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την παρούσα Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΧ (εφεξής «ο ΚΧ»), υπαλλήλου στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, καθώς επίσης και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες προφορικές εισηγήσεις. Λόγω του μεγάλου αριθμού θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, για σκοπούς εξέτασης αυτής το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως ασχοληθεί με κάθε θέμα ξεχωριστά με τη σειρά που το ίδιο κρίνει ορθό. Ι. Τεκμηρίωση Αίτησης Ο τελευταίος λόγος ένστασης για το ότι οι λόγοι ακύρωσης που προστέθηκαν με το διάταγμα τροποποίησης στερούνται οποιασδήποτε πραγματικής τεκμηρίωσης, βασίζεται στο γεγονός ότι η καταχωρισθείσα τροποποιημένη Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Αποτελεί ισχυρισμό των Καθ΄ ων πως αυτή η παράλειψη αφήνει τους επιπρόσθετους λόγους ακύρωσης χωρίς υποστήριξη αυτών από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αρχική Αίτηση. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της Αίτησης και έχει ήδη αναφερθεί, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημ. 28.1.19, και σύμφωνα με τις οδηγίες του, οι Αιτητές καταχώρισαν τροποποιημένη Αίτηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι λόγοι στους οποίους αυτή στηρίζεται, χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο υιοθετεί την εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι η Αίτηση - Έφεση δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/65και του περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμου, Κεφ. 224, αποτελεί αυτοτελή εναρκτήρια διαδικασία η οποία εμπίπτει εντός του ορισμού της «αγωγής» η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 και δεν συνιστά ενδιάμεσης φύσης αίτηση. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965. Ως εκ τούτου, για το θέμα της τροποποίησης, ισχύουν και εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τους οποίους η τροποποίηση κλητηρίου εντάλματος ανατρέχει στον χρόνο καταχώρισης του αρχικού κλητηρίου ούτως ώστε οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις να θεωρείται ότι ισχύουν από την καταχώριση της αρχικής Αίτησης-Έφεσης - βλ. Gaber Alian Alia Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" ex "Al Kahera" ex "Med Sea" ex "Ulset Queen" κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Από τη στιγμή δε που η αρχική Αίτηση συνοδεύετο δεόντως από ένορκη δήλωση και οι Αιτητές επέλεξαν να αρκεστούν σε αυτή προς υποστήριξη της Αίτησης τους, ακόμα και μετά την τροποποίηση, τότε θεωρώ πως η αρχική ένορκη δήλωση του Αιτητή είναι αυτή που υποστηρίζει την τροποποιημένη πλέον Αίτηση στον βαθμό και στην έκταση που αυτή αναφέρεται και καλύπτει τους νέους εγερθέντες λόγους. Το κατά πόσον αυτή η επιλογή των Αιτητών έχει οποιαδήποτε συνέπεια στο αναγκαίο υπόβαθρο στήριξης των λόγων ακύρωσης είναι ζήτημα το οποίο αφορά την ουσία της Αίτησης και δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δικονομικό ζήτημα. ΙΙ. Αντισυνταγματικότητα Μέρους VIA του Ν.9/65 Ένας από τους νέους λόγους ακύρωσης της Αίτησης, ο οποίος αποτελεί και βασικό ισχυρισμό των Αιτητών, είναι ότι οι πρόνοιες του Μέρους VIΑ του Ν.9/65 είναι αντισυνταγματικές και ειδικότερα ότι παραβιάζουν το δικαίωμα των Αιτητών, το οποίο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος. Θεωρώ πως αυτός ο λόγος δύναται να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας, καθότι στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής παραπέμπει και δηλώνει ότι συμφωνεί με τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, ανάμεσα στους οποίους γίνεται εκτενής αναφορά και ανάλυση ως προς την ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIA του Ν.9/
- Το βασικό επιχείρημα των Αιτητών είναι πως τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι επηρεάζει και μεταβάλλει τα νομικά αποτελέσματα που απορρέουν από τα συμβατικά τους δικαιώματα ως ενυπόθηκων δανειστών και ή τα ίδια τα συμβατικά τους δικαιώματα. Σύμφωνα με τους Αιτητές τα δικαιώματα τους απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης δυνάμει του Ν.9/65 όπως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της υποθήκης, ήτοι στις 8.3.07, και οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις του Ν.9/65 δεν δύνανται να μεταβάλλουν αυτά τα δικαιώματα τους και τα νομικά αποτελέσματα που απορρέουν από αυτά τα δικαιώματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην προκειμένη περίπτωση, ικανοποιούμαι πως στην τροποποιημένη Αίτηση οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως η Αίτηση - Έφεση, η οποία καταχωρίστηκε στις 19.9.18, διέπεται από τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). Σύμφωνα με τις πρόνοιες της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, και του άρθρου 10 του Κεφ. 1, προκύπτει σαφώς η πρόθεση του Νομοθέτη για αναδρομική ισχύ αυτού. Επομένως, αυτός αφορά και εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του ότι στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση όπου οι ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι επιδόθηκαν στους Αιτητές στις 18.4.18. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). Κατ΄ αρχάς τονίζεται πως το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Θεωρώ πως η εισήγηση των Αιτητών δεν βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΕ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα των Αιτητών να συνάπτουν συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας τους ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων των ιδίων και ή άλλων προσώπων, φυσικών ή νομικών, όπως οι ίδιοι ήθελαν αποφασίσει. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, Υ./07, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, για την οποία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως υπεγράφη από τους Αιτητές, περιλαμβάνεται ο όρος 4, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου των Αιτητών με ένα εκ των προαναφερομένων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση από την Τράπεζα), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, (των Αιτητών στην προκειμένη περίπτωση), όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους τους της παραχώρησης του ακινήτου τους για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων. Αυτοί άλλωστε γνώριζαν εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου τους και μέσω του Μέρους VIA του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένας τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος των Αιτητών κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ Το άρθρο 44Γ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.87(Ι)/18, προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και συγκεκριμένα την ίδια μέρα της παραλαβής από τους Αιτητές των ειδοποιήσεων ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)παραθέτει εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την ειδοποίηση ΙΑ. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι, για τις οποίες οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν έφεση με βάση τον τότε εν ισχύι τροποποιητικό Ν.142(Ι)/
- Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις θεωρώ πως κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι , ήτοι στις 18.4.18, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο προγενέστερος Ν.142(Ι)/14, οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να λάβουν μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε ή και των δύο αυτών ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Η προθεσμία των 30 ημερών έληγε στις 18.5.
- Επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι , και σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, οι Αιτητές διατηρούσαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν έφεση εντός 30 ημερών, το οποίο δικαίωμα οι ίδιοι επέλεξαν να μην ασκήσουν Ως εκ τούτου, θεωρώ πως οι όποιοι προβαλλόμενοι λόγοι ως προς τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ οι οποίοι όμως εδράζονται σε ζητήματα που αφορούν στην προγενέστερη ειδοποίηση Ι δεν αποτελούν αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η οποία περιορίζεται μόνο στην ειδοποίηση ΙΑ αυτή καθ΄ εαυτή. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να τονιστεί πως οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης ΙΑ επεκτείνονται και πέραν της ειδοποίησης Ι, και αφορούν ακόμα και στην ίδια τη σύμβαση υποθήκης και στους όρους αυτής. Σαφώς όλοι αυτοί οι λόγοι δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Από τη στιγμή που η Αίτηση κρίνεται με βάση τον Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως όλοι αυτοί οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν είναι δυνατό να τύχουν πλέον εξέτασης από το Δικαστήριο. Κάποια πιο εξειδικευμένη και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτό το ζήτημα θα γίνει και κατωτέρω. Επίσης οι Αιτητές επικαλούνται την ύπαρξη των Αγωγών της Τράπεζας και τη δική τους εναντίον της Τράπεζας με την οποία ζητούν την ακύρωση της σύμβασης υποθήκης, ως λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, λόγος ο οποίος υφίστατο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14 αλλά δεν περιλαμβάνεται πλέον στο νέο αντίστοιχο άρθρο του Ν.87(Ι)/18. Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος δύναται να αποτελέσει βάση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί και προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του Μέρους VIΑ του Νόμου 9/65 και ειδικότερα το Άρθρο 44Γ
(3), οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την ειδοποίηση ΙΑ αναφέρονται περιοριστικά σε αυτό. IΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, η ειδοποίηση ΙΑ επιδίδεται σύμφωνα με τον Τύπο «IA» του Δεύτερου Παραρτήματος. Σημειώνεται, εκ του περισσού, πως ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επίδικη υποθήκη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες επισυνάπτουν αυτή στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους, Τεκμήριο 8 και Τεκμήριο ΙΓ αντίστοιχα. Ένας εκ των αρχικών λόγων στον οποίο στηρίζεται η Αίτηση είναι πως αυτή δεν συνάδει ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο της καθότι δεν υπογράφεται και ή δεν υπογράφεται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με τον Τύπο «IA» του Δεύτερου Παραρτήματος, στο τέλος της ειδοποίησης θα πρέπει να υπάρχει η υπογραφή, το ονοματεπώνυμο του ενυπόθηκου δανειστή ολογράφως και η πλήρης διεύθυνση. Η υπό κρίση ειδοποίηση συνάδει πλήρως με τις πιο πάνω πρόνοιες. Σε αυτή φέρονται δύο υπογραφές, ακολουθεί η ημερομηνία «23 Αυγούστου 2018», και από κάτω καταγράφεται το όνομα του ενυπόθηκου δανειστή και η διεύθυνση των κεντρικών γραφείων διοίκησης. Το γεγονός της μη καταγραφής του πλήρους ονόματος των προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους της Τράπεζας δεν ενέχει σημασία ούτε και καθιστά την ειδοποίηση μη συμμορφούμενη με τον σχετικό τύπο εφόσον δεν υπάρχει τέτοια ρητή απαίτηση. Από τη στιγμή δε που υπάρχουν υπογραφές πάνω από την καταγραφή του ονόματος του ενυπόθηκου δανειστή, της Τράπεζας, θεωρώ πως στη βάση του τεκμηρίου της νομιμότητας τα πρόσωπα που υπογράφουν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένα προς τούτο να υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό της Τράπεζας χωρίς να είναι αναγκαία η προσκόμιση τέτοιας εξουσιοδότησης ή η επισύναψη αυτής μαζί με την ειδοποίηση ΙΑ. Άλλωστε, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ΚΧ που συνοδεύει την ένσταση, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αμφισβήτησης της αποστολής της ειδοποίησης ΙΑ από την Τράπεζα και των υπογραφόντων αυτή. Αντιθέτως αυτός αναγνωρίζει την αποστολή αυτής από τους Καθ΄ ων. Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής ισχυρίζεται πως τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην ειδοποίηση ΙΑ είναι λανθασμένα και ή αυθαίρετα και ή δεν είναι αυτά που αναφέρονται στη σύμβαση υποθήκης και ή είναι παράνομα κατά παράβαση της σύμβασης υποθήκης. Σαφώς αυτά τα ζητήματα δεν εμπίπτουν εντός του συγκεκριμένου λόγου του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τον οποίο δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και δεν επιβάλλεται για την ειδοποίηση ΙΑ. Ως νέος λόγος ένστασης προβάλλεται επίσης πως το ποσό του αναγραφόμενου τόκου στην ειδοποίηση ΙΑ δεν συνάδει με τον τύπο του Παραρτήματος, καθότι στην ειδοποίηση δεν αναγράφεται συγκεκριμένο ποσό, αλλά το ισχύον επιτόκιο με τις κεφαλαιοποιήσεις. Σύμφωνα με τον δικηγόρο των Αιτητών, αυτή η καταγραφή δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Αιτητές να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή επακριβώς το ποσό των τόκων ούτως ώστε να είναι σε θέση να προβούν σε εξόφληση αυτού σε περίπτωση που ήθελαν να το πράξουν, κάτι το οποίο αντιστρατεύεται τόσο το λεκτικό του Παραρτήματος, όσο και την πρόθεση του Νομοθέτη. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κεφ. 1, κάθε Παράρτημα σε Νόμο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται ως μέρος του Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, η οποία αφορούσε το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65: «. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο Δεύτερο Παράρτημα για τον τύπο της ειδοποίησης ΙΑ, αναγράφεται η φράση «Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €...., πλέον τόκος, €.... πλέον έξοδα €......». Θεωρώ ότι η πιο πάνω αναγραφή όσον αφορά τον τόκο δεν ισοδυναμεί ούτε και απολήγει δίχως άλλο στην υποχρέωση καταγραφής συγκεκριμένου ποσού σε ευρώ. Ούτε συμφωνώ πως οποιαδήποτε άλλη περιγραφή του ποσού του τόκου η οποία παρέχει σαφή πληροφόρηση ως προς τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και καθορισμού του ποσού, αντιστρατεύεται το λεκτικό του Παραρτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση στην ειδοποίηση ΙΑ για τον τόκο αναγράφεται συγκεκριμένα «. πλέον τόκοι επί €582.330,38 προς ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 1,25 (Βασικό επιτόκιο Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,25 επί τοις εκατόν ετησίως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, κατά την 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου επί τοις εκατόν από της 01/04/2017.» Ικανοποιούμαι πως αυτή η αναφορά παρέχει επαρκή πληροφόρηση όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, τον τρόπο καθορισμού του, το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος και την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του. Σαφώς αυτά τα στοιχεία δίδουν την απαιτούμενη ενημέρωση ούτως ώστε ο παραλήπτης της ειδοποίησης να είναι σε θέση να γνωρίζει το ποσό του τόκου ανά πάσα στιγμή. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καταρρίπτει την εισήγηση των Αιτητών περί αδυναμίας υπολογισμού του τόκου σε περίπτωση επιθυμίας εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Άλλωστε, σύμφωνα με τη θέση του ΚΧ, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, οι Αιτητές ουδέποτε εξέφρασαν την πρόθεση καταβολής του οφειλόμενου ποσού για απαλλαγή της υποθήκης και αποδέσμευση του ενυπόθηκου ακινήτου τους. Επιπλέον, θεωρώ πως ακόμα και σε περίπτωση καταγραφής συγκεκριμένου ποσού τόκου, σαφώς αυτό θα αφορούσε τον υπολογισμό του όπως θα είχε αποκρυσταλλωθεί μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ενώ ο τόκος συνεχίζει να υπολογίζεται μέχρι την ενδεχομένη εξόφληση του συνολικού οφειλόμενου ποσού δυνάμει της υποθήκης ή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65. Αυτό προκύπτει και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44I
(4), δυνάμει του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής διαθέτει το προϊόν πώλησης με τη σειρά που προνοείται σε αυτό και με ειδική αναφορά στην καταβολή του ποσού που αντιπροσωπεύει το ενυπόθηκο χρέος, πλέον τόκους οι οποίοι υπολογίζονται μέχρι και την ημερομηνία πώλησης και δεν παγοποιούνται κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο βασικός σκοπός της ειδοποίησης ΙΑ είναι η ενημέρωση για την πρόθεση του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με πώληση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα σε αυτόν να λάβει μέτρα για τον παραμερισμό της ειδοποίησης, εν αντιθέσει με την ειδοποίηση Ι η οποία είναι αυτή με την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και πληροφορείται πως σε αντίθετη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με πώληση μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού. Είναι δε αξιοσημείωτο πως στην ειδοποίηση Ι η οποία βασικά αποτελεί και την απαίτηση για αποπληρωμή του ποσού, στον αντίστοιχο Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, ο τόκος καταγράφεται επί ποσού, προς το καθορισμένο επιτόκιο και την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του και όχι ως καθορισμένο ποσό. Σαφώς αυτή η καταγραφή θεωρείται επαρκής για να πληροφορήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το ύψος της οφειλής την οποία απαιτεί προς πληρωμή με την εν λόγω ειδοποίηση, η οποία σημειωτέον και πάλι ενδεχομένως να παρουσιάσει αύξηση μέχρι τη λήξη της προβλεπόμενης σε αυτή προθεσμίας των τουλάχιστον 30 ημερών προς αποπληρωμή. Επομένως, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η καταγραφή του τόκου στην υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ βρίσκεται σε συμμόρφωση με τον τύπο αυτής όπως προνοείται στο Παράρτημα καθότι αυτή ακριβώς ισοδυναμεί με τον καθορισμό του τόκου, απλώς με διαφορετική διατύπωση. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του άρθρου 36 του Κεφ. 1, σύμφωνα με το οποίο «όταν καθορίζονται τύποι, μικρές παρεκκλίσεις από αυτούς, ή αναγκαίες αλλαγές σε αυτούς οι οποίες δεν επηρεάζουν την ουσία ή οι οποίες δεν υπολογίζουν να παραπλανήσουν δεν τους καθιστούν άκυρους». Θεωρώ επίσης πως υπάρχει και συμμόρφωση με τον τύπο και ως προς καθορισμό των εξόδων που απολήγουν σε μηδενικό ποσό. Το υπόλοιπο περιεχόμενο της ειδοποίησης συνάδει απολύτως με το λεκτικό και τον τύπο του Παραρτήματος. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ξεκάθαρα πως η υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο της όσο και ως προς το περιεχόμενο της, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). ΙΙΙ.Β Μη Δέουσα Επίδοση Το άρθρο 44Γ
(3)(β) προνοεί ως λόγο παραμερισμού το ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Οι συνθήκες παράδοσης της ειδοποίησης ΙΑ στους Αιτητές αποτελούν αντικείμενο κοινής αναφοράς και από τις δύο πλευρές. Συγκεκριμένα, οι Καθ΄ ων απέστειλαν ξεχωριστές ειδοποιήσεις μέσω συστημένων επιστολών απευθυνόμενες στον κάθε Αιτητή ονομαστικά και ξεχωριστά, ως ενυπόθηκο οφειλέτη, και οι οποίες παραλήφθηκαν από τον Αιτητή στις 19.9.18 τόσο για τον ίδιο όσο και για την Αιτήτρια. Πρόκειται για το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ιδίου και για το Τεκμήριο ΙΓ στην ένορκη δήλωση του ΚΧ. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(2), η ειδοποίηση ΙΑ επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ ως εξής: «ενυπόθηκος οφειλέτης» σημαίνει τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη και σε περίπτωση που τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο αυτά πρόσωπα.» Στο ίδιο άρθρο δίδεται και η ερμηνεία του όρου «επίδοση» ότι σημαίνει «. σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο» και νοείται ότι «. ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης». Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος πως η υπό κρίση υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση για διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις, κάποιες εκ των οποίων παραχωρήθηκαν προς τους Αιτητές και κάποιες προς την εταιρεία D. & A. Paperland Ltd. Είναι πολύ καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως νομικό πρόσωπο αποτελεί ξεχωριστή οντότητα από φυσικά πρόσωπα, και δη τους μετόχους αυτής. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 12η έκδοση, σελ. 55, «It is, in contemplation of law, a person distinct form the members or shareholders who are interested in it - a metaphysical entity - a convenient fiction of law, but with no physical existence». Στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22, στην οποία καθιερώθηκε η αρχή πως η εταιρεία είναι κατά τον νόμο ένα εξ ολοκλήρου ξεχωριστό πρόσωπο από τους μετόχους αυτής («The company is at law a different person altogether from the subscribers of a company to the memorandum of association»). Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, μια ανάγνωση των άρθρων 44Γ
(2)και 44ΙΕ καταδεικνύει χωρίς δυσκολία την υποχρέωση επίδοσης της ειδοποίησης ΙΑ στον ενυπόθηκο οφειλέτη και στον οφειλέτη του χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη, ξεχωριστά και ανεξάρτητα στον καθένα. Προφανώς προς συμμόρφωση με αυτές τις νομοθετικές πρόνοιες οι Καθ΄ ων επιδίωξαν την επίδοση τόσο στους Αιτητές, ως ενυπόθηκους οφειλέτες, όσο και στην εταιρεία, ως την οφειλέτιδα του χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη, με συστημένη επιστολή. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε σχετικό έγγραφο των Καθ΄ ων ημ. 10.9.18, Τεκμήριο ΙΓ στην ένορκη δήλωση του ΚΧ, το οποίο τιτλοφορείται «Παραλήφθηκαν οι πιο κάτω επιστολές για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο» και φέρει τα ονόματα των Αιτητών και της εταιρείας, δίπλα από το καθένα την πόλη «Λεμεσός» και δίπλα επισυνάπτεται ο κάθε αριθμός αποστολής ταχυδρομείου που είναι διαφορετικός και ξεχωριστός για τον καθένα των Αιτητών και για την εταιρεία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών η παραλαβή από τον Αιτητή, έναντι της υπογραφής του, για τον ίδιο και εκ μέρους της Αιτήτριας, των ειδοποιήσεων ΙΑ οι οποίες απευθύνοντο στον ίδιο και στην Αιτήτρια ονομαστικά και προσωπικά, όπως επιβεβαιώνεται στο Τεκμήριο ΙΓ της ένορκης δήλωσης του ΚΧ. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε την ειδοποίηση ΙΑ εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας. Σημειώνεται ότι αυτός είναι ο γραμματέας της, ενώ η Αιτήτρια η μοναδική διευθύντρια της, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο ΙΒ2 της ένστασης. Αναφορικά με την επιστολή η οποία απευθύνετο στο όνομα της εταιρείας, το Τεκμήριο ΙΓ επιμαρτυρεί πως αυτή παρελήφθη έναντι της υπογραφής κάποιου με το όνομα «. garabitov». Παρόλο που φαίνεται να υπάρχει κάποια υπογραφή για παραλαβή της επιστολής η οποία απευθύνετο προς την εταιρεία, εντούτοις οι Αιτητές αρνούνται την παραλαβή αυτής εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας και τη λήψη γνώσης των αξιωματούχων ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου προσώπου της εταιρείας για την εν λόγω επιστολή. Αυτοί οι ισχυρισμοί ουδόλως αντικρούονται με οποιονδήποτε τρόπο από τους Καθ΄ ων οι οποίοι δεν επικαλούνται λήψη της επιστολής από την εταιρεία είτε από οποιονδήποτε των Αιτητών είτε από οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο. Αντιθέτως είναι η θέση των Καθ΄ ων ότι από τη στιγμή που οι Αιτητές παρέλαβαν τις ειδοποιήσεις ΙΑ απευθυνόμενες προς αυτούς, τότε ενόψει της ιδιότητας και σχέσης τους με την εταιρεία, έλαβαν επαρκή γνώση για την σκοπούμενη διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού και επομένως οι Καθ΄ ων θεωρούν ότι ο σκοπός της επίδοσης στην εταιρεία έχει επιτευχθεί μέσω αυτής της γνώσης. Είναι γεγονός πως ο σκοπός της επίδοσης της ειδοποίησης ΙΑ, όπως άλλωστε και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, είναι πρωτίστως η λήψη γνώσης ως προς το περιεχόμενο αυτής, και συγκεκριμένα για την πρόθεση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού δυνάμει του Ν.9/65, καθώς επίσης και η παροχή δυνατότητας άσκησης του προβλεπόμενου στον Νόμο δικαιώματος καταχώρισης αίτησης για τον παραμερισμό και ή την ακύρωση αυτής. Σαφώς ο Νομοθέτης επέβαλε υποχρέωση επίδοσης αυτής της ειδοποίησης τόσο στον ενυπόθηκο οφειλέτη όσο και σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ξεχωριστά, λόγω ακριβώς του ότι o καθένας εξ αυτών πιθανόν να επηρεάζεται με διαφορετικό τρόπο από την εν λόγω ειδοποίηση και συνακόλουθα να του παρέχεται ξεχωριστό και ανεξάρτητο δικαίωμα να αιτηθεί τον παραμερισμό της ειδοποίησης για οποιονδήποτε ή οποιουσδήποτε λόγους ο ίδιος επιλέξει. Τούτων λεχθέντων, θεωρώ πως το λεκτικό των προαναφερθέντων σχετικών άρθρων είναι σαφές και ξεκάθαρο και δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως αυτά θέτουν υποχρέωση επίδοσης στους Αιτητές και στην εταιρεία ξεχωριστά. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η ειδοποίηση ΙΑ θα έπρεπε επίσης να είχε επιδοθεί στην εταιρεία με ένα εκ των προβλεπομένων τρόπων, ήτοι με συστημένη επιστολή είτε με επίδοση δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάτι το οποίο σαφώς δεν έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Όσον αφορά τους Θεσμούς, η Δ.5 θ.7 διέπει την επίδοση σε νομικό πρόσωπο η οποία μπορεί να γίνει είτε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου αυτής, είτε σε αξιωματούχο, γραμματέα ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αυτής, και η γνώση σε αξιωματούχο ή άλλο υπάλληλο της εταιρείας από μόνη της δεν θεωρείται καλή επίδοση. Αναφορικά με την επίδοση μέσω επιστολής, δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου το άρθρο 1 του Κεφ.1 το οποίο παρέχει την ερμηνεία του όρου «επίδοση με ταχυδρομείο» ως ακολούθως: «"επίδοση με ταχυδρομείο"- όταν Νόμος ή δημόσιο έγγραφο επιτρέπει ή απαιτεί όπως έγγραφο επιδοθεί ταχυδρομικώς, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται η έκφραση επίδοση ή η έκφραση "δοθεί" ή "αποσταλεί" ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η επίδοση θα λογίζεται ότι γίνεται με την κανονική αποστολή, προπληρωμή και ταχυδρόμηση επιστολής που περιέχει το έγγραφο και εκτός αν αποδεικνύεται το αντίθετο, ότι επιτεύχθηκε κατά το χρόνο κατά τον οποίο η επιστολή θα παραδινόταν με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου.» Η εν λόγω πρόνοια έχει τύχει σχολιασμού στις υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895. Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ..").» Στην παρούσα περίπτωση και με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σαφώς αυτός ο κανόνας έχει ανατραπεί με την προσκόμιση αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας για τη μη παραλαβή της εν λόγω επιστολής από ή εκ μέρους της εταιρείας. Με άλλα λόγια, η αποστολή χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για την επιστροφή της επιστολής αποτελεί επαρκή απόδειξη παραλαβής αυτής, ενώ εδώ υπάρχει κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ότι η συστημένη επιστολή ουδέποτε κατέληξε στην εταιρεία. Η δικηγόρος των Καθ΄ ων κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί πως η γνώση των ιδίων των Αιτητών αυτομάτως και λογικά προσδίδει και γνώση στην εταιρεία. Θεωρώ πως αυτή η θέση δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το λεκτικό του Νόμου όπου ρητώς και σαφώς τίθεται υποχρέωση ξεχωριστής επίδοσης και συνακόλουθα υποχρέωση διασφάλισης τήρησης αυτής. Τέλος, σημειώνω ότι το άρθρο 44Γ
(3)(β) του Ν.9/65, το οποίο προβλέπει πως η ειδοποίηση ΙΑ δύναται να παραμεριστεί για το ότι δεν έχει δεόντως επιδοθεί, ερμηνεύεται ούτως ώστε οι ενυπόθηκοι δανειστές να δικαιούνται να προβάλλουν οι ίδιοι ως λόγο τη μη επίδοση σε άλλο πρόσωπο προς το οποίο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί αυτή, όπως π.χ. τον πρωτοφειλέτη ή εγγυητή. Αντίθετη ερμηνεία δεν συνάδει με το λεκτικό του Νόμου αλλά ούτε και κρίνεται λογική καθότι θα απέληγε σε αποσπασματική πληροφόρηση για την σκοπούμενη πώληση, η οποία δεν εμπίπτει εντός της πρόθεσης του Νομοθέτη. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχει ο συγκεκριμένος λόγος για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων στους οποίους αυτή στηρίζεται. IV. Κατάληξη Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ειδοποίηση ΙΑ ημ. 23.8.18 η οποία επιδόθηκε στους Ατητές στις 19.9.18 παραμερίζεται και ακυρώνεται για τον λόγο ότι δεν έχει δεόντως επιδοθεί όπως προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)(β) του Νόμου. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών - Εφεσειόντων και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση - Εφεσιβλήτων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο