← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ν. Πασχάλη, Αγωγή: 3806/12, 20/2/2019

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ν. Πασχάλη, Αγωγή: 3806/12, 20/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή: 3806/12 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΧΧΧΧΧΧ Ενάγοντες και Πασχάλη ΧΧΧΧ Εναγόμενη ------------------- Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2019. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος. Φ. Αποστολίδης. Για την Εναγόμενη: κος Π. Κωνσταντινίδης για Γ. Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει Απόφαση η κα Παναγιώτου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι η Διαχειριστική Επιτροπή του συγκροτήματος πολυκατοικιών με το όνομα ΧΧΧΧ, στη Λεμεσό. Με την παρούσα Αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγομένης το ποσό των €2.826.89σ, ως ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος αρ. ΧΧΧΧ το οποίο βρίσκεται στην πολυκατοικία ΧΧΧΧ και αποτελεί μέρος του ως άνω συγκροτήματος. Το ως άνω ποσό σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης αντιπροσωπεύει δαπάνες και/ή πληρωμές για την ασφάλιση, συντήρηση, λειτουργία, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, από προηγούμενα έτη πριν από το 2011 ποσό €2.171,66σ, καθώς και για το έτος 2011 ποσό €543.20σ, όπως και για την 1η τριμηνία για το 2012 ποσό €112,63σ, τα οποία καθοριστήκαν σύμφωνα με την αναλογία του μεριδίου της εναγόμενης στην κοινόκτητη οικοδομή, ως αυτή υπολογίστηκε σύμφωνα με το εμβαδό του ακινήτου της. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Αρνείται επίσης ότι κατά το χρόνο που αφορά την αξίωση των εναγόντων ήταν ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ΧΧΧΧ και αρνείται ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε γενικές συνελεύσεις και οι οποιεσδήποτε δαπάνες ή χρεώσεις κοινοχρήστων, αποφασίστηκαν αυθαίρετα και/ή παράνομα. Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, σημειώνω εξ αρχής ότι εν σχέση με την προδικαστική ένσταση της εναγόμενης, σύμφωνα με τη νομολογία, η αμφισβήτηση της ύπαρξης των εναγόντων θα έπρεπε να προωθηθεί με την καταχώρηση Αίτησης για διαγραφή της Αγωγής. Στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd ν. Mιχαλάκη Aνδρονίκου και Άλλου

(1996)1 ΑΑΔ 773, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο.Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. ComptoirD'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.» Ως προς τα πιο πάνω, στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.Α.Δ. 990, λεχθήκαν επίσης τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574, 575 "αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο, δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη". Συνεπώς, αναφέρω εξ αρχής ότι τα όσα προωθηθήκαν από την υπεράσπιση ως προς το πιο πάνω ζήτημα σε συνάρτηση με το ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συσταθεί νόμιμα, δεν μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικό επίδικο ζήτημα, εφόσον δεν ζητήθηκε θεραπεία για το ζήτημα αυτό σε προγενέστερο στάδιο και ως προβλέπεται από την ως άνω νομολογία. Όπως διεφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η εναγόμενη δεν αμφισβητεί την υποχρέωση της να συμμετέχει σύμφωνα με το ποσοστό το οποίο της αναλογεί στις δαπάνες των κοινόχρηστων εξόδων. Αυτό που αμφισβητεί είναι η υποχρέωση της να καταβάλει το ποσό που επιβλήθηκε για κοινόχρηστα σε χρόνο όπου δεν ήταν ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, τα οποία όπως προώθησε κατά τη δίκη αυτά είχαν εξοφληθεί, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι τα αξιούμενα ποσά είναι αυθαίρετα και παρά του ότι ζήτησε επανειλημμένα διευκρινήσεις, δεν έλαβε ποτέ απαντήσεις από τους ενάγοντες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε ο Παύλος ΧΧΧΧ (ΜΕ), διευθυντής του γραφείου των εναγόντων. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή δήλωση, Τεκμήριο Α. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις οι οποίες όπως είπε γίνονται ανά δυο έτη. Κατέθεσε τα πρακτικά των ετήσιων γενικών συνελεύσεων για τα έτη 2009 και 2010, ως τεκμήριο 1, για τα έτη 2011-2012 ως τεκμήριο 15 και τα πρακτικά της ετήσιας γενικής συνέλευσης για τα έτη 2012-2013 ως τεκμήριο
  1. Η εναγόμενη, όπως αναφέρει, ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος την 19.1.
  2. Μέχρι την ημερομηνία αυτή, η προηγούμενη ιδιοκτήτρια όφειλε κοινόχρηστα, τα οποία σύμφωνα με το Νόμο η εναγόμενη οφείλει να πληρώσει. Αποτέλεσε θέση του ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στην καταβολή δαπανών που αφορούν τη διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής για την επίδικη περίοδο και οι καταστάσεις των κοινοχρήστων αναφορικά με τα έξοδα και έσοδα, γνωστοποιούνταν στην εναγόμενη. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τους λογαριασμούς για το έτος 2007, ως τεκμήριο 3 τους λογαριασμούς για το έτος 2008 και ως τεκμήριο 4 τους λογαριασμούς για το έτος
  3. Εξήγησε ότι εις τα τεκμήρια αυτά αναφέρεται ο αριθμός της ιδιοκτησίας κάθε ιδιοκτήτη, το όνομα αυτού και οι χρεοπιστώσεις. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 5,6,7 και 8, καταστάσεις λογαριασμού εις το όνομα της εναγομένης για τα έτη 2009-2012 καθώς επίσης και ως τεκμήρια 11-14, τις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες ετοιμαστήκαν από τους λογιστές των εναγόντων. Εξήγησε ότι για τις οικονομικές καταστάσεις οι ιδιοκτήτες ενημερώνονται στη γενική συνέλευση, ακολούθως ταχυδρομικώς ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή δια χειρός. Η δε εναγόμενη ενημερωνόταν τηλεφωνικώς ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Όπως διεφάνηκε από την αντεξέταση του μάρτυρα, αν και ο ίδιος του ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, εν τέλει ο ίδιος του δεν γνώριζε προσωπικά πως λαμβάνονταν οι αποφάσεις κατά τις γενικές συνελεύσεις, εφόσον όπως είπε δεν ήταν παρών, ούτε για πιο λόγο γινόταν γενική συνέλευση κάθε δυο χρόνια εφόσον όπως είπε δεν είχε στοιχεία. Γενικότερα σε ερωτήσεις που του τίθονταν εν σχέση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1,15 και 16 και αφορούσαν τη διαδικασία εκλογής της επιτροπής και τα όσα διαδραματίζονταν κατά τις γενικές συνελεύσεις, δεν γνώριζε να απαντήσει ούτε να σχολιάσει. Δεν ήταν επίσης σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες και στοιχεία τα οποία του ζητηθήκαν και αφορούσαν τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Παράδειγμα αποτελεί το ότι ζητήθηκε από το μάρτυρα να καταθέσει τους πίνακες και παραρτήματα του τεκμηρίου 1 τα οποία δεν είχε να καταθέσει και αφορούσαν τα αποτελέσματα της εκλογικής διαδικασίας. Δεν είχε επίσης να καταθέσει και παρουσιάσει τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης για το έτος 2007 και 2008, υποστηρίζοντας ότι κατά την άποψη του αυτά δεν σχετίζονται με την υπόθεση. Σαφώς και τα πρακτικά αυτά αφορούν την υπόθεση εφόσον σύμφωνα με το μάρτυρα και εν γένει την αξίωση των εναγόντων, μέρος της αξίωσης τους αφορά υπόλοιπο το οποίο προέκυψε και αφορούσαν τα έτη αυτά. Ο μάρτυρας δεν κατάφερε να εξηγήσει και τεκμηριώσει τη θέση του για το ύψος του οφειλόμενου ποσού από την εναγόμενη. Δεν είχε κανένα στοιχείο να παρουσιάσει αναφορικά με την επιβολή κοινοχρήστων και τι αυτά αφορούσαν για καμία χρονική περίοδο και για καμία κατάσταση λογαριασμού, όπως δεν είχε να παρουσιάσει τις αποδείξεις για τις πληρωμές που έγιναν από τους ενάγοντες για τις δαπάνες της κοινόκτητης οικοδομής ούτε στοιχεία που του ζητήθηκαν και αφορούν το ποσό το οποίο οφειλόταν από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια. Ακόμα και για τα ποσά που αφορούν το έτος 2011 για €543.20 και το 1ο τρίμηνο του 2012 για ποσό €112,63 (τεκμήρια 7 και 8), ενώ ερωτήθηκε να εξηγήσει τι αφορούν τα πιο πάνω ποσά και να παρουσιάσει στοιχεία όπως αποδείξεις και τιμολόγια, δεν μπόρεσε να παραθέσει οποιαδήποτε λεπτομέρεια από τι αποτελούνται τα ποσά αυτά και πως έχουν προκύψει. Διαπιστώνω επίσης ότι για καίρια και ουσιαστικά γεγονότα τα οποία παρέθεσε, δεν είχε προσωπική γνώση ούτε μπορούσε να τεκμηριώσει. Παράδειγμα αποτελεί η θέση του ότι στα τεκμήρια 2,3 και 4 που αφορούν τις καταστάσεις για έτη τα οποία η εναγόμενη δεν ήταν ιδιοκτήτρια, φαίνεται το όνομα της γιατί αυτή διέμενε στο διαμέρισμα από το
  4. Γνωρίζει κάτι τέτοιο όπως είπε από πληροφορίες που έλαβε και υπέθεσε ότι η ίδια πρέπει να έδωσε τα στοιχεία της ζητώντας να χρεώνονται στο όνομα της τα κοινόχρηστα. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι δεν έχει στοιχεία για το ότι η εναγόμενη διέμενε στο διαμέρισμα από το 2007 και όπως διεφάνηκε, όντως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο, εφόσον όπως είπε, ανέλαβε τα καθήκοντα του πριν 6 μήνες. Μετέωρη επίσης παρέμεινε η θέση του ότι η εναγόμενη ενημερωνόταν για τα υπόλοιπα του λογαριασμού τηλεφωνικώς ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Για το γεγονός αυτό, δεν ανέφερε ούτε από ποιον ενημερωνόταν η εναγόμενη ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε επιστολή η οποία στάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ως ισχυρίζεται. Ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει μια σαφή και συγκροτημένη εικόνα των πραγματικών οφειλών, τις οποίες αξιώνουν οι ενάγοντες. Για παράδειγμα, ενώ αναγνώρισε το τεκμήριο 17 λέγοντας ότι είναι απόδειξη για το ποσό των €323,56, η οποία εκδόθηκε από τους ενάγοντες εις το όνομα του Eric ΧΧΧΧ με ημερ. 2.3.10 για διευθέτηση του λογαριασμού του επίδικου διαμερίσματος, εις τα διάφορα τεκμήρια παρουσιάζεται η ακόλουθη εικόνα: ο λογαριασμός του διαμερίσματος την 2.3.10 ήταν εξοφλημένος σύμφωνα με το τεκμήριο 19 με υπόλοιπο €0,01σ. Τα τεκμήρια 5 και 18 αφορούν κατάσταση λογαριασμού για το ίδιο επίδικο διαμέρισμα μέχρι την 31.12.2009, το τεκμήριο 5 στο όνομα της εναγόμενης και το τεκμήριο 18 στο όνομα του πατέρα της Eric ΧΧΧΧ. Το δε τεκμήριο 18 φέρει το υπόλοιπο το οποίο εξοφλήθηκε με την απόδειξη τεκμήριο 17, ενώ το υπόλοιπο του τεκμηρίου 5 φέρει άλλο υπόλοιπο, ενώ αφορούσαν το ίδιο διαμέρισμα για την ίδια περίοδο. Γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του μάρτυρα ότι σημασία για ένα λογαριασμό έχει ο αριθμός του διαμερίσματος και όχι το όνομα που αναγράφεται σε αυτόν. Ενώ όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, στις 2.3.10 σύμφωνα με το τεκμήριο 19, το υπόλοιπο για το επίδικο διαμέρισμα είναι μόνο €0,01σ, ξαφνικά και χωρίς αυτό να εξηγηθεί από τον μάρτυρα, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 7 στις 30.12.10 μεταφέρεται υπόλοιπο €3.032.96 στο λογαριασμό της εναγόμενης, το οποίο δεν παρουσιαζόταν στα προηγούμενα τεκμήρια. Ο μάρτυρας προσπάθησε να εξηγήσει τα πιο πάνω, λέγοντας ότι εγκαταστάθηκε νέο λογισμικό και οι πελάτες θα έπρεπε να ενημερωθούν για τα υπόλοιπα τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν κρίνεται λογικό, εφόσον το υπόλοιπο αυτό δεν φαίνεται στις προηγούμενες καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 5,6, 18 και
  5. Οι καταστάσεις οι οποίες κατατέθηκαν παρουσιάζουν ανεξήγητη εικόνα και για ακόμα ένα λόγο. Ενώ το τεκμήριο 18, αφορά κατάσταση λογαριασμού για το 2009 για το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα Eric ΧΧΧΧ, φαίνεται ότι για την ίδια περίοδο τηρούνταν καταστάσεις και εις το όνομα της εναγόμενης όπως φαίνεται στο τεκμήριο
  6. Θέση του μάρτυρα προς τούτο αποτέλεσε ότι πιθανό να ζητήθηκε αλλαγή στο όνομα, επέμενε όμως ότι αφορούν το ίδιο διαμέρισμα. Καμία λογική εξήγηση δεν δόθηκε από τον μάρτυρα για ποιο λόγο, ακόμα και να ζητούσε η εναγόμενη να λειτουργεί λογαριασμός εις το όνομα της, να τηρούνται δυο λογαριασμοί από τους ενάγοντες για το ίδιο διαμέρισμα. Από τα πιο πάνω διαπιστώνω επίσης, την αδυναμία του μάρτυρα να συσχετίσει το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2-4 με τις υπόλοιπες καταστάσεις λογαριασμού κυρίως των τεκμηρίων 7 και 8, εφόσον επαναλαμβάνω εις τα τεκμήρια 5,6, 18 και 19 ουδέποτε παρουσιάστηκε το υπόλοιπο των €3.032,96σ, το οποίο ως υποστήριξε οφειλόταν από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια Olga ΧΧΧΧ. Για τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα τα οποία αφορούν το ιστορικό του υπολοίπου και τις καταστάσεις λογαριασμού, ο μάρτυρας για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, δεν κατέφερε ούτε στο ελάχιστο να παρουσιάσει συγκροτημένη και πειστική μαρτυρία, ούτε και ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες και εξηγήσεις για τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Και αυτό γιατί όπως ο ίδιος ανέφερε μόλις 6 - 8 μήνες προηγουμένως ανέλαβε καθήκοντα στους ενάγοντες αλλά και όπως επίσης διεφάνηκε, ουδεμία εμπλοκή ή σχέση είχε με την λήψη αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ούτε με την επιβολή των κοινοχρήστων ούτε όμως με την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών που κατέθεσε. Τα τεκμήρια 11-14, που αποτελούν τις οικονομικές καταστάσεις των εναγόντων όπως αυτές ετοιμαστήκαν από τους ελεγκτές, δεν μπορούν να διαφωτίσουν ή να υποστηρίξουν τη μαρτυρία του μάρτυρα. Ναι μεν στα τεκμήρια αυτά αναφέρονται ποσά εξόδων, αυτά όμως δεν έχουν συσχετιστεί με οποιοδήποτε ποσό αξιώνεται από την εναγόμενη ούτε αφορούν ολόκληρη την επίδικη περίοδο, ούτε όμως το περιεχόμενο τους έχει εξηγηθεί είτε από το μάρτυρα είτε από τα πρόσωπα τα οποία συνέταξαν τους λογαριασμούς αυτούς. Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν διαπίστωσα ο μάρτυρας να κατέθεσε με πρόθεση είτε να αποκρύψει γεγονότα ή την αλήθεια, παρά μόνο ανέφερε τα ελάχιστα που γνώριζε, όχι από προσωπική του γνώση αλλά ως αυτά προέκυπταν από δική του ερμηνεία των εγγράφων που είχε στην κατοχή του, εξού και δεν γνώριζε να απαντήσει στις πλείστες ερωτήσεις. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του μάρτυρα, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται ως προς την ιδιοκτησία του διαμερίσματος και την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει κοινόχρηστα έξοδα, η υπόλοιπη του μαρτυρία δεν κρίνεται πειστική και δεν την αποδέχομαι. Η εναγόμενη κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση στα αγγλικά με συνημμένη ένορκο δήλωση μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο Β. Όπως αναφέρει σ' αυτήν, στις 19.1.10 το διαμέρισμα με αρ. θύρας ΧΧΧΧ, ενεγράφηκε εις το όνομα της, αρνούμενη ότι πριν την πιο πάνω ημερομηνία διέμενε στο διαμέρισμα και ότι προσέγγισε τους ενάγοντες ζητώντας τους να εγγραφεί εις το όνομα της η κατάσταση κοινοχρήστων του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα, όπως είπε αγοράστηκε από την εταιρεία του πατέρα της στις 21.09.2007 και πριν μεταβιβαστεί στο όνομα της δεν οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συγκροτηθεί νόμιμα και τα ποσά τα οποία διεκδικούν είναι παράνομα, αδικαιολόγητα και αναληθή. Πρόθεση της δεν είναι, όπως λέει, να αποφύγει τις υποχρεώσεις της και καταβάλλει όλες τις πραγματικές και νόμιμες οφειλές που αφορούν τα κοινόχρηστα έξοδα. Όταν έλαβε ειδοποίηση για το οφειλόμενο ποσό των €3.032,96σ, διαμαρτυρήθηκε ζητώντας εξηγήσεις και στοιχεία. Τότε οι ενάγοντες της ανέφεραν ότι το ποσό οφειλόταν από προηγούμενη ιδιοκτήτρια την Olga ΧΧΧΧ και αφορούσε έτη πριν το
  7. Η εναγόμενη κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις ως άνω θέσεις της, χωρίς να διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στα λεγόμενα της. Επέμενε κυρίως εις το γεγονός ότι όταν η ίδια της ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια, δεν οφείλονταν κοινόχρηστα, θέση η οποία υποστηρίζεται όπως ανέφερα και πιο πάνω από το τεκμήριο 19, εις το οποίο ο λογαριασμός του διαμερίσματος φαίνεται με υπόλοιπο €0,01σεντ. Εάν υπήρχε υπόλοιπο είτε από την εταιρεία του πατέρα της είτε από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια, αναμενόμενο θα ήταν το υπόλοιπο αυτό να φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού προηγούμενων ετών, ενώ τέτοιο υπόλοιπο δεν φαίνεται στα τεκμήρια 5,6 και
  8. Το μόνο σημείο το οποίο δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία της εναγόμενης είναι η αμφισβήτηση της για τον τρόπο σύγκλισης των γενικών συνελεύσεων αλλά και τη νομιμότητα της επιτροπής των εναγόντων. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 7 η εναγόμενη προέβαινε σε πληρωμές έναντι των οφειλομένων κοινοχρήστων και αναγνωρίζει την υποχρέωση της να καταβάλλει στους ενάγοντες τα κοινόχρηστα έξοδα τα οποία της αναλογούν. Το γεγονός αυτό καταδυκνείει ότι η εναγόμενη αναγνώρισε τους ενάγοντες, όπως επίσης αναγνώρισε την επιβολή, κατά την ίδια των ορθών κοινόχρηστων εξόδων τα οποία πληρώνει και ανέρχονται όπως αναφέρει στη δήλωση της στο ποσό των €600.- περίπου ετησίως. Ουδέποτε επίσης όπως φαίνεται η ίδια της συμμετείχε στις γενικές συνελεύσεις για να θέσει ζήτημα της νομιμότητας της επιτροπής. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας της εναγόμενης, καταλήγω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της έχει συσχετιστεί με τα τεκμήρια ως εξήγησα πιο πάνω και εκτός του σημείου εις το οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Ενόψει της ως άνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση: Οι ενάγοντες είναι η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος με το όνομα ΧΧΧΧ, στη Λεμεσό Η εναγόμενη την 19.1.2010 εγγράφηκε ως ιδιοκτήτρια το διαμερίσματος με αρ. ΧΧΧΧ το οποίο αποτελεί μέρος της κοινόκτητης οικοδομής του ως άνω συγκροτήματος. Ο λογαριασμός κοινοχρήστων εξόδων για το ως άνω διαμέρισμα στις 2.3.10 έφερε υπόλοιπο €0,01σ, μετά από πληρωμή του ποσού των €323,56σ από τον πατέρα της εναγόμενης. Στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 7 εμφανίζεται για πρώτη φορά υπόλοιπο από μεταφορά, το ποσό των €3.032,96σ με ημερ. 30.12.
  9. Στο τεκμήριο 8, οι ενάγοντες χρέωσαν στο λογαριασμό της εναγόμενης ποσό €543,20 για τα κοινόχρηστα του 2011 και €112,63 για Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο. Για την χρέωση των πιο πάνω ποσών, δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία. Το βάρος απόδειξης της απαίτησης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων βαρύνει τους ενάγοντες. Η μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω δεν έγινε αποδεκτή. Οι ενάγοντες γενικότερα δεν παρουσίασαν τα αναγκαία στοιχεία που να αποδεικνύουν την οφειλή. Η απλή κατάθεση των καταστάσεων κοινοχρήστων και τα ποσά που επέβαλλαν στην εναγόμενη χωρίς να εξηγηθεί πως προέκυψαν τα διεκδικούμενα ποσά δεν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση τους. Αν και ο μάρτυρας των εναγόντων ανέφερε ότι όλα τα στοιχεία στέλνονταν στην εναγόμενη και πως ήταν στη διάθεση της, αν επιθυμούσε να τα επιθεωρήσει, εφόσον η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία, έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο για να αξιολογηθεί το βάσιμο και η ακρίβεια της απαίτησης των εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω, έγινε αποδεκτή η θέση της εναγόμενης ότι πριν καταστεί ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος δεν οφείλονταν κοινόχρηστα, γεγονός που επιμαρτυρείται από το τεκμήριο
  10. Τονίζω περαιτέρω ότι το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε στο λογαριασμό τεκμήριο 7, δεν συσχετίστηκε με το περιεχόμενο των υπόλοιπων τεκμηρίων. Όπως φαίνεται, στις επί μέρους καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 5 και 6 ουδέποτε εμφανίστηκε υπόλοιπο για το ποσό των €3.032,96σ, ενώ χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση από πλευράς εναγόντων, στο τεκμήριο 7 προκύπτει υπόλοιπο από μεταφορά το ποσό των €3.032,96σ. Πολύ έμφαση δόθηκε από πλευράς εναγόντων στα τεκμήρια 2,3 και 4, τα οποία όμως και πάλι δεν περιέχουν λεπτομέρειες για το πώς κατέληξαν οι ενάγοντες στο διεκδικούμενο ποσό, αντιθέτως τα τεκμήρια αυτά φαίνεται να αφορούν ονομαστικό κατάλογο του κάθε ιδιοκτήτη της οικοδομής και το εκάστοτε υπόλοιπο το οποίο αναλογεί στον καθένα. Ο λογαριασμός που θε έπρεπε να διατηρείται από τους ενάγοντες για το επίδικο διαμέρισμα έπρεπε να ήταν ένας, εφόσον σύμφωνα με τον μάρτυρα των εναγόντων, σημασία έχει ο αριθμός του διαμερίσματος που φέρει ο λογαριασμός. Πώς γίνεται τότε για το έτος 2009 (βλ. τεκμήρια 5 και 18) να τηρούνται δυο λογαριασμοί για το ίδιο διαμέρισμα, ένας εις το όνομα της εναγομένης και το άλλο εις το όνομα του πατέρα της. Επαναλαμβάνω ότι ακόμα και για τα ποσά που διεκδικούνται για περίοδο όπου αδιαμφησβήτητα η εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια, ως αυτά περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 7 και 8, καμία εξήγηση δόθηκε για το πώς προέκυψαν τα ποσά αυτά, ενώ τα ποσά αυτά αμφισβητηθήκαν ευθέως από την υπεράσπιση και ζητηθήκαν στοιχεία τα οποία οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω πως μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφει. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α,
(2006)1 Α.Α.Δ. 734). Οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις, καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής. Αυτό δεν έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Ως κατάληξη των όσων αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία που θα μπορούσε να αποδείξει στο αναμενόμενο επίπεδο το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού και κατ' επέκταση την απαίτηση τους. Θα πρέπει να σημειώσω ότι σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΗ
(2)του Κεφ. 224: «Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)κάθε συνεισφορά που επιβάλλεται όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)μπορεί να απαιτηθεί και πρέπει να καταβληθεί μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης και η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί με αγωγή να ανακτήσει τη συνεισφορά από τον κύριο της μονάδας κατά το χρόνο της λήψης της απόφασης και από τον κύριο της μονάδας κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, αφού και οι δύο ευθύνονται από κοινού και χωριστά.» Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η εναγόμενη ευθύνεται από κοινού με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος, στην καταβολή των κοινοχρήστων ως αυτά οφείλονταν κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για επιβολή των εκάστοτε κοινοχρήστων. Τέτοια νομοθετική υποχρέωση όμως δεν απαλλάσσει τους ενάγοντες από το καθήκον τους να αποδείξουν το αξιούμενο ποσό, παραθέτοντας στοιχεία και λεπτομέρειες για τις δαπάνες οι οποίες περιλαμβάνονται στο επιβληθέν ποσό κοινοχρήστων. Αυτό το στοιχείο οι ενάγοντες όχι μόνο απέτυχαν να αποδείξουν αλλά από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε καν ότι οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό πριν η εναγόμενη εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια. Συνεπώς, για τους λόγους τους οποίους παραθέτω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους. Η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ της εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ........................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.