← Κύπρος

LEONIDAS MELINIOTIS & COMPANY LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ.: 706/2013, 25/2/2019

LEONIDAS MELINIOTIS & COMPANY LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ.: 706/2013, 25/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 706/2013 Μεταξύ:

  1. LEONIDAS MELINIOTIS & COMPANY LTD
  2. ΧΧΧ ΜΕΛΙΝΙΩΤΗΣ
  3. ΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντες και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ------- Αίτηση ημερ. 24.1.2019 Ημερομηνία: 25.02.2019 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα αρ. 1 - αιτήτρια: κα Ασσιώτου για Κώστα Μελά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για την εναγομένη-καθ΄ ης η αίτηση: κα Πεκρή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα-αιτήτρια αρ. 1 επιζητεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην εναγομένη (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), να προχωρήσει στην εκποίηση ή και πλειστηριασμό ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧ/1988 ή και διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού, μέχρι την αποπεράτωση την εκδίκαση έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 28.12.
  4. Η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά στις εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο από την απόφαση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 ALL ER 448 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας κ. ΧΧΧ Μελινιώτη, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα. Η καθ' ης η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής που τέθηκαν με την πιο πάνω απόφαση. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Χωραΐτη, υπαλλήλου της τράπεζας. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει θέσει υπόψη του τα όσα αναφέρονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Στις 23.10.2018 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους της ενάγουσας αρ. 1 με την οποία επιζητούσε, μεταξύ άλλων, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση μεταξύ άλλων και της πιο πάνω υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αίτηση αρχικά καταχωρίστηκε μονομερώς πλην όμως το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια έδωσε οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Η τράπεζα έφερε ένσταση στην έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων και μετά από ακροαματική διαδικασία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 28.12.2018 με ενδιάμεση απόφαση απέρριψε την πιο πάνω αίτηση. Ακολούθως η αιτήτρια την 4.1.2019 καταχώρησε έφεση εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης. Στις 24.1.2019 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και αδελφή δικαστής διέταξε την επίδοση της. Ακολούθως εξαιρέθηκε και τέθηκε ενώπιον του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οποίος έκρινε ότι το κατάλληλο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εγερθεί το ζήτημα είναι το Δικαστήριο το οποίο απέρριψε το αίτημα για ενδιάμεσο διάταγμα και έτσι η παρούσα αίτηση τέθηκε την 20.2.2019 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται μεταξύ άλλων ότι τρία από τέσσερα ακίνητα, που αφορούσε η αίτηση ημερ. 23.10.2018, πωλήθηκαν με πλειστηριασμό την 15.1.2019 σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Για το άλλο ακίνητο που αφορά η παρούσα αίτηση, ο πλειστηριασμός είναι προγραμματισμένος στις 26.2.
  5. Επί τούτου η τράπεζα προβάλλει ότι η πώληση των πλείστων ακινήτων ακυρώθηκε, χωρίς να προσφέρει περισσότερες λεπτομέρειες. Η αιτήτρια δηλώνει ότι, όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους της, έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Επισημαίνει ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα το ακίνητο θα πωληθεί και η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και το συγκεκριμένο ακίνητο θα απωλεσθεί για πάντα αφού θα έχει μεταβιβαστεί στα χέρια τρίτου καλόπιστου τρίτου αγοραστή, χωρίς δυνατότητα επιστροφής του. Επίσης, προβάλλεται ότι αβέβαιη είναι και η δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης από μέρους της τράπεζας. Σε σχέση με το τελευταίο ο συνήγορος της αιτήτριας, στο στάδιο των αγορεύσεων, εισηγήθηκε ότι δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο. Η αιτήτρια επικαλείται την υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council ανωτέρω, ως αυθεντία που αποφασίζει όπου ένα Δικαστήριο που απορρίπτει αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το ίδιο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει προς όφελος του αποτυγχόντα αιτητή διάταγμα με τους ίδιους όρους ως η αρχική αίτηση εκκρεμούσης έφεσης εναντίον της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης, έτσι που η έφεση να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Δηλαδή εκείνος που απέτυχε στην διαδικασία με τη συμμετοχή του αντιδίκου του, να λάβει την ίδια ουσιαστική θεραπεία. Η δικαιοδοσία φαίνεται να υφίσταται. Η Κυπριακή Νομολογία προσεγγίζει την υπόθεση Erinford με επιφυλακτικότητα και επισημαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης. (βλ. Ocean Corporation Ltd v. Novorossijskrybprom Company Ltd (No.2)

(1996)1B AΑΔ 1154 και Aspis Libery Life Insurance Public Co. Ltd v. Λεονώρας άλλως γνωστή Νόρα Σιακατίδου,
(2011)1Γ Α.Α.Δ.1816 Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Aspis Libery Life Insurance Public Co. Ltd, ανωτέρω το μόνο θέμα που εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να επιληφθεί του θέματος το εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Όπως επισημάνθηκε στην πιο πάνω απόφαση με αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2005)1B 1 AAΔ.1534 για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνον να συλλάβει την λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των Αγγλικών Νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση. Στην Erinford είχε απορριφθεί στις 14.3.1974 αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με την παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο Δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν μέχρι τις 20.3.1974. Το ζήτημα μεταγενέστερα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act του
  1. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι επιπλέον ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τονίζεται ότι το ζήτημα το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπείας διατήρησης του status quo, έξι ημερών, μέχρις ότου θα μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπείας εκκρεμούσας της έφεσης. Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ανωτέρω, δίδεται η κατευθυντήρια γραμμή που πρέπει να ακολουθείται και επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28.12.2018 απέρριψε την αίτηση για τους λόγους που περιγράφονται στην ενδιάμεση απόφαση του. Κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο αναφέροντας τα ακόλουθα: ".
  2. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στη περίπτωση που πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα με την διαδικασία που επέλεξε η τράπεζα, η τιμή τους θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και όχι μόνο θα απωλέσουν την περιουσία τους αλλά θα επηρεαστεί και η δυνατότητα αποπληρωμής του ποσού που πραγματικά οφείλεται. Περαιτέρω δε προβάλλεται ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα τα οποία αμφισβητούνται. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν καθορίζεται η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων και περαιτέρω δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται στοιχεία που να δικαιολογούν τα πιο πάνω συμπεράσματα της αιτήτριας. Στην παρούσα, ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, η αιτήτρια θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των Εναγόντων και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω. 9. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας αρ.1-Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος.» Περαιτέρω προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε είκοσι επτά περίπου ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης και επιζητείται ουσιαστικά η έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην τράπεζα να προχωρήσει με την εκποίηση του ακινήτου αντικείμενο της υποθήκης Υ3310/1988 μέχρι την αποπεράτωση εκδίκασης της έφεσης. Δεν επιζητείται η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος για μερικές ημέρες όπως στην υπόθεση Erinford ανωτέρω, αλλά μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Άγνωστος παραμένει ο χρόνος αποπεράτωσης της. Περαιτέρω τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είχαν τεθεί ουσιαστικά και ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετάστηκαν. Επιπρόσθετα δεν έχει αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών συνεπειών από τη μη απόδοσης θεραπείας. Η προκείμενη περίπτωση δεν κατατάσσεται ως εξαιρετική, δεν είναι κατάλληλη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Δεν καταδεικνύονται ειδικοί λόγοι ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν άλλη προσέγγιση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) ......... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.