← Κύπρος

Stasenia Investments Ltd κ.α. ν. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2627/2018, 8/2/2019

Stasenia Investments Ltd κ.α. ν. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2627/2018, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2627/2018 Μεταξύ: 1. Stasenia Investments Ltd 2. . Ζαϊτσεβ 3. . Νικολαΐδη Εναγόντων v. 1. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού 2. . Έλληνα 3. . Κυριάκου 4. . Καραολή 5. . Σωκράτους 6. . Αρμεύτη 7. . Ελευθερίου 8. . Μιλτιάδους Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 26.11.18 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μαρία Ιωαννίδου Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση μονομερή Αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν όπως οι Εναγόμενοι (
  2. i)εισέρχονται και ή επεμβαίνουν και ή εκμεταλλεύονται για δικό τους όφελος τις εγκαταστάσεις του Σκοπευτηρίου Λεμεσού, (
  3. ii)εμποδίζουν τους Ενάγοντες από του να μετακινήσουν και ή παραλάβουν την κινητή τους περιουσία η οποία βρίσκεται εντός των εν λόγω εγκαταστάσεων και (iii) παραλάβουν, χρησιμοποιούν, επεμβαίνουν και ή αποξενώσουν την προαναφερόμενη κινητή περιουσία, μέχρι εκδίκασης της Αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση. Η Αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 3 - Αιτητή, διευθυντή της Ενάγουσας 1, και ακολούθησε η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ίδιο αυθημερόν, πριν την έκδοση των ως άνω προσωρινών διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Οι Αιτητές δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 2) Ειδικότερα, οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν τις επιστολές ημ. 8.11.18 και 24.11.18 παραπλανώντας το Δικαστήριο και συνεπώς τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν. 3) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή κακόπιστη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης αυτής. 4) Οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια. 5) Οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικοί και αόριστοι. 6) Ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. 7) Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. 8) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας. 9) Οι Ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, η πρώτη προερχόμενη από τον ΕΚ, Καθηγητή στην Ιδιωτική Σχολή Πασκάλ Λεμεσού και η δεύτερη από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση, Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού «ΣΚΟΛΕΜ». Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η δικηγόρος των Αιτητών αγόρευσε προφορικά και ο δικηγόρος των Καθ΄ ων κατέθεσε γραπτή αγόρευση και προέβη προφορικά σε κάποιες επιπρόσθετες επισημάνσεις. Ι. Νομότυπο της Ένορκης Δήλωσης της Αίτησης Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι το νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Ειδικότερα, αποτελεί λόγο ένστασης, ο οποίος επαναλαμβάνεται και στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, ότι ο Ενάγων 3 δεν αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα η ένορκη δήλωση δύναται να περιλαμβάνει γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην προσωπική γνώση του ομνύοντα ή δηλώσεις από πληροφορίες νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης του. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 3 αναφέρει στην παρ. 2 πως τα γεγονότα που εκτίθενται σε αυτή εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, εκτός όπου ορίζεται άλλη πηγή γνώσης. Ως εκ τούτου συνάγεται πως εκτός όπου ο Ενάγων 3 αποκαλύπτει άλλη πηγή πληροφόρησης, όπως π.χ. πληροφόρηση από τη δικηγόρο του (στις παρ. 41-43), τότε τα όσα αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση προέρχονται από τη δική του προσωπική γνώση. Είναι γεγονός πως στην παρ. 24 ο Ενάγων 3 αναφέρεται σε πληροφόρηση για καταγραφή των αντικειμένων που βρίσκονταν εντός του σκοπευτηρίου από τους Εναγόμενους, στην παρουσία του Κοινοτάρχη Αρμενοχωρίου, χωρίς όμως να αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Λόγω του ότι πρόκειται μόνο για μια τέτοια περίπτωση στο σύνολο της ένορκης δήλωσης, θεωρώ πως αυτή η παράλειψη αποκάλυψης δεν καθιστά αφ΄ εαυτή την εν λόγω παράγραφο μη αποδεκτή, ειδικότερα εφόσον αυτή η θέση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών με την προβολή αντίστοιχου ισχυρισμού στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 και την παρουσίαση της κατάστασης καταγραφής της κινητής περιουσίας η οποία υπήρχε στις 22.11.18 εντός του Σκοπευτηρίου, ως Τεκμήριο 24. ΙΙ. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αποτελεί λόγο ένστασης πως οι Αιτητές δεν προέβησαν σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, δίδοντας παραπλανητική εικόνα προς το Δικαστήριο, με ειδική αναφορά σε δύο επιστολές ημ. 8.11.18 και 24.11.18, οι οποίες δεν είχαν παρουσιαστεί. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε6/14, ημ. 27.2.
  2. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 3 επικαλέστηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων 1 και του Ενάγοντος 2, η οποία φέρει την υπογραφή του Ενάγοντος 2 και των Εναγομένων 1 ημ. 10.3.15 για τη διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού για δέκα έτη. Ο Ενάγων 3 επισυνάπτει αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας, Τεκμήριο 2. Το εν λόγω έγγραφο φέρει τίτλο «Προσυμφωνία για την διαχείριση του Σκοπευτηρίου Λεμεσού». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 3, οι Ενάγοντες κατέβαλαν αμέσως με την υπογραφή της συμφωνίας ολόκληρο το τίμημα και η συμφωνία τέθηκε σε άμεση ισχύ. Ο Ενάγων 3 ισχυρίστηκε πως στις 22.11.18 και περί τις 10.00π.μ., ενόσω η συμφωνία βρισκόταν εν ισχύι, οι Διαχειριστές του Σκοπευτηρίου έλαβαν πληροφορία ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Σκοπευτηρίου θα επέμβαιναν δια της βίας για να το καταλάβουν οι ίδιοι. Οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στην Αστυνομία, μάταια, με αποτέλεσμα στις 11.30π.μ. της ίδιας μέρας οι Εναγόμενοι απρόκλητα και αδικαιολόγητα εισέβαλαν στις εγκαταστάσεις, προκαλώντας τον φόβο σε παιδιά μαθητές του σχολείου Πασκάλ που βρίσκονταν εκεί για εκπαιδευτικούς σκοπούς, και κατέλαβαν και ανέλαβαν το κτίριο αλλάζοντας κλειδαριές, κατέχοντας και κρατώντας παράνομα την κινητή περιουσία των Εναγόντων. Ακολούθησαν καταγγελίες των Εναγόντων στην Αστυνομία μέσω επιστολών ημ. 23.11.18 της δικηγόρου τους, Τεκμήρια 4 και 5. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως το Τεκμήριο 2 αποτελεί μόνο προσυμφωνία και όχι συμφωνία και πως περί τα τέλη Μαρτίου του 2015 ο Ενάγων 2 προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς στους Εναγόμενους 2 και 4, πως ο ίδιος δεν μπορούσε να είναι μέρος της συμφωνίας και πως αυτή έπρεπε να γίνει με την Ενάγουσα 1 και προφορικά. Επίσης ο Ενάγων 2 έθεσε θέμα για τον όρο 9 του προσυμφώνου ο οποίος αφορούσε την ασφαλτόστρωση των δρόμων προς τα γήπεδα και πως αυτή θα κόστιζε υπερβολικά. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, στις 30.3.15 ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος 4, εκ μέρους της ΣΚΟΛΕΜ, με τον Εναγόμενο 1, και ο Ενάγων 2, εκ μέρους της Ενάγουσας 1, συνήψαν προφορική συμφωνία διαχείρισης του Σκοπευτηρίου, οι όροι της οποίας ήταν οι ίδιοι όπως με αυτή που υπεγράφη από τον Ενάγοντα 2 ημ. 10.3.15, πλην των ακολούθων όρων: (
  1. i)Η συμφωνία θα έληγε στις 31.8.18. (
  2. ii)Η Ενάγουσα 1 δεν θα κατασκεύαζε δρόμους. (iii) Η ανανέωση της συμφωνίας θα γινόταν μόνο με την κοινή συναίνεση και των δύο πλευρών. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως με τη συμφωνία, παραδόθηκε στον Ενάγοντα 2 ένα σετ αντικλείδια του Σκοπευτηρίου και πως η καταβολή των χρημάτων έγινε σε δύο δόσεις, η τελευταία στις 2.4.15, ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται σε διάφορα γεγονότα τα οποία μεσολάβησαν και ακολούθως επικαλείται άρνηση της Ενάγουσας 1 να ανανεώσει τη συμφωνία, οπότε και στις 16.11.18 επιδόθηκε μέσω ιδιώτη επιδότη, στον Ενάγοντα 2 για λογαριασμό της Ενάγουσας 1, επιστολή ημ. 8.11.18 της ΣΚΟΛΕΜ με την οποία την πληροφορούσε για την έλλειψη συνεργασίας ως προς την ανανέωση της συμφωνίας και για καμιά ενέργεια εκ μέρους της ως προς τούτο, και την καλούσε όπως εντός 48 ωρών παραδώσει τις εγκαταστάσεις του Σκοπευτηρίου και ενημερώσει για τα χρήματα που εισπράχθηκαν. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 19. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος 2, οι Ενάγοντες δεν απάντησαν ούτε και διαμαρτυρήθηκαν και στις 22.11.18 οι Εναγόμενοι μετέβησαν στον χώρο και εισήλθαν κανονικά και χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή παρεμπόδιση στο Σκοπευτήριο. Εκεί βρίσκονταν οι Ενάγοντες 2 και 3, οι οποίοι αρνήθηκαν να απομακρύνουν την κινητή τους περιουσία και να παραδώσουν τα κλειδιά του Σκοπευτηρίου, όπως τους είχε ζητηθεί από τους Εναγόμενους. Έτσι, κλήθηκε εταιρεία ιδιωτικής ασφαλείας για φρούρηση της πύλης του Σκοπευτηρίου μέχρι την καταγραφή της περιουσίας η οποία έγινε στην παρουσία του Κοινοτάρχη Αρμενοχωρίου. Λόγω της άρνησης παράδοσης των κλειδιών, αποφασίστηκε η αλλαγή των κλειδαριών για λόγους ασφαλείας. Μεταξύ 22 κα 24.11.18 και παρά τις επανειλημμένες προτροπές του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΛΕΜ προς τους Ενάγοντες για να παραλάβουν την περιουσία τους, αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν, παρά μόνο στις 23.11.18 ο Ενάγων 3 παρέλαβε τον σκύλο του. Στις 25.11.18 ιδιώτης επιδότης επέδωσε στον Ενάγοντα 2 και στην Ενάγουσα 1, μέσω της συζύγου του πρώτου και υπαλλήλου και υπεύθυνης παραλαβής εγγράφων της Ενάγουσας 1, επιστολές ημ. 24.11.18 με τις οποίες τους ενημέρωναν για την παράλειψη παραλαβής της κινητής περιουσίας τους και απαιτούσαν την άμεση απομάκρυνση αυτής από τις εγκαταστάσεις του Σκοπευτηρίου, απαιτώντας αποζημίωση για την ανάγκη παρουσίας ατόμων ασφαλείας για την προστασία της περιουσίας των Εναγόντων και για τη χρήση του χώρου για τη φύλαξη αυτής και επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 20 και 21. Οι ισχυρισμοί αυτοί του Εναγομένου 2 παρέμειναν αναντίλεκτοι εφόσον η πλευρά των Αιτητών δεν καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε και ζήτησε την αντεξέταση αυτού. Είναι σαφές από όσα αναφέρονται ανωτέρω, πως ενώ η πλευρά των Αιτητών παρουσίασε και επικαλέστηκε γραπτή συμφωνία διάρκειας δέκα ετών, την οποία βασικά οι Εναγόμενοι εντελώς ξαφνικά και χωρίς νόμιμη αιτία και δικαιολογία παρέβησαν με την «εισβολή» και «κατάληψη» του Σκοπευτηρίου, εντούτοις οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η συμφωνία ήταν προσύμφωνο και πως οι δύο πλευρές κατάρτισαν προφορική συμφωνία με κάπως διαφοροποιημένους όρους και με διάρκεια μέχρι 31.8.18. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται τερματισμό και λήξη της επίδικης συμφωνίας και αδυναμία συμφωνίας μεταξύ των μερών για ανανέωση αυτής, γεγονός το οποίο αποτυπώνεται στην επιστολή ημ. 8.11.18, Τεκμήριο 19. Θεωρώ πως όχι μόνο οι Αιτητές όφειλαν να θέσουν υπόψιν του Δικαστηρίου τη θέση της άλλης πλευράς περί λήξης της συμφωνίας, γεγονότα τα οποία ήταν σαφώς εις γνώση τους, αλλά κυρίως να αποκαλύψουν τόσο την επιστολή ημ. 8.11.18 όσο και τις επιστολές ημ. 24.11.18 , οι οποίες εκφράζουν τις θέσεις της άλλης πλευράς και οι οποίες έπρεπε να βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της μονομερούς Αίτησης. Οι εν λόγω επιστολές θέτουν την όλη εξέλιξη των γεγονότων σε εντελώς διαφορετική βάση από την εικόνα που παρουσίασε η πλευρά των Αιτητών, εφόσον με αυτές φαίνεται πρώτον η θέση των Εναγομένων ως προς τη διάρκεια της συμφωνίας, η επίκληση εκ μέρους τους νόμιμης εξουσίας να παραλάβουν τις εγκαταστάσεις τους και κυρίως η προειδοποίηση τους προς τους Ενάγοντες για την πρόθεση λήψης μέτρων για παραλαβή του χώρου τους και ο τρόπος ανταπόκρισης των Εναγόντων ως προς τούτο. Θεωρώ πως αυτά τα γεγονότα είναι πολύ ουσιαστικά και αφορούν ξεκάθαρα το καίριο και κύριο θέμα της υπόθεσης, ήτοι τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και τη νομιμότητα της συμπεριφοράς τους. Όπως αναφέρεται στη νομολογία, σε μονομερείς αιτήσες ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση μόνο να παρουσιάζει τη δική του εικόνα γεγονότων αλλά η υποχρέωση του επεκτείνεται και σε τυχόν θέσεις της άλλης πλευράς, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει όσο το δυνατόν μια ολοκληρωμένη και ακριβοδίκαιη εικόνα των γεγονότων και εκατέρωθεν θέσεων πριν αποφασίσει επί της μονομερούς αίτησης. Σαφώς, στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές απέτυχαν να συμμορφωθούν με αυτή την υποχρέωση τους. Με την παράθεση των πιο πάνω θέσεων και ισχυρισμών της κάθε πλευράς και με βάση τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί από την κάθε πλευρά, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ή σε ευρήματα επί γεγονότων, προκύπτει ξεκάθαρα το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς Αίτησης, με αποτέλεσμα μάλιστα να παρουσιάζεται μια διαφοροποιημένη εικόνα των γεγονότων από την πλευρά τους και η οποία ομολογουμένως έδωσε στο Δικαστήριο άλλη διάσταση των γεγονότων κατά την εξέταση της μονομερούς Αίτησης. Είναι πρόδηλο από όσα αναφέρονται πιο πάνω, ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση τους και έτσι να προσδώσουν την πλήρη και ακριβοδίκαιη εικόνα στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της μονομερούς Αίτησης τους. Με αυτό τον τρόπο θεωρώ πως οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο και αυτή η διαπίστωση οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της Αίτησης και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60που διέπει την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. ΙΙΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.