← Κύπρος

Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 13/2/2019

Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2928/2017 Μεταξύ: 1. . Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ 2. Κ.Χ. Περατικός Λτδ, δια του Παραλήπτη και Διαχειριστή της . Λοϊζίδη Εναγόντων v. 1. . Περατικού 2. . Περατικού Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων ημ. 29.11.18 για ακύρωση και ή παραμερισμό εντάλματος παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2 Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Βάκης με κ. Ν. Χ΄΄Γεωργίου για Pyrgou Vakis LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διατάγματα με τα οποία να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται το εκδοθέν ένταλμα παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2 υπ΄ αρ. 471/18 ημ. 10.9.18 και το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 6.9.18 με το οποίο δόθηκε άδεια για έκδοση του ως άνω εντάλματος για τους ακόλουθους λόγους: (
  2. i)Δεν υπάρχει δικαιοδοσία και ή εξουσία για έκδοση τέτοιων ενταλμάτων στη βάση ενδιάμεσης και όχι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. (
  3. ii)Στο προσβαλλόμενο ένταλμα και ή διάταγμα δεν αναγράφεται ο χρόνος συμμόρφωσης από την επίδοση, εντός του οποίου οι Αιτητές όφειλαν να συμμορφωθούν προς αυτό. (iii) Στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 5.9.18 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 6.9.18 δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα αναγκαία και ουσιώδη γεγονότα αλλά αντιθέτως υπήρξε εσκεμμένη απόκρυψη γεγονότων που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στις Δ.40 θ.7, 11, 16 και 17, Δ.41 θ.1-3, Δ.43Β θ.1-3 και Δ.48 θ.8

(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, η οποία με τον σύζυγο της, Εναγόμενο 1, είναι οι μοναδικοί διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας Κ.Χ. Περατικός Λτδ, Ενάγουσας
  1. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Ειδικότερα παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό δεν αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια της αίτησης ημ. 5.9.18, το ιστορικό και την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα Αίτηση και ισχυρίζεται πως η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει το τέλος όλων των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν στα Δικαστήρια μεταξύ των διαδίδων καθώς επίσης και το τέλος της Ενάγουσας
  2. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και ανεδαφική. 2) Τα θέματα στα οποία αφορά η Αίτηση είναι δεδικασμένα. 3) Η απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 6.9.18 δύναται να προσβληθεί μόνο με έφεση. 4) Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Το επίδικο ένταλμα ορθά, δικαιολογημένα και καθηκόντως εκδόθηκε. 6) Το διάταγμα ημ. 6.9.18 ορθά και δικαιολογημένα εκδόθηκε. 7) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι άσχετα και δεν υποστηρίζουν την Αίτηση. 8) Οι Αιτητές δεν ενήργησαν με καλή πίστη αλλά αντιθέτως με κακή πίστη και με αλλότρια κίνητρα, ήτοι την εξουδετέρωση των εξουσιών του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Ενάγουσας 2 και τη νομιμοποίηση δόλιων και παράνομων ενεργειών και ή παραλείψεων τους. 9) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση και εξουδετέρωση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημ. 11.3.17 και 6.9.
  3. 10) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι σε αντίθεση και συγκρούονται με τα διατάγματα ημ. 11.3.17 και 6.9.
  4. 11) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αντίθετη με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 4.4.18 και του Εφετείου ημ. 5.9.18 στην Έφεση Ε201/
  5. 12) Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής. 13) Οι Αιτητές δεν πρέπει να ακουστούν λόγω κατάχρησης διαδικασίας και ή της συνεχιζόμενης ηθελημένης παρακοής τους ως προς τα διατάγματα του Δικαστηρίου. 14) Οι Αιτητές έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο. 15) Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της Αίτησης. 16) Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 89, 300, 337-340 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στις Δ.35, Δ.43Α, Δ.43Β θ.1-4 και Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 32, 42 και 44 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στα άρθρα 9 και 14
(3)και
(4)του Κεφ. 6, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Η ένσταση βασίζεται στον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα σε προγενέστερες ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντος 1 οι οποίες είναι καταχωρημένες στον φάκελο καθώς επίσης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, στην οποία αυτός επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης καθώς επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 και προβάλλει τις δικές του θέσεις εις αντίκρουση αυτών των ισχυρισμών. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δικηγόροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Ιστορικό Υπόθεσης Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη παράθεση του ιστορικού που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών:
  1. Στις 16.10.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητούν δήλωση πως ο διορισμός του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή σχετικά με ολόκληρη την περιουσία της Ενάγουσας 2 είναι νόμιμος και διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάσσονται να παραδώσουν στον Ενάγοντα 1 όλη την επιχείρηση, τα περιουσιακά στοιχεία, λογιστικά και άλλα βιβλία και μητρώα της Ενάγουσας
  2. Την ίδια ημερομηνία οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε αυθημερόν μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στους Εναγόμενους να ιδιοποιούνται, εμπορεύονται, αποξενώσουν και επιβαρύνουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας 2, καθώς επίσης και να επεμβαίνουν ή αποκρύβουν οποιαδήποτε πληροφορία επί των λογιστικών και άλλων βιβλίων και μητρώων της Ενάγουσας
  3. Οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες για παράδοση στον Ενάγοντα 1 των υποστατικών και όλων των στοιχείων ενεργητικού, των βιβλίων και των αρχείων της Ενάγουσας 2 παρέμειναν για επίδοση.
  4. Πριν την ημερομηνία της επίδοσης, οι Ενάγοντες επανήλθαν με νέα μονομερή αίτηση ημ. 23.10.17 δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να επιτρέψουν στον Ενάγοντα 1 πρόσβαση σε όλα τα αρχεία και μητρώα της Ενάγουσας 2 και την είσοδο του σε οποιοδήποτε κατάστημα ή υποστατικό της εταιρείας για να λάβει αντίγραφα των αρχείων και μητρώων που αφορούν τις δραστηριότητες της.
  5. Μετά την επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και των δύο αιτήσεων, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν δύο ξεχωριστές ενστάσεις.
  6. Οι δύο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ημ. 13.11.17 με την οποία: «
  7. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στην αίτηση ημ. 16.10.2017, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.
  8. Εκδίδονται προσωρινά διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β & Ζ της αίτησης ημ. 16.10.2017, τα οποία καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.
  9. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στην αίτηση ημ. 23.10.2017, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.»
  10. Ακολούθησαν διάφορες άλλες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και της καταχώρισης τριών αιτήσεων παρακοής, μια εναντίον του Ενάγοντος 1 και δύο εναντίον των Εναγομένων. Οι δύο αιτήσεις παρακοής εναντίον των Εναγομένων εκδικάζονται.
  11. Στις 5.9.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν δύο μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας 2, ως περιγράφεται στο διάταγμα ημ. 13.11.17, και εντάλματος παράδοσης όλης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2, της επιχείρησης και όλων των στοιχείων του ενεργητικού της, αντίστοιχα.
  12. Στις 6.9.18 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) με δύο ξεχωριστές αποφάσεις του χορήγησε άδεια ως οι δύο αιτήσεις.
  13. Στις 10.9.18 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν δύο μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν την ακύρωση και ή τον παραμερισμό και ή την αναστολή των εκδοθέντων ενταλμάτων ημ. 6.9.18 ανάκτησης κατοχής της ακίνητης και παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας
  14. Το Δικαστήριο (υπό την παρούσα σύνθεση) εξέδωσε αυθημερόν μονομερώς προσωρινά διατάγματα αναστολής εκτέλεσης των ενταλμάτων μέχρι την εκδίκαση των αιτήσεων και διέταξε όπως το υπόλοιπο μέρος αυτών επιδοθεί στην άλλη πλευρά.
  15. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και στις δύο αιτήσεις.
  16. Ακολούθησε η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και στις δύο αιτήσεις και από τις δύο πλευρές.
  17. Σημειώνεται επίσης πως στις 16.10.18 ακολούθησε αίτηση των Εναγομένων για τροποποίηση και ακύρωση των προηγούμενων εκδοθέντων διαταγμάτων. Λόγω διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης απόφασης, το Δικαστήριο καθορίζοντας τη σειρά εκδίκασης των αιτήσεων, διέταξε όπως εκδικαστούν πρώτες οι αιτήσεις για ακύρωση των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής και παράδοσης, ακολούθως οι αιτήσεις παρακοής αναλόγως χρονικής σειράς καταχώρισης και εν τέλει η αίτηση για τροποποίηση και ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων.
  18. Κατόπιν ακρόασης των δύο αιτήσεων ημ. 10.9.18, το Δικαστήριο στις 27.11.18 με ξεχωριστή απόφαση για κάθε αίτηση απέρριψε τις αιτήσεις λόγω του ότι δεν στηρίζονταν στην ορθή νομική βάση.
  19. Στις 29.11.18 οι Αιτητές επανήλθαν με νέες μονομερείς και δια κλήσεως παρόμοιες αιτήσεις για ακύρωση και παραμερισμό των ενταλμάτων. Στις 30.11.18 οι Αιτητές καταχώρισαν νέα μονομερή και δια κλήσεως αίτηση αναφορικά με το ένταλμα ανάκτησης κατοχής της ακίνητης περιουσίας και απέσυραν τις αντίστοιχες ημ. 29.11.
  20. Στις 3.12.18 στα πλαίσια των μονομερών αιτήσεων, εμφανίστηκε και ο δικηγόρος των Εναγόντων και αφού το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές, εξέδωσε προσωρινά διατάγματα αναστολής των δύο ενταλμάτων μέχρι την εκδίκαση των δια κλήσεως αιτήσεων και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  21. Κατόπιν κοινού αιτήματος και των δύο πλευρών για την εκδίκαση απ΄ ευθείας των δια κλήσεως αιτήσεων, και όχι των μονομερών, την ίδια μέρα το Δικαστήριο επιλήφθηκε και των δια κλήσεως αιτήσεων και αφού καταχωρίστηκαν ενστάσεις προχώρησε στην εκδίκαση αυτών.
  22. Οι αιτήσεις για ακύρωση και ή παραμερισμό των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής και παράδοσης ορίστηκαν για ακρόαση την ίδια δικάσιμο και στα πλαίσια της ακρόασης οι δικηγόροι προέβησαν σε κοινή αγόρευση αναφορικά και με τις δύο αιτήσεις, παρόλο που αυτές εκδικάστηκαν ξεχωριστά και εκδίδονται δύο ξεχωριστές αποφάσεις από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται πως η παρούσα απόφαση αφορά το ένταλμα παράδοσης κινητής περιουσίας. ΙΙ. Δεδικασμένο Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτιστο ζήτημα το οποίο χρήζει ενασχόλησης αφορά τον λόγο ένστασης πως η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να ακουστεί λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εμφανές πως και οι δύο αιτήσεις, ήτοι η προηγούμενη αίτηση και η παρούσα, αφορούν στο ίδιο θέμα και αιτητικό και υπάρχει ταυτοσημία διαδίκων. Αναφορικά με το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2) (ανωτέρω). Σε αυτή αναφέρθηκε ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Διαφωτιστική ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239 και Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897. Όπως έχει ήδη διαφανεί μέσα από την παράθεση του ιστορικού, πράγματι της παρούσας προηγήθηκε παρόμοια αίτηση, ήτοι αίτηση με τα ίδια αιτητικά, η οποία εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως φαίνεται στην εν λόγω απόφαση, η αίτηση απορρίφθηκε λόγω της απουσίας της ορθής νομικής βάσης, και συγκεκριμένα της Δ.48 θ.8
(4), η οποία στερούσε από το Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης, με συνέπεια το Δικαστήριο να μην εξετάσει οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονταν τότε και ειδικότερα την ουσία εκείνης της αίτησης. Σημειώνεται πως, ανεξαρτήτως του ότι το εν λόγω ιστορικό φαίνεται στον φάκελο της υπόθεσης, αυτό αποκαλύφθηκε και από την Εναγομένη 2 στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό πως δεν υπάρχει δεδικασμένο λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε την προγενέστερη αίτηση επί της ουσίας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, και από τη στιγμή που στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ουσία αυτής, θεωρώ πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου ούτως ώστε το Δικαστήριο να κωλύεται να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση. ΙΙΙ. Εξουσία έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων Αποτελεί λόγο ένστασης πως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, καθότι δεν μπορεί να ενεργεί ως Εφετείο των δικών του αποφάσεων, και πως τα εκδόθεντα διατάγματα των οποίων επιδιώκεται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός μπορούν να προσβληθούν μόνο μέσω διαδικασίας έφεσης. Με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης δυνάμει της Δ.43Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Η εξουσία αυτή επεκτείνεται και όσον αφορά εντάλματα παράδοσης κινητής περιουσίας τα οποία εκδίδονται μονομερώς, όπως έχει ρητώς αναγνωριστεί στην υπόθεση K.E.M. Ltd v. Geo. Pavlides & Araouzos Ltd
(1979)1 C.L.R. 269. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω καθίσταται σαφές πως η Δ.48 θ.8
(4)παρέχει την εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει και παραμερίσει το ένταλμα παράδοσης κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε κατόπιν σχετικής άδειας μονομερώς στα πλαίσια της αίτησης ημ. 5.9.18. Τέτοια εξουσία παρέχεται στα πλαίσια δια κλήσεως Αίτησης, όπως ακριβώς έπραξαν με την καταχώριση της παρούσας οι Αιτητές επικαλούμενοι την εν λόγω δικονομική πρόνοια. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως η υπό κρίση Αίτηση είναι το ορθό δικονομικό διάβημα και η Δ.48 θ.8
(4)η ορθή νομική δικονομική βάση η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτή (την Αίτηση). IV. Μη εξέταση της Αίτησης Λόγω Ισχυριζόμενης Παρακοής Ένας από τους λόγους ένστασης ο οποίος υιοθετείται και στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, είναι ότι οι Αιτητές ηθελημένα βρίσκονται σε παρακοή με τα διατάγματα του Δικαστηρίου και επομένως δεν θα πρέπει να ακουστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται πως οι Αιτητές, κατά παράβαση των διαταγμάτων, εξακολουθούν να κατέχουν κινητή περιουσία της Ενάγουσας 2, ήτοι εμπορεύματα τα οποία πωλούν έναντι της έκδοσης τιμολογίων της εταιρείας. Επισυνάπτει έξι τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων ημ. 2.8.18 και 28-31.8.18 συνολικής αξίας €16.40, Τεκμήριο Α, και προσθέτει πως αφενός σύμφωνα με προηγούμενες ένορκες δηλώσεις της Εναγομένης 2 οι πωλήσεις της εταιρείας ανέρχονται σε €2εκ. ετησίως και αφετέρου οι Εναγόμενοι εισπράττουν και οικειοποιούνται οποιαδήποτε ποσά λαμβάνουν από τις πωλήσεις. Η Εναγομένη 2, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται σε διάφορες ενέργειες εκ μέρους του Ενάγοντος 1 ισχυριζόμενη πως αυτές συνιστούν παρακοή του διατάγματος αναστολής των διαταγμάτων ημ. 13.11.17, στα πλαίσια της τότε εκκρεμούσης έφεσης εναντίον των εν λόγω διαταγμάτων, και περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Γεγονός παραμένει πως και οι δύο πλευρές έχουν καταχωρίσει αιτήσεις παρακοής εκατέρωθεν και, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι αιτήσεις εναντίον των Εναγομένων βρίσκονται στο στάδιο εκδίκασης. Η απόφαση στην υπόθεση Νέου v. Παναγιώτου
(2008)2 Α.Α.Δ. 675 συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Στην Κύπρο έχουν υιοθετηθεί οι αγγλικές αρχές του κοινοδικαίου, ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να ακουστεί εφόσον δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες ενός διατάγματος που έχει εκδοθεί μέσα στα πλαίσια μιας εκκρεμούσας διαδικασίας στην οποία είναι διάδικος. (Βλ. Mavrommatis α.ο. v. Cyprus Hotels Co. Ltd.
(1967)1 CLR 266, Θρασυβούλου v. Λοίζου Λουκά και Υιοί Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 687). Η προσέγγιση του κοινοδικαίου ότι ο κανόνας δεν είναι απόλυτος και ότι η εφαρμογή του επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο. (Βλ. Mouzouris α.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CRL 287).» Η αρχή που ξεπροβάλλει μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού διαδίκου που βρίσκεται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος να ακουστεί από το Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να τον ακούσει αν η παρακοή του παρακωλύει το έργο του Δικαστηρίου για την απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..οι αρχές και η σχετική νομολογία ως προς την απεμπόληση του δικαιώματος διαδίκου να τύχει ακρόασης από το Δικαστήριο λόγω παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου, εξετάστηκαν στην πρόσφατη υπόθεση, Αίτηση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estates Ltd. & Others
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 499. Επεξηγείται ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 A.A.Δ. 287, Hadkinson v. Hadkinson [1952] P. 285 και J. (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι το Δικαστήριο έχει αποφασίσει την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης ενόσω ακόμα εκδικάζονται οι αιτήσεις παρακοής εναντίον των Αιτητών ενώ εκκρεμεί και η αίτηση παρακοής εναντίον του Ενάγοντος
  1. Λαμβανομένου υπόψιν ότι οι αιτήσεις παρακοής εναντίον των Αιτητών εκδικάζονται εφόσον αυτοί καταχώρισαν ενστάσεις αμφισβητώντας πως βρίσκονται σε παρακοή, θεωρώ μη ορθό να υπεισέλθω στα πλαίσια της παρούσας στην ουσία των αιτήσεων παρακοής. Με βάση τις πιο πάνω περιστάσεις, θεωρώ πως οι Αιτητές δεν έχουν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που να τους στερεί το δικαίωμα να ακουστούν στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. V. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο Ενάγων 1 αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία θεωρεί πως οι Αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν ως ουσιώδη στα πλαίσια της Αίτησης τους. Αυτά βασικά αφορούν στην ισχυριζόμενη κακή οικονομική κατάσταση και αφερεγγυότητα της Ενάγουσας 2, στην αίτηση εκκαθάρισης που εκκρεμεί εναντίον της εταιρείας, στη μη συμμόρφωση των Αιτητών με τα διατάγματα του Δικαστηρίου, στην ισχυριζόμενη δια βίας είσοδο τους στο κατάστημα της εταιρείας και κατοχή αυτού παράνομα και στη μη αποκάλυψη όλων των όρων των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης δυνάμει των οποίων διορίστηκε ως Διαχειριστής Παραλήπτης ο Ενάγων
  2. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερώς διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών (βλ. πρακτικό ημ. 3.12.18), η Αίτηση η οποία εκδικάζεται είναι η δια κλήσεως Αίτηση, επομένως αυτή η αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον στα πλαίσια της παρούσας η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση είχε τη δυνατότητα να καταχωρίσει ένσταση και θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα τα οποία επιθυμούσε και θεωρούσε ουσιώδη επομένως το Δικαστήριο εκδικάζει την Αίτηση έχοντας όλα τα δεδομένα και τις θέσεις και των δύο πλευρών ενώπιον του. Άλλωστε, και στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων - Καθ΄ ων αυτή η εισήγηση γίνεται με αναφορά σε μονομερείς αιτήσεις, επομένως αυτός ο λόγος ένστασης και ο αντίστοιχος ισχυρισμός των Καθ΄ ων δεν κρίνεται βάσιμος. VI. Καθυστέρηση στην Καταχώριση της Αίτησης Είναι γεγονός πως η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε 2 ½ μήνες μετά την έκδοση του εντάλματος παράδοσης. Όμως η πλευρά των Εναγόντων παραγνωρίζει πως οι Αιτητές ενήργησαν άμεσα μετά την έκδοση αυτού, με την καταχώριση της προγενέστερης αίτησης στις 10.9.18 η οποία εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 27.11.
  2. Δύο μέρες μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, ήτοι στις 29.11.18, οι Αιτητές επανήλθαν με την υπό κρίση Αίτηση και όπως έχει προαναφερθεί δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου. Η πιο πάνω συμπεριφορά ουδόλως καταδεικνύει πως οι Αιτητές επέδειξαν καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων όσον αφορά την ακύρωση και τον παραμερισμό του εντάλματος. Ενόψει της φύσης της προγενέστερης απόφασης ημ. 27.11.18 η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο, θεωρώ πως δεν παρατηρείται οποιαδήποτε και δη αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας, η οποία να αποτελεί από μόνη της λόγο για απόρριψη της Αίτησης. VIΙ. Ορθότητα Έκδοσης Εντάλματος Παράδοσης Κινητής Περιουσίας Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να δώσει άδεια για την έκδοση του επίδικου εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας καθότι τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο αναφορικά με τελικές αποφάσεις και όχι με ενδιάμεσα διατάγματα. Οι Καθ΄ ων προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, ήτοι πως υπάρχει τέτοια εξουσία και αναφορικά με τα διατάγματα ημ. 13.11.17 τα οποία είχαν οριστικοποιηθεί. Όπως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο το Δικαστήριο χορήγησε άδεια για την έκδοση του εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 5.9.18 η οποία βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στη Δ.43Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πρακτικό του Δικαστηρίου αναφέρει τα εξής: «Το διάταγμα, ανεξάρτητα του ενδιάμεσου χαρακτήρα του, είναι ισχυρό και προς εκτέλεση. Μπορεί να εφαρμοστεί με ένταλμα παραδόσεως (writ of delivery) που μπορεί με άδεια του Δικαστηρίου να εκδοθεί (Δ.43 B
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τηρούνται οι σχετικές νομικές προϋποθέσεις και ως εκ τούτου δίδεται άδεια για την έκδοση εντάλματος παράδοσης αμέσως στον Ενάγοντα-Αιτητή αρ. 1 όλης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας αρ. 2, της επιχείρησης και όλων των στοιχείων του ενεργητικού της ...» Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το ένταλμα παράδοσης εκδόθηκε στη βάση της Δ.43Β η οποία προνοεί τα εξής: «
  1. Where it is sought to enforce a judgment or order for the recovery or delivery of any movable property by writ of delivery, the Court or a Judge may, upon the ex parte application of the plaintiff, order that execution shall issue for the delivery of the property, without giving the defendant the option of retaining the property upon paying its assessed value, if any, and that if the property cannot be found, and unless the Court or a Judge shall otherwise order, the deputy sheriff shall distrain all the movable and immovable property of the defendant till the defendant deliver the property; or, at the option of the plaintiff, that the deputy sheriff cause to be levied, by seizure and sale of the defendant's movable property, the assessed value, if any, of the property which cannot be found. The application for the writ of delivery shall be accompanied by a copy of the judgment or order sought to be enforced.
  2. A writ of delivery shall be in Form 39E; and when a writ of delivery is issued, the plaintiff shall, either by the same or a separate writ of execution, be entitled to levy, by seizure and sale of the defendant's movable property, the damages and costs awarded, and interest.» Είναι γεγονός πως στην ίδια τη Διαταγή δεν καθορίζεται το είδος και η φύση των αποφάσεων και ή διαταγών του Δικαστηρίου στις οποίες αφορά και εφαρμόζεται. Κατ΄ αρχάς είναι σημαντικό να λεχθεί πως στην πολύ περιορισμένη Κυπριακή νομολογία επί της Δ.43Β δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε απόφαση στην οποία η εν λόγω Διαταγή να έχει εφαρμοστεί σε ενδιάμεσα διατάγματα, έστω και αν ακόμα αυτά έχουν καταστεί οριστικά και απόλυτα. Η μοναδική σχετική υπόθεση είναι η Κ.Ε.Μ. Ltd v. Geo. Pavlides & Araouzos Ltd (ανωτέρω) η οποία αφορούσε σε ένταλμα το οποίο εκδόθηκε κατόπιν τελικής απόφασης, και μάλιστα εκ συμφώνου, επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Η ίδια διαπίστωση προκύπτει και μέσα από την ανάλυση της Δ.43Β στα συγγράμματα Κυπριακή Πολιτική Δικονομία, Νικόλαου Δ. Κουλούρη, σελ. 313-314 και Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας), Σωτήρη Αθ. Λιασίδη, σελ. 1539-
  3. Ο δικηγόρος των Αιτητών παρέπεμψε στην Αγγλική υπόθεση Manchester Corporation v. Connolly and Others
(1970)1 Ch. 420, η οποία αφορούσε ένταλμα ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας. Σε εκείνη την υπόθεση οι Εναγόμενοι, αριθμός ατόμων που διαβιούσαν σε καραβάνια, είχαν αυτά σε ένα άδειο τεμάχιο ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Λίγες βδομάδες αργότερα οι Ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να τοποθετούν και διατηρούν τα καραβάνια τους επί της περιουσίας τους καθώς επίσης και ένταλμα ανάκτησης κατοχής της γης τους. Ταυτόχρονα αιτήθηκαν την έκδοση αντίστοιχων προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης και έδωσε άδεια για την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής εντός επτά ημερών. Το Εφετείο αποφάσισε πως δεν υπήρχε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης των Εναγομένων κατά τη δίκη και επομένως ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα, πλην όμως αποφάσισε πως δεν υπήρχε εξουσία στο Δικαστήριο να δώσει άδεια και να εκδοθεί το ένταλμα ανάκτησης κατοχής εκτός όσον αφορά σε τελικές αποφάσεις. Μια προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω απόφασης καταδεικνύει πως το Εφετείο αναγνώρισε μεν πως υπάρχει εξουσία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης, επιζητώντας την τελική θεραπεία, μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει υπεράσπιση και μάλιστα βάσει συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας που παρείχε εξουσία έκδοσης τέτοιου εντάλματος, ενώ δεν παρέχεται τέτοια εξουσία από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση τέτοιου εντάλματος ως ενδιάμεση θεραπεία παρά μόνο ως μέρος τελικής απόφασης σε αγωγή. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «. we have had an opportunity of seeing the transcript of Stamp J.'s unreported judgment in the case in which he granted an interlocutory order for possession. It appears that he founded himself upon a decision of the Court of Appeal in Heywood v. B.D.C. Properties Ltd. [1963] 1 W.L.R. 975. In that case the interlocutory relief granted was an order vacating the registration of a land charge. The jurisdiction of the court to make such an order is conferred by section 10
(8)of the Land Charges Act, 1925, which is in the following terms: "The registration of a land charge may be vacated pursuant to an order of the court or a judge thereof." There is nothing in the Act about procedure other than the words which I have read, and the R.S.C. then in force clearly contemplated that such an order might be made upon an interlocutory application in an action. The question argued in the appeal in Heywood's case [1963] 1 W.L.R. 975 was whether it was permissible to grant interlocutory relief which gave substantially the whole of the relief claimed in the action. It was held that in a case where it was plain that there was no defence, it was permissible so to do. In so far as the argument in the present case is based on the ground that the injunction gives substantially the whole of the relief claimed in the action, that case is an answer to that contention. But it does not deal with the problem with which we are concerned here, which is whether there is any power to make an order for possession and give leave to issue a writ of possession as an interlocutory remedy and not merely as part of the final judgment. For the reasons I have already indicated, any such power, if it exists, must, in my view, be found either in the Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act of 1925, or in the rules made thereunder, or in the previous practice of the court. So far as the Act is concerned, the only relevant section is section 45, of which the relevant part is subsection
(1)which reads: "The High Court may grant a mandamus or an injunction or appoint a receiver by an interlocutory order in all cases in which it appears to the court to be just or convenient to do so." This is not exhaustive of the powers of the court to grant interlocutory remedies. One must look to the rules to see whether there is any further power to be found in the rules which would enable the court to make an order for possession and give leave to issue a writ of possession on an interlocutory motion and before final judgment. Mr. Simpson has been unable to point to any rule which confers such a power. The relevant rule appears to be Ord. 29 which deals with the various forms of interlocutory remedies. I need not deal with them in detail; they are familiar interlocutory remedies and suffice it to say nothing whatever about an order for possession or leave to issue a writ of possession appears. The writ of possession is itself dealt with in Ord. 45, r. 3, but there again there is nothing in that rule which suggests that this could be granted as an interlocutory remedy rather than as a final judgment in the action. Finally, one must look to see if there is anything in the previous practice of the court either of common law or chancery which would enable such an order to be made and such a writ to issue before and otherwise than as a result of final judgment in an action. The writ of possession was originally a common law writ (though it is now regulated, as I say, by Ord. 45, r. 3) under which it was ordered that the plaintiff recover possession of the land. Like other common law remedies it did not act in person am against the defendant. It authorised the executive power as represented by the sheriff to do certain things, perform certain acts, in this particular case to evict from land persons who are there and to deliver possession of the land to the plaintiff. Chancery, however, acted in person am and the form of order in such a case would be that the defendant deliver possession of the land to the plaintiff. Mr. Simpson has been unable to point to any authority for the proposition that the common law writ could be issued except as the result of a final judgment. It is the current form of writ of possession requiring the sheriff to hand over possession to the plaintiffs and to evict any persons who may be there, leave to issue which has been granted by the Vice-Chancellor in this case. In my view, it is not, as the rules stand at present, within the power of a court to grant such an order upon an interlocutory application. I can see a great deal of common sense in allowing it to be done in such a case as this, but unless and until the rules are altered to provide for it, there is, in my view, no power to make such an order except in a final judgment; though no doubt a final judgment by the summary procedure under Ord.
  1. . It follows, therefore, that although the appeal must be dismissed so far as the injunction is concerned, there was in my view no power to make a further order for possession and that part of the Vice-Chancellor's judgment cannot stand.» (Η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων προέβαλε τη θέση πως η εν λόγω απόφαση υποστηρίζει τη μη ύπαρξη εξουσίας έκδοσης τέτοιου εντάλματος λόγω του ότι οι Θεσμοί δεν παρείχαν εξουσία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής σε ενδιάμεσες διαδικασίες, εν αντιθέσει με την υπό κρίση περίπτωση όπου τέτοια εξουσία παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/
  2. Θεωρώ πως αυτή η θέση δεν βρίσκει έρεισμα στο σκεπτικό και την ουσία της απόφασης. Εκείνο το οποίο λέχθηκε ήταν πως το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925 παρείχε εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, χωρίς να αναφέρεται εκεί η εξουσία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας και επομένως τέτοια εξουσία έπρεπε να αναζητηθεί στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Εφετείο αναγνώρισε πως πράγματι η εξουσία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής περιουσίας προνοείτο στους Θεσμούς, και συγκεκριμένα στην O.45 r.3, η οποία όμως ουδόλως αναφέρετο στη δυνατότητα έκδοσης τέτοιου εντάλματος στα πλαίσια ενδιάμεσης θεραπείας αλλά ως τελική απόφαση σε αγωγή. Στην Κύπρο, στην αντίστοιχη Δ.43Α η οποία παρέχει εξουσία έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας και στη Δ.43Β η οποία παρέχει εξουσία έκδοσης εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη δυνατότητα έκδοσης αυτού ως ενδιάμεση θεραπεία, όπως παρατηρήθηκε και από το Εφετείο αναφορικά με την O.45 r.
  3. Είναι γεγονός πως ο Ν.14/60, στο άρθρο 32, διέπει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όμως προνοεί επίσης, στο άρθρο 42 τη διαδικασία εξαναγκασμού σε συμμόρφωση με τέτοια διατάγματα και μάλιστα με δραστικά μέτρα, όπως φυλάκιση μέχρι τη συμμόρφωση, εξουσία η οποία αναγνωρίζεται στο άρθρο 11.2(β) του Συντάγματος ότι δύναται να παρέχεται δια νόμου. Αντίστοιχη εξουσία παρέχεται και στον θ.7 της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αφορά σε οποιοδήποτε διάταγμα εκδοθέν από το Δικαστήριο με το οποίο διατάσσεται ή απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη. Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, τονίστηκε πως το άρθρο 42 του Ν.14/60, ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων και πως προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42Α
(1)των Θεσμών. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων είναι οι υποθέσεις Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1145 και Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1 Α.Α.Δ. 293. Όπως δε έχει επανειλημμένως λεχθεί, η αίτηση για παρακοή προσλαμβάνει τον χαρακτήρα οιονεί ποινικής κατηγορίας και η απόδειξη της υπόκειται στους αυστηρούς κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Wendling κ.ά. v. Eleri Trading Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 22/10, ημ. 20.5.14, Πέτσα v. Πιερίδη
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716 και Μιχαηλίδης v. Poliakova (Αρ. 2)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1007. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι σαφές πως η Δ.43Β δεν αναφέρεται στην έκδοση εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας ως ενδιάμεσης θεραπείας αλλά κατόπιν τελικής απόφασης. Η διαπίστωση πως η έκδοση τέτοιων ενταλμάτων είναι δυνατή μόνο σε τελικές αποφάσεις προκύπτει επίσης και από την παραπομπή στην παλαιά Αγγλική Ο.42 r.6, η οποία αναφέρεται στους τρόπους εκτέλεσης μιας απόφασης αναφορικά με κινητή περιουσία, ένας εκ των οποίων είναι και το ένταλμα παράδοσης κινητής περιουσίας (writ of delivery) το οποίο προβλέπεται με πανομοιότυπο τρόπο τόσο στους Αγγλικούς (Ο.48 r.1) όσο και στους δικούς μας Θεσμούς (Δ.43B). Στο The Annual Practice 1958, σελ. 1003, αναφέρεται ρητώς πως ένταλμα για παράδοση κινητής περιουσίας εκδίδεται μόνο σε τελική απόφαση. Το τι συνιστά τελική απόφαση έχει αναλυθεί στην Αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner (ανωτέρω), στην οποία αφού αναφέρονται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, όπως εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο ερμηνεύει την έννοια της τελικής απόφασης (final judgment) ως εξής: «Finality for this purpose means that the decision: (
  1. a)is one which does not ex facie, as in the case of an order for an account or enquiry, leave something to be judicially determined or ascertained before the decision can become effective or enforceable; and (
  2. b)is not subject to subsequent discharge, rescission, modification or any other form of revision by the Court or tribunal making the decision. . No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner.» Στην υπόθεση Ord v. Ord
(1923)2 K.B.432, το Δικαστήριο είπε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «The effect of a judgment is thus stated by Sir J. Fitzjames Stephen in his Digest of the Law of Evidence, 10th ed., p.53: "Every judgment is conclusive proof as against parties and privies of facts directly in issue in the case, actually decided by the Court, and appearing from the judgment itself to be the ground on which it was based. . The facts actually decided by an issue in any suit cannot be again litigated between the same parties, and are conclusive evidence between them; so are the material facts alleged by one party which are directly admitted by the opposite party, or indirectly admitted by taking a traverse on some other facts, if the traverse is found against the party making it.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 3η έκδοση, τόμος 22, σελ. 744, παρ. 1607-1608, μια απόφαση δύναται να είναι τελική ακόμα και στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης, όπως π.χ. σε αίτηση για συνοπτική απόφαση ή συμπληρωματική αίτηση σε τελικό διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα. Σαφώς τέτοιες αιτήσεις διαφέρουν από τις αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ουδόλως καθορίζουν τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων, κριτήριο το οποίο είναι και το καθοριστικό για τη φύση της απόφασης. Ειδικότερα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «In general a judgement or order which determines the principal matter in question is termed 'final'. A final judgment has been defined as 'a judgement obtained in an action by which a previously existing liability of the defendant to the plaintiff is ascertained or established' or as a judgement obtained in an action by which the question whether there was a pre-existing right of the plaintiff against the defendant is finally determined in favour of either of the plaintiff or of the defendant. . An order which does not deal with the final rights of the parties, but either
(1)is made before judgement, and gives no final decision on the matters in dispute, but is merely on a matter of procedure . is termed 'interlocutory'.» Η οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 13.11.17 μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής δεν καθορίζει με τελεσίδικο τρόπο τα δικαιώματα των διαδίκων επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας 2 με την ανωτέρω έννοια, παρά μόνο καθορίζει και διασφαλίζει μεν το ποιος θα κατέχει αυτή μέχρι την ολοκλήρωση της Αγωγής αλλά χωρίς απόφανση κατά πόσο ο Ενάγων 1 έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί αυτής, κάτι το οποίο άλλωστε αποτελεί και μέρος της αιτούμενης τελικής θεραπείας. Με άλλα λόγια, τα διατάγματα απλώς δίδουν το δικαίωμα στον Ενάγοντα 1 να κατέχει την εν λόγω περιουσία μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής, στα πλαίσια της οποίας θα αποφασιστούν τα όποια δικαιώματα, ενέργειες, καθήκοντα και υποχρεώσεις των διαδίκων αναφορικά με την περιουσία της εταιρείας. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το Δικαστήριο που χορήγησε την άδεια στις 6.9.18 αναγνώρισε ρητώς πως πρόκειται για διατάγματα «ενδιάμεσου χαρακτήρα». Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η Δ.43Β αφορά και εφαρμόζεται μόνο σε τελικές αποφάσεις και πως σαφώς τα διατάγματα ημ. 13.11.17 δεν αποτελούν τελικές αποφάσεις. Η συμμόρφωση με τα διατάγματα στα πλαίσια ενδιάμεσων διαδικασιών, όπως τα υπό κρίση διατάγματα ημ. 13.11.17, επιτυγχάνεται μέσω της διαδικασίας παρακοής, και επομένως υπάρχει τρόπος διασφάλισης συμμόρφωσης με αυτά. Επομένως, θεωρώ αβάσιμο τον λόγο ένστασης πως τυχόν ακύρωση του εντάλματος είναι αντίθετη και αντιφατική με τα διατάγματα ημ. 13.11.17, ούτε θωρώ πως ακύρωση αυτών εξουδετερώνει την ισχύ αυτών και πως δεν παρέχεται δυνατότητα υποχρέωσης προς συμμόρφωση με αυτά. Ως εκ τούτου θεωρώ πως δεν υπήρχε εξουσία χορήγησης άδειας για την έκδοση του εντάλματος παράδοσης της κινητής περιουσίας το οποίο αναπόφευκτα θα πρέπει να ακυρωθεί και παραμεριστεί. Τέλος, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω και τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω ικανοποιηθεί πως με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ενήργησαν καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι καθοριστική ως προς την τύχη της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. VIIΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η άδεια έκδοσης και συνακόλουθα το εκδοθέν ένταλμα παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2 υπ΄ αρ. 471/18 ημ. 10.9.18. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.