← Κύπρος

Equiom Trust (Guernsey) Limited (πρώην Virtus Trust Limited) υπό την ιδιότητα της ως επίτροπος του AAV Trust ν. Carnmor Group Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 708/

Equiom Trust (Guernsey) Limited (πρώην Virtus Trust Limited) υπό την ιδιότητα της ως επίτροπος του AAV Trust ν. Carnmor Group Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 708/18, 15/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 708/18 Μεταξύ: Equiom Trust (Guernsey) Limited (πρώην Virtus Trust Limited) υπό την ιδιότητα της ως επίτροπος του AAV Trust, από το Guernsey Eνάγουσας -και-

  1. Carnmor Group Ltd, εκ Λεμεσού
  2. Leman Management Nominees Limited, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 2.4.18 υπό Ενάγουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα 15 Φεβρουαρίου 2019 Για Ενάγουσα: κ. Χ. Χριστοφόρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Θ. Συμεωνίδης για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης η Ενάγουσα εξασφάλισε στις 3.4.2018 δύο προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα ως ακολούθως: «Α. Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση 2 να εμποδίζεται από το να προχωρήσει σε εξάσκηση του δικαιώματος ενεχυρίασης (Pledge) και/ή κατάσχεσης επί των 50 μετοχών που κατέχει η Αιτήτρια στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση 1 ...... που είναι το αντικείμενο της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 5/4/2017........................... και/ή με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ' ης η Αίτηση 2 από το να προχωρήσει σε οποιοδήποτε βήμα που να αφορά και/ή σχετίζεται με την εκτέλεση του δικαιώματος ενεχυρίασης (Pledge) επί των Μετοχών και/ή με την απόκτηση κυριότητας επί των Μετοχών αυτών και/ή με την μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή διάθεση και/ή την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας επί των Μετοχών αυτών, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή οι εκάστοτε αξιωματούχοι της και/ή διευθυντές και/ή η γραμματέας της και/ή αντιπρόσωποι της και/ή άλλα εξουσιοδοτημένα αυτής από το να εγκρίνουν και/ή επιτρέψουν και/ή εγγράψουν τη μεταβίβαση όλων ή οποιωνδήποτε από τις Μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή προς οιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) και/ή από του να επιτρέψουν με οποιοδήποτε τρόπο ή ανεχθούν ή υποβοηθήσουν την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 4 και 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 2 και 29-32 του Ν.14/60, σε άρθρα του Κεφ. 149, στις Δ.1, 2, 9, 48 και 64 των Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Ευσταθίου, στην οποίαν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  3. Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη στο Guernsey και ασχολείται με υπηρεσίες προς εταιρείες και καταπιστεύματα. Είναι η μοναδική μέτοχος στην Εναγόμενη 1, κατέχοντας 500 μετοχές ως Επίτροπος του ΑΑV Τrust και τις υπόλοιπες 500 μετοχές ως καταπιστευματοδόχος της κας Bond.
  4. Η Εναγόμενη 1 είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και ασχολείται με ενοικιάσεις χώρων αποθήκευσης. Διευθυντής της είναι ο κ. Στυλιανού και γραμματέας της η κα Παπαδοπούλου (Τεκμήρια 1 και 2).
  5. Η Εναγόμενη 2 (εφεξής «η Leman») είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και είναι δανειστής-ενεχυροδανειστής της Ενάγουσας σε Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερ. 5.4.17 ενώ εταιρεία με το ίδιο όνομα, αλλά εγγεγραμμένη στις Βερμούδες παρουσιάζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 3.4.17 ως ο δανειστής της Εναγομένης
  6. Στις 3.4.17 η Εναγόμενη 1 συνήψε δάνειο από τη Leman για ποσό US$2.000.000 από το οποίο έλαβε μόνο το ποσό των US$1.000.000 στις 6.4.17 (Τεκμήριο 3), το οποίο ήταν πληρωτέο εντός 12 μηνών από της λήψης του, ήτοι στις 5.4.
  7. Μη καταβολή του ποσού συνιστούσε αυτομάτως πράξη παράβασης, γεγονός που έδιδε το δικαίωμα στον ενεχυροδανειστή (pledgee), ήτοι στη Leman, το δικαίωμα να προβεί σε ενέργειες μεταβίβασης των 50 μετοχών επ' ονόματι της.
  8. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου υπεγράφησαν δύο Συμφωνίες ενεχυρίασης, ήτοι: α) Στις 5.4.17 η Ενάγουσα ενεχυρίασε προς τη Leman τις 50 εκ των 500 μετοχών που κατείχε στην Εναγόμενη 1 ως Επίτροπος του ΑΑV Trust (Τεκμήριο 4), για την οποία συμφωνία η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην παρούσα αγωγή της ότι είναι άκυρη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νόμιμη βάση για τη μεταβίβαση ή κατάσχεση των ενεχυριασθεισών μετοχών. β) Στις 5.4.17, επίσης, η Ενάγουσα ενεχυρίασε προς τη Leman τις 462 εκ των 500 μετοχών που κατείχε στην Εναγόμενη 1 ως εντολοδόχος της κας Bond (Τεκμήριο 5). Η κα Bond, δεν ενδιαφέρθηκε για την αποπληρωμή και δεν ανησυχούσε για την εκτέλεση του ενεχύρου, (γεγονός το οποίο δημιουργεί εύλογες υποψίες αναφορικά με την πραγματική σχέση της κας Bond με τη Leman). Αυτό σε αντίθεση με τις ενέργειες της κας Bond εν σχέσει με άλλο ενέχυρο που είχε παραχωρήσει προς την AV Capricorn International Ltd (η οποία συνδέεται με το ΑΑV Trust), ως εξασφάλιση άλλου δανείου ύψους US$6.000.000, το οποίο χορήγησε η ΑV και πάλι προς την Εναγόμενη
  9. Για εκείνο η κα Bond καταχώρισε αγωγή τον Νοέμβριο του 2016, επικαλούμενη ακυρότητα εκείνης της Συμφωνίας Ενεχυρίασης και ζητώντας πανομοιότυπα με την παρούσα ενδιάμεσα διατάγματα, τα οποία έλαβε (Τεκμήρια 6-8).
  10. Βάσει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης των 50 μετοχών, δηλαδή βάσει του Τεκμηρίου 4, η Ενάγουσα υποχρεούτο να παραδώσει, για σκοπούς εκτέλεσης της, τέσσερα έγγραφα (όρος 4.1). Με βάση τον όρο 11 της εν λόγω συμφωνίας σε περίπτωση πράξης παράβασης της Συμφωνίας Δανείου η Leman δύναται να προχωρήσει σε εκτέλεση του ενεχύρου (".the pledgee shall be entitled, to put into force and exercise.").
  11. Η εν λόγω Συμφωνία Ενεχυρίασης, Τεκμήριο 4, δεν έχει προσυπογραφεί ταυτόχρονα από δύο μάρτυρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 138 του Κεφ. 149 και συνεπώς είναι άκυρη και μη δεκτική εκτέλεσης. Οι υφιστάμενες υπογραφές έλαβαν χώρα σε τρεις διαφορετικές δικαιοδοσίες. Η ακυρότητα της συμπαρασύρει και το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο έδωσε η Ενάγουσα προς τη Leman.
  12. Επειδή η Ενάγουσα υπό τις δύο ιδιότητες της τυγχάνει η μοναδική μέτοχος της Εναγομένης 1, η αλληλογραφία αποστέλλετο εκ μέρους του Προστάτη του ΑΑV Trust προς την Ενάγουσα και μέσω αυτής στην κα Bond και στον διευθυντή της Εναγομένης 1, τον κ. Στυλιανού. Μέσα από την αλληλογραφία φαίνονται αφενός οι ειλικρινείς προσπάθειες του Προστάτη να συνεννοηθεί με την κα Bond σε σχέση με το δάνειο από τη Leman και αφετέρου η στάση της Leman η οποία δεν ήταν εποικοδομητική, όπως δεν ήταν και του διευθυντή της Εναγομένης 1, ο οποίος ελέγχεται πλήρως και υπακούει τυφλά στην κα Bond και στον σύζυγο της.
  13. Παρά τις προσπάθειες του Προστάτη ούτως ώστε να εξευρεθεί μια εσωτερική λύση αναφορικά με την αποπληρωμή του δανείου που έλαβε η Εναγόμενη 1 από τη Leman, αυτό δεν κατέστη δυνατό για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Οι προσπάθειες αυτές φαίνονται μέσα από την αλληλογραφία μεταξύ του Προστάτη και των δικηγόρων του με το ζεύγος Bond και τους δικηγόρους του κατά το διάστημα 29.12.17 έως 20.3.18 (Τεκμήρια 9-17).
  14. Εξαιτίας της εσκεμμένης σιγής και της απροθυμίας της κας Bond να συνεννοηθεί με τον Προστάτη για την εξόφληση του δανείου προς τη Leman και λόγω πίεσης χρόνου ο Προστάτης απευθύνθηκε απευθείας στη Leman στις 21.3.18 (Τεκμήριο 18) εισηγούμενος να πληρώσει απευθείας το μερίδιο του δανείου το οποίο του αναλογεί για τις ενεχυριασθείσες 50 μετοχές, ζητώντας ταυτόχρονα εξηγήσεις για τις αναφορές στα Τεκμήρια 3 και 4 σε δύο διαφορετικές εταιρείες με το όνομα Leman αν και είναι γεγονός ότι ενεχυροδανειστής βάσει του Τεκμηρίου 4 είναι η Leman από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, δηλαδή η Εναγόμενη
  15. Η Leman απάντησε στις 21.3.18 δίδοντας εξηγήσεις για τις διευθύνσεις της Leman αλλά επειδή απέφυγε να απαντήσει για το θέμα δανείου, στις 28.3.18 στάληκε υπενθύμιση εκ μέρους του Προστάτη (Τεκμήριο 19).
  16. Η πρόταση του Προστάτη κινητοποίησε τον κ. Στυλιανού, διευθυντή της Εναγόμενης 1, ο οποίος εν αγνοία της Ενάγουσας και του ΑΑV Trust απέστειλε επιστολή στη Leman ζητώντας έξι μήνες παράταση αποπληρωμής του δανείου (Τεκμήριο 20), οπότε η Leman έσπευσε, πριν απαντήσει στον Προστάτη, να αντιπροτείνει παράταση μέχρι τις 30.6.18, γεγονότα τα οποία οι Κύπριοι δικηγόροι του ΑΑV Trust πληροφορήθηκαν στις 29.3.
  17. Η αντιπρόταση περιέχει ασάφειες, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν άμεσα την Εναγόμενη 1 σε πράξη παράβασης και τις μετοχές σε κίνδυνο, γι' αυτό και ο Προστάτης υποστήριξε αυθημερόν όπως γίνει αποδεκτή η πρόταση του με κάποια διαφοροποίηση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος (Τεκμήριο 22). Ταυτόχρονα ο Προστάτης ενημέρωσε ότι είναι πρόθυμος να πληρώσει (πλέον) όλο το δάνειο για λογαριασμό της Εναγομένης 1, με επιφύλαξη πάντοτε της θέσης του περί ακυρότητας του ενεχύρου, χωρίς όμως να πάρει απάντηση, ενώ παραδόξως υπήρξε απάντηση στην επιστολή του κ. Στυλιανού, γεγονός το οποίο δημιουργεί ερωτηματικά και αμφιβολίες αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις της Leman. Ενστάσεις: Η Εναγόμενη 1, εμφανισθείσα μόνο στο αρχικό στάδιο, δήλωσε (στις 27.4.18) δια συνηγόρου πως δεν έφερε ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος που την αφορούσε, νοουμένου ότι αυτό θα ακυρώνεται αυτομάτως και για την ίδια εάν κριθεί ότι δεν πρέπει να οριστικοποιηθεί για την Εναγόμενη 2, οπότε κατέστη απόλυτο για την Εναγόμενη 1 υπό τον πιο πάνω όρο. Η Εναγόμενη 2 (η Leman) καταχώρισε ένσταση με την οποία προέβαλε 12 λόγους προς ακύρωση του διατάγματος, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ότι ενόψει εκχώρησης από την Εναγόμενη 2 σε τρίτο πρόσωπο η ενδιάμεση αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η, εκ των δικηγόρων της Εναγομένης 2, κα Λαμπριανού αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
  18. Η Εναγόμενη 2 δεν ανήκει στην κα Bond και είναι εντελώς ανεξάρτητη. Η σχέση τους περιορίζεται στη συνεργασία που είχαν για την παροχή του δανείου προς την Εναγόμενη 1 και τη σύναψη της Συμφωνίας Ενεχυρίασης.
  19. Μετά την καταχώριση της αίτησης υπήρξαν γεγονότα τα οποία την καθιστούν άνευ αντικειμένου. Ειδικότερα στις 10.5.18 η Εναγόμενη 2 έχει υπογράψει, προς όφελος της Hoylake Ltd, Συμφωνία Εκχώρησης των δικαιωμάτων της από τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 3.4.17 καθώς και από τη Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερ. 5.4.17 και άρα δεν έχει πλέον οποιαδήποτε εξουσία ή δικαίωμα να λάβει έλεγχο των μετοχών που κατέχει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη
  20. Παρομοίως έπραξε και για την ενεχυρίαση μετοχών της κας Bond.
  21. Η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε την Ενάγουσα (και την κα Bond) για την εκχώρηση, παροτρύνοντας την (Ενάγουσα) να απευθύνεται στη Hoylake αναφορικά με οποιοδήποτε αναφυόμενο ζήτημα.
  22. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη 2 δεν δικαιούται πλέον να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια περιλαμβάνεται στο διάταγμα, οπότε η συνέχιση της ισχύος του είναι πλέον αχρείαστη, καταπιεστική και μάταιη. Οι ειδοποιήσεις προς την εκδοχέα Hoylake και την Εναγόμενη 1 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  23. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2018 η κα Bond κατέστη προσωπικά μέτοχος κατά 50% της Εναγομένης 1 ενώ το υπόλοιπο παραμένει στην κατοχή της Ενάγουσας. Στις 10.8.18 ο κ. Στυλιανού παραιτήθηκε από διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 και οι μέτοχοι της είναι σε συζητήσεις για την πλήρωση της θέσης.
  24. Στις 5.4.17 η Εναγόμενη 2 χορήγησε δάνειο US$2.000.000 στην Εναγομένη 1, αποπληρωτέο στις 5.4.18, με εξασφάλιση τις δύο συμφωνίες ενεχυρίασης. Το κατά πόσον το Τεκμήριο 4 είναι έγκυρη ή άκυρη συμφωνία ενεχυρίασης αφορά τη Hoylake, η οποία επωφελείται πλέον από τη σύμβαση.
  25. Η Εναγόμενη 2 συμφωνεί ότι συμβάν παράβασης προέκυψε στις 5.4.18, ημερομηνία πληρωμής, πλην όμως στις 21.3.18 η Εναγόμενη 2 αποδέχθηκε αφενός να αποποιηθεί το δικαίωμα της να κηρύξει συμβάν παράβασης και αφετέρου να δεχθεί παράταση πληρωμής μέχρι τις 30.6.18, άρα δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος εκτέλεσης του ενεχύρου κατά την καταχώριση της αίτησης.
  26. Με την επιστολή της ημερ. 29.3.18 η Ενάγουσα απευθύνθηκε όχι προς την Εναγόμενη 2 αλλά προς τους άλλους μετόχους της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα το Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 να μην ήταν σε θέση να προχωρήσει στην αποδοχή της προσφοράς της Εναγόμενης
  27. Γι' αυτό η Ενάγουσα εξέφρασε την επιθυμία να προχωρήσει η ίδια στην αποπληρωμή όλων των ποσών.
  28. Εάν η Ενάγουσα ήταν πρόθυμη να αποπληρώσει όλα τα ποσά τότε απλά θα το έπραττε και αυτόματα η Εναγόμενη 2 θα αποστερείτο του δικαιώματος της να προχωρήσει σε εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης επί των μετοχών στην Εναγόμενη
  29. Ως εκ τούτου το κατεπείγον είναι «πλαστό» (sic) αφού οφείλεται στην άρνηση της Ενάγουσας να αποδεχθεί την προσφορά της Εναγόμενης 2 για παράταση.
  30. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα ουδέποτε παρέδωσε στην Εναγόμενη 2 το Αμετάκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο για μεταβίβαση των μετοχών σε περίπτωση συμβάντος παράβασης. Αυτό σημαίνει πως η Εναγόμενη 2 δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσει άμεσα στην εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, χωρίς δηλαδή τη συνεργασία της Ενάγουσας.
  31. Η Εναγόμενη 2 δεν έχει καμιά πρόθεση ή εξουσία να προχωρήσει σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες που περιγράφονται στο ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 3.4.18 και αποδέχεται να προβεί σε κάθε αναγκαία δεσμευτική δήλωση, νοουμένου ότι απεμπλακεί από την παρούσα, αφού δεν την αφορά πλέον. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Επείγον Όσον αφορά το επείγον η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι αυτό δεν συνέτρεχε επειδή η ίδια είχε προτείνει παράταση πληρωμής μέχρι τέλος Ιουνίου του 2018. Δεν θα συμφωνήσω όμως με την εισήγηση αυτή καθότι, παρά την όποια αλληλογραφία υπήρξε, εντούτοις δεν έχει διαφανεί να κατέληξαν τα μέρη σε κάποια διευθέτηση παράτασης, τουλάχιστον μέχρι τις 3.4.18, που εκδόθηκε το διάταγμα. Λογικό είναι πως αν υπήρχε τέτοια διευθέτηση αυτό θα ήταν το πρώτο το οποίο θα ήγειρε στις 11.5.18 όταν πρωτοεμφανίστηκε στο Δικαστήριο, όπως έπραξε αναφερόμενη στο θέμα της κατ' ισχυρισμόν εκχώρησης, κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο. Άλλωστε η σχετική αλληλογραφία περιλαμβάνει μεν επιστολή από τη Leman προς την Εναγόμενη 1 αλλά όχι οποιαδήποτε απάντηση από την ίδια την Εναγομένη 1, παρά μόνο από δικηγόρους του προστάτη του AAV Trust (Τεκμήρια 22 και 23 στην ένορκη δήλωση Ενάγουσας) και σε αυτή υπάρχουν απλά συστάσεις προς την Εναγομένη 1 για αποδοχή υπό τον όρο κάποιων προσθηκών και τροποποιήσεων. Ούτως ή άλλως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Εναγομένη 2 συμφωνεί ότι στις 5.4.18 εν τέλει προέκυψε συμβάν παράβασης και προφανώς τις συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης προσπαθούσε να προλάβει η Ενάγουσα με την εσπευσμένη, δικαιωματικά, μονομερή αίτηση της. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση, με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της, η Ενάγουσα εγείρει ζητήματα εγκυρότητας της Συμφωνίας Ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 5.4.17 και αξιώνει διατάγματα τα οποία θα επιβεβαιώνουν τη δική της θέση περί ακυρότητας και συνεπώς μη εκτελεστότητας, επικαλούμενη τη μη συνδρομή των σχετικών νομοθετικών προϋποθέσεων. Σε συνδυασμό και με τα περιεχόμενα στην ένορκη της δήλωση, κρίνεται, πως αναμφίβολα έχει αποκαλύψει γνωστή στο δίκαιο αιτία αγωγής, για την οποία ασφαλώς θα δικαιούται σε ανάλογη θεραπεία εάν εν τέλει επιτύχει στην αγωγή της και υπ' αυτή την έννοια ασφαλώς εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα επικαλείται τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 138 του Κεφ.149 και συγκεκριμένα τον μη καταρτισμό της Συμφωνίας Ενεχύρου στην παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι και προσυπογραφόντων αυτή μαρτύρων. Στο Τεκμήριο 4 (σελ.22) στην πραγματικότητα εμφαίνονται εκ πρώτης όψεως οι υπογραφές δύο προσώπων, μια δίπλα από την υπογραφή κάθε συμβαλλομένου στο ενέχυρο. Αυτό το οποίο προβάλλει η Ενάγουσα είναι πως αυτά τα δύο πρόσωπα δεν ευρίσκοντο ταυτόχρονα παρόντα κατά την υπογραφή της σύμβασης, πράγμα το οποίο κατά την άποψη της οδηγεί σε εξ υπαρχής ακυρότητα. Στηρίζει δε το επιχείρημα της στο ότι για τον ένα μάρτυρα καταγράφεται διεύθυνση στις Βερμούδες και για τον άλλο διεύθυνση του στο Guernsey. Από δικής της πλευράς η Εναγόμενη 2 το μόνο το οποίο αναφέρει είναι πως διαφωνεί με την εν λόγω θέση χωρίς όμως να έχει προβάλει κάτι διαφορετικό εν σχέσει με τα γεγονότα υπογραφής και χωρίς να έχει εξηγήσει τον λόγο της διαφωνίας της ως προς την προωθούμενη θέση της αντιδίκου. Αρκείται όντως (στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης της) να αναφέρει πως ενόψει της εκχώρησης δεν θεωρεί σκόπιμο ή αναγκαίο να επεκταθεί επ' αυτού του θέματος, προσθέτοντας μάλιστα πως αυτό είναι θέμα το οποίο αφορά την εκδοχέα Hoylake «η οποία επωφελείται από τα εν λόγω συμβατικά δικαιώματα». Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, θα πρέπει να λεχθεί πως αναμφίβολα η Ενάγουσα έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της. Τονίζεται, βέβαια, πως η εγκυρότητα συνιστά θέμα το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο οριστικής επίλυσης κατά την ακρόαση της ουσίας, όπως και ο ισχυρισμός ότι αφορά μόνο την εκδοχέα Hoylake. Αρκεί επί του παρόντος να λεχθεί αφενός πως άκυρη σύμβαση δεν μπορεί να αποτελεί πηγή δικαιωμάτων και πως γενικά ο οφειλέτης διατηρεί και δύναται να εγείρει εναντίον του εκδοχέα όλες τις υπερασπίσεις οι οποίες υφίσταντο σε σχέση με το εκχωρηθέν δικαίωμα (Π. Πολυβίου, «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», 2014, σελ. 870). Συνεπώς το κατά πόσον η εκχωρηθείσα αρχική σύμβαση είναι έγκυρη ή άκυρη εξ υπαρχής είναι θέμα το οποίο θα απασχολήσει και θα έχει τη σημασία του στην ίδια τη μεταγενέστερη εκχώρηση. Εν πάση περιπτώσει όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως στις Ειδοποιήσεις Εκχώρησης, τις οποίες έχει επισυνάψει η Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 1) αναφέρεται πως έχουν εκχωρηθεί δικαιώματα από Συμφωνία Δανείου ημερ. 31.3.17 ενώ η Ενάγουσα αναφέρεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 3.4.17, την οποίαν και επισύναψε ως Τεκμήριο 3. Συνεπώς ακόμα και αυτή η εκ των υστέρων κατ' ισχυρισμόν εκχώρηση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου είναι θέμα που θα απασχολήσει, σε συνδυασμό με τις Εκχωρήσεις των Συμφωνιών Ενεχυρίασης. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Στην παρούσα περίπτωση δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση ως προς την προϋπόθεση αυτή. Είναι προφανές πως εάν επιτραπεί η κατάσχεση και κτήση των 50 μετοχών είτε από την Εναγόμενη 2 είτε από οποιονδήποτε τρίτο, θα είναι πλέον πιθανή η περαιτέρω μεταβίβαση προς οποιονδήποτε καλόπιστο τρίτο με ανυπολόγιστες συνέπειες ως προς τη δυνατότητα επανάκτησης τους και απόδοσης τους στην Ενάγουσα, ενώ παράλληλα ελλείπει και οποιαδήποτε αναφορά για τη δυνατότητα πιθανού μελλοντικού υπολογισμού της πραγματικής αξίας τους και της απόδοσης αποζημιώσεων. Στον φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση (της κας Ευσταθίου) ημερ. 7.5.18 σχετικά με το θέμα της επίδοσης των δικογράφων και των διαταγμάτων προς την Εναγομένη 2, από την οποία συνάγεται ότι αυτή έγινε στις 2.5.18. Η δε ενέργεια της Εναγόμενης 2 να προχωρήσει, μάλιστα μετά την παραλαβή του απαγορευτικού διατάγματος και ενώ αυτό της απαγόρευε «...οποιοδήποτε βήμα» σχετικά με την διάθεση αυτών των μετοχών, ήτοι στις 10.5.18, σε εκχώρηση της σύμβασης ενεχυρίασης, αποτελεί σαφέστατα επαρκή μαρτυρία για τον υπαρκτό κίνδυνο αποξένωσης των μετοχών. Αυτό, υπό την έννοια ότι εάν η ύπαρξη ενός διατάγματος το οποίο απαγόρευε κάθε σχετική δράση δεν υπήρξε ικανό να παρεμποδίσει ενέργειες οι οποίες επηρεάζουν τα δικαιώματα επί των μετοχών, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος τη συνέχεια σε περίπτωση ακύρωσης των διαταγμάτων και τούτο με την κάθε αναγκαία συνεργασία της Εναγομένης 2 προς υλοποίηση της εκχώρησης (π.χ. η εξασφάλιση των αναγκαίων εγγράφων). Ακριβώς δε, λόγω αυτής της εμπλοκής της στο όλο θέμα και της πιθανής μελλοντικής μεσολάβησης της στην υλοποίηση της Συμφωνίας Εκχώρησης, καθίσταται περισσότερο αναγκαία η συνέχιση ισχύος του διατάγματος. Δεν απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας περαιτέρω επέκταση και σχολιασμός της πιο πάνω ενέργειας δεδομένου ότι ενδεχομένως να αποτελέσει το αντικείμενο άλλων διαδικασιών ποινικής ή οιονεί ποινικής φύσης. Αρκεί να λεχθεί πως συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όμως η διαπίστωση συνδρομής των τριών βασικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση ή οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ. Ε75/2015, ημερ. 7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ. 292/10, ημερ. 20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται πως μεγαλύτερη αδικία θα προκαλείτο εάν εν τέλει δικαιώνετο η Ενάγουσα και εν τω μεταξύ να έχουν αποξενωθεί οι επίδικες 50 μετοχές κατά τρόπο που να είναι αδύνατη η επανάκτηση τους και συνεπώς άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος η όποια εκδοθησόμενη τελικά απόφαση. Από την άλλη πλευρά δεν κρίνεται ότι προκαλείται οποιαδήποτε υπέρμετρη δυσκολία ή ανυπέρβλητος δυσμενής επηρεασμός στην Εναγόμενη 2 από την οριστικοποίηση του διατάγματος. Άλλωστε η ίδια παρουσιάζεται πλέον αδιάφορη ως προς το να αποκτήσει τις μετοχές επ' ονόματι της, αν και δεν μπορεί να παραγνωριστεί η προσπάθεια της, μετά την ενημέρωση της για την έκδοση διατάγματος, να εκχωρήσει τα όποια δικαιώματα σε τρίτο νομικό πρόσωπο. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις είναι σαφές ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά της Ενάγουσας υπό την έννοια ότι κρίνεται δίκαιη και πρόσφορη η οριστικοποίηση του διατάγματος, πράγμα που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα ημερ. 3.4.18 εναντίον της Εναγομένης 2 καθίσταται απόλυτο μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης 2. Ενόψει της παρούσας απόφασης η δοθείσα ημερομηνία 29.3.19 καθίσταται άνευ αντικειμένου και ακυρώνεται. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.