← Κύπρος

ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΕΤΟΥΣΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. A.V. MEDICAL LTD, Αρ. Αγωγής: 1296/16, 8/2/2019

ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΕΤΟΥΣΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. A.V. MEDICAL LTD, Αρ. Αγωγής: 1296/16, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1296/16 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΕΤΟΥΣΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων Και A.V. MEDICAL LTD Εναγόμενη Και GARPOZIS CONSTTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD Τριτοδιάδικος --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 01.11.2018 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 08.02.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα -Αιτήτρια: κ. Γ. Κωνσταντίνου για Κ.Μ. Χατζηπιέρας Για Εναγόμενη- Καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Τσολάκη για Γεώργιος Λ. Σαββίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Τριτοδιάδικο: κα Μ. Κάττου για Στέλιο Κ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την ενδιάμεση αίτηση ημερ.2.4.18 η ενάγουσα-αιτήτρια εξασφάλισε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει στην εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση να μεταβιβάσει και ή αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της (στο εξής το ακίνητο). Στην αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση από τη πλευρά της εναγόμενης- καθ' ης η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧΧ Κώστα ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης. Η υπό εκδίκαση αίτηση αφορά αίτημα της ενάγουσας-αιτήτριας για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και την παρουσίαση της ενόρκως δηλούσας ΧΧΧΧΧΧ Κώστα ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 11.10.2018 η οποία υποστηρίζει την ένσταση. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1Θ2, Δ.38 Θ1-3, Δ.39 Θ1-21 και Θ 48 Θ1-4 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας-αιτήτριας ΧΧΧΧΧΧ Πετούση. Σε αυτή αναφέρει ότι στις 29.9.18 συναντήθηκε με τους διευθυντές της εναγόμενης εταιρείας όπου μεταξύ άλλων του ανέφεραν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς εξασφάλιση δανείου από τη Συνεργατική ύψους €1.250.000 πλέον τόκοι. Δηλώνει περαιτέρω ότι παρίσταται ανάγκη αντεξέτασης της ΧΧΧΧΧΧ Κώστα που υπογράφει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ειδικότερα ως αναφέρει η κα Κώστα πρέπει να αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών που προβάλλονται στην παρ. 6 της ένορκης της δήλωσης και αφορούν την αξία του εν λόγω ακινήτου σε συσχετισμό με το ύψος της υποθήκης. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλεται ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να εγκριθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Περαιτέρω γίνεται παραδεκτή η εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου για το ποσό των €1.250.000 πλέον τόκους προς 6.5%. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧΧΧ Κώστα στην οποία επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αυτές έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο του χωρίς να κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται η αιτήτρια υποβάλλει αίτημα τόσο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όσο και για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας ΧΧΧΧΧΧ Κώστα, αιτήματα τα οποία ακολούθως εξετάζονται το καθένα ξεχωριστά. Η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προβλέπεται στη Δ.48 Θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία αναφέρεται ότι:
(1)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο, θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει «καλός λόγος» ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης, ανάλογα με την περίπτωση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 510). Αυτό που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.48 Κ.4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Σε ότι αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος», αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το, κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Τούτο βέβαια δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που ζητά να θέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα. Για να καταδειχθεί συνεπώς «καλός λόγος» ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι, το αίτημα του σχετίζεται με την αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς ή στη παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση του και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαιτούμενα γεγονότα. Περαιτέρω οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(2)πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα, στον βαθμό που αυτός φέρει το βάρος απόδειξης. Επιπρόσθετα και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω στην πράξη οι πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού εφαρμόζονται όταν μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής θεωρεί ότι θα πρέπει να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει συγκεκριμένα θέματα τα οποία εγείρονται στην ένσταση. Την ευχέρεια αυτή του την παρέχει ο θ.2 της Δ.48 η οποία εξασκείται αφού του επιτραπεί μετά από προφορικό ή και γραπτό αίτημα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Είναι σαφές από τις πρόνοιες του εν λόγω θεσμού ότι για να επιτραπεί στον αιτούντα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταδείξει καλό λόγο. Ο καλός λόγος θα πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εξειδικεύονται και να αναφέρονται τουλάχιστον περιληπτικά στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για τα οποία είναι αναγκαία η έκδοση του σχετικού διατάγματος έτσι ώστε να απαντηθούν ή και να συμπεριληφθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή η εξειδίκευση θα πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν όντως η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία για να εξυπηρετήσει τον σκοπό που ο αιτητής επικαλείται. Αυτό είναι αναγκαίο έτσι ώστε το Δικαστήριο μελετώντας τα δεδομένα να είναι σε θέση να σταθμίσει όλους εκείνους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπό κρίση υπόθεση όπως περιγράφεται πιο πάνω η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της δεν εξειδικεύει οποιοδήποτε λόγο που να καθιστά αναγκαία την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν θα συνιστούσε όμως καλό λόγο ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η αιτήτρια επιδιώκει να αναφερθεί στην ως άνω υποθήκη που βαραίνει το ακίνητο. Τούτο διότι η ύπαρξη της υποθήκης, το ύψος του ποσού και οι τόκοι αυτής καθώς και η ημερομηνία εγγραφής της όχι μόνο γίνονται αποδεκτά με την ένσταση αλλά κατά την ακρόαση της αίτησης δηλώθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά γεγονότα. Ως εκ τούτου δεν βρίσκω να έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος για να επιτραπεί στην αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε ότι αφορά το δεύτερο αίτημα της υπό κρίση αίτησης, το αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα καλύπτεται από τη Δ.39, θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.» Εύκολα εντοπίζεται από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση, διαδικασία habeas corpus, Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660, λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 1661: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στο Annual Practice 1956 συναντάται αντίστοιχη με την δική μας πρόνοια, το Ο.38. Εξηγείται ακριβώς πως ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ.επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίου ζητείται. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου, Αίτηση
(2008)Α.Α.Δ 280 λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (Annual Practice 1958, σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878).» Εντοπίζεται δε, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση, είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Καθοδηγητικά για τον τρόπο που θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν σε ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή 7123/08 ημερομ.9/4/2009, όπου ο Δικαστής κ. Κληρίδης Πρόεδρος τότε του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  1. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου». Είναι συνεπώς κατά την άποψη μου αναγκαίο όπως η ευχέρεια αυτή ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις όπου καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος αντεξέτασης, έτσι ώστε να μην παρακάπτεται η αρχή ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Με δεδομένη την αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης , η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες όπου καθίσταται πρόδηλα αναγκαίο. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αιτήτρια επιδιώκει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της, παραλείποντας όμως να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου καλό λόγο για τον οποίο η υπόθεση θα έπρεπε να ενταχθεί στην κατηγορία των περιπτώσεων για την οποία το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση δεν διαπιστώνω συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Η θέση ότι η ομνύουσα ΧΧΧΧΧΧ Κώστα απαιτείται να αντεξεταστεί ειδικότερα επί των ισχυρισμών που προβάλλονται στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης και αφορούν την αξία του εν λόγω ακινήτου σε συσχετισμό με την ύπαρξη της υποθήκης παρέμεινε μετέωρη και αδιευκρίνιστη εφόσον δεν έχει δοθεί συγκεκριμένος και καλός λόγος που να καταδεικνύει την αναγκαιότητα της αιτούμενης αντεξέτασης. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται η ύπαρξη της υποθήκης το ύψος του ποσού αυτής και οι υπόλοιπες λεπτομέρειες είναι παραδεκτά ενώ η θέση της αιτήτριας σε σχέση με την αξία του ακινήτου έχει ήδη τεθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Παράλληλα εξετάζοντας την παρ. 6 της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας η αναφορά της στην αξία του ακινήτου δεν γίνεται βάσει της δικής της γνώμης αλλά είναι ξεκάθαρο ότι απλά βασίζεται στην εκτίμηση των εκτιμητών Δανός Valuatios L.L.C και στην έκθεση που ετοίμασαν για το σκοπό αυτό την οποία και επισυνάπτει ως τεκμ
  2. Όπως λέχθηκε στην Αίτηση των Λ. Μήλιου πιο πάνω, το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί «να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Η οποιαδήποτε διάσταση στις θέσεις των διαδίκων μερών δεν παρέχει αυτοδίκαια το δικαίωμα για αντεξέταση και ούτε μπορεί να επεκταθεί «επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου». (βλ. την απόφαση στην Αγωγή 7123/08, στην οποία πιο πάνω γίνεται αναφορά). Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των περιπτώσεων που θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέταση. Η αιτήτρια απέτυχε να δείξει καλό λόγο, με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της παροχής άδειας για οποιαδήποτε αντεξέταση. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και αντεξέταση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.