ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Λ.Κ. υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή ή/και διαχειριστή ή/και Παραλήπτη της περιουσίας της Εταιρείας FAMALIFT SHIPYARD LTD η οποία τελεί σε υποχρεωτική εκκαθάριση, Αρ. Αγωγής: 2016/17, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2016/17 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και Λ. Λ.Κ. υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή ή/και διαχειριστή ή/και Παραλήπτη της περιουσίας της Εταιρείας FAMALIFT SHIPYARD LTD η οποία τελεί σε υποχρεωτική εκκαθάριση Εναγομένου -------------------- Αίτηση ημερ. 07.11.2018 Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου, 2019 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Γρηγορίου Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Σιακαλλή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 06.07.17 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή των λιμενικών χώρων του λιμανιού Λεμεσού και οποιεσδήποτε χερσαίες και θαλάσσιες εγκαταστάσεις και/ή υποστατικά που χρησιμοποιούνται παράνομα και/ή αντικανονικά από τον Εναγόμενο και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους του χωρίς την ύπαρξη άδειας χρήσης σε ισχύ. Περαιτέρω, αξιώνει την έκδοση απόφασης για το ποσό των €55.147,19 ως οφειλόμενα και/ή πληρωτέα δικαιώματα για την παράνομη χρήση και/ή κατοχή λιμενικών χώρων και ποσό €2.475,42 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις για την παράνομη και/ή αντικανονική κατακράτηση των λιμενικών χώρων από την 01.12.16 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης της κατοχής τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα κατά ή περί τις 14.10.93 παραχώρησε στην εταιρεία FAMALIFT SHIPYARD LTD άδεια χρήσης τριών στρεμμάτων γης και χώρου επί του κυματοθραύστη εντός του νέου λιμανιού Λεμεσού για περίοδο πέντε ετών με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα πέντε έτη. Η προαναφερόμενη εταιρεία από τις 26.03.03 τελεί υπό εκκαθάριση και ο Εναγόμενος διορίστηκε στις 10.02.06 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ως εκκαθαριστής και παραλήπτης της περιουσίας της εταιρείας. Την 01.03.95 παραχωρήθηκε και δεύτερη άδεια χρήσης στην εταιρεία για την κατασκευή και χρήση μίας εξέδρας. Περαιτέρω, στις 21.08.06 η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο όπως ανανεωθούν και οι δύο άδειες χρήσης για περίοδο ενός έτους. Ακολούθως, και κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου οι άδειες χρήσης ανανεώνονταν από χρόνο σε χρόνο μέχρι και τις 31.08.10, οπότε και έληξαν. Ωστόσο ο Εναγόμενος εξακολουθούσε παράνομα και/ή αντικανονικά να κατέχει και να χρησιμοποιεί τους επίδικους χώρους καταβάλλοντας αποζημίωση για την εν λόγω παράνομη χρήση. Από το Σεπτέμβριο όμως του 2015 ο Εναγόμενος κατακρατεί παράνομα τους επίδικους χώρους χωρίς να πληρώνει αποζημίωση. Η Ενάγουσα εξέδωσε και απέστειλε στον Εναγόμενο τιμολόγιο ημερ.18.11.16 για το ποσό των €44.186,19 που αφορούσε το δικαίωμα και/ή αποζημίωση και/ή αξίωση για την παράνομη χρήση των επίδικων χώρων για το έτος 01.09.15 - 31.08.16 και για την περίοδο 01.09.16 - 30.11.
- Επιπρόσθετα στις 18.09.15 εκδόθηκε τιμολόγιο για το ποσό των €10.961 που αφορούσε τόκο για τη μη έγκαιρη πληρωμή της αποζημίωσης για την παράνομη χρήση των λιμενικών χώρων. Ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κατακρατεί παράνομα και/ή αντικανονικά τους επίδικους χώρους, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υφίσταται ζημιά και απώλεια που ανέρχεται στο ποσό των €2.475,42 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος καταχώρησε στις 11.10.18 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνείται ότι τερματίστηκαν οι άδειες χρήσης και ότι είναι παράνομα που κατέχει τους επίδικους χώρους. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι οι άδειες εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2007 υποπαραχώρησε το δικαίωμα χρήσης των επίδικων χώρων στην εταιρεία F & T INVESTMENTS LTD έναντι του ποσού των €7.176,13 μηνιαίως. Η εν λόγω εταιρεία δεν υπήρξε συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον της, να εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση και να καταστεί δυνατή η επανάκτηση των επίδικων χώρων από τον Εναγόμενο κατά ή περί τις 08.02.16 μετά από εκτέλεση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας. Μετά την προαναφερόμενη ανάκτηση κατοχής, ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα παραχώρησε άδεια χρήσης των χώρων που περιβάλλουν τους επίδικους στην F & T INVESTMENTS LTD, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η πρόσβαση και/ή εκμετάλλευση των επίδικων χώρων από τον Εναγόμενο. Λόγω των προαναφερόμενων προβλημάτων η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο όπως οι άδειες χρήσης παραμείνουν σε ισχύ, χωρίς όμως την καταβολή των δικαιωμάτων χρήσης μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα που προέκυψε με την F & T INVESTMENTS LTD. Ο Εναγόμενος, λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας και/ή της παράλειψης της να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να διασφαλίσει την απρόσκοπτη είσοδο και/ή πρόσβαση του στους επίδικους χώρους, υφίσταται ζημιά και απώλεια που ανέρχεται στο ποσό των €7.176,13 μηνιαίως από τον Φεβρουάριο του
- Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικά την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων και/ή δηλώσεων ότι οι άδειες χρήσης εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ, καθώς και ότι δικαιούται την πραγματική και/ή νομική κατοχή των επίδικων λιμενικών χώρων. Επίσης αξιώνει αποζημιώσεις εκ ποσού €7.176,13 μηνιαίως από τον Φεβρουάριο του 2016 πλέον τόκους. Μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ο Εναγόμενος καταχώρησε μονομερώς την επίδικη αίτηση στις 07.11.
- Η αίτηση ωστόσο κατέστη δια κλήσεως και δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί. Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος (στο εξής «Αιτητής») ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») να υλοποιήσει οποιαδήποτε συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης των επίδικων λιμενικών χώρων, να ανακτήσει την κατοχή τους και να την παραδώσει σε τρίτα πρόσωπα Περαιτέρω, αξιώνεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος προς απαγόρευση απομάκρυνσης και/ή κατεδάφισης των υποστατικών και εγκαταστάσεων που βρίσκονται εντός των επίδικων χώρων και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαμόρφωση των εν λόγω χώρων. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι διορίστηκε ως εκκαθαριστής της εταιρείας FAMALIFT SHIPYARD LTD (στο εξής «η εταιρεία») δυνάμει σχετικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 10.02.
- Η εταιρεία συμφώνησε με την Καθ' ης η αίτηση κατά ή περί τις 14.10.93 όπως η τελευταία παραχωρήσει στην πρώτη άδεια χρήσης λιμενικών χώρων εντός του νέου λιμανιού Λεμεσού. Συγκεκριμένα η άδεια χρήσης αφορούσε τρία στρέμματα γης, καθώς και θαλάσσιο χώρο επί του κυματοθραύστη. Στη βάση της προαναφερόμενης άδειας η εταιρεία ανήγειρε εγκαταστάσεις και υποστατικά τα οποία και αποτελούν περιουσιακά της στοιχεία. Επιπρόσθετα η Καθ' ης η αίτηση, κατόπιν αιτήματος της εταιρείας, παραχώρησε σ' αυτήν κατά ή περί την 01.03.95 άδεια χρήσης για την κατασκευή και χρήση πλωτής δεξαμενής. Μετά τον διορισμό του ως εκκαθαριστή της εταιρείας επικοινώνησε με την Καθ' ης η αίτηση και στις 21.08.06 η τελευταία παραχώρησε στην εταιρεία δύο άδειες χρήσης σε σχέση με τον επίδικο χώρο και την πλωτή δεξαμενή. Στις 19.03.17 η εταιρεία υπέγραψε με την F & T INVESTMENTS LTD (στο εξής «F & T») συμφωνία υποπαραχώρησης της άδειας χρήσης του επίδικου χώρου με τη συγκατάθεση της Καθ' ης η αίτηση. Η F & T δυνάμει της συμφωνίας υποπαραχώρησης όφειλε να καταβάλλει στην εταιρεία το ποσό των €7.176,
- Παρά την πιο πάνω υποχρέωση της παρέλειπε να καταβάλλει το συμφωνηθέν ποσό από τον Απρίλιο του 2010 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον της και εναντίον των εγγυητών της για ανάκτηση κατοχής του επίδικου χώρου και πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Συγκεκριμένα καταχωρήθηκε η αγωγή με αριθμό 3875/11 και στις 08.02.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της για το ποσό των €157.782,94 πλέον τόκο και έξοδα, πλέον ενδιάμεσα δικαιώματα €7.176,13 από 01.03.12 μέχρι παράδοσης της κατοχής του επίδικου χώρου. Περαιτέρω, εξασφαλίστηκε η έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής του επίδικου χώρου. Η εταιρεία έλαβε τελικά την κατοχή του επίδικου χώρου στις 08.02.16 κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας. Από τις 08.02.16 μέχρι και σήμερα η εταιρεία είναι η νόμιμη κάτοχος του επίδικου χώρου. Μετά την ανάληψη του επίδικου χώρου από την εταιρεία περιήλθε στην αντίληψη του ότι η Καθ' ης η αίτηση, μετά την υπογραφή της συμφωνίας υποπαραχώρησης άδειας χρήσης μεταξύ της εταιρείας και της F & T, προχώρησε στην παραχώρηση ολόκληρου του χώρου που περιβάλλει τον επίδικο χώρο στην F & T δυνάμει συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας και της Καθ' ης η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα η προαναφερόμενη συμφωνία καταρτίστηκε στις 27.03.09 χωρίς να ληφθεί η συγκατάθεση του και χωρίς να του γνωστοποιηθεί το εν λόγω γεγονός. Αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας ήταν να αποκλειστεί ουσιαστικά η εταιρεία από την πρόσβαση στον επίδικο χώρο. Στις 28.08.15 έλαβε επιστολή από την Καθ' ης η αίτηση με την οποία η τελευταία ζητά όπως καταβληθούν από την εταιρεία τα ποσά που οφείλονται σε σχέση με τα δικαιώματα άδειας χρήσης για την περίοδο από 01.09.11 μέχρι 31.08.
- Στην εν λόγω επιστολή μάλιστα καταγράφεται ότι η εταιρεία, λόγω της καθυστέρησης καταβολής των οφειλόμενων ποσών, κρατεί τον επίδικο χώρο από τις 31.08.11 χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ άδεια χρήσης. Η εταιρεία με απαντητική επιστολή ημερ. 09.09.15 δήλωσε ότι η μη έγκαιρη καταβολή των δικαιωμάτων χρήσης οφειλόταν στα προβλήματα που αντιμετώπιζε στα πλαίσια της εκκαθάρισης της και κατέβαλε άμεσα το οφειλόμενο ποσό δηλώνοντας περαιτέρω ότι θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί την άδεια χρήσης του επίδικου χώρου καταβάλλοντας τα συμφωνηθέντα τέλη. Ακολούθησε νέα επιστολή της Καθ' ης η αίτηση στην οποία και πάλι αναφέρεται ότι η εταιρεία κατακρατεί παράνομα τον επίδικο χώρο, ενώ παράλληλα επισυνάφθηκε και τιμολόγιο που αφορούσε τα οφειλόμενα ποσά για την περίοδο 01.09.15 μέχρι 30.11.
- Υπήρξε απάντηση στην επιστολή στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρθηκε ότι ο επίδικος χώρος χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από την εταιρεία δυνάμει σχετικής συμφωνίας άδειας χρήσης με την Καθ' ης η αίτηση. Παρά το γεγονός ότι από το 2011 και εντεύθεν η εταιρεία δεν έλαβε οποιαδήποτε γραπτή ανανέωση της άδειας χρήσης, εντούτοις αποτελούσε κοινή αντίληψη μεταξύ των διαδίκων ότι αυτή ανανεωνόταν αυτόματα κάθε έτος και το μόνο που τύγχανε τροποποίησης ήταν το ποσό τελών που όφειλε η εταιρεία να καταβάλλει στην Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση παραβίασε τους όρους των αδειών χρήσης, εφόσον δεν εξασφάλισε απρόσκοπτη και αδιάλειπτη πρόσβαση της εταιρείας στον επίδικο χώρο. Παράλληλα, ενώ σκοπός της εταιρείας και του ενόρκως δηλούντα ήταν η εξεύρεση νέου προσώπου που θα ενδιαφερόταν για να του παραχωρηθεί ο επίδικος χώρος μετά την έξωση της F&T και την επανάκτηση της κατοχής, η F&T προς την οποία παραχωρήθηκε ο χώρος περιμετρικά του επίδικου απαγόρευε στον ίδιο να μεταβεί στον εν λόγω χώρο. Τα προαναφερόμενα τέθηκαν εις γνώση της Καθ' ης η αίτηση με την επιστολή ημερ.08.12.16, μετά την αποστολή της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και εκπροσώπων της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν θα απαιτούνταν οποιαδήποτε δικαιώματα χρήσης από την εταιρεία μέχρι να επιλυθεί το πρόβλημα που δημιουργήθηκε εξ υπαιτιότητας της Καθ' ης η αίτηση. Ακολούθησε νέα επιστολή της Καθ' ης η αίτηση ημερ.13.03.17 με την οποία κάλεσε την εταιρεία να προχωρήσει άμεσα στην ανέλκυση και απομάκρυνση της πλωτής δεξαμενής. Στην απάντηση του με την επιστολή ημερ.16.03.17 ανέφερε στην Καθ' ης η αίτηση ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να εξετάσει την κατάσταση της δεξαμενής, καθώς δεν της επιτρεπόταν η πρόσβαση στον επίδικο χώρο. Δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση από την Καθ' ης η αίτηση, παρά μόνο την παρούσα αγωγή. Μετά την προαναφερόμενη εξέλιξη ζήτησε συνάντηση με αρμόδιους λειτουργούς της Καθ' ης η αίτηση. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 17.07.17 και σε αυτήν έγινε ενημέρωση της Καθ' ης η αίτηση για το πρόβλημα που δημιούργησε με την παραχώρηση του χώρου που περιβάλλει τον επίδικο στην F&T, παρεμποδίζοντας έτσι την πρόσβαση και τη δυνατότητα αξιοποίησης του από την εταιρεία. Επίσης, συζητήθηκε το θέμα πώλησης της δεξαμενής σε πιθανούς ενδιαφερόμενους αγοραστές. Περί το τέλος του 2017 επικοινώνησε μαζί του εκπρόσωπος της Atlantean Energia (CY) Ltd εκφράζοντας ενδιαφέρον για την αγορά των δικαιωμάτων της εταιρείας. Περαιτέρω, το προαναφερόμενο πρόσωπο του ανέφερε ότι είχε ήδη επικοινωνήσει με την Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να της καταβάλει τα ποσά που δεν πλήρωσε η F&T, καθώς και το ποσό των €270.000 για την αγορά της δεξαμενής και των εγκαταστάσεων της εταιρείας. Το εν λόγω πρόσωπο, ωστόσο, τον πληροφόρησε ότι η Καθ' ης η αίτηση επέλεξε να μην συνεργαστεί μαζί του. Τον Σεπτέμβριο του 2018 πληροφορήθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση ανέθεσε σε εταιρεία την απομάκρυνση της δεξαμενής. Στις 22.10.18 μέλη του Δ.Σ. της Καθ' ης η αίτηση επικοινώνησαν με τον δικηγόρο του ζητώντας πιεστικά όπως διευθετηθεί η παρούσα αγωγή με την απόσυρση τόσο της απαίτησης, όσο και της ανταπαίτησης. Στις 28.10.18 παρακολουθώντας το δελτίο ειδήσεων τηλεοπτικού σταθμού είδε ρεπορτάζ στο οποίο η Multimarine Services Ltd (στο εξής «Multimarine») παραπονέθηκε για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση για την παραχώρηση χερσαίου και θαλάσσιου χώρου στο λιμάνι Λεμεσού σε άλλη ενδιαφερόμενη εταιρεία. Στις 30.10.18 επικοινώνησε με τον δικηγόρο της Multimarine, ο οποίος και του ανέφερε ότι ο χώρος που παραχωρήθηκε σε άλλη εταιρεία και για τον οποίο παραπονέθηκε περιλαμβάνει και τον επίδικο. Στις 05.11.18 ζήτησε από κάποιο πρόσωπο που γνωρίζει και που έχει πρόσβαση στον επίδικο χώρο να τον επισκεφθεί και να εξετάσει τι συμβαίνει. Πράγματι το εν λόγω πρόσωπο μετέβη στον επίδικο χώρο και εντόπισε περονοφόρο ανυψωτικό όχημα το οποίο εκτελεί εργασίες με προφανή σκοπό να καθαρίσει τον χώρο και να κατεδαφίσει τα υποστατικά της εταιρείας. Περαιτέρω, το προαναφερόμενο πρόσωπο πρόσεξε ότι ο γερανός που βρισκόταν στον επίδικο χώρο αποσυναρμολογήθηκε. Η άδεια χρήσης προς την εταιρεία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει δικαίωμα να παραχωρήσει αλλού τον επίδικο χώρο χωρίς τη συγκατάθεση της εταιρείας. Η εταιρεία έχει καλή αιτία αγωγής στα πλαίσια της ανταπαίτησης και δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει. Περαιτέρω, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα διότι, μεταξύ άλλων, είναι αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά που θα υποστεί η εταιρεία και οι πιστωτές της, ενώ η ανταπαίτηση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας είναι η άδεια χρήσης του επίδικου χώρου την οποία δικαιούται να υποπαραχωρήσει ή να αναπτύξει συνεργασία με άλλη εταιρεία προς εκμετάλλευση του. Τέλος, ο Αιτητής αφού σημειώνει ότι η στάση της Καθ' ης η αίτηση καταδεικνύει καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών, υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Καθ' ης η αίτηση εκδήλωσε την αντίθεση της στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταχωρώντας στις 05.12.18 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρει 25 συνολικά λόγους ένστασης. Οι πολυάριθμοι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: · Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς τα ζητήματα που εγείρει ο Αιτητής εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου αφού οι πράξεις της Καθ' ης η αίτηση αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις που μπορούν να προσβληθούν μόνο μέσω προσφυγής. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Η ανταπαίτηση του Αιτητή δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής και δεν είναι πρόσφορο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. · Η ζημιά που θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, αφού θα παρεμποδιστεί στην άσκηση αρμοδιοτήτων που της έχουν παραχωρηθεί από τον νόμο. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει προς την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατέχει τη θέση του Διευθυντή του Λιμανιού Λεμεσού από τον Δεκέμβριο του 2017, ενώ βρίσκεται στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση από το
- Η Καθ' ης η αίτηση είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο εγκαθιδρύθηκε διά νόμου και έχει αναλάβει την ιδιοκτησία, διαχείριση, λειτουργία και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβανομένου και του λιμανιού Λεμεσού. Κατά ή περί τις 14.10.93 η Καθ' ης η αίτηση με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της παραχώρησε στην εταιρεία άδεια χρήσης τριών στρεμμάτων γης εντός του λιμανιού Λεμεσού, καθώς και χώρου επί του κυματοθραύστη που βρισκόταν εντός του λιμανιού Λεμεσού. Σκοπός της εν λόγω άδειας ήταν η εγκατάσταση και λειτουργία πλωτής δεξαμενής για επιδιόρθωση και συντήρηση πλοίων και η χρήση των χερσαίων χώρων για την ίδια εργασία. Η αρχική διάρκεια της εν λόγω άδειας ήταν για περίοδο 5 ετών και συγκεκριμένα θα έληγε στις 30.09.98 με δικαίωμα ανανέωσης για περαιτέρω 5 έτη. Ακολούθως κατά ή περί την 01.03.95 η Καθ' ης η αίτηση μετά από αίτημα της εταιρείας αποφάσισε όπως παραχωρήσει δεύτερη άδεια χρήσης για την κατασκευή και χρήση μίας εξέδρας. Σκοπός ήταν η ανέλκυση σκαφών σε αυτήν για την επιδιόρθωση τους. Η άδεια παραχωρήθηκε για την περίοδο 01.03.95 με 30.09.98 με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμα 5 έτη. Τόσο η άδεια χρήσης ημερομηνίας 14.10.93, όσο και η άδεια χρήσης ημερομηνίας 01.03.95 έληξαν στις 30.09.98 χωρίς να ανανεωθούν από την Καθ' ης η αίτηση. Κατά τον χρόνο λήξης τους η εταιρεία όφειλε στην Καθ' ης η αίτηση διάφορα ποσά σε σχέση με τα δικαιώματα που επιβλήθηκαν σε αυτήν, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να κατακρατεί τους επίδικους λιμενικούς χώρους. Η Καθ' ης η αίτηση, λόγω των οφειλών της εταιρείας, δεν προχώρησε στην ανανέωση των προαναφερόμενων αδειών χρήσης με αποτέλεσμα η εταιρεία να καταστεί παράνομος επεμβασίας στους επίδικους λιμενικούς χώρους. Στις 18.05.04 στην αγωγή Ναυτοδικείου με αρ. 7/04 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο η πλωτή δεξαμενή τέθηκε υπό την κηδεμονία του αξιωματικού Ναυτοδικείου. Το εν λόγω διάταγμα οριστικοποιήθηκε στις 15.05.
- Ο Αιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 08.06.06 πληροφόρησε την Καθ' ης η αίτηση ότι ενεργούσε ως εκκαθαριστής της εταιρείας και ζήτησε την έγκριση της Καθ' ης η αίτηση για υπενοικίαση της εξέδρας που είχε ανεγείρει η εταιρεία, ως επίσης και των λοιπών λιμενικών χώρων ούτως ώστε να τεθούν ξανά σε λειτουργία οι εγκαταστάσεις της εταιρείας. Η Καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η άδεια χρήσης της εξέδρας έληξε από τις 30.09.98 χωρίς να υπάρξει ανανέωση της. Συνεπώς η εταιρεία και κατ' επέκταση ο Αιτητής δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσης των λιμενικών χώρων και της εξέδρας. Ενόψει των πιο πάνω ο Αιτητής στις 21.08.06 υπέβαλε αίτημα προς την Καθ' ης η αίτηση για χορήγηση άδειας χρήσης λιμενικών χώρων και η Καθ' ης η αίτηση αποφάσισε όπως του παραχωρήσει άδεια χρήσης των επίδικων λιμενικών χώρων. Η διάρκεια της άδειας θα ήταν για ένα έτος και συγκεκριμένα για την περίοδο 01.09.06 μέχρι και 31.08.
- Ταυτόχρονα η Καθ' ης η αίτηση ενέκρινε το αίτημα της F & T για δραστηριοποίηση της εντός του λιμανιού Λεμεσού, εφόσον ο Αιτητής έδωσε την συγκατάθεση του στην εν λόγω εταιρεία για να εκμεταλλεύεται τις εγκαταστάσεις της μονάδας κατασκευής - επισκευής πλοίων. Η Καθ' ης η αίτηση ωστόσο ουδέποτε συγκατατέθηκε στην υπενοικίαση των επίδικων χώρων στην F & T ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ακολούθως, στις 27.03.09 η Καθ' ης η αίτηση παραχώρησε για ένα έτος, ήτοι για την περίοδο 01.09.09 μέχρι 31.08.09, άδεια χρήσης στην F & T για χρησιμοποίηση χώρου γύρω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις της εταιρείας. Ο εν λόγω χώρος δεν είναι ο ίδιος με αυτόν που παραχωρήθηκε στον Αιτητή με την άδεια χρήσης ημερομηνίας 01.09.
- Η άδεια που παραχωρήθηκε στην F & T έληξε στις 31.08.09 χωρίς να ανανεωθεί. Όσον αφορά την άδεια χρήσης που παραχωρήθηκε στον Αιτητή, αυτή ανανεωνόταν κατόπιν αιτήματος του τελευταίου σε ετήσια βάση μέχρι και τις 31.08.11 οπότε έληξε και δεν ανανεώθηκε έκτοτε. Συγκεκριμένα την 01.09.11 η Καθ' ης αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή για την πρόθεση της να ανανεώσει την άδεια χρήσης των επίδικων λιμενικών χώρων με αναθεωρημένο τέλος, πράγμα με το οποίο ο Αιτητής διαφώνησε. Ως εκ τούτου η Καθ' ης η αίτηση αποφάσισε να μην ανανεώσει την άδεια χρήσης των επίδικων λιμενικών χώρων. Από την 01.09.11 ο Αιτητής παραμένει παράνομα στους επίδικους λιμενικούς χώρους και η Καθ' ης η αίτηση λόγω της παράνομης χρήσης και κατοχής τους από τον Αιτητή αποφάσισε όπως επιβάλει στον τελευταίο την πληρωμή δικαιωμάτων χρήσης ως αποζημίωση. Οι επίδικοι λιμενικοί χώροι σταδιακά από το 2012 περιήλθαν σε αχρησία και εντός του 2014 εγκαταλείφθηκαν οριστικά. Μάλιστα, στις 09.10.13 το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λεμεσού με σχετική επιστολή του απαγόρευσε τη χρήση της πλωτής δεξαμενής. Για το εν λόγω ζήτημα η Καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά και τον Αιτητή προκειμένου να λάβει όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση απαγόρευσε την είσοδο στους επίδικους λιμενικούς χώρους λόγω της ακαταλληλότητας τους και ενημέρωσε σχετικά τον Αιτητή. Από τον Νοέμβριο του 2014 και έπειτα δεν εξυπηρετήθηκε κανένα πλοίο από τον Αιτητή στους επίδικους λιμενικούς χώρους, ενώ όλοι οι χώροι και/ή εγκαταστάσεις εγκαταλείφθηκαν πλήρως από τον Αιτητή. Λόγω της εγκατάλειψης στην οποία περιήλθε η πλωτή δεξαμενή άρχισε να παρουσιάζει ορατό κίνδυνο βύθισης. Προς τούτο η Καθ' ης η αίτηση περί τις 16.01.17 αποφάσισε όπως διορίσει ανεξάρτητο νηογνώμονα για τη διενέργεια επιθεώρησης. Η εν λόγω επιθεώρηση κατέδειξε ότι η πλωτή δεξαμενή είναι ολικά κατεστραμμένη και χωρίς ικανότητα πλεύσης. Η Καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε σχετικά τον Αιτητή, ο οποίος αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ως εκ των ανωτέρω η Καθ' ης αίτηση στις 27.09.17 αποτάθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής Ναυτοδικείου με αρ. 7/04 ζητώντας άρση του διατάγματος σύλληψης της πλωτής δεξαμενής για να μπορέσει να την απομακρύνει. Το Δικαστήριο ενέκρινε το εν λόγω αίτημα και η Καθ' ης η αίτηση προκήρυξε τον διαγωνισμό υπ. αρ. 27/17 με τον οποίο στις 08.09.18 ολοκληρώθηκε η απομάκρυνση και εκποίηση της πλωτής δεξαμενής. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, στη βάση συμβουλής που έχει λάβει από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, ότι ο Αιτητής εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η άδεια χρήσης των επίδικων λιμενικών χώρων είναι σε ισχύ. Επίσης δεν νομιμοποιείται να αμφισβητεί την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση να μην ανανεώσει την επίδικη άδεια αφ' ης στιγμής δεν προσέβαλε την διοικητική πράξη με την οποία δεν ανανεώθηκε η επίδικη άδεια χρήσης. Οι εν λόγω αποφάσεις της Καθ' ης η αίτηση αποτελούν διοικητικές πράξεις οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ο Αιτητής οφείλει στην Καθ' ης η αίτηση το συνολικό ποσό των €55.147,19 πλέον τόκους, ενώ λόγω της παράνομης κατακράτησης των επίδικων λιμενικών χώρων η Καθ' ης η αίτηση υφίσταται ζημιά η οποία ανέρχεται στο ποσό των €2.475,42 μηνιαίως από την 01.12.
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν συντρέχει καμία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης τους, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ουδεμία τέτοια ζημιά θα προκληθεί εφόσον οι επίδικοι λιμενικοί χώροι βρίσκονται σε αχρησία από το 2014 και επομένως δεν μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε εκμετάλλευσης. Επίσης ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αυτή που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς ο Αιτητής ήδη οφείλει σε αυτήν το ποσό των €55.147,19 και η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση χωρίς οποιοδήποτε εισόδημα ή περιουσία. Αντιθέτως, η Καθ' ης η αίτηση αποτελεί ένα εύρωστο οργανισμό που έχει υπό τη διαχείριση του τα λιμάνια της Δημοκρατίας. Ως εκ των ανωτέρω ο ενόρκως δηλών καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την επίδικη αίτηση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ.ά) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Περαιτέρω, σημειώνω ότι το άρθρο 32, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.17(Ι)/2004, δίδει τη δυνατότητα και στον Εναγόμενο να αιτηθεί την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (Zhigachov κ.α
(2013)1 Α Α.Α.Δ 133 και Πολ. Αίτηση 103/18 ΣΙΗΠΗΛΛΗ ημερ. 16.08.18). Δικαιοδοσία Θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά προτεραιότητα το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο εγείρεται στους 7 πρώτους λόγους ένστασης της Καθ' ης η αίτηση. Η εισήγηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας στηρίζεται στο επιχείρημα ότι η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση για τερματισμό και/ή μη ανανέωση των επίδικων αδειών χρήσης, ως επίσης και η απόφαση της για έκδοση άδειας χρήσης σε τρίτο πρόσωπο αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και ως τέτοιες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας αναπτύχθηκε τόσο στις γραπτές, όσο και στις προφορικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων οι οποίοι στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας τους επικαλέστηκαν, από τη δική του σκοπιά ο καθένας, την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1Β Α.Α.Δ 882. Αμφότεροι οι συνήγοροι καταπιάστηκαν με το ζήτημα της δικαιοδοσίας θεωρώντας ως δεδομένο, η μεν κα. Σιακαλλή ότι δεν αμφισβητείται ο τερματισμός ή η μη ανανέωση της επίδικης άδειας χρήσης, ο δε κ. Γρηγορίου ότι η άδεια χρήσης βρίσκεται σε ισχύ. Η προαναφερόμενη διάσταση, η οποία πέραν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων προκύπτει και μέσα από τα δικόγραφα αλλά και την αίτηση, την ένσταση και τις υποστηρικτικές τους ένορκες δηλώσεις, δεν επιτρέπει, κατά την άποψη μου, στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο και με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα να εξετάσει ζήτημα δικαιοδοσίας. Η εξέταση του εν λόγω ζητήματος θα ήταν δυνατή εφόσον ο τερματισμός ή η μη ανανέωση της επίδικης άδειας χρήσης ήταν κοινά αποδεκτός. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε το απαραίτητο υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της καθ' ύλη αρμοδιότητας του. Στην προκείμενη όμως περίπτωση αυτό ακριβώς το ζήτημα αποτελεί την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Συγκεκριμένα ο Αιτητής αρνείται ότι η άδεια ή οι άδειες χρήσης τερματίστηκαν ή δεν ανανεώθηκαν. Η ανταπαίτηση του εδράζεται ακριβώς στον ισχυρισμό ότι οι άδειες εξακολουθούν να ισχύουν και επικαλείται μάλιστα και προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Καθ' ης η αίτηση περί μη καταβολής τελών μέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτημα που προέκυψε με την F & T. Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο κοινό έδαφος που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να αποφανθεί για το ζήτημα της δικαιοδοσίας, εφόσον προβάλλονται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί που αποτελούν συνάμα και την ουσία της επίδικης διαφοράς. Συνεπώς, με τα υφιστάμενα δεδομένα η απόφαση στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω) δεν μπορεί να φανεί χρήσιμη στους διαδίκους. Τόσο στην εν λόγω υπόθεση, όσο και στην Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λίμιτεδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2007)1 Α Α.Α.Δ 431, στην οποία με παρέπεμψε η κα. Σιακαλλή, δεν ήταν επίδικο θέμα το κατά πόσο η άδεια χρήσης βρισκόταν σε ισχύ ή όχι. Ταυτόχρονα υπογραμμίζω αυτό που έχει τονιστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή στα πλαίσια της διαδικασίας προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε διατύπωση ευρημάτων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.α ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση αρ, 71/11 ημερ. 16.04.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν και στην παρούσα: «Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξετασθούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209.» Εν προκειμένω το ζήτημα της καθ' ύλη αρμοδιότητας δεν προβάλλεται ως ένα αμιγώς νομικό ζήτημα. Αντιθέτως, προϋποθέτει την αξιολόγηση διιστάμενης μαρτυρίας, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει στο παρόν στάδιο παρά μόνο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Παράβαση καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στη γραπτή αγόρευση της εισηγείται ότι υπήρξε παράβαση του εν λόγω καθήκοντος και ως εκ τούτου, στη βάση των αρχών της νομολογίας, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξεταστούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή από την άλλη κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εν λόγω εισήγηση καθώς η υπό κρίση αίτηση δεν εξετάστηκε μονομερώς και δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς. Θα συμφωνήσω με την προσέγγιση του κ. Γρηγορίου υπό την έννοια ότι η παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης ενέχει συνέπειες στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο για να αποφασίσει στηρίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που παρουσιάζεται από τον Αιτητή. Στην υπόθεση HARVARDSKIY PRUMYSLOVY HOLDING A.S. v. DAVENTREEE RESOURCES LTD κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 801 το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων. (Attorney-General and Another v. Savvides (Νο.2) [1979] 1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners and Others
(1993)1 A.A.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597."» Στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται προς εξέταση ζήτημα παράβασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης εφόσον το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα στην απουσία της Καθ' ης η αίτηση. Προϋποθέσεις άρθρου 32 Ν.14/60 · 1η προϋπόθεση Το πρώτο κριτήριο που θέτει το άρθρο 32 είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αλλά και από την επίδικη αίτηση, η αξίωση του Αιτητή εδράζεται επί συμφωνιών άδειας χρήσης χερσαίου και θαλάσσιου χώρου στο Λιμάνι Λεμεσού. Ουσιαστικά αυτό το οποίο ισχυρίζεται ο Αιτητής είναι ότι υπήρξε παράβαση των όρων των αδειών χρήσης από την Καθ' ης η αίτηση, καθώς και της προφορικής συμφωνίας που έλαβε χώρα στα πλαίσια των προαναφερόμενων αδειών χρήσης. Το πρώτο κριτήριο επομένως θεωρώ ότι πληρούται, εφόσον έχει αποκαλυφθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. · 2η προϋπόθεση Στα πλαίσια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως αναφέρθηκε και κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, το Δικαστήριο εξετάζει την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τα όσα εκτίθενται στην ένσταση και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση της. Όπως επίσης αναφέρθηκε πιο πάνω, αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή εις βάθος εξέτασή της ή η διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 και Recnex Trading Ltd κ.α ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ανωτέρω). Περαιτέρω, έχει κατά κόρον τονισθεί από τη νομολογία, ότι στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ A.A.Δ 1802). Το ουσιαστικό επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης συνίσταται στο κατά πόσο η επίδικη άδεια χρήσης εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και επομένως κατά πόσο αντλεί εξ αυτής δικαιώματα ο Αιτητής σε σχέση με τους επίδικους λιμενικούς χώρους. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η άδεια χρήσης έληξε στις 31.08.11, δεν ανανεώθηκε έκτοτε και επομένως ο Αιτητής παράνομα κατέχει τους εν λόγω χώρους. Επικαλείται, μάλιστα η Καθ' ης η αίτηση τις επιστολές ημερομηνίας 28.08.15 και 18.11.16 (Τεκμήρια 19 και 25 αντίστοιχα της ένστασης) στις οποίες, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά σε παράνομη χρήση και κατοχή των επίδικων χώρων και καλείται ο Αιτητής να τους εκκενώσει. Ο Αιτητής, από την άλλη, επικαλείται τις δύο επιστολές του ημερομηνίας 09.09.15 και 08.12.16 (Τεκμήρια 11 και 13 αντίστοιχα της αίτησης) οι οποίες στάλθηκαν προς απάντηση των προαναφερόμενων επιστολών της Καθ' ης η αίτηση και στις οποίες αναφέρει ότι θα συνεχίσει την άδεια χρήσης των λιμενικών χώρων. Με την πρώτη μάλιστα επιστολή κατέβαλε και τα δικαιώματα χρήσης μέχρι τις 31.08.
- Παράλληλα, με την επιστολή ημερομηνίας 08.12.16 ενημέρωσε την Καθ' ης η αίτηση για την ανάκτηση της κατοχής των επίδικων χώρων από την F & T μετά από εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Επίσης, ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αποτελούσε κοινή αντίληψη μεταξύ των διαδίκων ότι η άδεια χρήσης ανανεωνόταν αυτόματα από έτος σε έτος, καθώς και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν θα καταβάλλονταν δικαιώματα χρήσης μέχρι να διευθετήσει η Καθ' ης η αίτηση το πρόβλημα που προέκυψε με τον χώρο που παραχώρησε στην F & T. Εξετάζοντας τους προαναφερόμενους αντικρουόμενους ισχυρισμούς στα περιορισμένα πλαίσια του άρθρου 32 του Ν.14/60, και έχοντας κατά νου τις αρχές που αναδύονται από τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω σε σχέση με το δεύτερο κριτήριο του εν λόγω άρθρου, θεωρώ, χωρίς ασφαλώς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, ότι αποκαλύπτεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. · 3η προϋπόθεση Ερχόμενος τώρα στο τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60 θεωρώ ότι δεν πληρούται. Αυτό διότι μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχει καταδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η εταιρεία δεν είχε την πραγματική κατοχή των επίδικων χώρων από τις 19.03.07, ημερομηνία κατά την οποία υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας και της F & T η συμφωνία υποπαραχώρησης (Τεκμήριο 3 της αίτησης). Επίσης από τον Απρίλιο του 2010 η F & T δεν κατέβαλε στην εταιρεία το συμφωνηθέν ποσό δυνάμει της συμφωνίας υποπαραχώρησης, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον της αγωγή και να εκδοθεί απόφαση στις 08.02.
- Η εταιρεία, με εξαίρεση την πληρωμή του ποσού των €94.000, δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τον εν λόγω χώρο από τον Απρίλιο του
- Η ανάκτηση τώρα της κατοχής των επίδικων χώρων από την F & T επιτεύχθηκε στις 08.02.
- Έκτοτε και αφού περιήλθε σε γνώση του Αιτητή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η παραχώρηση του περιμετρικού χώρου στην F & T δεν προέβη σε οποιαδήποτε ουσιώδη ενέργεια προς διασφάλιση των ισχυριζόμενων συμφερόντων της εταιρείας, ούτε και έπραξε οτιδήποτε για να εξασφαλίσει την πραγματική κατοχή και εκμετάλλευση των επίδικων χώρων παρά μόνο μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Παράλληλα σημειώνω ότι είναι ουσιαστικά αποδεκτό από τον Αιτητή ότι οι επίδικοι χώροι έχουν περιέλθει σε αχρησία. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεδομένων δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να γίνεται λόγος για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συνάγεται από τα προαναφερόμενα είναι ότι η όποια ζημιά ενδέχεται να υποστεί η εταιρεία σε περίπτωση που επιτύχει στην ανταπαίτηση και δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Άλλωστε οι αποζημιώσεις, με καθορισμένο μάλιστα ποσό, αποτελούν μια από τις θεραπείες που διεκδικούνται με την ανταπαίτηση. Επομένως, η ίδια η ανταπαίτηση απαντά στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι είναι αδύνατος ο υπολογισμός της ζημιάς. Επίσης, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εύρωστος οργανισμός που έχει υπό τη διαχείριση της τα λιμάνια της Δημοκρατίας, ενώ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί οικονομικής αδυναμίας της Καθ' ης η αίτηση (Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2).
(2008)1Α Α.Α.Δ 626). Συνεπώς, η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει την οικονομική ευχέρεια για να αποζημιώσει τον Αιτητή αν και εφόσον επιτύχει στην ανταπαίτηση. Τέλος, επισημαίνω ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ 788 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧΧ ν. ΧΧΧΧ Σούλη, Πολ. Έφεση αρ. Ε75/15 ημερομηνίας 07.12.18 τονίστηκε ότι η προσοχή του Δικαστηρίου εστιάζεται ιδιαιτέρως στο να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Στην προκείμενη περίπτωση για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν κατά την εξέταση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 του Ν.14/60, θεωρώ ότι η απόρριψη της αίτησης ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Επισημαίνω και την εξής παράμετρο. Εάν εκδίδονταν τα αιτούμενα διατάγματα και στο τέλος κατά την εκδίκαση της αγωγής φαινόταν ότι κακώς εκδόθηκαν, τότε η Καθ' ης η αίτηση θα είχε απέναντι της μία εταιρεία που τελεί υπό εκκαθάριση και που το μόνο περιουσιακό της στοιχείο με δική της ομολογία συνίστατο στο αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Επομένως ακόμα και αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60η κατάληξη της αίτησης ενόψει του ισοζυγίου της ευχέρειας θα ήταν η ίδια. Στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧΧ ν. ΧΧΧΧ Σούλη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι κατά την εφαρμογή της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος παρά τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου. Κατάληξη Για όλους του λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η υπό κρίση αίτηση απορριφθεί. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο