Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου Βασιλείου κ.α. ν. Πεύκου κ.α., Αρ. Αγωγής 6176/2011, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 6176/2011 Μεταξύ: Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου ΧΧΧΧ Βασιλείου Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της ΧΧΧΧ Βασιλείου, εκ Πέρα Πεδίου Εναγόντων -και-
- ΧΧΧΧ Πεύκου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ Πεύκου, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------- Ημερ.: 29.3.2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Χρ. Στυλιανίδης για Στέλιος Στυλιανίδης και Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Παύλος Μπενάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Καθυστέρηση H αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 29.12.
- Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 20.3.
- Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση την 12.9.2014 και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση την 6.10.
- Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες την 7.12.
- Κατά την ημερομηνία αυτή, δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων μέχρι 8.2.
- Αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων την 8.3.2016, αφού είχε δοθεί παράταση χρόνου ενός μηνός. Κατόπιν αιτημάτων των διαδίκων η αγωγή αναβλήθηκε αρκετές φορές για οδηγίες και την 22.6.2016 οι Ενάγοντες καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Την 14.11.2016 καταχωρίστηκε αίτηση για προδικαστική εκδίκαση ζητημάτων που εγείρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Την 18.3.2017 αυξήθηκε η κλίμακα της Ανταπαίτησης και η αγωγή τέθηκε ενώπιον Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αίτηση διεκπεραιώθηκε την 12.5.2017 με την έκδοση Ενδιάμεσης Απόφασης και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση την 19.6.2017 οπόταν και άρχισε η εκδίκαση της. Καθίσταται πρόδηλο ότι η καθυστέρηση βαραίνει, κατά κύριο λόγο τους διαδίκους και ιδιαίτερα τους Ενάγοντες που, μεταξύ άλλων, καθυστέρησαν πέραν των δύο ετών για να καταχωρίσουν την Έκθεση Απαίτησης τους και πέραν του ενός έτους για να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Β. Η Δικογραφία - Τα Επίδικα Θέματα Η αντιδικία αφορά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/28, Τεμ. ΧΧΧΧ στο Πέρα Πεδί μέσα στο οποίο είναι κτισμένο το Παρεκκλήσιο της Παναγίας Φανερωμένης. Το ακίνητο, εμβαδού 22.409 τ.μ., ανήκε στη γιαγιά των Εναγομένων ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή που, σύμφωνα με την αξίωση, φέρεται να εκδήλωσε πρόθεση να παραχωρήσει χώρο από αυτό για να κτιστεί Παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Παναγία Φανερωμένης, το οποίο «να ανήκει στην αρμόδια δια του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου οντότητα». Το Παρεκκλήσιο ανεγέρθηκε το 1938, σύμφωνα με την αξίωση, δαπάνη τρίτων προσώπων, καταλαμβάνοντας, με την αυλή του και την πρόσβαση προς το δημόσιο δρόμο, 219 τ.μ. από το ακίνητο. Την 2.1.1969, αναφέρεται, το ακίνητο περιέπεσε στην ιδιοκτησία μελών της οικογένειας Πεύκου προφανώς δυνάμει κληρονομιάς. Οι Εναγόμενοι είναι οι σημερινοί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ½ μεριδίου του ακινήτου έκαστος. Η μεταβίβαση στο όνομα του Εναγόμενου 1 έγινε την 25.4.1987 και στο όνομα της Εναγόμενης 2 την 12.5.
- Όπως δικογραφείται ο Ενάγοντας 1, Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, είναι νομική οντότητα βάσει του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου «συνεπεία της ύπαρξης του Ιερού Ναού Παναγίας Φανερωμένης ως παρεκκλήσιο δεόντως μυρωμένο κατά τα θέσμια της Ορθοδοξίας». Όπως επίσης δικογραφείται η Ενάγουσα 2, Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου, είναι νομική οντότητα βάσει του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου και έχει εξουσία και αρμοδιότητα διαχείρισης και εκπροσώπησης των Ιερών Ναών του Πέρα Πεδίου. Στον τίτλο της αγωγής αναφέρεται ότι η Εκκλησιαστική Επιτροπή ενάγει διά του Προέδρου της XXXXX Βασιλείου, όπως και ο Ιερός Ναός. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι κατά καιρούς προέβαιναν σε εργασίες συντήρησης του Παρεκκλησίου, το καθάριζαν και το περιποιούνταν. Το δε 1997 προέβηκαν σε ουσιώδη συντήρηση και ανακαίνιση του, πάντα με δικά τους έξοδα και δωρεές τρίτων. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγόντων ότι οι προκάτοχοι των Εναγομένων ουδέποτε ήγειραν ζήτημα ιδιοκτησίας του Παρεκκλησίου και ουδέποτε επιχείρησαν να ασκήσουν κυριαρχικό δικαίωμα ή δικαίωμα κατοχής του. Αντίθετα, αναφέρεται, ενεθάρρυναν, προέτρεπαν και διαβεβαίωναν ρητά και με τη συμπεριφορά τους τους Ενάγοντες ότι ουδέν δικαίωμα θα ασκούσαν επί του Παρεκκλησίου και ότι οι Ενάγοντες δύναντο και δικαιούντο σε ανενόχλητη και αδιάλειπτη κατοχή του. Έτσι από της ανέγερσης του το Παρεκκλήσιο τύγχανε ανενόχλητης και αδιάλειπτης κατοχής από τους Ενάγοντες που το κατείχαν ως απόλυτοι κύριοι. Οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται στην επ' ονόματι τους εγγραφή των 219/22409 μεριδίων του ακινήτου που να αντιστοιχεί στο τμήμα του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Παρεκκλήσιο και ο ήδη διαμορφωμένος περίγυρος του στη βάση των αρχών της επιείκειας και ρητού και εξ επαγωγής και απολήγοντος καταπιστεύματος. Διαζευκτικά διάταγμα ότι δικαιούνται σε ανενόχλητη κατοχή και χρήση και εκμετάλλευση του ως απόλυτοι κύριοι. Εάν όχι, αποζημιώσεις €150.000 για την μετακίνηση του Παρεκκλησίου και €35.000 για τις κατά καιρούς δαπάνες για την συντήρηση του. Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα ότι ο Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και «δεν θεωρείται ως χώρος λατρείας μετά από ουσιαστικές και/ή θεμελιακές παράνομες οικοδομικές εργασίες και/ή δεν είναι εγγεγραμμένος ο εν λόγω ναός και/ή το παρεκκλήσι στην οικεία Μητρόπολη». Περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής γιατί για την έγερση αγωγής εκ μέρους εκκλησιαστικού νομικού προσώπου απαιτείται η άδεια ή έγκριση του οικείου Αρχιερέως, στην προκειμένη περίπτωση του Μητροπολίτη Λεμεσού, που δεν εξασφαλίστηκε ή δεν αναφέρεται ότι εξασφαλίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Ακόμα ότι η Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου, όργανο της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού είναι αρμόδια για Παρεκκλήσια που ανήκουν ιδιοκτησιακά στην Μητρόπολη και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού το επίδικο Παρεκκλήσι ουδέποτε εγγράφηκε ως ιδιοκτησία της Μητρόπολης Λεμεσού, αλλά ήταν πάντα ιδιωτική περιουσία. Είναι η θέση τους ότι το Παρεκκλήσι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και δεν είχε συντηρηθεί. Υπήρχαν σπασμένα παράθυρα και οι πόρτες δεν έκλειναν λόγω ρωγμών και συστολής και διαστολής των τοίχων. Περαιτέρω ότι το Παρεκκλήσι δεν υφίσταται από το έτος 2010, αφού έχει καταστραφεί και ερειπωθεί μετά από παράνομες εργασίες και ότι σήμερα υπάρχουν μόνο τέσσερις τοίχοι. Με την αφαίρεση της Αγίας Τράπεζας και των Μύρων, αναφέρουν, ο χώρος έπαυσε να είναι χώρος λατρείας. Αρνούνται ότι η γιαγιά τους είχε εκδηλώσει πρόθεση να παραχωρήσει τον επίδικο χώρο και ότι ουδέποτε τον δώρισε ή τον εκχώρησε σε οποιαδήποτε οντότητα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου. Είναι η θέση τους ότι το Παρεκκλήσι ανήγειρε η ίδια με δικά της χρήματα και μικρή συνεισφορά τρίτου προσώπου. Ουσιαστικά, ότι ο επίδικος χώρος ουδέποτε έπαυσε να είναι ιδιωτική περιουσία της γιαγιάς τους, των διαδόχων της σε τίτλο και εν κατακλείδι των ιδίων. Αρνούνται ότι οποτεδήποτε επέτρεψαν ή έδωσαν την εντύπωση στους Ενάγοντες ότι δικαιούνταν στην κατοχή του Παρεκκλησίου. Είναι, τέλος, η θέση των Εναγομένων ότι περί το 2010 χωρίς τη συγκατάθεση τους, παράνομα και αυθαίρετα οι Ενάγοντες επενέβηκαν στο ακίνητο τους και κατασκεύασαν πλακόστρωτο από οπλισμένο σκυρόδεμα έκτασης 219 τ.μ. γύρω από το Παρεκκλήσι. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την αγωγή 4781/2010 Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας διάταγμα που να απαγορεύει τις επεμβάσεις, που τερματίστηκαν. Ανταξιώνουν δήλωση ότι κατέχουν τον επίδικο χώρο ως οι νόμιμοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του και διάταγμα που να απαγορεύει στους Ενάγοντες όπως εισέρχονται σε αυτό. Γ. Η Νομική Υπόσταση των Εναγόντων Είναι η θέση των Εναγομένων ότι εφόσον οι Ενάγοντες δικογραφούν ότι είναι νομικές οντότητες βάσει του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Καταστατικού Χάρτη της Αγιώτατης Εκκλησίας της Κύπρου το ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί διαφορετικά και με αναφορά σε οιαδήποτε νομοθεσία. Το ζήτημα που εγείρεται με την Υπεράσπιση σε σχέση με την Εκκλησιαστική Επιτροπή δεν είναι κατά πόσο είναι νομική οντότητα, αλλά ότι δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής επειδή το επίδικο Παρεκκλήσιο δεν ανήκει ιδιοκτησιακά στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Άλλωστε, οι ίδιοι δικογραφούν ότι η Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου είναι όργανο της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν και Ανταπαίτηση στην παρούσα εναντίον αμφοτέρων των Εναγόντων, θέση που προϋποθέτει ότι οι τελευταίοι είναι νομικά πρόσωπα εναντίον των οποίων μπορεί να προωθείται αξίωση, έστω και ανταπαιτητικά. Σημειώνεται ακόμα ότι οι Εναγόμενοι είχαν, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καταχωρήσει την αγωγή 4781/2010 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Ενάγουσας 2 στην παρούσα, προτάσσοντας ουσιαστικά οι ίδιοι ότι συνιστά νομικό πρόσωπο που μπορεί να ενάγεται. Όμως, το γεγονός ότι ο εναγόμενος αναγνωρίζει στη δικογραφία του τη νομική υπόσταση του ενάγοντα, δεν αποκλείει το Δικαστήριο από του να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγοντας έχει νομική υπόσταση όταν το ζήτημα αφορά στο νόμο και όχι στα γεγονότα. Πρόκειται, άλλωστε, για ζήτημα δημόσιας τάξης που δεν μπορεί να παρακαμφθεί με συμφωνία των μερών. Όταν ο ενάγοντας δεν είναι φυσικό πρόσωπο και συνεπώς επικαλείται ότι είναι νομικό πρόσωπο τις πιο πολλές φορές αυτό περιγράφεται σε μια από τις πρώτες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης του. Ότι για παράδειγμα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμός, σωματείο κλπ. και συνηθίζεται να γίνεται αναφορά στη νομοθεσία δυνάμει της οποίας εγκαθιδρύθηκε. Ο βασικός ισχυρισμός που πρέπει να δικογραφείται είναι πως ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει νομοθεσία με την οποία αποδίδεται νομική υπόσταση στον ενάγοντα, έστω και αν αυτή δεν μνημονεύεται στην έκθεση απαίτησης. Εάν δηλαδή υφίσταται νόμος που προνοεί ότι ο Ναός, στην προκειμένη περίπτωση, συνιστά νομικό πρόσωπο το Δικαστήριο δεν δικαιολογείται να καταλήξει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Έχει, κατά την ακρόαση της αγωγής, συζητηθεί το Άρθρο 110 του Συντάγματος το οποίο προνοεί ότι: «Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίση έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως της Ιεροίς Κανόσι και των εν ισχύι Καταστατικώ Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργή αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου». Αναμφίβολα το Σύνταγμα αναγνωρίζει την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου ως νομικό πρόσωπο (βλ. Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλή των Αντιπροσώπων
(1990)3 ΑΑΔ 338) και η αναφορά σε «δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως . της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύι Καταστατικώ Χάρτη αυτής» σημαίνει πως ο τρόπος διαχείρισης της περιουσίας της Εκκλησίας θα γίνεται με βάση τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου λειτουργεί με τον τρόπο που περιγράφεται στους δικούς της εσωτερικούς κανόνες και όπως η ίδια καθορίζει. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Συνταγματική πρόνοια αφήνει περιθώρια επιλογής του τρόπου εκπροσώπησης της εκκλησίας και προώθησης των περιουσιακών της συμφερόντων ενώπιον των αρχών του κράτους και περιλαμβάνει το πώς αυτή αντιπροσωπεύεται ενώπιον των Δικαστηρίων. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Συνταγματική πρόνοια δεν εξουσιοδοτεί και δεν επιτρέπει στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου να δημιουργεί νομικά πρόσωπα. Στην Ιερά Μονή Μαχαιρά κ.α ν. Κουβάτζια κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 436 αναφέρεται ότι ο Καταστατικός Χάρτης δεν έχει κυρωθεί από νόμο και δεν έχει ισχύ νόμου. Είναι εσωτερικός κανόνας της Εκκλησίας της Κύπρου. Το γεγονός έχει την συνέπεια ότι καμιά διάταξη του δεν μπορεί αφ' εαυτής να επενεργεί ώστε να αναγνωρίζεται στην πολιτειακή τάξη νομικό πρόσωπο, εκτός και αν η νομοθεσία παραπέμπει προς τούτο στον Καταστατικό Χάρτη. Και σε αυτή την περίπτωση, η συνέπεια θα προκύπτει από τον νόμο. Η ύπαρξη άλλης νομικής προσωπικότητας που να σχετίζεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου θα πρέπει να διαπιστωθεί σε νόμο και μόνο εφόσον διαπιστωθεί τέτοια, η αντιπροσώπευση και ο τρόπος που ενεργεί το πρόσωπο μπορεί να αναζητηθεί στους κανόνες της Εκκλησίας. Στην έκταση που ο νόμος αναγνωρίζει ως νομικό πρόσωπο Εκκλησιαστικό Οργανισμό γενικά, είναι ο Καταστατικός Χάρτης που θα καθορίσει κατά πόσο το υπό αναφορά «πρόσωπο» είναι Εκκλησιαστικός Οργανισμός. Από την άλλη, στην περίπτωση που ο νόμος αναγνωρίζει νομικό πρόσωπο σε σχέση με την Εκκλησία που η τελευταία δεν θεωρεί τέτοιο, δημιουργείται αδιέξοδο, αφού το νομικό πρόσωπο που ο νόμος αναγνωρίζει είναι, ενδεχομένως, αδύνατο να μπορεί να ενεργήσει. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος αφορά στο δικαίωμα της απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας. Η παράγραφος 9 του Άρθρου 23 προνοεί ότι: «Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις του εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προβλεπομένου δικαιώματος επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης εις οιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ναόν ή οιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί αυτής, ειμή τη εγγράφω συναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρχής της εχούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, έβδομης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου..». Σαφώς αναγνωρίζεται ότι κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει σε Ναό και επίσης αναγνωρίζεται ότι ο Ναός είναι Εκκλησιαστικός Οργανισμός. Η θέση των Εναγομένων ότι οι αναφορές είναι περιγραφικής φύσεως και δεν αποδεικνύεται η νομική οντότητα του Ναού παραγνωρίζει το μη διφορούμενο λεκτικό του Άρθρου του Συντάγματος. Είναι, ωστόσο λογική η παρατήρηση τους πως ενδεχομένως ο Συνταγματικός νομοθέτης να είχε υπόψη ότι ο εν ισχύ Καταστατικός Χάρτης κατά το χρόνο σύνταξης του Συντάγματος προνοούσε ότι ο Ναός ήταν νομικό πρόσωπο. Στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.224, στο ερμηνευτικό άρθρο 2, αναγνωρίζεται ως θρησκευτικός οργανισμός και το παρεκκλήσι. Αναφέρεται ότι «"θρησκευτικός οργανισµός" περιλαµβάνει θρησκευτικό κατάστηµα ή θρησκευτικό ίδρυµα κάθε δόγµατος καθώς και οποιοδήποτε θρόνο, εκκλησία, παρεκκλήσι, µονή, τέµενος, τεκκέ, τόπο λατρείας ή συναγωγή.» Στο άρθρο 41 γίνεται αναφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε θρησκευτικό οργανισμό. Η αναφορά σε κατοχή εκ μέρους ορισμένου θρησκευτικού οργανισμού εξυπακούει απαρέγκλιτα ότι θρησκευτικός οργανισμός μπορεί να κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία και συνεπώς δεν μπορεί παρά να είναι νομικό πρόσωπο, αφού για να έχει κάποιος το δικαίωμα να κατέχει ακίνητη περιουσία πρέπει, αν δεν είναι φυσικό πρόσωπο, να είναι νομικό πρόσωπο. Στους περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόµους του 1980 έως 2016, στο άρθρο 2, αναφέρεται ότι ««Εκκλησία» σηµαίνει την Εκκλησία της Κύπρου και περιλαµβάνει το Κεντρικό Εκκλησιαστικό Ταµείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, όλες τις Μητροπόλεις, τις Σταυροπηγιακές Μονές, τις Ενοριακές Μονές, τους Ναούς και τα Παρεκκλήσια». Όπου η νομοθεσία αναγνωρίζει Ναό ως νομικό πρόσωπο, δεν αναγνωρίζει ως τέτοιο το κτίσμα που αναμφίβολα δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από περιουσιακό στοιχείο. Ο Ναός ως νομικό πρόσωπο είναι ο θρησκευτικός οργανισμός που εγκαθιδρύεται με τη δημιουργία ενός Ναού κατά τα θέσμια της Εκκλησίας. Ο Ναός ως θρησκευτικός οργανισμός μπορεί να είναι ιδιοκτήτης ή και κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας, του κτίσματος του Ναού και της γης στην οποία είναι κτισμένος, αλλά και άλλης ακίνητης περιουσίας. Όπως και η Μονή. Είναι νομικό πρόσωπο ο θρησκευτικός οργανισμός που η Μονή συνιστά και όχι τα κτίρια ή άλλοι χώροι στους οποίους εδρεύει και λειτουργεί. O ΧΧΧΧ Κονιδάρης (Μ.Υ.6) είναι καθηγητής εκκλησιαστικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πλούσια εργογραφία (βλ. Τεκμ.58). O Κονιδάρης παρουσίασε γνωμοδότηση (Τεκμ.59) στην οποία παρουσιάζει τη θέση του ότι Ιερός Ναός ή Παρεκκλήσιο δεν είναι νομικό πρόσωπο κατά το εκκλησιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου του 2010, (Τεκμ.19) που ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής και μέχρι σήμερα. Όπως υπέδειξε ο Καταστατικός Χάρτης του 1979, (Τεκμ.20) άρθρα 80
(3)και 160, όπως και ο Καταστατικός Χάρτης του 1914 (Τεκμ.35) άρθρο 94 αναγνώριζαν τον Ναό ως νομική προσωπικότητα. Εσφαλμένα, κατά τον μάρτυρα, από εκκλησιολογικής άποψης. Αναφέρει ο Κονιδάρης ότι το επίδικο Παρεκκλήσι στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα είναι απλά ένα ναόσχημο κτίσμα και δεν πρόκειται για Ναό ούτε μπορεί να του προσδοθεί ο χαρακτηρισμός χώρου λατρείας κατά τα θέσμια της Εκκλησίας. Σε αυτή τη βάση ο Κονιδάρης θα είχε, ενδεχομένως, την ίδια άποψη για τους πολλούς ναούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου που λεηλατήθηκαν, βανδαλίστηκαν ή γκρεμίστηκαν την περίοδο που ακολούθησε τα γεγονότα του Καλοκαιριού του 1974 και πολλοί βρίσκονται σε κατάσταση ερήμωσης μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση του αυτή. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί, νομικό πρόσωπο είναι ο Ναός ως θρησκευτικός οργανισμός και όχι το κτίσμα. Εάν το κτίσμα εκλείψει δεν παύει να υφίσταται ο οργανισμός εκτός και αν η Εκκλησία τον καταργήσει. Ο ΧΧΧΧ Ολύμπιος (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.34) είναι πτυχιούχος θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν από την αφυπηρέτηση του εργαζόταν ως θεολόγος σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Εργάζεται στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού από το
- Από το 1959 ήταν μέλος του Γραφείου Διαφωτίσεως της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού και από το 1973 διευθυντής του γραφείου αυτού. Ο Ολύμπιος ανάφερε ότι δεν είναι νομικός αλλά το εκκλησιαστικό δίκαιο αποτελούσε μέρος των σπουδών του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ως εκ της θέσης του και της ανάμιξης του για πολλά χρόνια στα εκκλησιαστικά δρώμενα, είναι σε θέση να αναφερθεί στα επίμαχα σημεία του Καταστατικού Χάρτη. Παρέπεμψε στο άρθρο 94 του Καταστατικού Χάρτη του 1914 και στο άρθρο 160 του Καταστατικού Χάρτη του 1979 και υποστήριξε ότι οι Ναοί συνεχίζουν να αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα από τον Καταστατικό Χάρτη του
- Έκαμε αναφορά στο άρθρο 12 του Παραρτήματος Γ του Καταστατικού Χάρτη του 2010 όπου αναφέρεται ότι «Πρόσοδοι του Ενοριακού Ταμείου είναι: α) τα εισοδήματα από την κινητή και ακίνητη περιουσία του Ναού» ως πρόνοια ενδεικτική ότι ο Ναός εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από την Εκκλησία ως νομικό πρόσωπο εφόσον μπορεί να έχει κινητή και ακίνητη περιουσία και εισοδήματα από αυτή. Στο άρθρο 46 του Καταστατικού Χάρτη του 2010 περιγράφονται οι Ναοί της Εκκλησίας της Κύπρου και σε αυτούς περιλαμβάνονται και τα Παρεκκλήσια (άρθρο 46
(1)(γ)). Αναφέρεται στο άρθρο 46
(2)ότι: « Όλοι οι Ναοί αποτελούν αναπαλλοτρίωτη εκκλησιαστική περιουσία και διατελούν κάτω από τον έλεγχο και την εποπτεία του οικείου Αρχιερέως. Η διοίκηση και η διαχείριση τους διεξάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού Χάρτη». Επιχειρηματολογεί ο δικηγόρος των Εναγόντων ότι πρόνοια ανάλογη του άρθρου 46
(2)του Καταστατικού Χάρτη του 2010 υπήρχε και στον Καταστατικό Χάρτη του 1979, όπου αναφερόταν ότι «άπαντες οι ναοί ανήκουσιν ως αναπαλλοτρίωτος εκκλησιαστική περιουσία εις τον οικείον Θρόνον .» (άρθρο 80) και τούτο παρά το ότι ο Καταστατικός Χάρτης του 1979 ρητά και παραδεκτά στη διαδικασία αναγνώριζε τους Ναούς ως νομικά πρόσωπα. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην γνωμοδότηση του ο Κονιδάρης ξεφεύγει των ορίων της εμπειρογνωμοσύνης του. Σχολιάζει πρόνοιες της νομοθεσίας και καταλήγει σε αβάσιμα συμπεράσματα, ότι για παράδειγμα οι Ενάγοντες δεν είχαν υποβάλει αίτηση για εγγραφή του επίδικου Παρεκκλησίου στο όνομα τους όχι διότι δεν γνώριζαν τον Νόμο (αναφερόταν στο άρθρο 41 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224) αλλά διότι θεωρούσαν ότι δεν αφορούσε την περίπτωση. Επέδειξε με τη συμπεριφορά του διάθεση να υποστηρίξει την υπόθεση των Εναγομένων, εκφεύγοντας από τη θέση του εμπειρογνώμονα που τον θέλει να παρουσιάζει την καθαρά επιστημονική του θέση προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Ωστόσο, σε σχέση με το επιμέρους ζήτημα που αφορά στην ερμηνεία Εκκλησιαστικού Κανόνα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Κονιδάρη ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου του 2010 δεν αναγνωρίζει το Ναό ως νομικό πρόσωπο. Επομένως, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, παρά το ότι η νομοθεσία αναγνώριζε τον Ναό ως νομικό πρόσωπο, εφόσον η Εκκλησία μετά το 2010 δεν του αποδίδει τέτοια υπόσταση, ο Ναός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται και δεν μπορεί να ενεργεί. Στην περίπτωση Μονής, που επίσης αναγνωρίζει ο νόμος, προνοεί ο εσωτερικός κανονισμός της Εκκλησίας ότι αυτή εκπροσωπείται από τον ηγούμενο (άρθρο 65
(11)του Καταστατικού Χάρτη του 2010). Οπόταν όταν μια Μονή επιθυμεί να ενάξει στα πολιτικά Δικαστήρια ο ηγούμενος θα δώσει τις οδηγίες και θα υπογράψει το σχετικό «Τύπο διορισμού δικηγόρου υπό Ενάγοντος». Στην περίπτωση του Ναού κανένας δεν έχει την εξουσία να το πράξει και η Εκκλησία κανένα δεν έχει ορισμένο ως αντιπρόσωπο Ναού ως νομικού προσώπου. Δεν υποδείχθηκε κάτω από ποια πρόνοια, του Καταστατικού Χάρτη ή διαφορικά, ο ΧΧΧΧ Βασιλείου έκρινε εαυτόν ως αρμόδιο για να εκπροσωπήσει τον Ιερό Ναό της Παναγίας Φανερωμένης. Η παραπομπή από το δικηγόρο των Εναγόντων σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου Ναοί παρουσιάζονται ως διάδικα μέρη (π.χ. Ιερός Ναός Χρυσελεούσης Στροβόλου ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(1989)3 C.L.R. 3074) δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε εφόσον πρόκειται για υποθέσεις που αφορούσαν πριν το 2010 που τέθηκε σε ισχύ ο Καταστατικός Χάρτης που ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής και ισχύει μέχρι σήμερα. Επομένως καμία αξίωση δεν είναι εφικτό να προωθείται ενώπιον Δικαστηρίου από Ναό και η καταχώρηση της αγωγής εκ μέρους του Εναγομένου 1 είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, η βάση της αξίωσης είναι τέτοια, εδραζόμενη στη δημιουργία εμπιστεύματος, που δεν θα μπορούσε να προωθείται από πρόσωπο, σε κάθε περίπτωση, ανύπαρκτο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η όποια υπόσχεση, παραχώρηση ή δωρεά έγινε σε χρόνο που δεν υφίστατο ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Φανερωμένης Πέρα Πεδίου. Καθόσον αφορά την Ενάγουσα 2 αναφέρουν οι Εναγόμενοι ότι δεν υφίσταται οιαδήποτε νομοθεσία που να αναγνωρίζει Εκκλησιαστική Επιτροπή ως νομικό πρόσωπο. Είναι η θέση του Κονιδάρη ότι ο Καταστατικός Χάρτης δεν αναγνωρίζει ως νομικό πρόσωπο την Εκκλησιαστική Επιτροπή αλλά την Ενοριακή Επιτροπή. Ο Καταστατικός Χάρτης του 2010 προνοεί στο άρθρο 45 ότι: «
- Η Ενορία αποτελεί νομικό πρόσωπο, το οποίο απαρτίζεται από το σύνολο των Ορθοδόξων Χριστιανών, που κατοικούν μονίμως σε μια ορισμένη εκκλησιαστική περιφέρεια, εντός της Αρχιερατικής Επαρχίας.
- Η Ενορία ιδρύεται με απόφαση του οικείου Αρχιερέως ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Θρονικής Επιτροπής .». Το άρθρο 52 προνοεί ότι «Κάθε Ενορία διοικείται από την Ενοριακή Επιτροπή. Η Επιτροπή συγκροτείται από τον Πρόεδρο της, κληρικό ή λαϊκό, που ορίζεται από τον Επίσκοπο, και τέσσερα λαϊκά μέλη.». Ο Ολύμπιος αναφέρεται σε Ενοριακή ή Εκκλησιαστική Επιτροπή χωρίς διάκριση μεταξύ τους και σημειώνει ότι προνοούνταν και στον Καταστατικό Χάρτη του 1914, άρθρο 95 και 117 και στους επόμενους ως Ενοριακές Επιτροπές. Το Τεκμ.2 είναι βεβαίωση ημερ. 9.6.2017 της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού όπου αναφέρονται τα ονόματα των προσώπων που «αποτελούν στην Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Αγίου Νικολάου της κοινότητας Πέρα Πεδίου». Ο αναφερθείς στον τίτλο της αγωγής ΧΧΧΧ Βασιλείου σημειώνεται ως ο Πρόεδρος. Εφόσον στον Καταστατικό Χάρτη του 2010 δεν προνοείται η ονομασία Εκκλησιαστική Επιτροπή είναι πρόδηλο πως η βεβαίωση της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού αναφέρεται στην Ενοριακή Επιτροπή της Κοινότητας. Δεν μαρτυρήθηκε ότι υπάρχει άλλη Ενοριακή Επιτροπή από αυτή που αναφέρεται ως Εκκλησιαστική. Φαίνεται πως ευρέως χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός Εκκλησιαστική Επιτροπή για ό,τι ο Καταστατικός Χάρτης καθορίζει ως Ενοριακή Επιτροπή. Στην Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805, 1810 λέχθηκε ότι: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos v. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδώσει (Etablissement Bandelot v. R.S. Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 149).» Στην E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd
(1999)1(A) A.A.Δ. 443, 452 αναφέρεται ότι: «. δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι το προκύψαν θέμα είναι εντελώς τεχνικό και δεν συντρέχει λόγος ουσίας ο οποίος να καθιστά άλλως παρά αναγκαία την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου προς όφελος της διόρθωσης που επιδιώχθηκε. Είναι φανερό ότι, καθ΄ όλη τη διαδικασία, η εταιρεία εναντίον της οποίας εστρέφετο η αγωγή ήταν η Reana Manufacturing and Trading Co Ltd, που ήταν και η μόνη υφιστάμενη νομική οντότητα, και όχι η ανύπαρκτη Reana Manufacturers Ltd, η αναφορά της οποίας ως εναγομένης συνιστούσε λανθασμένη ονομασία.» Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αυτό που στον τίτλο της αγωγής περιγράφεται ως Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου είναι η Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου. Δεν υπάρχει άλλη Ενοριακή Επιτροπή από αυτή που περιγράφεται στο Τεκμ.
- Λανθασμένα χρησιμοποιήθηκε τόσο στο Τεκμ.2 όσο και στον τίτλο της αγωγής η περιγραφή «Εκκλησιαστική Επιτροπή». Η πραγματικότητα είναι ότι η αγωγή καταχωρίστηκε και προωθείται από την Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου. Δ. Άδεια για Καταχώριση της Αγωγής Το άρθρο 32 του Παραρτήματος Γ του Καταστατικού Χάρτη του 2010 που ήταν, υπενθυμίζεται, ο εν ισχύ Καταστατικός Χάρτης κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής, προνοεί ότι: «Για την έγερση αγωγής εκ μέρους Εκκλησιαστικού Νομικού προσώπου, καθώς και για την άσκηση ανταγωγής ή οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, ή για την κατάρτιση συμβιβασμού, απαιτείται έγκριση του οικείου Αρχιερέως». Ο ΧΧΧΧ Στυλιανίδης (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι ηλικίας 74 ετών γεννήθηκε στο Πέρα-Πεδί όπου και διατηρεί ιδιόκτητη κατοικία. Τα τελευταία 30 χρόνια είναι Εκκλησιαστικός Επίτροπος και μόνιμος ιεροψάλτης στους Ναούς και Παρεκκλήσια του χωριού του. Ο Στυλιανίδης μαρτύρησε πως πριν την καταχώρηση της αγωγής και για την καταχώρηση της είχε ληφθεί η άδεια του Μητροπολίτη Λεμεσού. Παρουσίασε και σχετική βεβαίωση της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού ημερ. 21.3.2017, που υπογράφεται εκ μέρους του Μητροπολίτη από τον Πρωτοσύγκελο της Μητρόπολης, ότι είχε προηγηθεί η έγκριση (Τεκμ.3). Ο Ολύμπιος ανάφερε ότι ο ίδιος ο Μητροπολίτης Λεμεσού του έχει επιβεβαιώσει ότι σε συνάντηση που είχε με τους Ενάγοντες, πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής, προφορικά έδωσε την άδεια του για την καταχώριση της. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας είχε ληφθεί η προφορική έγκριση του Μητροπολίτη Λεμεσού. Αναγνωρίζεται ότι θα ήταν δύσκολο οι Εναγόμενοι να εξασφάλιζαν μαρτυρία περί του αντιθέτου, όμως γεγονός παραμένει ότι η σχετική μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη. Περαιτέρω η θέση επιβεβαιώθηκε με τη βεβαίωση ημερ. 21.3.
- Οι Εναγόμενοι δεν ζήτησαν την αντεξέταση του προσυπογράφοντα τη βεβαίωση (βλ. άρθρο 26 του περί Απόδειξης Νόμου). Ο Κονιδάρης υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει προφορική έγκριση. Την θέση του περί της αναγκαιότητας γραπτής έγκρισης εδράζει στη γενικότερη, όπως την χαρακτηρίζει, διάταξη του άρθρου 64 του Καταστατικού Χάρτη του 2010 που προνοεί ότι «Ουδεμία πράξη της Ενοριακής Επιτροπής δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο την Ενορία, εάν δεν εγκριθεί εγγράφως από τον οικείο Αρχιερέα». Η καταχώρηση αγωγής συνιστά, κατά τον Κονιδάρη, πράξη και καλύπτεται από το άρθρο
- Εάν οι πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη του 2010 ερμηνευθούν με τον τρόπο που ερμηνεύονται οι νομοθεσίες, τότε, εφόσον σε σχέση με την καταχώρηση αγωγής υπάρχει ειδική διάταξη, το άρθρο 32, που δεν προνοεί όπως η έγκριση είναι γραπτή, αυτή πρέπει να υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 64 που προνοεί για γραπτή έγκριση. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί με παραπομπή στην Ιερά Μονή Μαχαιρά, ο Καταστατικός Χάρτης δεν έχει κυρωθεί από νόμο και δεν έχει ισχύ νόμου. Είναι εσωτερικός κανόνας της Εκκλησίας της Κύπρου. Εάν οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή χωρίς έγκριση από τον Μητροπολίτη Λεμεσού και είχαν παραβεί τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη θα ήταν ζήτημα εσωτερικό της Εκκλησίας που δεν αγγίζει τη διεξαγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Η θέση του Κονιδάρη ότι ο Καταστατικός Χάρτης ως ειδική νομοθεσία υπερισχύει είναι λανθασμένη εφόσον ο Καταστατικός Χάρτης δεν είναι νομοθεσία. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αγωγής γραπτή έγκριση του Μητροπολίτη Λεμεσού, και στην περίπτωση που τούτο επιβαλλόταν από τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη, δεν επηρεάζει την νομιμότητα της καταχώρησης. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν προνοούν κάτι τέτοιο, ούτε νομοθεσία ή άλλος κανονισμός της πολιτείας. Ε. Τα Ιστορικά Γεγονότα Ο Στυλιανίδης επικαλείται τη μαρτυρία της προσωπικής γνώσης δύο ηλικιωμένων του χωριού του επί το ότι το 1938 η τότε ιδιοκτήτρια του ακινήτου ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή παραχώρησε μέρος του για την ανέγερση Παρεκκλησίου στο όνομα της Παναγίας Φανερωμένης. Ο ένας από τους ηλικιωμένους ζει. Ονόμαζεται ΧΧΧΧ Γεωργίου και είναι 90 ετών. Ο δεύτερος, που ήταν παππούς του μάρτυρα, απεβίωσε το 1973 σε ηλικία 76 ετών. Ονομαζόταν ΧΧΧΧ Χαραλάμπους και ήταν μέχρι του θανάτου του νεωκόρος και ψάλτης των Ναών και Παρεκκλησιών του χωριού. Αναφέρει ο Στυλιανίδης ότι το Παρεκκλήσι ανεγέρθηκε με έξοδα του ΧΧΧΧ Τσίρου, πατέρα του γνωστού δωρητή Πέτρου Τσίρου. Το Παρεκκλήσι εγκαινιάστηκε και μυρώθηκε το
- Αυτό μαρτυρεί και μαρμάρινη πλάκα (βλ. φωτ. Τεκμ.4) που ήταν εντοιχισμένη εντός του Παρεκκλησίου και που αφαιρέθηκε κατά την έναρξη των ανακαινίσεων το 2009 και φυλάσσεται αλλού. Τα κλειδιά του Παρεκκλησίου είχε η Εκκλησιαστική Επιτροπή του χωριού και το κοινό είχε σε αυτό ελεύθερη πρόσβαση. Μέχρι το 1973 τα κλειδιά κρατούσε ο προαναφερθείς παππούς του μάρτυρα και τύγχανε και ο ίδιος ο μάρτυρας, ως μικρό παιδί, να μεταβαίνει στο Παρεκκλήσι και να ανάβει τα καντήλια. Στη συνέχεια τα κλειδιά είχαν δοθεί από την Επιτροπή σε κάποια ΧΧΧΧ Γεωργίου, αποβιώσασα, της οποίας η κατοικία γειτνίαζε με το Παρεκκλήσι, ώστε να ανάβει το καντήλι. Στο Παρεκκλήσι τελούνταν δύο γιορτές το χρόνο. Την 8η Σεπτεμβρίου της Γέννησης της Θεοτόκου και την 27η Ιουλίου του Αγίου Παντελεήμονα. Κατά καιρούς τελούνταν και έκτακτες λειτουργίες και μυστήρια. Αναφέρει ο Στυλιανίδης ότι το 1997 πραγματοποιήθηκε μεγάλη ανακαίνιση του Παρεκκλησίου με δωρεά της οικογένειας Χατζημιτσή υπό την επίβλεψη των Εναγόντων. Επιδιορθώθηκαν οι εσωτερικές ρωγμές στους τοίχους, αλλάχθηκαν τα κεραμίδια στη στέγη και ενισχύθηκε και συντηρήθηκε η θεμελιοδοκός. Στο Παρεκκλήσι τοποθετήθηκε επιπρόσθετη πλάκα ότι ο Ναός ανακαινίστηκε δωρεά της οικογένειας ΧΧΧΧ Χατζημιτσή. Την ίδια περίοδο δωρεά της ΧΧΧΧ Νεοκλέους ανακαινίστηκε πλήρως το τέμπλο του Παρεκκλησίου. Ο Στυλιανίδης ήταν παρών σε αυτές τις εργασίες. Περαιτέρω κατά καιρούς, σχεδόν κάθε χρόνο, γίνονταν επιμέρους εργασίες συντήρησης και μικροεπιδιορθώσεις από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Οι Εναγόμενοι και οι προκάτοχοι τους ουδέποτε ήγειραν θέμα ιδιοκτησίας του Παρεκκλησίου και ουδέποτε επιχείρησαν να ασκήσουν οποιοδήποτε κυριαρχικό δικαίωμα ή δικαίωμα κατοχής σε αυτό. Μάλιστα όταν το 2009 άρχισε από την Εκκλησιαστική Επιτροπή η ανακαίνιση του, ο μόνος προβληματισμός και απαίτηση του Εναγομένου 1 ήταν όπως οι εργασίες διεξαχθούν νόμιμα ώστε να μην βρεθούν οι Εναγόμενοι υπόλογοι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Είναι η θέση του Στυλιανίδη ότι σε σχέση με τις εργασίες συντήρησης του 2009 και μέχρι την διακοπή τους η Εκκλησιαστική Επιτροπή είχε πληρώσει το ποσό των €33.363,
- Αντεξετάστηκε ο Στυλιανίδης και ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να παρουσιάσουν τα οιαδήποτε αρχεία της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και να υποδείξουν την οιαδήποτε καταχώριση που θα υποστήριζε ή θα έτεινε να υποστηρίξει την εκδοχή τους. Τυχόν καταχωρήσεις σε σχέση με τις επικαλούμενες δωρεές ή καταχωρίσεις είσπραξης χρημάτων από το κουτί εισφορών, γάμους ή βαφτίσια που, κατά τους Ενάγοντες, τελούνταν στο Παρεκκλήσι. Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε. Ανέφερε ο Ολύμπιος πως ενώ η κάθε Εκκλησιαστική Επιτροπή όφειλε να τηρεί βιβλία στα οποία να αναφέρεται η περιουσία την οποία διαχειρίζεται δεν είναι γνωστό κατά πόσο αυτό συνέβαινε τα παλιά χρόνια, ιδιαίτερα στις κοινότητες. Ο Κονιδάρης αναφέρθηκε στις κατά εποχή πρόνοιες σε σχέση με την τήρηση βιβλίων από τις Ενοριακές Επιτροπές. Ο «Ειδικός Κανονισμός των Ενοριακών Διαχειρίσεων» του 1917 έκανε λόγο για την καταγραφή όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της τοπικής Εκκλησίας από την Ενοριακή Επιτροπή. Περαιτέρω στους Καταστατικούς Χάρτες του 1914 (άρθρο 123), του 1979 (άρθρα 176 - 7) και του 2010 (άρθρο 46
(4)) αναφέρεται η υποχρέωση τήρησης βιβλίων εσόδων και εξόδων και καταγραφής όλων των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων. Ο ΧΧΧΧ Μαρκαντώνης (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.22) γεννήθηκε το 1970 και διαμένει μόνιμα στο Πέρα Πεδί. Από την 1.1.2007 είναι ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πέρα Πεδίου. Ο Μαρκαντώνης μετέφερε πληροφόρηση από τους παππούδες του ΧΧΧΧ Σωτηρίου και ΧΧΧΧ Χριστοδούλου επί το ότι η συγχωριανή τους ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή περί το έτος 1938 παραχώρησε μέρος του επιδίκου ακινήτου για το σκοπό ανέγερσης Παρεκκλησίου. Η πρόθεση δωρεάς της, ανάφερε, ήταν να μεταβιβάσει την κυριότητα του μέρους στο οποίο είναι κτισμένο το Παρεκκλήσι στην Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου ή γενικά στην κοινότητα Πέρα Πεδίου. Το γεγονός της δωρεάς, ανάφερε, έγινε γνωστό στο χωριό και ο XXXXX Τσίρος κάλυψε όλα τα έξοδα για την ανέγερση του Παρεκκλησίου και για το εικονοστάσιο. Επιβεβαίωσε ο Μαρκαντώνης την ύπαρξη της πλάκας όπου καταγράφεται το όνομα του XXXXX Τσίρου. Το Παρεκκλήσι μυρώθηκε κατά τα θέσμια της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Τα κλειδιά τα είχε η εκάστοτε Εκκλησιαστική Επιτροπή του Χωριού. Αναφέρει ο Μαρκαντώνης ότι εξ όσων γνωρίζει, αλλά χωρίς να αναφέρει πώς, το Παρεκκλήσι εγγράφηκε κανονικά ως Ναός και ότι ως τέτοιος υπαγόταν και εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου και τοπικά διοικείται από την Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου. Πάντοτε, ανάφερε, η Εκκλησιαστική Επιτροπή λειτουργούσε το Παρεκκλήσι ανενόχλητα και καθόριζε τις ημερομηνίες των λειτουργιών και τις ώρες των επισκέψεων για προσκύνημα. Από την ίδια πηγή πληροφόρησης, δηλαδή τους παππούδες του, αναφέρει ότι από το 1938 κατά καιρούς τελούνταν διάφορα μυστήρια στο Παρεκκλήσι και κάθε χρόνο τουλάχιστο δύο φορές λειτουργία. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή αποφάσιζε για τις όποιες εργασίες επιδιόρθωσης ή ανακαίνισης του και ο Μαρκαντώνης υπήρξε μάρτυρας τέτοιων εργασιών. Το 1997, ανάφερε, με δωρεά της οικογένειας Χατζημιτσή διεκπεραιώθηκε μεγάλη ανακαίνιση του Παρεκκλησίου. Έγινε ριζική επιδιόρθωση των εσωτερικών ρωγμών στους τοίχους, αλλαγή των κεραμιδιών και ενίσχυση και συντήρηση της θεμελιοδοκού. Με δωρεά της ΧΧΧΧ ή ΧΧΧΧ Νεοκλέους ανακαινίσθηκε πλήρως το εικονοστάσιο. Μεταξύ του 1997 και του 2009 πραγματοποιήθηκαν κατά καιρούς άλλες μικροεπιδιορθώσεις. Είναι η θέση του Μαρκαντώνη ότι οι προκάτοχοι των Εναγομένων συμπεριφέρονταν πάντα ως το μέρος να μη βρισκόταν υπό την κατοχή ή τον έλεγχο τους και δεν επιζήτησαν οιονδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε αυτό. Την ίδια προσέγγιση είχαν και οι Εναγόμενοι αφότου ενεγράφησαν ως ιδιοκτήτες του ακινήτου. Συμπεριφέρονταν ως εάν το Παρεκκλήσι να ήταν ιδιοκτησία των Εναγόντων και ελεύθερα προσβάσιμο στο κοινό. Η συμπεριφορά των Εναγομένων άλλαξε άρδην περί το 2009 όταν ξεκίνησαν οι εργασίες ανακαίνισης και συντήρησης του Παρεκκλησίου από τους Ενάγοντες. Επιβεβαιώνει ο Μαρκαντώνης τις ενέργειες των Εναγομένων που ανάγκασαν την Εκκλησιαστική Επιτροπή να σταματήσει τις εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης αναμένοντας την απόφαση του Δικαστηρίου. Ο Ολύμπιος ανάφερε ότι η σύζυγος του είναι εγγονή του Ιωάννη και της ΧΧΧΧ Τσίρου και ότι έχει ο ίδιος πληροφόρηση από την ΧΧΧΧ, τη σύζυγο του και άλλα μέλη της οικογένειας της ότι το επίδικο Παρεκκλήσι ανεγέρθηκε δαπάνη του ΧΧΧΧ και της ΧΧΧΧ σε γη που παραχώρησε δωρητής. Σκοπός ήταν το Παρεκκλήσι να υφίσταται για τους πιστούς της κοινότητας και όχι ως ιδιωτική περιουσία του ιδιοκτήτη της γης. Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.5) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.54) γεννήθηκε το
- Είναι η θέση του ότι η γιαγιά του, ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή, κατέστηκε ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου την 25.4.1945, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της (βλ. Τεκμ.21) και συνεπώς το 1938 δεν ήταν η ιδιοκτήτρια του ώστε να ήταν δυνατό να δωρίσει οιοδήποτε μέρος του σε οποιονδήποτε. Περαιτέρω, η ΧΧΧΧ είχε γεννηθεί και διέμενε στα Μαντριά. Εκεί παντρεύτηκε και έκαμε την οικογένεια της και εκεί απεβίωσε και τάφηκε το
- Μεταφέρει ο Εναγόμενος 1 πληροφορίες από τον παππού του ΧΧΧΧ Πεύκου που απεβίωσε το 1984 και τον παππού του (από τη μητέρα του) ΧΧΧΧ Ονησιφόρου που απεβίωσε το 1992, ότι το Παρεκκλήσι κτίστηκε κατόπιν επιθυμίας της ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή και του πατέρα της ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ως ιδιωτικό Παρεκκλήσι. Τα έξοδα έγιναν από την ΧΧΧΧ Θεορή Κωνσταντή και τον ΧΧΧΧ Κωνσταντή και ήταν 23 λίρες Αγγλίας. Ο ΧΧΧΧ Τσίρος είχε συνεισφέρει ως δωρεά 5 λίρες Αγγλίας. Το Παρεκκλήσι, ανάφερε, ανεγέρθηκε από τον ΧΧΧΧ Ονησιφόρου με πέτρες που μετέφερε ο ΧΧΧΧ Πεύκου. Η γιαγιά του, αναφέρει ο Εναγόμενος 1, καλούσε περιστασιακά ιερέα και έκανε τρισάγια, δεήσεις και λειτουργίες στο Παρεκκλήσι. Μετά το θάνατο της το 1958 το Παρεκκλήσι περιέπεσε σε αχρησία, παραμελήθηκε και άρχισε να ερειπώνεται. Κανένας δεν εισερχόταν σε αυτό αφού υπήρχε περίφραξη. Αυτά γνωρίζει ο Εναγόμενος 1 από τον παππού του, τον πατέρα του και τους θείους του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, από το 1987 μέχρι το 2010, κανένας δεν το περιποιείτο και τύγχανε κάποιοι περαστικοί να μπαίνουν για να προσκυνήσουν. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι Εναγόμενοι και οι προκάτοχοι τους ουδέποτε παραχώρησαν δικαιώματα ιδιοκτησίας, κατοχής, χρήσης ή διαχείρισης του Παρεκκλησίου στους Ενάγοντες. Ούτε τους ενεθάρρυναν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επενδύσουν στην περιουσία τους. Αποδέχεται ωστόσο ότι από καιρού εις καιρόν επέτρεπαν την είσοδο και χρήση του για προσκύνημα. Σε σχέση με τη θέση Στυλιανίδη για τη μεγάλη ανακαίνιση του 1997, δωρεά της οικογένειας Χατζημιτσή, ο Εναγόμενος 1 ανάφερε ότι δεν είχε παρατηρήσει τέτοιου είδους οικοδομικές εργασίες και πως το μόνο που παρατήρησε ήταν την αφαίρεση του μαύρου σπρίτς που υπήρχε εξωτερικά στην τοιχοποιία. Επιχειρηματολόγησε πως για τυχόν εκτεταμένες ανακαινίσεις θα έπρεπε να ετοιμαστούν σχέδια, που όμως δεν έχουν παρουσιαστεί. Στ. Η Περίφραξη του Ακινήτου Ο ΧΧΧΧ Γερολέμου (Μ.Υ.4) είναι ο υπεύθυνος του αρχείου στον Κλάδο Οικοδομών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Παρουσίασε την άδεια οικοδομής αρ. 56, ημερ. 21.4.1970 (αρ. φακ. Β939/69) (Τεκμ.53) που παραχωρήθηκε στον ΧΧΧΧ Πεύκου αναφορικά με την ανέγερση περίφραξης ύψους 6 ποδών με τέλι και μπετόν στο επίδικο ακίνητο. Σε σχετικό τοπογραφικό, μέρος της άδειας, η περίφραξη σημειώνεται με κίτρινο χρώμα και καλύπτει την πρόσοψη του ακινήτου στο δημόσιο κύριο δρόμο και παράδρομο. Είναι η θέση του Στυλιανίδη ότι η περίφραξη του ακινήτου των Εναγομένων δεν έφρασσε την είσοδο του Παρεκκλησίου. Ο Εναγόμενος 1 ανάφερε ότι από το 1970 μέχρι το 1986, που υφίστατο περίφραξη του ακινήτου κατά μήκος του δημόσιου δρόμου, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση στο Παρεκκλήσι από αυτόν, αφού η περίφραξη ήταν συνεχής. Αρνείται τη θέση Στυλιανίδη ότι η περίφραξη δεν κάλυπτε τη σιδερένια καγκελόπορτα του Παρεκκλησίου. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του ότι τα κλειδιά της καγκελόπορτας, που ήταν πάντοτε κλειστή, κρατούσε ο πατέρας του. Η περίφραξη αφαιρέθηκε το 1986 από τα δημόσια έργα κατά τις εργασίες διαπλάτυνσης του δημοσίου δρόμου και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αγωγή εναντίον των δημοσίων έργων αξιώνοντας την επαναφορά της περίφραξης (βλ. Τεκμ.54
(5)). Το Τεκμ.55 είναι φωτογραφία του 1979 που λήφθηκε από τον κύριο δρόμο και δείχνει το Παρεκκλήσι. Φαίνεται και η περίφραξη από τέλι που είχε ανεγερθεί και η σιδερένια καγκελόπορτα στο ύψος του Παρεκκλησίου. Η καγκελόπορτα είναι μέρος της περίφραξης και η τέλινη περίφραξη δεν την καλύπτει. Το Τεκ.56 είναι μεταγενέστερη φωτογραφία πάλι από τον κύριο δρόμο όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί η διαπλάτυνση του και είχαν κατασκευαστεί πεζοδρόμια. Η τέλινη περίφραξη δεν υπάρχει, υπάρχει όμως στα αριστερά του τεμαχίου, μπροστά από το Παρεκκλήσι, πετρόκτιστος τοίχος αμέσως μετά το πεζοδρόμιο. Η φωτογραφία αυτή αναμφίβολα λήφθηκε μετά το 1986, αφού τότε ήταν που πραγματοποιήθηκε η διαπλάτυνση του δρόμου. Όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 1 αυτή είναι και η σημερινή επιτόπου κατάσταση. Ο Γερολέμου ανάφερε ότι κατά την επιτόπου επίσκεψη τεχνικού του Κλάδου Οικοδομών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού την 1.8.2013 διαπιστώθηκε μεταξύ του δημοσίου δρόμου και του επίδικου ακινήτου η ύπαρξη πετρόκτιστου περιτοιχίσματος ύψους ενός μέτρου το οποίο είχε κατασκευαστεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Ζ. Η Άδεια Διαχωρισμού Οικοπέδων Το Κοινοτικό Συμβούλιο Πέρα Πεδίου ήταν μέχρι το 1999 η αρμόδια αρχή για την παραχώρηση αδειών οικοδομής ή διαχωρισμού γης σε οικόπεδα στο Πέρα Πέδι δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Την 8.7.1999 τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Κοινοτήτων Νόμος και αρμόδια αρχή είναι πλέον η Επαρχιακή Διοίκηση, ενώ τα κοινοτικά συμβούλια έχουν μόνο συμβουλευτικό ρόλο. Την 24.6.1985 εκδόθηκε άδεια διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου (τεμ. ΧΧΧ) μαζί με τα εφαπτόμενα τεμ. ΧΧΧ και ΧΧΧ, σε οικόπεδα. Η σχετική αίτηση ημερ. 13.8.1982 (Τεκμ.23 και 24) είχε υποβληθεί από τον τότε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ΧΧΧΧ Πεύκου, πατέρα, όπως προειπώθηκε, των Εναγομένων (βλ. Τεκμ.26). Ανοίχθηκε ο φάκελος με αρ. ΧΧΧ/
- Ο ΧΧΧΧ Χατζηκοφίνας (Μ.Ε.3) είναι ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πέρα Πεδίου από 2.1.
- Ο Χατζηκοφίνας παρουσίασε έγγραφα από τον πιο πάνω φάκελο. Η αίτηση ήταν για διαίρεση των τριών τεμαχίων σε 40 οικόπεδα με χώρο πρασίνου που περιλάμβανε το Παρεκκλήσιο. Ο προταθείς διαχωρισμός δεν εγκρίθηκε γιατί δεν σύναδε με το οδικό δίκτυο της περιοχής και έγινε αντιπρόταση από τον Επαρχιακό Λειτουργό Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού για αξιοποίηση μέρους των τεμαχίων με το υπόλοιπο να παραμένει ως χωράφι. Προνοούνταν 21 οικόπεδα, δύο χώροι πρασίνου και «χώρος εκκλησίας». Αποστάληκε στον αιτητή σχετική επιστολή ημερ. 4.8.1983 (Τεκμ.28). Ο XXXXX Πεύκου με επιστολή του ημερ. 14.10.1983 (Τεκμ.29) αποδέχτηκε την πρόταση, κατέβαλε τα νενομισμένα δικαιώματα και εκδόθηκε την 24.6.1985 η σχετική άδεια (Τεκμ.31). Την 29.4.1986 ο XXXXX Πεύκου αιτήθηκε την ανανέωση της άδειας για περίοδο ενός έτους (Τεκμ.33) αφού κατέβαλε τα σχετικά τέλη (Τεκμ.32). Η άδεια ουδέποτε εφαρμόστηκε και έχει προ πολλού εκπνεύσει. Ο ΧΧΧΧ Χατζηγεωργίου (Μ.Υ.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.52) είναι διπλωματούχος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου στο Τμήμα Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών με πείρα στον τομέα του από το
- Αναφέρθηκε στην άδεια διαχωρισμού του επιδίκου ακινήτου, επισημαίνοντας επιμέρους στοιχεία της. Στο Σχέδιο Διαχωρισμού, Παράρτημα Β στην άδεια, σημειώνεται με πορτοκαλί χρώμα μέρος του ακινήτου που περιλαμβάνει το Παρεκκλήσι, εμβαδού 390 τ.μ. όπως ανάφερε ο Χατζηγεωργίου, ενώ στο Παράρτημα Γ, παρ. (γ) αναφέρεται «.το τμήμα που δείχνεται με πορτοκαλί χρώμα να εγγραφεί σαν "χώρος εκκλησίας"». Στην παρ. (δ) αναφέρεται «τα τμήματα του τεμαχίου που δείχνονται με πράσινο χρώμα . να διαμορφωθούν κατάλληλα για χρήση σαν χώροι πρασίνου και να εγγραφούν σαν δημόσιες πλατείες». Ο Χατζηγεωργίου αναφέρθηκε στις πρόνοιες των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμων του 1959 μέχρι 1983, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας διαχωρισμού, επισημαίνοντας ότι δεν υφίστατο πρόνοια με βάση την οποία θα μπορούσε να απαιτηθεί να παραχωρηθεί χώρος για εκκλησία (βλ. άρθρο 9(γ)). Σήμερα, κατ' εφαρμογή των προνοιών της Δήλωσης Πολιτικής, προνοείται η δυνατότητα επιβολής παραχώρησης χώρου για κοινωνικό εξοπλισμό που μπορεί να περιλαμβάνει και εκκλησία (βλ. παρ. 3.3.3 της Δήλωσης Πολιτικής). Οι χώροι για κοινωνικό εξοπλισμό παραχωρούνται στο δημόσιο. Η πρόνοια αφορά στην ανάπτυξη τεμαχίων με αρχική έκταση μεταξύ 2 και 5 εκταρίων. Επομένως, ακόμα και σήμερα, δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθεί η παραχώρηση χώρου για κοινωνικό εξοπλισμό γιατί, όπως ανάφερε, το επίδικο ακίνητο είναι μικρότερο των δύο εκταρίων, ενώ, ακόμα και αν ήταν δυνατό να επιβληθεί τέτοιος όρος, ο χώρος για κοινωνικό εξοπλισμό θα παραχωρείτο στο δημόσιο και όχι στην Εκκλησία. Επισημαίνει ο Χατζηγεωργίου ότι ο προβλεπόμενος χώρος πρασίνου ήταν πολύ περισσότερος από αυτόν που καθορίζει η νομοθεσία. Επομένως, ο αναφερόμενος «χώρος εκκλησίας» ήταν χώρος πέρα από τον χώρο πρασίνου. Ο Χατζηκοφίνας μαρτύρησε ότι πιθανόν ο λόγος για τον οποίο ο χώρος της Εκκλησίας ζωγραφίστηκε με άλλο χρώμα από τον χώρο πρασίνου είναι γιατί ο χώρος πρασίνου παραχωρήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ο χώρος της Εκκλησίας προφανώς στην κοινότητα. Η θέση του Χατζηκοφίνα παρέμεινε εντελώς ατεκμηρίωτη. Αυτό που ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας αγωγής δεν είναι οι καθ' αυτό πρόνοιες της εκδοθείσας άδειας διαχωρισμού, ούτε έχει σημασία ότι αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και έχει εκπνεύσει. Σημασία θα έχει εάν από το περιεχόμενο της, το οποίο ο ΧΧΧΧ Πεύκου, τότε ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου και προκάτοχος σε τίτλο των Εναγομένων αποδέχτηκε, μπορεί να διαφανεί η προσέγγιση του ΧΧΧΧ Πεύκου σε σχέση με τα δικαιώματα απόκτησης, κατοχής ή χρήσης του Παρεκκλησίου. Ότι ο ΧΧΧΧ Πεύκου ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αναγνώριζε κάποια διαφορετική κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με το Παρεκκλήσι και τον περιβάλλοντα αυτού χώρο. Κατά πρώτο η συμπερίληψη του χώρου του Παρεκκλησίου στο χώρο πρασίνου στην αίτηση που υπόβαλε ο ΧΧΧΧ Πεύκου αναδεικνύει ότι αυτός αποδεχόταν ότι, στην περίπτωση που εγκρινόταν η αίτηση του, το Παρεκκλήσι θα ανήκε στο δημόσιο ως μέρος του χώρου πρασίνου. Η προσέγγιση, χωρίς να έχει καταλυτική σημασία, συνηγορεί υπέρ του ότι ο ΧΧΧΧ Πεύκου δεν θεωρούσε πως ο χώρος μπορούσε να αναπτυχθεί. Κατά δεύτερο, όταν αποδέχθηκε την πρόταση για διαίρεση, αποδέχτηκε όπως ο χώρος του Παρεκκλησίου χαρακτηριστεί ως «χώρος εκκλησίας». Ο χώρος, που ήταν ζωγραφισμένος με πορτοκαλί χρώμα, ήταν επιπλέον του χώρου πρασίνου που όφειλε να παραχωρήσει και παραχωρούσε. Εάν η θέση και πεποίθηση του ήταν ότι ο χώρος ήταν ιδιωτικός που θα μπορούσε να τύχει ανάπτυξης θα αναμενόταν να επιμένει ότι ο χώρος αυτός θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο οικοπεδοποιήσιμο εμβαδό και να χαρακτηριστεί, έστω με την προσθήκη κάποιου περαιτέρω εμβαδού, ως υπό διάνοιξη οικόπεδο. Ούτε, όμως, το σημείο αυτό καταδεικνύει χωρίς άλλο ότι ο ΧΧΧΧ Πεύκου αναγνώριζε ότι το Παρεκκλήσιο ανήκε στην Εκκλησία. Το Τεκμ.7 είναι επιστολή ημερ. 27.1.2016 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Παρέχει την πληροφόρηση ότι το επίδικο Παρεκκλήσι χωρομετρήθηκε με το φάκελο διαχωρισμού ΒΧΧΧ/
- Το ζήτημα φαίνεται να σχετίζεται με την άδεια διαχωρισμού που εκδόθηκε. Η. Τα Γεγονότα του 2009 - 2010 Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι το 2009 επικοινώνησε μαζί του ο Βασιλείου, ως πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και του ζήτησε να επιτρέψει στην Εκκλησιαστική Επιτροπή να εισέλθει στο Παρεκκλήσι για να το συντηρήσει. Όπως του ανέφερε η Εκκλησιαστική Επιτροπή ήθελε να κάμει δωρεά για τη συντήρηση του Παρεκκλησίου λόγω της κακής του φυσικής κατάστασης και επειδή βρισκόταν στην είσοδο του χωριού. Είναι η περαιτέρω θέση του Εναγόμενου 1 ότι την 4.10.2010 η Εκκλησιαστική Επιτροπή, εν κρυπτώ και κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, επενέβηκε παράνομα στο Παρεκκλήσι και κατασκεύασε πλακόστρωτο εμβαδού 219 τ.μ. από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η επέμβαση καταγγέλθηκε άμεσα από την Εναγόμενη 2 στην Αστυνομία και ο αστυφύλακας XXXXX Θεοδότου του Αστυνομικού Σταθμού Πλατρών μετέβηκε στο μέρος και επιλήφθηκε της υπόθεσης. Είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι πριν την επέμβαση αυτή το Παρεκκλήσι είχε μικρή χωματένια αυλή με εμβαδόν που δεν ξεπερνούσε τα 100 τ.μ.. Η επέμβαση για επέκταση της αυλής είχε γίνει το 2010 από τον ιερέα του χωριού Ιωάννη Ηροδότου τη χρήση γεωργικού ελκυστήρα. Ανάφερε ακόμα ο Εναγόμενος 1 ότι η κατάσταση του Παρεκκλησίου πριν την επέμβαση των Εναγόντων το 2010 δεν ήταν καλή. Οι εικόνες ήταν ξεθωριασμένες και μαυρισμένες και τα καντήλια ουδέποτε ήταν αναμμένα. Υπήρχε Αγία Τράπεζα καλυμμένη με πέπλο, ωστόσο δεν υπήρχε ούτε Ευαγγέλιο, ούτε εκκλησιαστικά σκεύη, εξαπτέρυγα, άμφια κ.λ.π.. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ρωγμές. Η πόρτα ήταν «σελωμένη» και δεν έκλεινε. Υπήρχε σπασμένο παράθυρο πίσω από την Αγία Τράπεζα και εισέρχονταν περιστέρια που αφοδεύαν μέσα στο Παρεκκλήσι. Υπήρχε πάρα πολλή σκόνη. Οι σκάμνοι ήταν παλιοί, σαπισμένοι και σπασμένοι. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες κατεδάφισαν τα πάντα ακόμα και την Αγία Τράπεζα μετατρέποντας το Παρεκκλήσι σε τέσσερις τοίχους χωρίς πόρτες ή παράθυρα και πως όλα αυτά διενεργήθηκαν χωρίς την έγκριση των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την αγωγή 4781/2010 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Ενάγουσας 2 και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα ημερ. 6.10.2010 (Τεκμ.10) για την αναστολή των εργασιών. Το διάταγμα ακυρώθηκε την 2.12.2010 (Τεκμ.11 και 12) ωστόσο, η Εκκλησιαστική Επιτροπή δεν συνέχισε τις εργασίες. Ανάφερε ο Στυλιανίδης ότι καθ' ον χρόνο το προσωρινό διάταγμα ήταν σε ισχύ οι Εναγόμενοι ανήγειραν τοίχο και έκλεισαν την είσοδο στο Παρεκκλήσι από τον δημόσιο δρόμο τοποθετώντας πινακίδα ότι απαγορευόταν η είσοδος και ότι επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία (Τεκμ.13). Ο τοίχος κατεδαφίστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σχετική είναι η επιστολή ημερ. 25.10.2010 από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού προς τον πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής (Τεκμ.14) στην οποία αναφέρεται ότι οι ιδιοκτήτες είχαν κληθεί να άρουν την παρανομία. Ανάφερε ακόμα ο Στυλιανίδης ότι οι Εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει φρουρούς στο ακίνητο και προσπάθησαν να απομακρύνουν το τσιμεντένιο επίστρωμα της αυλής του Παρεκκλησίου με εκσκαφέα. Ενεπλάκηκε και η Αστυνομία και το ζήτημα έλαβε διαστάσεις. Έτσι η Εκκλησιαστική Επιτροπή αποφάσισε να εγκαταλείψει προσωρινά τις εργασίες αν αναμονή της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε πως την 18.12.2010 μετάβηκε στο ακίνητο με εκσκαφέα για να απομακρύνει το πλακόστρωτο και πως επενέβηκε η Αστυνομία και τον σταμάτησε. Ο Λοχίας ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ Παντελίδης (Μ.Υ.1) υπηρετεί στον κατά τόπο αρμόδιο για την περιοχή Πέρα Πεδίου Αστυνομικό Σταθμό Πλατρών. Ο ίδιος δεν είχε καμιά ανάμειξη στην υπόθεση και απλά μετέφερε στο Δικαστήριο το περιεχόμενο τεσσάρων καταχωρίσεων στο ημερολόγιο συμβάντων του σταθμού που έγιναν από άλλους συναδέλφους του. Επρόκειτο για τέσσερις καταγγελίες του Εναγόμενου 1 την περίοδο 3.9.2010 - 13.12.
- Από το περιεχόμενο των καταγγελιών και των όσων σημειώνονται στο ημερολόγιο συμβάντων του σταθμού δεν προκύπτει οιαδήποτε πληροφόρηση που θα ήταν ουσιαστική αναφορικά με το επίδικο στην παρούσα αγωγή ζήτημα. Άλλωστε ο χρόνος που έγιναν οι καταγγελίες, μετά που προέκυψε η αντιδικία που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος ανύποπτος, έτσι που να μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στις όποιες προσεγγίσεις των μερών. Ο Εναγόμενος 1 προβαίνοντας στις καταγγελίες είχε από την αρχή αναφέρει ότι εκκρεμούσε διαδικασία στην οποία είχε προχωρήσει μέσω δικηγόρου και ήθελε οι καταγγελίες να καταχωρούνται για σκοπούς μελλοντικής χρήσης. Γι' αυτό και η Αστυνομία δεν διερεύνησε τις καταγγελίες. Θ. Το Κόστος Ανέγερσης Παρεκκλησίου Ο ΧΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Ε.5) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.37) είναι πολιτικός μηχανικός με 32 χρόνια πείρα. Εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού από το
- Μαρτύρησε ότι το επίδικο Παρεκκλήσι είναι εμβαδού 48 τ.μ. και υιοθετώντας το ελάχιστο κόστος ανέγερσης των €3.000 ανά τ.μ. καταλήγει ότι για να ανεγερθεί παρόμοιο άλλο απαιτούνται €144.
- Προς τεκμηρίωση της θέσης του παρέθεσε συγκριτικά στοιχεία για την ανέγερση δύο άλλων παρεκκλησίων, αυτό του Αγίου Ευσταθίου στο Πραστειό Κελλακίου και αυτό του Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Αθανάσιο. Το Τεκμ.38 είναι συμφωνητικό έγγραφο οικοδομικών έργων ημερ. 16.1.2012 με το οποίο η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ανέθεσε σε κάποιο ΧΧΧΧ Παπαχριστοφόρου, εργολάβο οικοδομών την ανέγερση του Παρεκκλησίου του Αγίου Ευσταθίου στο Πραστειό Κελλακίου εμβαδού 20 τ.μ. περίπου έναντι του ποσού των €84.400 στο οποίο περιλαμβάνονταν και εξωτερικές εργασίες κόστους €15.
- Χωρίς τις εργασίες αυτές το κόστος θα ήταν €3.500 το τ.μ.. Παρουσιάστηκε και δέσμη σχετικών αποδείξεων (Τεκμ.39). Το Τεκμ.40 είναι επιστολή ημερ. 1.3.2017 την οποία οι επιμετρητές ποσοτήτων Χριστοφορίδης, Μακρής και Συνεταίροι Λτδ αποστέλλουν προς τους εργολάβους Μ. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακος Λτδ με την οποία τους πληροφορούν ότι η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Μηνά, Αγίου Αθανασίου, Λεμεσού αποδέχεται την προσφορά τους για το ποσό των €136.392,95 για την ανέγερση του Παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Αθανάσιο. Αυτό είχε εμβαδό 45 τ.μ., επομένως το κόστος ανέγερσης του ήταν €3.029 το τ.μ.. Καταγράφει στη γραπτή του δήλωση ο Γεωργίου ότι η σημερινή αξία του επίδικου Παρεκκλησίου στην κατάσταση που βρίσκεται είναι €47.
- Τα θεμέλια, η τοιχοποιία και οι παροχές ηλεκτρισμού και νερού που διαθέτει το Παρεκκλήσι εκτιμούνται στις €35.
- Η τοιχοποιία είναι σε καλή κατάσταση και με την κατάλληλη συντήρηση και εργασίες υποστήριξης μπορεί να καταστεί ασφαλής και να διατηρηθεί. Η στέγη εκτιμάται ότι έχει αξία €250 το τ.μ. στο σύνολο €12.
- Σημειώνεται ότι μέρος της θα διατηρείτο μετά την ανακαίνιση του Παρεκκλησίου αφού αποτελείται από καλή ξυλεία. Δεν προσδίδεται αξία στα κεραμίδια και στο τμήμα της ξύλινης στέγης το οποίο θα αντικαθίστατο. Έγινε αντιληπτό ότι θα διατηρούνταν οι ξύλινες δοκοί που θα συντηρούνταν. Πάνω από αυτές θα τοποθετείτο καινούργια λεπτή ξυλεία γιατί η υφιστάμενη ήταν σαπισμένη, μονωτικό κατρόχαρτο και νέα κεραμίδια. Εξηγήθηκε πως στο κόστος της ξυλείας της στέγης περιλαμβάνεται και το κόστος τοποθέτησης της πάνω στους πέτρινους τοίχους. Για την αποκατάσταση του Παρεκκλησίου είχαν ληφθεί προσφορές. Ο Γεωργίου παρουσίασε την προσφορά των S & A Hadjikofinas Constructions Ltd ημερ. 8.6.2010 (Τεκμ.41). Το κόστος νέας στέγης ήταν €325 το τ.μ.. Υποβλήθηκε στο Γεωργίου ότι το κόστος της στέγης ήταν υπερβολικό και πως αν αντικαθίστατο εξ ολοκλήρου θα έπρεπε να κοστίσει €100 το τ.μ., θέση που ο μάρτυρας απέρριψε. Δια ζώσης ο Γεωργίου διαφοροποιήθηκε από τη θέση ότι το Παρεκκλήσι ως έχει αξίζει €47.
- Ανάφερε ότι όταν θα ολοκληρωνόταν η αποκατάσταση του θα άξιζε €140.000 - €150.000 και ότι ως έχει αξίζει €80.
- Ακόμα και έτσι οι αριθμοί δεν ταιριάζουν αφού η προσφορά των Hadjikofinas ήταν για €79.
- Στη συνέχεια επανήλθε αναφερόμενος σε ποσό €44.
- Οι Hadjikofinas είχαν εκτελέσει εργασίες €15.000 περίπου στο Παρεκκλήσι πριν αυτές διακοπούν. Ερωτηθείς ο Γεωργίου κατά πόσο ο ίδιος εξέδωσε κάποιο πιστοποιητικό εκτέλεσης εργασιών για να πληρωθούν είπε «πρέπει να έδωσα απ' ότι θυμάμαι, νομίζω πως όχι». Το ζήτημα είναι πως έχουν παρουσιαστεί αποδείξεις πληρωμής προς τους Hadjikofinas (Τεκμ.17) που συμποσσούνται σε €33.363,20 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. δηλαδή €28.358,72 χωρίς το Φ.Π.Α. Στο ποσό αυτό είχε αναφερθεί και ο Στυλιανίδης. Ο Γεωργίου ανάφερε ότι δεν ήταν προετοιμασμένος για να απαντήσει. Ο ΧΧΧΧ Καγιάτος (Μ.Υ.2) είναι αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός με πείρα 27 χρόνια. Επιθεώρησε το Παρεκκλήσι την 15.12.2017 και παρουσίασε έκθεση ημερ. 19.12.2017 αναφορικά με το πόσο θα κοστίσει η κατασκευή ενός νέου παρεκκλησίου όπως το επίδικο (Τεκμ.49 και αναθεωρημένη Τεκμ.50). Το είχε επιθεωρήσει και τον Δεκέμβριο του 2010 και ήταν στην ίδια κατάσταση. Η έκθεση του Καγιάτου δίδει μια από τεχνικής άποψης περιγραφή του Παρεκκλησίου. Αναφέρεται ότι το Παρεκκλήσιο αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο 48 τ.μ. και εξωτερική αυλή. Έχει πέδιλο από οπλισμένο σκυρόδεμα C25 πάχους 20 εκ.. Είναι πετρόκτιστο περιμετρικά σε ύψος 3 μ. και υπάρχει δοκός από οπλισμένο σκυρόδεμα. Το εμβαδό της ξύλινης επικλινούς στέγης είναι 54 τ.μ. με ξυλεία της εποχής που ανεγέρθηκε. Η τοιχοποιία σε ορισμένα σημεία φέρει σοβαρές ρωγμές, ενώ σε άλλα σημεία είναι σε σχετικά καλή κατάσταση. Χαρακτηρίζει την οικοδομή ως ανασφαλή. Η ηλεκτρική εγκατάσταση είναι υποτυπώδες και παλιά και θα έπρεπε να αντικατασταθεί. Ο Καγιάτος εκτιμά την αξία του Παρεκκλησίου στην κατάσταση που βρίσκεται σε €26.901 δηλαδή €14.400 για την τοιχοποιία και τη στέγη και €12.501 για τις εξωτερικές εργασίες μαζί με τη στατική μελέτη και επίβλεψη γι' αυτές. Αποδέχτηκε αντεξεταζόμενος πως στην έκθεση του είχε υποπέσει σε αριθμητικό σφάλμα σε σχέση με τις εξωτερικές εργασίες. Για να κατασκευαστεί το Παρεκκλήσι σε άλλο χώρο απαιτούνται €67.200 (48 τ.μ. Χ €1400 το τ.μ.) πλέον το πιο πάνω ποσό των €12.501 για τις εξωτερικές εργασίες, στο σύνολο €79.
- Περαιτέρω αποδέχτηκε πως δεν έλαβε υπόψη του το κόστος για αμμοχάλικα, θεωρεί όμως ότι €1.000 είναι υπερβολικό ποσό. Σχολιάζει ο Καγιάτος την εκτίμηση του Γεωργίου και την προσφορά των Hadjikofinas. Είναι η θέση του ότι τα κόστη που αναφέρονται είναι υπερβολικά και εκτός πραγματικότητας και παραπέμπει στα κόστη κατασκευής για εκκλησίες όπως καθορίζονται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας που είναι για το 2015 €1.748 το τ.μ., ποσό που περιλαμβάνει και τα έξοδα για σχέδια, έκδοση αδειών και Φ.Π.Α.. Για το επίδικο Παρεκκλήσι που ήταν μικρό και απλό υιοθετεί το ποσό των €1400 το τ.μ.. Ο Καγιάτος με επιστολή του ημερ. 22.12.2017 προς τους Εναγομένους (Τεκμ.51) σημειώνει ότι στο συμβόλαιο που παρουσιάστηκε για το Παρεκκλήσι του Αγίου Ευσταθίου στο Πραστειό Κελακίου δεν επισυνάπτονται τεχνικοί όροι και προδιαγραφές, ούτε σχέδιο του υποστέγου που αναφέρεται, ούτε το μέγεθος του. Σε σχέση με την προσφορά των SPA Hadjicofinas Constructions Ltd την χαρακτηρίζει υπερβολική. Αμφιβάλλει κατά πόσο οιαδήποτε ξυλεία της στέγης μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί, αλλά και με δεδομένο ότι θα γίνει εξ ολοκλήρου νέα στέγη το ποσό των €325 το τ.μ. είναι υπερβολικό. Κατά την εκτίμηση του μια καινούργια στέγη κοστίζει €100 με €120 το τ.μ. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι το κόστος ανέγερσης ενός παρεκκλησίου, είτε στο χώρο του επίδικου είτε αλλού. Σημασία έχει η αξία του επίδικου Παρεκκλησίου στη σημερινή του κατάσταση. Είναι αυτή την αξία που θα απωλέσουν οι Ενάγοντες στην περίπτωση που δεν τους αποδοθεί η έκταση των 219 τ.μ. μέσα στην οποία είναι κτισμένο το Παρεκκλήσι. Παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμ.57) της αγοραίας αξίας των 219 τ.μ. που καταλαμβάνει το Παρεκκλήσιο μαζί με το προαύλιο του. Η αξία του κατά την 30.10.2017 ήταν €74 το τ.μ., στο σύνολο €16.
- Το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία του Γεωργίου και αποδέχεται τη μαρτυρία του Καγιάτου αναφορικά με την αξία του οικοδομήματος του Παρεκκλησίου στην κατάσταση που αυτό σήμερα βρίσκεται. Ο Γεωργίου δεν ήταν σε θέση, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, για να δώσει εξηγήσεις για τις πληρωμές προς τους Hadjikofinas. Ούτε οι αριθμοί ποσών στους οποίους αναφέρθηκε είχαν συνέπεια. Διαφάνηκε στη μαρτυρία του το στοιχείο της υπερβολής σε σχέση με την αξία του Παρεκκλησίου. Αντίθετα ο Καγιάτος ήταν ξεκάθαρος ως προς τις θέσεις του. Η βασική του θέση για το κόστος ανοικοδόμησης ενός Παρεκκλησίου βρίσκει ενίσχυση από τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Αποδέχεται συνεπώς το Δικαστήριο ότι στην κατάσταση που το Παρεκκλήσι βρίσκεται σήμερα, περιλαμβανομένων και των εξωτερικών εργασιών, έχει αξία €26.
- Μαζί με το κόστος της γης, που και αυτό θα απωλεσθεί στην περίπτωση που δεν αποδοθεί στην Ενάγουσα 2, η απώλεια της θα ανέρχεται στο ποσό των €43.
- Ι. Τα Ευρήματα ως προς τα Πραγματικά Γεγονότα Τα κτηματικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή δεν ήταν το 1938 η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου μέσα στο οποίο ανεγέρθηκε το επίδικο Παρεκκλήσι. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο πατέρας της. Το ακίνητο εγγράφηκε στο όνομα της επτά χρόνια αργότερα, το 1945, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της. Γεγονός όμως είναι ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων δεν γίνεται άρνηση της παρ.4 της Έκθεσης Απαίτησης όπου δικογραφείται ότι το 1938 η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή ήταν «ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχος και/ή δικαιούμενη σε εγγραφή» του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, στην παρ.10 της Έκθεσης Υπεράσπισης το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως ιδιόκτητο ακίνητο της. Το γεγονός ότι μεταγενέστερα από το 1938 κατέσηκε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του δεν διαψεύδει την επικαλούμενη από τους Ενάγοντες θέση για δωρεά. Ίσως η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή να γνώριζε ότι θα καθίστατο ιδιοκτήτρια, ίσως να της το είχε υποσχεθεί ο πατέρας της, ίσως να είχε την συγκατάθεση του για να προβεί στην δωρεά, αν πράγματι ανακοίνωσε τέτοια πρόθεση. Σημασία έχει ότι κατέστηκε το 1945 ιδιοκτήτρια και παρέμεινε ως τέτοια μέχρι του θανάτου της το
- Εάν στα 13 αυτά χρόνια ρητά, εξυπακουόμενα ή σιωπηρά επιβεβαίωσε την δωρεά της, το γεγονός ότι κατά την εκδήλωση της πρόθεσης της δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, αφ' εαυτού δεν εκθεμελιώνει την υπόθεση της Ενάγουσας
- Συνεπώς το στοιχείο αυτό δεν είναι καταλυτικής σημασίας στο ζήτημα του κατά πόσο η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή προέβηκε στην δωρεά του χώρου για να ανεγερθεί το Παρεκκλήσι. Άλλωστε είναι κοινό έδαφος ότι το Παρεκκλήσι ανεγέρθηκε ως αποτέλεσμα δικής της επιθυμίας στο συγκεκριμένο χώρο. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο ανεγέρθηκε ως ιδιωτικό ή όχι. Σημειώνεται πως είναι κοινό έδαφος και διαπιστώνεται σε πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη αλλά και στην απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερ. 12.4.2007 στην οποία έγινε αναφορά, ότι είναι δυνατό να υφίστανται ιδιωτικοί Ναοί σύμφωνα με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες. Περαιτέρω, δεν έχει καταλυτική σημασία το κατά πόσο το 1938 υφίστατο ως συγκροτημένος Εκκλησιαστικός Οργανισμός Ενοριακή Επιτροπή του Πέρα Πεδίου. Είναι αρκετό εάν η δωρεά έγινε προς τον οιονδήποτε εκπροσωπούσε τότε την Εκκλησία. Ευρήματα ως προς τα ακριβή γεγονότα για περιστάσεις που έλαβαν χώρα πριν από πολλές δεκαετίες είναι δύσκολο να εξαχθούν. Οι ακριβείς περιστάσεις δεν μπορούν να διαπιστωθούν. Δεν πληροφορήθηκε το Δικαστήριο τι ακριβώς, κατ' ισχυρισμό, ειπώθηκε από την ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή, σε ποιο πρόσωπο και κάτω από ποιες περιστάσεις. Δεν είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς τις λεπτομέρειες. Το έργο του Δικαστηρίου είναι να αποφανθεί κατά πόσο, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που αποδέχεται, καταδεικνύεται ότι είναι περισσότερο πιθανόν παρά όχι η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή να δώρισε τον επίδικο χώρο για το σκοπό ανεγέρσεως Παρεκκλησίου το οποίο θα ανήκε στην Εκκλησία. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη και ειλικρινή τη μαρτυρία του Στυλιανίδη. Βρίσκει ότι αυτή ενισχύεται σε σχέση με το κυρίαρχο επίδικο ζήτημα από αδιαμφισβήτητα στοιχεία και περιστάσεις. Αυτά έχουν καταλυτική σημασία και οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο χώρος δωρίστηκε για την ανέγερση Παρεκκλησίου το οποίο θα ανήκε στην Εκκλησία. Υπάρχουν περιστάσεις που καταδεικνύουν ότι ήταν γνωστό και αποδεχτό ότι το Παρεκκλήσι δεν ήταν ιδιωτικό, αλλά θα ανήκε στην Εκκλησία. Το Δικαστήριο αποδέχεται την εξ ακοής μαρτυρία του Στυλιανίδη ότι το Παρεκκλήσι ανεγέρθηκε με δαπάνη του ΧΧΧΧ Τσίρου. Αποδεκτή επί του προκειμένου γίνεται και η μαρτυρία του Ολύμπιου ο οποίος επίσης κρίνεται ως αξιόπιστος και ειλικρινής. Το γεγονός επιβεβαιώνεται από τη μαρμάρινη πλάκα που ήταν τοποθετημένη στο Παρεκκλήσιο. Η πλάκα που κατασκευάστηκε το 1942 επιβεβαιώνει το γεγονός. Δεν είναι λογικό να τοποθετείτο πλάκα με τέτοιο περιεχόμενο στο Παρεκκλήσι και να γινόταν αποδεχτό από την ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Θεορή ή τον πατέρα της εάν η πραγματικότητα ήταν ότι το Παρεκκλήσι ήταν ιδιωτικό και πολύ περισσότερο εάν τα έξοδα για την ανέγερση του είχαν ουσιαστικά επωμισθεί οι ίδιοι. Το επιβεβαιωμένο γεγονός της δαπάνης από τρίτο πρόσωπο συνηγορεί υπέρ του ότι το Παρεκκλήσι δεν ήταν ιδιωτικό. Ο Εναγόμενος 1 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε είναι ότι κατέφυγε σε αναλήθειες στην προσπάθεια του να αποκρύψει από το Δικαστήριο περιστάσεις που καταδείκνυαν την αναγνώριση δικαιωμάτων στην Εκκλησία. Ρωτούμενος ο Εναγόμενος 1 γιατί ο ΧΧΧΧ Τσίρος να προσφέρει χρήματα για την ανέγερση ενός Παρεκκλησίου αν αυτό θα ήταν ιδιωτικό, διερωτήθηκε γιατί ερωτείτο ο ίδιος. Είπε απλά πως ο ΧΧΧΧ Τσίρος ήταν φίλος με τον πατέρα και τον παππού του. Όταν του τέθηκε το ερώτημα, γιατί να τοποθετηθεί στο Παρεκκλήσι μαρμάρινη πλάκα που να αναφέρει ότι «Ενεκαινίσθη ο Πάνσεπτος ούτος Ναός υπό του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Πάφου κ.κ. Λεοντίου Τοποτηρητού του Μητροπολιτικού Θρόνου Κιτίου Καρποφορούντος του κ. Ιωάννου Τσίρου και της Συζύγου αυτού Σοφίας τη 1η Νοεμβρίου του Σωτηρίου Έτους 1942» (βλ. φωτ. Τεκμ.4) εάν η αλήθεια ήταν ότι ο Τσίρος είχε συνεισφέρει πολύ λιγότερα από την γιαγιά του, ανάφερε πως δεν γνωρίζει ποιος έκαμε την πλάκα και πως δεν εξυπακούεται ότι ο Τσίρος είχε υποστεί το σύνολο των δαπανών. Ρωτούμενος περαιτέρω γιατί ο ΧΧΧΧ Ονησιφόρου να προσφέρει την εργασία του για την ανέγερση του Παρεκκλησίου αν αυτό θα ήταν ιδιωτικό, απάντησε ότι υποθέτει ότι θα έκανε και εκείνος ευλάβεια. Πέρα της δαπάνης για την ανέγερση, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία αναφορικά με μεταγενέστερες δαπάνες στο Παρεκκλήσι από άλλα τρίτα πρόσωπα. Το 1997 πραγματοποιήθηκε μεγάλη ανακαίνιση του Παρεκκλησίου με δωρεά της οικογένειας Χατζημιτσή υπό την επίβλεψη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Ο Στυλιανίδης μαρτύρησε την προσωπική του γνώση του γεγονότος, αφού ήταν παρών κατά τις εργασίες ανακαίνισης. Η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεχτή. Η δαπάνη τρίτων προσώπων για την ανακαίνιση επιβεβαιώνει την επικρατούσα αντίληψη ότι το Παρεκκλήσι δεν ήταν ιδιωτικό. Η μη ένσταση των Εναγομένων στη διεξαγωγή της ανακαίνισης επιβεβαιώνει ότι αναγνώριζαν δικαιώματα στην Ενάγουσα 2 που πραγματοποίησε την ανακαίνιση. Η θέση του Εναγόμενου 1 ότι δεν αντιλήφθηκε την πραγματοποίηση των ανακαινίσεων, παρά μόνο ότι είχε αφαιρεθεί το μαύρο σπρίτς απορρίπτεται ως αναληθής. Ερωτηθείς ο Εναγόμενος 1 κατά πόσο διερωτήθηκε ποιος αφαίρεσε το σπρίτς είπε πως δεν το έλαβε υπόψη. Συμβαίνει κάποιος άγνωστος να επέμβει σε ξένη περιουσία και να προκαλέσει κάποια ζημιά, όχι όμως να προβεί σε εργασία σε αυτή. Η απάντηση του Εναγόμενου 1 είναι αφύσικη και σκοπό είχε να αποκρύψει την γνώση του ότι η εργασία έγινε από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Τα ίδια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν με αναφορά στη δωρεά της ΧΧΧΧ Νεοκλέους για την πλήρη ανακαίνιση του τέμπλου του Παρεκκλησίου. Ότι η ΧΧΧΧ ήταν κάτοικος Μαντριών και όχι Πέρα Πεδίου, χωρίς να είναι καταλυτικής σημασίας, συνηγορεί υπέρ του ότι το Παρεκκλήσι δεν ήταν ιδιωτικό. Το αναμενόμενο θα ήταν εάν επιθυμούσε να ανεγείρει ιδιωτικό Παρεκκλήσι αυτό να ανεγειρόταν στο χωριό της ώστε να μπορεί να το επισκέπτεται πιο συχνά. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι τα γεγονότα ανάγονται στο 1938 που η μετακίνηση από το ένα χωριό στο άλλο, έστω και μεταξύ γειτονικών χωριών, δεν ήταν εύκολη όπως σήμερα. Παρουσιάστηκαν εκκλησιαστικά ημερολόγια της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού όπου σημειώνεται στους πανηγυρίζοντες ναούς για την 8η Σεπτεμβρίου που είναι τα γενέθλια της Θεοτόκου το Παρεκκλήσιο Πέρα Πεδίου. Περαιτέρω στα ημερολόγια, στον κατάλογο των Ιερών Ναών της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Λεμεσού που εμπεριέχουν, όσον αφορά το Πέρα Πεδί αναφέρεται και το επίδικο Παρεκκλήσι. Τα ημερολόγια είναι του 2012 και 2017 (Τεκμ.6 και 36 αντίστοιχα) μετά την εκδήλωση της επίδικης διαμάχης. Είναι συνεπώς πιο σημαντική η αναφορά στο Τεκμ.5 που είναι ημερολόγιο του 2006, γνωστού βιβλιοπωλείου της Λεμεσού όπου αναφέρεται (σελ.15) ότι το Πέρα Πεδί πανηγυρίζει την 8 Σεπτεμβρίου τα γενέθλια της Θεοτόκου. Εάν το Παρεκκλήσι λειτουργούσε ως ιδιωτικός ναός, όπως ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε την περίπτωση, τότε δεν θα αναμενόταν ότι αυτό θα πανηγύριζε σε οιαδήποτε εορτή, όπως σε ανύποπτο χρόνο σημειώνεται στο Τεκμ.
- Έχει παρουσιαστεί επιστολή ημερ. 30.7.2010 των τότε δικηγόρων των Εναγομένων προς τους δικηγόρους των Εναγόντων (μέρος του Τεκμ.9) στην οποία καταγράφεται ότι «Οι πελάτες μας δέχονται ότι λειτουργεί το Παρεκκλήσι 2 φορές το χρόνο και ότι το διαχειρίζεται η Εκκλησιαστική Επιτροπή μόνο. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Παρεκκλησίου ανήκει στους πελάτες μας». Αναφέρεται ακόμα ότι «Οι πελάτες μας συγκατατίθενται για τις εργασίες που περιγράφονται στη δήλωση, που θα γίνουν μόνο εντός του Παρεκκλησίου, διά τις εργασίες εκτός του Παρεκκλησίου [θα] τις αποδεχθούν μόνο εάν στη δήλωση συμπεριληφθεί ότι η εκάστοτε Εκκλησιαστική Επιτροπή έχει μόνο τη διαχείριση του Παρεκκλησίου την οποία θα έχει πάντα χωρίς άλλο δικαίωμα». Στην επιστολή όπως και άλλες που προηγήθηκαν ρητά δηλώνεται ότι κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα δεν δόθηκε είτε προς τη κοινότητα Πέρα Πεδίου, είτε προς την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Η ουσία δεν είναι αυτά που οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται, αλλά ότι αναγνωρίζεται ότι τη διαχείριση του Παρεκκλησίου είχε η Εκκλησιαστική Επιτροπή, παραδοχή ασυμβίβαστη με την θεμελιακή θέση των Εναγόντων ότι το Παρεκκλήσι ανεγέρθηκε και λειτουργούσε ως ιδιωτικό. Ο Εναγόμενος 1 δικαιολογήθηκε αναφέροντας ότι επρόκειτο για γραφόμενα των δικηγόρων του που δεν γνώριζαν το καταστατικό της Εκκλησίας και δεν ήταν μελετημένοι, προσπαθώντας να αποποιηθεί της εκ μέρους του παραδοχής. Υπάρχει ωστόσο και άλλη επιστολή ημερ. 14.4.2011 των ίδιων των Εναγομένων 1 και 2 προς τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου (Τεκμ.12) όπου γίνεται η ίδια παραδοχή. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή δώρισε το χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το Παρεκκλήσι ώστε αυτό να ανεγερθεί και να ανήκει στην Εκκλησία και να χρησιμοποιείται από το κοινό. Κ. Οι Νομικές Συνέπειες των Γεγονότων ως έχουν Διαπιστωθεί Στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες επικαλούνται τις αρχές της επιείκειας και αξιώνουν την επ' ονόματι τους εγγραφή των 219/22409 μεριδίων του επιδίκου ακινήτου που να αντιστοιχεί στο τμήμα του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το Παρεκκλήσιο και ο ήδη διαμορφωμένος περίγυρος του στη βάση ρητού, εξ επαγωγής και απολήγοντος καταπιστεύματος (express, constructive and resulting trust). Στην τελική γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους (παρ.94-95) περιορίζονται στη θέση ότι δημιουργήθηκε απολήγον ή και εξ επαγωγής εμπίστευμα υπέρ τους. Η αξίωση στη βάση ρητού εμπιστεύματος εγκαταλείπεται. Περαιτέρω, ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις δημιουργίας ιδιοκτησιακού κωλύματος (proprietary estoppel). Οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία απολήγοντος ή και εξ επαγωγής εμπίστευματος υπέρ των Εναγόντων ή ιδιοκτησιακού κωλύματος που να τους εμποδίζει από του να εμμένουν στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου. Η εισήγηση των δικηγόρων τους (σελ.24 της γραπτής τους αγόρευσης) είναι ότι δόθηκε απλή άδεια που θα μπορούσε να τερματιστεί με απλή προειδοποίηση λογικού χρόνου. Τέτοια θέση δεν προβάλλεται στη δικογραφία τους. Το άρθρο 4
(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµου που προνοεί ότι «. κανένα δικαίωµα ιδιοκτησίας (estate), συµφέρον, δικαίωµα, προνόµιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτηµα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δηµιουργείται, αποκτάται ή µεταβιβάζεται παρά µόνο δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού.» εξαιρεί ρητά τους κανόνες της επιείκειας σε σχέση με τη δημιουργία εμπιστευμάτων και όπως αποφασίστηκε στην Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551 το άρθρο 65ΙΕ (που εισάχθηκε στο Νόμο το 1978 και τέθηκε σε ισχύ την 1.4.1980), δεν καλύπτει τα απολήγοντα ή εξ επαγωγής εμπιστεύματα που εξακολουθούν να μπορούν να τεκμηριώσουν δικαιώματα εκτός του πλαισίου του Νόµου (βλ. ακόμα Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 472, 482). Είναι η θέση των Εναγομένων ότι με βάση τον βασικό ισχυρισμό των Εναγόντων αναφορικά με την πρόθεση της γιαγιάς τους, δεν μπορεί να έχει δημιουργηθεί απολήγον καταπίστευμα (resulting trust) γιατί τέτοιο δημιουργείται όταν δημιουργείται καταπίστευμα χωρίς όμως να δηλώνονται οι σκοποί του καταπιστεύματος ή όπου το καταπίστευμα αποτυγχάνει λόγω αβεβαιότητας ή μη συμμόρφωσης με τις νομοθετικές διατάξεις. Η ορθή διάσταση του απολήγοντος καταπιστεύματος αναδύεται από τα αποσπάσματα της βιβλιογραφίας στα οποία παραπέμπεται το Δικαστήριο. Προκύπτουν κατά κύριο λόγο ως αποτέλεσμα ανεπιτυχούς προσπάθειας δημιουργίας καταπιστεύματος με την προς διάθεση περιουσία ή συμφέρον να απολήγει πίσω στον διαθέτη, τον ιδιοκτήτη της περιουσίας ή του συμφέροντος που έγινε προσπάθεια να διατεθεί με το καταπίστευμα που δεν τελειοποιήθηκε. Αναφέρεται στο σύγγραμμα του P. Pettit, Equity and the Law of Trusts, 12η Έκδ., 2012, σελ.172-3 ότι «Equity it has been said, abhors a beneficial vacuum. Accordingly, where a settlor conveys or transfers property to trustees, but fails to declare the trusts upon which it is to be held, or where the expressed trusts fail altogether on the ground, for instance, of uncertainty, or non-compliance with statutory requirements as to writing, or where they fail partially on similar grounds, or because the trusts expressed only dispose of a part of the equitable interest, the entire equitable interest, or such part thereof as has not been effectively disposed of, remains vested in the settler or, in technical language, is said to result to him, and the property in accordingly said to be held by the trustees upon a resulting trust for him. Ex hypothesi, in these cases, the transfer is on trust and, accordingly, the resulting trust does not establish the trust, but merely carries back to the transferor the beneficial interest that has not been disposed of.» και σελ. 180 «Whenever someone buys either real or personal property and has it conveyed or registered or otherwise put into the name of another, or of himself and another jointly, it is presumed that the other holds the property on trust for the person who has paid the purchase money». Στην απόφαση του αγγλικού εφετείου στην Gissing & Gissing
(1980)2 All E.R. 780 αναφέρονται τα εξής (σε ελεύθερη μετάφραση) «καταληκτικό (resulting), εξυπακουόμενο (implied) ή εξ ερμηνείας καταπίστευμα (constructive) και δεν είναι αναγκαίο στην παρούσα περίπτωση να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών των τριών ειδών καταπιστεύματος - δημιουργείται από τη συναλλαγή μεταξύ του καταπιστευματοδόχου και του δικαιούχου σε σχέση με την απόκτηση από τον καταπιστευματοδόχο εμπράγματου δικαιώματος ιδιοκτησίας γης, όταν ο καταπιστευματοδόχος έχει συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που θα ήταν άδικο να του επιτραπεί να αρνηθεί στο δικαιούχο νόμιμο δικαίωμα στην αποκτηθείσα υπ' αυτού γη. Και θα θεωρηθεί ότι έχει συμπεριφερθεί μ' αυτό τον τρόπο αν με λόγια ή την συμπεριφορά του έχει πείσει τον δικαιούχο να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα του με την εύλογη πεποίθηση ότι ενεργώντας έτσι αποκτούσε κάποιο δικαίωμα πάνω στην ακίνητη ιδιοκτησία.» Στην Χριστοφόρου (σελ. 1563-4) αναφέρεται ότι «Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δηµιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχήν στη βάση τεκµαιρόµενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαµορφωθείσας κατάστασης πραγµάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόµενη, κυρίως όπου επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος µη δόλια ή συνειδητή απαράδεκτη εκµετάλλευση ή κατάχρηση νοµοθετικών προνοιών ή άλλων θεµελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσµα τη χρησιµοποίηση του Νόµου ως εργαλείου για καταδολίευση.» Στην Πέτσα κ.ά ν. Πέτσα
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 701, 707 αναφέρεται ότι «Οι αρχές του δικαίου της επιείκειας εκτείνονται ώστε να καλύπτουν και τρίτους όταν, κατά τα περιστατικά, στοιχειοθετείται δέσµευση της δικής τους συνείδησης µε αποτέλεσµα την υποκατάσταση του καταπιστευµατοδόχου από τους ίδιους, ως δικαιούχων σε όποιο βαθµό ήταν δικαιούχος ο καταπιστευµατοδόχος. Δεσµεύονται οι τρίτοι από το καταπίστευµα εφόσον δεν είναι αγοραστές έναντι ανταλλάγµατος και χωρίς γνώση του, όπως είναι η περίπτωση, µεταξύ άλλων, των κληρονόµων τού καταπιστευµατοδόχου, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του. (βλ. Snell's Equity 29η έκδοση σελ. 23, Sinclair Y. Broungham [1914] A.C. 398, Keeton and Sheridan 10η έκδοση σελ. 394, Hanbury and Martin, Modern Equity 14η έκδοση σελ. 33). Οι εφεσείοντες διαδέχθηκαν τον αποβιώσαντα Αργυρό, ο εφεσίβλητος διατηρεί εναντίον τους ως των τωρινών εγγεγραµµένων ιδιοκτητών του κτήµατος αυτοτελές αγώγιµο δικαίωµα και δεν υπάρχει άλλος που θα µπορούσε να θεωρηθεί ότι θα επηρεαζόταν από την κατάληξη της αντιδικίας όπως την οριοθέτησαν οι γραπτές προτάσεις.» (Βλ. ακόμα Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153, 1188-9). Εξ επαγωγής καταπίστευμα δημιουργείται και με ρητή διευθέτηση στη βάση κοινής πρόθεσης εφόσον ο επηρεαζόμενος ενήργησε προς ζημιά του ή έχει ουσιωδώς μεταβάλει τη θέση του ως αποτέλεσμα. Αναφέρεται στο σύγγραμμα του P. Pettit, Equity and the Law of Trusts, 12η Έκδ., 2012, σελ.206 ότι «all that the claimant to a beneficial share under a constructive trust needs to show is that he or she has acted to his or her detriment or significantly altered his or her position in reliance on the agreement». Στην Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 521, 539-40 αναφέρεται ότι «Δεν υπάρχει συγκεκριμένη καθοδήγηση στη νοµολογία των εξ επαγωγής καταπιστευµάτων τι είδους µαρτυρία θα πρέπει να παρουσιάσει η ενάγουσα για να αποδείξει ότι ενήργησε εναντίον των συµφερόντων της. Η απόφαση Eves v. Eves (πιο πάνω) αποδεικνύει ότι πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους σύνδεση µεταξύ της κοινής πρόθεσης και των πράξεων που µπορούν να αποκληθούν ως επιζήµιες». Στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε ιδιοκτησιακό κώλυμα, ωστόσο, εφόσον οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί στην έκταση που έχουν γίνει αποδεκτοί μπορούν να τεκμηριώσουν τη δημιουργία ιδιοκτησιακού κωλύματος, θεραπεία στη βάση ιδιοκτησιακού κωλύματος μπορεί να αποδοθεί (βλ. Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542). Στην Χρυσοστόμου ν. Φράγκου κ.ά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 622, 628 αναφέρθηκε ότι «Στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύµατος αποτελεί η παράσταση, εκ µέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωµάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση, µπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία». Οι παραστάσεις της γιαγιάς των Εναγομένων είχαν ως αποτέλεσμα οι όποιοι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας την εποχή εκείνη να προωθήσουν την ανέγερση του επίδικου Παρεκκλησίου. Η δωρεά του ΧΧΧΧ Τσίρου θα πρέπει να θεωρείται σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα ως οικονομική διάθεση εκ μέρους της Εκκλησίας γιατί είναι για την Εκκλησία που ο δωρητής προέβηκε στη δωρεά. Και οι μετέπειτα δωρεές για την ανακαίνιση του Παρεκκλησίου και την κατασκευή νέου τέμπλου έτσι πρέπει να θεωρούνται. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι πέραν της δέσμευσης τους με αναφορά στην συμπεριφορά της προκατόχου τους σε τίτλο γιαγιάς τους, ήταν οι ίδιοι ιδιοκτήτες κατά ½ μερίδιο έκαστος του επιδίκου ακινήτου όταν το 1997 διεκπεραιώθηκε η μεγάλη ανακαίνιση του Παρεκκλησίου. Η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή στοιχειοθετεί την κοινή πρόθεση όπως η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κωνσταντή διαθέσει έκταση από το επίδικο ακίνητο ώστε, φροντίδι των κατά τόπο αντιπροσώπων της Εκκλησίας της εποχής, ανεγερθεί Παρεκκλήσιο στο όνομα της Παναγίας Φανερωμένης προς όφελος του εκκλησιάσματος της περιοχής και όχι μόνο. Το Παρεκκλήσιο ανεγέρθηκε ουσιαστικά με πόρους που διατέθηκαν γιατί το Παρεκκλήσιο θα είχε αυτή την υπόσταση. Στην περίπτωση που η έκταση δεν είχε δωρηθεί για το σκοπό αυτό αναμφίβολα οι πόροι της Εκκλησίας δεν θα διατίθεντο για την ανέγερση του. Όπως και αν αντικρίσει κανένας το ζήτημα δεν μπορεί παρά η δωρεά του Ιωάννη Τσίρου ως συνεισφορά από μέλος του πληρώματος της Εκκλησίας να θεωρείται ως εκ μέρους της. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα καταδεικνύουν και αποδεικνύουν τη δημιουργία εξ επαγωγής καταπιστεύματος σε σχέση με το Παρεκκλήσιο και τον περίβολο του προς όφελος της Εκκλησίας. Το δίκαιο της επιείκειας επιβάλλει εξ επαγωγής εμπίστευμα υπέρ της Εκκλησίας και που εμποδίζει τους Εναγομένους από του να προτάξουν τα περιουσιακά τους δικαιώματα και να στερήσουν με αυτό το τρόπο από την Εκκλησία τα δικαιώματα που απέκτησε επί του επίδικου ακινήτου. Η εισήγηση ότι δόθηκε απλή άδεια που θα μπορούσε να τερματιστεί με απλή προειδοποίηση λογικού χρόνου απορρίπτεται. Υπήρξε δωρεά της έκτασης όπου ανεγέρθηκε το Παρεκκλήσιο και δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι ο χώρος παραχωρήθηκε υπό όρους, όπως μια άδεια, που θα μπορούσε να ανακληθεί. Η θέση είναι και ασυμβίβαστη με την ενέργεια της ανέγερσης μόνιμου κτίσματος που επιβεβαιώνει ότι δεν ήταν αυτή η συναντίληψη των μερών. Λ. Η Αίτηση Δυνάμει του άρθρου 41 Η Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου με επιστολή της ημερ. 7.9.2010 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού (Τεκμ.42) ζήτησε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το Παρεκκλήσι. Το αίτημα υποβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Νόμο του 2010 που τέθηκε σε ισχύ την 23.7.2010. Αναφορά στην νομοθεσία αυτή γίνεται πιο κάτω. Στην επιστολή επισυναπτόταν πιστοποιητικό του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Πέρα Πεδίου ημερ. 6.9.2010 (Τεκμ.43) στο οποίο αναφερόταν ότι το Παρεκκλήσιο άνηκε στην Εκκλησία της κοινότητας Πέρα Πεδίου, ότι είχε ανεγερθεί το 1938 και συντηρηθεί και ανακαινισθεί δύο φορές από την Εκκλησιαστική Επιτροπή της κοινότητας και ότι σε αυτό τελούνταν θρησκευτικές ακολουθίες. Ανοίχθηκε ο φάκελος Α767/2010. Την 24.11.2010 οι Εναγόμενοι με επιστολή του τότε δικηγόρου τους προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (Τεκμ.44) υπόβαλαν ένσταση και ανοίχθηκε από το Κτηματολόγιο ο φάκελος ΑΧΧΧ/2010. Ο ΧΧΧΧ Στεφάνου (Μ.Ε.6) εργάζεται στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών του Κτηματολογίου Λεμεσού. Στον Στεφάνου ανατέθηκαν οι δύο φάκελοι και ειδοποίησε τους αιτητές και τους ενιστάμενους για να παραστούν σε επιτόπια εξέταση. Κατά την επιτόπια εξέταση που έλαβε χώρα την 21.6.2012 παρόντες ήταν οι Εναγόμενοι και κάποια μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Κατά την επιτόπια εξέταση δεν έγινε οτιδήποτε το ουσιαστικό εφόσον, όπως αναφέρθηκε, το ζήτημα ήταν ήδη ενώπιον Δικαστηρίου. Το άρθρο 41 μέχρι και την τροποποίηση του το 2010 προνοούσε ότι:
(1)Οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει ή είναι προσαρτηµένη σε θρησκευτικό οργανισµό κατά την ηµεροµηνία της έναρξης της ισχύος του Νόµου αυτού, η οποία δεν είναι ήδη εγγεγραµµένη στο όνοµά του, και οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία, αν και είναι εγγεγραµµένη στο όνοµα προσώπου, κατέχεται κατά την αναφερόµενη ηµεροµηνία για ή εκ µέρους θρησκευτικού οργανισµού, δύναται να εγγραφεί στο όνοµα του οργανισµού αυτού: Νοείται ότι ο οργανισµός πρέπει να υποβάλει αίτηση για την εγγραφή αυτή της ιδιοκτησίας προς το Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο πριν περάσουν οκτώ έτη από την αναφερόµενη ηµεροµηνία, και όταν ο ∆ιευθυντής απαιτεί µε τον τρόπο αυτό, πρέπει να καταβάλει τα τέλη που είναι καθορισµένα για επιτόπια έρευνα.
(2)Mετά την εκπνοή της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)καµιά αξίωση τίτλου πάνω ή σε σχέση µε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία από οποιοδήποτε θρησκευτικό οργανισµό δεν είναι έγκυρη ή γίνεται αποδεκτή ή αναγνωρίζεται από οποιοδήποτε ∆ικαστήριο ή Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο εκτός αν ο οργανισµός καταχωρήσει µαζί µε το έγγραφο της αξίωσης πιστοποιητικό του ∆ιευθυντή ότι ο οργανισµός υπέβαλε αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο εντός της περιόδου που αναγράφεται στο εδάφιο
(1)για την εγγραφή της ιδιοκτησίας στο όνοµά του, και, όταν ο ∆ιευθυντής απαίτησε µε τον τρόπο αυτό, κατέβαλε τα καθορισµένα τέλη για επιτόπια έρευνα: Νοείται ότι καµιά από τις διατάξεις που περιλαµβάνονται στο εδάφιο αυτό δεν εφαρµόζεται σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι ήδη εγγεγραµµένη στο όνοµα του θρησκευτικού οργανισµού ή η οποία αποκτήθηκε νόµιµα από τον οργανισµό αυτό µε µεταβίβαση από εγγεγραµµένο πρόσωπο µετά την έναρξη της ισχύος του Νόµου αυτού. Η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου ήταν η 1.9.1946, οπόταν οιαδήποτε αξίωση τίτλου πάνω ή σε σχέση με το ακίνητο, στη βάση των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο, δεν ήταν μετά την 1.9.1954 έγκυρη και δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή ή να αναγνωριστεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Νόμο του 2010 (Ν.82(Ι)/2010)που τέθηκε σε ισχύ την 23.7.2010 το εδάφιο 1 (με τη διαγραφή της φράσης «είναι προσαρτημένη σε» και της προσθήκης της φράσης «που είναι συνδεδεμένη με») έγινε 1(α) και προστέθηκαν οι πιο κάτω παραγράφοι: (β) Με την εξαίρεση ακίνητης ιδιοκτησίας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 22, ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει ή που είναι συνδεδεµένη µε θρησκευτικό οργανισµό ή αποτελεί εκκλησία, έστω ερειπωµένη εκκλησία, προαύλιο εκκλησίας ή άλλο χώρο λατρείας του εν λόγω οργανισµού και που, κατά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) (Τροποποιητικού) (Αρ.3) Νόµου του 2010, δεν είναι ήδη εγγεγραµµένη στο όνοµα του οργανισµού αυτού, καθώς και ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία, παρόλο που είναι εγγεγραµµένη στο όνοµα συγκεκριµένου προσώπου, κατέχεται διά ή εκ µέρους ορισµένου θρησκευτικού οργανισµού κατά την πιο πάνω ηµεροµηνία, δύναται να εγγραφεί στο όνοµα του οργανισµού αυτού, τηρουµένων των διατάξεων της παραγράφου (γ) του παρόντος εδαφίου, καθώς και των διατάξεων του εδαφίου (1Α). (γ) Ο ενδιαφερόµενος θρησκευτικός οργανισµός πρέπει να υποβάλει αίτηση, προς το Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο, για την εγγραφή της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται να εγγραφεί στο όνοµά του δυνάµει της παραγράφου (β), µέσα σε δύο
(2)έτη από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) (Τροποποιητικού) (Αρ.3) Νόµου του 2010, καταβάλλοντας τα καθορισµένα γι' αυτήν τέλη και επιπρόσθετα: (i) να καταβάλει τα καθορισµένα τέλη για την αναγκαία επιτόπια έρευνα, σε περίπτωση που η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται µέσα στις ελεγχόµενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές και υπάρχουν στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο τα κτηµατικά µητρώα ή άλλα βιβλία. Περαιτέρω προστέθηκε εδάφιο 1Α του οποίου η παρ.(γ) προνοεί ότι: «Αν, μέσα στην καθοριζόμενη από την παράγραφο (β) προθεσμία, υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση, τότε ο Διευθυντής δεν προχωρεί στην εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του θρησκευτικού οργανισμού, εκτός αν του προσκομισθεί διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο εν λόγω οργανισμός δικαιούται να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας αυτής.» Καθορίστηκε δηλαδή νέο χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση για την εγγραφή ιδιοκτησίας που ανήκει σε τρίτο επ' ονόματι θρησκευτικού οργανισμού. Το γεγονός ότι η νομοθεσία προνοεί συγκεκριμένη διαδικασία ώστε να επιτευχθεί εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα θρησκευτικού οργανισμού, έπεται πως δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Άλλωστε, προνοείται προς τούτο ρητή απαγόρευση στο άρθρο 41
(2). Αυτό όμως συμβαίνει όταν η αξίωση από το θρησκευτικό οργανισμό εδράζεται στις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 41
(1). Η αξίωση στη βάση καταπιστεύματος είναι εκτός του πλαισίου του Νόμου. Συνεπώς δεν καταλύεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 41
(2). Ενδεχομένως η αξίωση θα μπορούσε να προωθηθεί και δυνάμει του άρθρου 41
(1)του Νόμου, όμως τέτοιο ζήτημα δεν συζητήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Μ. Καθυστέρηση στην Καταχώριση της Αγωγής Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων εγείρεται ζήτημα μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής που θα πρέπει να επενεργήσει ώστε να μη τους αποδοθούν οιαδήποτε δικαιώματα στη βάση του δικαίου της επιείκειας. Σημειώνεται ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Αναφέρεται στην A.TH.K. v. Κλεάνθους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 158, 163 -164, ότι η καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Ότι οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διαδίκου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Ο εναγόμενος, σημειώνεται, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της εξαιτούμενης θεραπείας. Στην προκειμένη περίπτωση και παρά το γεγονός ότι ο χώρος του Παρεκκλησίου ήταν πάντα εγγεγραμμένος ως μέρος του υπόλοιπου τεμαχίου στο όνομα των Εναγομένων και των προκατόχων τους σε τίτλο η Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου τον κατείχε και εξυπηρετούνταν όλοι σκοποί για τους οποίους είχε ο χώρος παραχωρηθεί. Ήταν μόνο μετά τα γεγονότα του 2009 - 2010 που κατέστηκε επιβεβλημένο να επιδιωχθεί η απόκτηση κτησιακού δικαιώματος λόγω αλλαγής στη στάση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται στην προκειμένη περίπτωση με την απόρριψη της αξίωσης Ν. Η Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση ότι η Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου δικαιούται στην επ' ονόματι της εγγραφής στο τμήμα του ακινήτου με αρ. εγγρ. 0/ΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧ/28, Τεμ. ΧΧΧ στο Πέρα Πεδί της επαρχίας Λεμεσού, στο οποίο βρίσκεται το Παρεκκλήσι και ο ήδη διαμορφωμένος περίγυρος του συνολικής έκτασης 219 τ.μ.. Τα έξοδα στην Απαίτηση επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον των Εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €50.000 - €100.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση του Ενάγοντα 1 απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι η διαδικασία επιβαρύνθηκε λόγω της συνένωσης του Ενάγοντα 1 ως διαδίκου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €50.000 - €100.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα στο 1/3. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο τα έξοδα αυτά θα καταβάλουν οι δικηγόροι που καταχώρισαν την αγωγή. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα στην Ανταπαίτηση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €50.000 - €100.000 και από 18.3.2017 στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη ότι η Ανταπαίτηση εκδικάστηκε μαζί με την Απαίτηση και περιοριζόταν στα ίδια ζητήματα, η Ενάγουσα 2 θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων στην ψηλότερη κλίμακα. Η Απόφαση να μη συνταχθεί προτού η Ενάγουσα 2 καταχωρίσει τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα στο οποίο να εμφανίζεται με το σωστό της όνομα ως «Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου». (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Εμπίστευμα αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο